Tag Archives: ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ

HOLDING PATTERN

tumblr_nw61u67QJx1u16n75o1_1280

 

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω την ελληνική μετάφραση του κειμένου των Endnotes με τον ομώνυμο τίτλο, καθώς και την εισήγησή τους (η οποία παίζει και τον ρόλο update του αρχικού κειμένου) στις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη το διήμερο 27-28 Νοεμβρίου.

Με την ευκαιρία αυτή, να ευχαριστήσουμε ξανά όσους και όσες μας βοήθησαν για την πραγματοποίηση αυτών των εκδηλώσεων, οι οποίες κατά γενική ομολογία πήγαν καλύτερα από το αναμενόμενο.

 

Holding pattern (ελληνική μετάφραση)

Εισήγηση Endnotes (ελληνικά)

Presentation Endnotes (english)

Αρμένικα αραβουργήματα

Αναδημοσίευση του ομότιτλου ενδιαφέροντος κειμένου από το blog https://aruthlesscritiqueagainsteverythingexisting.wordpress.com. Keep up the good work σύντροφε!

Αρμένικα αραβουργήματα – Հայկական Նախշեր

0,,18536656_303,00

Μια παρουσίαση των αρμένικων πορειών του περασμένου καλοκαιριού στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κρίσης, του υπερπληθυσμού και της εξαφάνισης της εργατικής ταυτότητας.

Η Αρμενία μια χώρα της πρώην ΕΣΣΔ, έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια έντονη κουλτούρα πορειών, διαδηλώσεων κτλ. Αποκορύφωμα αυτών των πορειών υπήρξαν οι πορείες του καλοκαιριού του 2015 ενάντια στις αυξήσεις του ηλεκτρικού ρεύματος. Παρόλα αυτά οι αρμένικες πορείες έφεραν ενα σύνολο ιδιαιτεροτήτων σχετιζόμενων τόσο με την ευρύτερη καπιταλιστική κρίση, αλλά και με το ειδικό ιστορικό ανατολικοευρωπαϊκό συγκείμενο.

Κρίση και «οικονομία»

Η Αρμενία είναι 93η σε 132 χώρες στην διεθνή ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα. Η όλη οικονομία, όπως και σε αρκετές άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες έχει πάρει τη μορφή του «ολιγαρχικού κράτους», με ένα περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων να ελέγχουν το 60% της οικονομίας, επιχειρήσεις κυρίως χαμηλής παραγωγικότητας. Ένα μεγάλο κομμάτι των εργαζομένων, συμμετέχει σε κρατικά συνδικάτα, ενώ άλλοι (περί το 20% της εργατικής δύναμης) έχουν διαφύγει στην «μαύρη οικονομία». Οι ίδιες επιχειρήσεις έχουν στενούς δεσμούς με πολιτικούς της χώρας αλλά και με επιχειρηματικούς κύκλους της Ρωσίας. Η οικονομία της Αρμενίας βασίστηκε κυρίως σε βιομηχανικές εξαγωγές και εξαγωγές πρώτων υλών (30% του ΑΕΠ). Ένα πρόσθετο 20%(!) του ΑΕΠ της χώρας προέρχεται από τα εμβάσματα των αρμένιων μεταναστών στο εξωτερικό κυρίως στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και σε μικρότερο βαθμό την ΕΕ. Η εσωτερική ζήτηση βασίστηκε μέχρι το 2010 στην ανοικοδόμηση(περί το 20% του ΑΕΠ). Οι εξαγωγές της χώρας κατευθύνονται κατά κύριο λόγο στη Ρωσία, και σε δεύτερη θέση με μικρή διαφορά προς την ΕΕ. Μετά την έλευση της καπιταλιστικής κρίσης το 2010, και την όλο και πιο βαθιά κρίση και συρρίκνωση της αγοράς και της «αστικής κοινωνίας» γενικότερα οι εξαγωγές μειώθηκαν αισθητά, κατά 20% ενώ οι διακυμάνσεις του ρουβλιού, και η κρίση στην ΕΕ μείωσαν τα εμβάσματα των μεταναστών κατά 50%. Η ανεργία άρχισε να καλπάζει και από 6,2% το 2008 φτάνει στο 2013 στο επίσημα στο 18%(με την πραγματική ανεργία να λένε μερικοί ότι είναι κοντά στο 30%). Η Αρμενία με την έλευση της κρίσης βιώνει μια αύξηση των εισαγωγών της και ραγδαία μείωση των εξαγωγών της που αποτελούσαν βασικό εισόδημα, το εμπορικό ισοζύγιο γίνεται αρνητικό, και αυξάνει το εμπορικό έλλειμμα της χώρας κατά 50% από το 2010. Σε αντίθεση με άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες η Αρμενία εφαρμόζει εδώ και χρόνια νεοφιλελεύθερες πολιτικές αναδιάρθρωσης, μειώσεις μισθών και συντάξεων κτλ. Αυτός ο μηχανισμός φαινόταν να «λειτουργεί» στο βαθμό που μέχρι το 2009 οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν διψήφιοι, η κοινωνική δυσαρέσκεια εκτονώνονταν στη μετανάστευση, ενώ όσοι έμεναν στη χώρα, «κάπως» ζούσαν, με μισθούς ύψους 250ε. Μετά το 2010 λόγω της κρίσης, της μείωσης των εξαγωγών και των εμβασμάτων  και της πτώσης των τιμών των εξαγώγιμων προϊόντων, την αύξηση της ανεργίας και της μετανάστευσης , η Αρμένικη κοινωνία- η οποία είχε ήδη ιστορικό κινητοποιήσεων από το 2008- χωρίστηκε στα δύο, ενώ συνολικά το κράτος, έπρεπε να επιλέξει μια περιφέρεια συσσώρευσης, ποσοστού κέρδους, παραγωγικότητας, εμπορίου, επιτόκια κτλ. Αυτό θα σήμαινε φυσικά τη περαιτέρω παραγωγή ή παραμονή κάποιων ως αποκλεισμένων, ή αρκετά υποτιμημένων ανάλογα με το που δούλευαν ή το που και πως ήλπιζαν να δουλέψουν.

Αξίζει να σημειωθεί εξ αρχής ότι το 2015 οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας δεν αυξήθηκαν λόγω αύξησης των εισαγόμενων πρώτων υλών παραγωγής της. Αν και οι Αρμενία παράγει το 36% της ηλεκτρικής της ενέργεια με εισαγόμενο αέριο από τη Ρωσική Ομοσπονδία, και έχει και δικό της πυρηνικό εργοστάσιο, όπως ισχυρίζονται ξεκάθαρα οι ίδιοι οι ιθύνοντες της υπηρεσίας ενέργειας, η απότομη άνοδος των τιμών είναι αναγκαία για να συγκεντρωθεί κεφάλαιο εκσυχρονισμού των μέσων παραγωγής και διανομής ενέργειας του δικτύου,δεδομένου ότι η Αρμενία ήθελε να αποφύγει να δανειστεί ξανά. Ήδη οι μεγάλες παραγωγικές ηλεκτρικές μονάδες της χώρας, βάσει του μέσου ποσοστού κέρδους της αρμένικης οικονομίας, αποκόμιζαν ελλειμματικά έσοδα και χρωστάνε πολλά. Επίσης το παλιό τεχνολογικά παραγωγικό δίκτυο και δίκτυο διανομής της Αρμενίας φοβόταν ότι οποιαδήποτε αυξομείωση τις τιμές του εισαγόμενου αερίου (παρά το γεγονός ότι υπήρχε για πολλούς λόγους πίστωση από τη ρωσική πλευρά) θα προκαλούσε τεράστιες αυξομοιώσεις στις τιμές του ρεύματος, μεγαλύτερες από μια ελεγχόμενη αύξηση από το κράτος. Δεδομένου ότι ήδη η Αρμένικη οικονομία υποφέρει από χαμηλή ανταγωνιστικότητα και πτώση των εξαγωγών κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό. Παρόλα αυτά όπως είναι εμφανές η αναπόφευκτη αυτή απόφαση, δηλαδή η αποφυγή αύξησης του χρέους, χρεοκοπίας των ενεργειακών επιχειρήσεων και ταυτόχρονα το χαμηλό μέσο ποσοστό κέρδους και ανταγωνιστικότητας της αρμένικης οικονομίας σε συνδυασμό με τη κρίση συσσώρευσης και τη μείωση των εξαγωγών, βυθίζει τελικά την Αρμενία σε βαθύτερη κρίση, πλήττει συνολικά τον πληθυσμό της χώρας, ανεξαρτήτως τάξης, μια χώρα που το 40% του πληθυσμού δηλώνει ότι θέλει να ζήσει στο εξωτερικό.

Βλέπουμε ότι οι διεθνείς νόρμες παραγωγικότητας και ποσοστού κέρδους, με βάση τα διεθνή πρότυπα δεν αποτελούν προϊόν ενός κοινού νομίσματος ή όχι, αλλά μορφές της ίδιας της έννοιας της αναπόφευκτης χρηματικής μετρισημότητας κάθε είδους συναλλαγής, βάσει του ανταγωνισμού μεταξύ ατομικών κεφαλαίων, εθνικών κεφαλαίων κτλ. Οι αφηρημένες νόρμες, αυτές οι οποίες εκφράζονται στο/και από το πιστωτικό σύστημα αλλά δεν είναι το πιστωτικό σύστημα, πλανώνται όπως έλεγε ο Μαρξ σαν «ένα θεϊκό χέρι πάνω από την πραγματική κοινωνία, που φέρνει δυστυχία ή ευτυχία στους ανθρώπους». Αυτή είναι η αφηρημένη δυναμική της αξίας σε παγκόσμιο επίπεδο έχει να κάνει με την μετρησιμότητα του χρήματος και του κεφαλαίου ως τέτοια, ως κοινωνικές σχέσεις και όχι με το συνάλλαγμα. Η κρίση στην ανατολική Ευρώπη πέρα από αδύναμα κεφάλαια χτυπάει και διαψεύδει και τις αδύναμες θεωρίες .

Το υποκείμενο των πορειών σε αναζήτηση ταυτότητας

 Παρόλο που και στην Αρμενία το δίπολο εκφράστηκε ως στήριξη ή καταγγελία της ΕΕ και της Ρωσίας, οι μηχανισμοί κοινωνικής υποκειμενικότητας που δρούσαν εδώ ήταν αρκετά διαφορετικοί από την Ουκρανική περίπτωση αλλά και από τη Μακεδονική. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται προς την Ρωσία και/ή την ΕΕ ήταν λίγο πολύ οι ίδιες, με τη Ρωσία και άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες να είναι ο βασικός πελάτης, ενώ η «γεωγραφική» κατανομή αυτών των κεφαλαίων εντός της χώρας ήταν αρκετά ομοιογενής. Άλλοι ερμήνευαν την πτώση της αρμενικής οικονομίας στην πιθανή απομάκρυνση από τη Ρωσία, άλλοι στη διαφθορά και άλλοι στην υψηλότερη ανταγωνιστικότητα του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Η «θρησκεία της καθημερινής ζωής» όπως θα έλεγε ο Μαρξ, αυτές οι καθημερινές «άμεσες» αντιλήψεις που μας δίνει η μορφή της αστικής κοινωνίας, (αντιφατικές μεταξύ τους, και ποτέ μονοδιάστατες), σε αντίθεση με άλλες χώρες, δεν προσέφεραν κανένα «σταθερό», επιβεβαιωμένο «υλικό» σημείο για τον σχηματισμό των αντίπαλων «κοινωνικών στρατοπέδων». Έτσι οι διάφορες πολιτικές ομαδοποιήσεις που «εξέφραζαν» την «πορεία προς την ΕΕ ή την Ευρασιατική Ένωση, δεν αποκτούσαν σταθερή βάση. Η συρραφή των «καθημερινών υλικών και εμπειριών» των υποκειμένων δεν μπορούσε να σχηματοποιηθεί σε σταθερά πολιτικά «ιδεολογικά» στρατόπεδα, είχε μια μορφή τυχαιότητας και ρευστότητας, μια μορφή μεγάλης «ερμηνευτικότητας» αυτών των εμπειριών. Οι πολιτικές δυνάμεις αποτελούσαν έκφραση αλλά και συμπύκνωναν σε «ιδεολογίες» πλήθος ετερόκλητων καθημερινών εμπειριών οι οποίες (σε αντίθεση πχ με την Ουκρανία) πέρα από τη γενική και αόριστη κρίση τους (βλ. παρακάτω), δεν είχαν ένα σταθερό «εδαφικοποιημένο» σημείο αναφοράς, ορατό και αντιληπτό από το σύνολο της κοινωνικής εμπειρίας, πχ στη κατανομή των κεφαλαίων οικονομικό-γεωγραφικά προς τη μία ή την άλλη πλευρά.  Αυτό οδήγησε σε μια ακόμα μεγαλύτερη ρευστοποίηση των ταυτοτήτων, όχι απλά της εργατικής ταυτότητας αλλά της ίδιας της ενότητας των «αντιπολιτευόμενων φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων». Αν κάθε πλατεία προσκρούει στο εσωτερικό τείχος των αφηρημένων και ετερόκλητων σχέσεων της που γίνονται όριο, αυτό στην Αρμένικη περίπτωση ήταν τόσο έντονο που οι συνεχείς «φιλοευρωπαϊκές» πορείες δεν κατάφεραν να εκφράσουν τίποτα το συλλογικό, ούτε καν να κεφαλαιοποιηθούν από κάποιο κόμμα κεντρικά, ενώ όπως μαρτυρούν πολλές συνεντεύξεις μέρος των διαδηλωτών διαρκώς «μεταπηδούσε» από το ένα στρατόπεδο στο άλλο και τελικά επηρέασε βαθιά την κατάληξη των πορειών. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι στις πορείες του 2015 δεν υπήρξε έντονα αντί-ιμπεριαλιστική ρητορική (παρόλο που η εταιρία ηλεκτρικής ενέργειας ανήκει κατά 98%σε ρωσικές εταιρίες και συνολικά ο τομέας της ενέργειας κατά 80%). Αυτό γιατί αφενός  οι αδιέξοδες πορείες του 2013-2014 έδειξαν ότι το δίπολο ανατολή-δύση δεν οδηγεί πουθενά, αφετέρου γιατί το ζήτημα της ανόδου των τιμών (οι οποίες έχουν αυξηθεί 23% τελευταία 5 χρόνια) φαινόταν να μην έχει άμεση σχέση με την επιλογή περιφέρειας συσσώρευσης και επηρέαζε άμεσα συνολικά τον πληθυσμό.[1]

Παρόλα αυτά πυρήνας του ζητήματος και εδώ παραμένει η οριακή κρίση αναπαραγωγής των αστικών υποκειμένων τα οποία βιώνουν τόσο την εργασία αλλά και το κύκλωμα του κεφαλαίου γενικά σαν μια ρευστή, εξαναγκαστική και επισφαλή συνθήκη, εν πολλοίς αρνητική από τη μία αλλά από την άλλη ως τη μόνη κοινότητα που εξασφαλίζει μια στοιχειώδη κοινωνική αναπαραγωγή. Αυτή είναι η γενική αντίφαση της συγκυρίας. Έτσι συνολικά τα αστικά υποκείμενα βρίσκουν και εδώ τον εαυτό τους σε κρίση, βλέπουν την δραστηριότητα τους, ως όριο του εαυτού τους και συνειδητοποιούν ότι παράγεται διαρκώς ένα κομμάτι πληθυσμού όλο και πιο επισφαλές, όλο και πιο περιθωριοποιημένο. Το κεφάλαιο είτε είναι ιδιαίτερα επισφαλές πλέον ή έχει εξασφαλίσει μεγάλη κινητικότητα, τίποτα παραπάνω δεν μπορεί να δοθεί στην εργασία πέρα από την ελάχιστη δυνατή συνθήκη της ίδιας της εργασίας. Γιαυτό και τα υποκείμενα επιδιώκουν την ανακατασκευή ενός «υγιούς καπιταλισμού» all for all, με «ίσα δικαιώματα, ευκαιρίες κτλ», καθώς τόσο το habitus του κεϋνσιανού κράτους, όσο και γενικά της «αστικής ισότητας» είναι βαθιά ριζωμένα στο αστικό υποκείμενο, το οποίο υπάρχει μόνο στα πλαίσια του κράτους[2].  Παρόλα αυτά οι μηχανισμοί υποκειμενοποίησης της λύσης προς τινά κατεύθυνση είναι ιδιαίτερα ρευστοποιημένοι καθώς η αντιπαράθεση δεν εμφανίζεται ούτε στη Ευρώπη ούτε στην Αρμενία ως άμεση αντιπαράθεση μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας. Αντίθετα το (ανταγωνιστικό/επιχειρηματικό) κράτος διαμεσολαβεί την σταθεροποίηση και την αναδιάρθρωση αυτής της αντίφασης στα διεθνή πλαίσια, μέσω ανάλογων πολιτικών και αναπόφευκτα το κάνει αυτό και σε βάρος των πιο μικρών και μη-παραγωγικών κεφαλαίων.[ βλ.2] Συνεπώς εμφανίζεται διαρκώς σαν κρίση μεταξύ της υποτιθέμενης οικουμενικότητας της ισότητας των αστικών ρόλων και του πλέον έμπρακτου αποκλεισμού ενός inter-class κομματιού της αστικής κοινωνίας. Στα πλαίσια αυτά εμφανίζεται πάντα και μια επίκληση στον λαό/έθνος και μια άνοδος του πατριωτισμού. Αυτό έπαιξε κομβικό ρόλο στο κίνημα στην Αρμενία μεταξύ 2013-2014.

Οι πορείες, η κρίση και η αφηρημένη ενότητα ως όριο.

2013

Οι πρώτες πορείες ξεκινούν Φεβρουάριο του 2013 όταν ο φιλοευρωπαίος και ηγέτης της αντιπολίτευσης Raffi Hovannisian την επόμενη των εκλογών ισχυρίζεται ότι οι εκλογές είναι νοθευμένες και ότι αυτός ειναι ο πραγματικός νικητής. Παρόλα αυτά, κανένας από τους υποτιθέμενους συμμάχους του Raffi σε διεθνές επίπεδο δεν τον στηρίζει. Ο ίδιος χρησιμοποιούσε στη ρητορική του ένα μείγμα εθνικισμού και ακραίου δυτικού φιλελευθερισμού, μιλώντας για την «ανασυγκρότηση της χώρας» και τον εξορθολογισμό της αγοράς» «πάταξη της διαφθοράς» κτλ. Αυτή η πολιτική κίνηση αποτέλεσε την αφορμή για την έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων στη Αρμενία και το ξεκίνημα των πορειών. Από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους χιλιάδες διαδηλωτών που υποστήριζαν τον φιλοευρωπαίο Raffi μαζεύονται στη κεντρική πλατεία της αρμένικης πρωτεύουσας ζητώντας τη παραίτηση της νέας κυβέρνησης και σημειώνονται συγκρούσεις με την αστυνομία. Φοιτητές στο πανεπιστήμιο του Γεριβάν αρχίζουν απεργία πεινάς τον Μάιο με αίτημα τη παραίτηση της κυβέρνησης. Παρόλα αυτά η κυβέρνηση καθώς είχε ισχυρή πλειοψηφία και έβλεπε επίσης ότι η σύνθεση των διαδηλωτών ήταν αρκετά χαλαρή, δεν υποχωρεί, οι πορείες ουσιαστικά σταματούν αρχές Σεπτεμβρίου, μετά από μια μικρή αναλαμπή όταν η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι θα μετάσχει στην Ευρασιατική ένωση. Παράλληλα 50 εθνικιστές υπό τον Shant Harutyunyan, παλιό αρμένιο βετεράνο στρατιωτικό διαδηλώνουν στις 5 Νοεμβρίου του 2013 και ζητούν τη παραίτηση της κυβέρνησης. Συλλαμβάνονται 14, μεταξύ αυτών και ο ίδιος και κατηγορούνται για αντίσταση και βια κατά των αρχών και από τότε παραμένουν στη φυλακή.

Παρά τις προσπάθειες των πολιτικών αρχηγών, κυρίως του Raffi Havannisian αλλά και των δυτικών ευρωπαϊκών ΜΚΟ, οι φιλοευρωπαίοι διαδηλωτές δεν ταυτίζονται με τη προσπάθεια του και επικεντρώνονται σε πορείες ενάντια σε «στόχους του Ρωσικού ιμπεριαλισμού» όπως τον ονομάζουν, κυρίως σε διαδηλώσεις έξω από το κοινοβούλιο (που η κυβέρνηση θεωρείται φιλορωσική) αλλά και στο κτήριο της Gazprom στο Γεριβάν . Από τον Οκτώβριο μέχρι το Δεκέμβριο, χιλιάδες διαδηλωτές με αρμένικες σημαίες διαδηλώνουν ενάντια στην είσοδο της χώρας στην ένωση της Ρωσίας, τα επιχειρήματα τους κινούνται στα πλαίσια του αντί-αποικιακού λόγου και του «εξορθολογισμού του κράτους». Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε αυτές τις πορείες εμφανίζονται και πρωτοβουλίες για τα δικαιώματα της γυναίκας και των ομοφυλοφίλων ως ιδέες «άμεσα συνδεδεμένες με την ΕΕ». Παρόλα αυτά οι συμφωνίες υπογράφονται και η Αρμενία ανακοινώνει επίσημα την ιδιωτικοποίηση του δικτύου ενέργειας της και τη πώληση του στη ρωσική Gazprom. Εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα στροφή αλλά και ειρωνεία των κοινωνικών αντιθέσεων. Το διαταξικό πλήθος που νιώθει αποκλεισμένο και πιστεύει ότι ο εξορθολογισμός της «εθνικής οικονομίας» στα πρότυπα της ΕΕ θα του εξασφαλίσει μια καλύτερη αναπαραγωγή, αντιστέκεται στην ιδιωτικοποίηση ενός εθνικού δικτύου. Αυτό μπορεί να ερμηνευτεί από το ίδιο το γεγονός της «πολιτικοποίησης/κρατικοποίησης» αυτών των κινημάτων. Τα κινήματα αυτά, αντιλαμβανόμενα το κεφάλαιο (και το κράτος) ως πραγμοποιημένα μεγέθη, ως απλά πράγματα και εργαλεία, θεωρούν ότι μια απλή αλλαγή χειρισμού και διακυβέρνησης του κεφαλαίου και του κράτους, μπορούν να «μεταλλάξουν» ποιοτικά τις επιπτώσεις μια ιδιωτικοποίησης ή του κρατικού μηχανισμού. Έτσι η ιδιωτικοποίηση δεν είναι κακή εν γένει αλλά εξαρτάται από τον ιδιώτη κτλ. Το ίδιο ισχύει και για το κράτος, την κυβέρνηση κτλ. Αυτό το είδος εργαλειακής αντίληψης του κράτους είναι αναπόσπαστο κομμάτι όλων των πλατειών και του «αντί-αποικιακού» λόγου.

Ταυτόχρονα την ίδια περίοδο το καλοκαίρι του 2013, έτρεχε στο Γεριβάν ένας εντελώς ξεχωριστός αγώνας. Εξαγριωμένοι διαδηλωτές με την άνοδο στις τιμές των εισιτηρίων των δημόσιων μέσων συγκοινωνίας της πόλης κατά 100%. Η αύξηση αυτή θα επηρέαζε το 70% της πόλης που χρησιμοποιεί ΜΜΜ. Τότε στις αρχές Ιουλίου του 2013 ξέσπασε το κίνημα «δεν πληρώνουμε 150 δράμια». Επί ένα μήνα γίνονταν πορείες στο κέντρο με χιλιάδες κόσμου, με αποκλεισμούς λεωφορείων και συγκρούσεις με την αστυνομία. Το κίνημα αν και αρχικά αποτελούταν από νέους της «επισφάλειας» και ανέργους αλλά και νεαρούς εργαζομένους, τελικά πλαισιώνεται από κόσμο μεγαλύτερης ηλικίας, ακόμα και από «celebrities», και πέρα από της συγκρούσεις γίνονται συλλογικές είσοδοι σε λεωφορεία με κόσμο να πληρώνει το παλιό κόμιστρο και καθώς και αποκλεισμοί δρόμων και λεωφορείων με καθιστικές διαμαρτυρίες. Τελικά στις 26 Ιουλίου ο νόμος για την αύξηση καταργείται και οι διαδηλωτές γιορτάζουν την νίκη τους με πορεία στο κέντρο της πόλης μέχρι τα μεσάνυχτα, σαν τεράστιο υπαίθριο πάρτι. Οι δράσεις οργανώνονταν μέσω facebook σύμφωνα με τους ίδιους τους διαδηλωτές. Παρόλα αυτά οι αγωνιζόμενοι σε αυτό τον αγώνα ήξεραν ότι το ζήτημα ίσως κάποια στιγμή να επέστρεφε, στα πλαίσια της επικείμενης αναδιάρθρωσης/επιλογής περιφέρειας, καθώς όπως δήλωνε και  επικεφαλής των συγκοινωνιών της πόλης, η «άνοδος έχει να κάνει με τη γενικότερη πορεία της οικονομίας και των υπηρεσιών».

2014

Το 2014 είναι μια σχετικά ήρεμη χρονιά μέχρι τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του έτους. Τότε η κυβέρνηση της Αρμενίας υπογράφει στο Μινσκ τη συμφωνία επίσημης εισόδου στην Ευρασιατική ένωση. Στο Γεριβάν χιλιάδες φιλοευρωπαίοι διαδηλωτές και υποστηρικτές της αντιπολίτευσης βγαίνουν στο δρόμο, φωνάζοντας «έρχονται οι Ρώσοι». Οι πορείες ανάλογα με το από ποιο κόμμα της αντιπολίτευσης υποστηρίζονταν ειχαν ελαφρώς παραλλαγμένα αιτήματα.Όλες όμως κατηγορούσαν τον πρόεδρο και τον πρωθυπουργό της χώρας πάνω σε μια σειρά αξόνων αιτημάτων που είχαν ιδιαίτερα αντιφατικό χαρακτήρα. Από τη μία τον καλούσαν να μην ιδιωτικοποιήσει (πώληση σε ρωσικές εταιρίες) τις μεγάλες υποδομές της χώρας, τον καλούσαν να μην ξανατεθεί το ζήτημα αύξησης των ΜΜΜ, από την άλλη τον καλούσαν να πάρει μέτρα ενάντια στα μονοπώλια, δηλαδή τον καλούσαν να προχωρήσει σε διάφορες ιδιωτικοποιήσεις, πολλαπλού χαρακτήρα. Αυτά τα τρία αιτήματα δείχνουν ότι το αντιπολιτευόμενο φιλοευρωπαϊκό κίνημα, και τα κόμματα της αντιπολίτευσης που προσπαθούσαν να επωφεληθούν τα μέγιστα από αυτό ήταν ένα αρκετά ετερόκλητο συνονθύλευμα το οποίο γύρω από τον αφηρημένο άξονα του φιλοευρωπαϊσμού και του «αντι-ρωσισμού» ανέπτυσσε ένα πλήθος λόγων και πρακτικών, που εξέφραζαν αρκετά διαφορετικές ανάγκες, οι οποίες όμως τώρα είχαν βρεθεί σε μια «κοινή αντιπολιτευόμενη πλευρά» και θεωρούσαν ότι ένας εξορθολογισμός του κεφαλαίου θα τους σώσει. Οι πορείες ακριβώς για αυτό το λόγο, λόγω των έντονα αφηρημένων σχέσεων στο εσωτερικό τους, χάνουν γρήγορα την ενότητα και την όποια ένταση είχαν, τα αντιπολιτευόμενα κόμματα δεν κατορθώνουν να ανεβάσουν τα εκλογικά τους ποσοστά. Οι πορείες σταματούν πρακτικά τα Χριστούγεννα.

2015- Η ατέρμονη γοητεία των αρμένικων αραβουργημάτων και η διάλυση των προηγούμενων ομαδοποιήσεων.

Οι πορείες αυτής της χρονιάς ήταν μακράν οι πιο δυναμικές. Το οριακό σημείο της κρίσης τελικά εκφράστηκε όχι άμεσα στην επιλογή περιφέρειας αλλά στην άνοδο των τιμών του ρεύματος. Οι πορείες αυτές αποτελούσαν συνέχεια τόσο των προηγούμενων πορειών αλλά και εξέλιξη τους, ενώ σημαντική ήταν η επίδραση που άσκησαν τα ουκρανικά γεγονότα. Μικρές αντικυβερνητικές πορείες συνεχίζονται από τις αρχές του έτους μέχρι και το καλοκαίρι. Τότε η εταιρία ενέργειας της Αρμενίας, που ανήκε κατά 98% σε ρωσική εταιρία ανεβάζει τις τιμές του ρεύματος κατά 16%. Οι αλλαγές στα τιμολόγια θα ίσχυαν από την 1 Αυγούστου. Οι πορείες ξεκινούν σχεδόν άμεσα. Στις 17 Ιουνίου μια ομάδα φιλοδυτικών κεντροαριστερών φοιτητών συγκεντρώνονται έξω από τα γραφεία της εταιρίας απαιτώντας πάγωμα των τιμών. Επιτίθενται στην αστυνομία και στο κτήριο με αυγά και ντομάτες. Η αστυνομία τους διαλύει βίαια και συλλαμβάνει 6 από αυτούς. Στις 19 σε 3 πόλεις της Αρμενίας και στην πρωτεύουσα χιλιάδες διαδηλωτές κατακλύζουν τους δρόμους, συγκρούονται με την αστυνομία και απαιτούν ή τη κατάργηση του νόμου ή της παραίτηση της κυβέρνησης. Την επόμενη 7000 άτομα βγαίνουν στους δρόμους του Γεριβάν, και αρχίζουν να ζητούν την επανεθνικοποίηση του δικτύου ενέργειας της Αρμενίας. Από τις  20 μέχρι τις 24 κάθε μέρα γίνονται συγκρούσεις στο δρόμο, με κανόνια νερού από την πλευρά της αστυνομίας, τραυματίες και από τις δύο πλευρές. Το βράδυ της 24ης 20.000 άτομα στο κέντρο του Γεριβάν χτίζουν οδοφράγματα, και αρχίζουν να κινούνται ως πορεία προς την οικία του προέδρου της χώρας. Ταυτόχρονα μέσω των social media οργανώνουν διάφορες δράσεις, όπως από τις 21.00 μέχρι τις 22.00 κάθε βράδυ να ανοίγουν όλες τις ηλεκτρικές συσκευές στα σπίτια τους προσπαθώντας να ρίξουν το δίκτυο της εταιρίας όπως ισχυρίζονταν οι ίδιοι. Από τις 25 κυκλοφορούν φήμες ότι η κυβέρνηση ετοιμάζεται να πάρει πίσω το νομοσχέδιο. Οι πορείες γίνονται πιο μαζικές σε πέντε πόλεις της χώρας. Στις 27 ο πρόεδρος της χώρας ανακοινώνει μικρότερες αυξήσεις και ειδικά τιμολόγια για τις ασθενείς οικογένειες. Οι πορείες εξοργίζονται, οχυρώνονται στις 1 Ιουλίου στο κέντρο του Γεριβάν και καταθέτουν αιτήματα με διορία μέχρι τις 21.00 στις 6 Ιουλίου η κυβέρνηση να ικανοποιήσει τουλάχιστον ένα τα αιτήματα τους, αλλιώς θα περικύκλωναν την προεδρική οικία με κάδους σκουπιδιών. Η δράση αυτή ονομάστηκε «το βήμα προς τα εμπρός» και άρχισε να γίνεται viral στα αρμένικα social media. Τα αιτήματα ήταν «πλήρης κατάργηση των αυξήσεων, άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων της 23ης Ιουνίου, και το κόστος της ενέργεια να μείνει ίδιο με σταδιακή μείωση στο μέλλον ανάλογα με «τη πορεία της οικονομίας». Στις 5 η αστυνομία ανακοίνωσε ότι απελευθερώνει τους διαδηλωτές της 23ης Ιουνίου. Οι διαδηλωτές δεν εγκαταλείπουν την πλατεία. Στις 6 Ιουνίου το βράδυ η αστυνομία επιτίθεται στα οδοφράγματα, συλλαμβάνει 47 άτομα και τραυματίζει δεκάδες. Οι πορείες έμειναν γνωστές  ως «Ηλεκτροερεβάν».

Σύμφωνα με τις συνεντεύξεις διάφορων ακτιβιστριών και ακτιβιστών που είδαν το φως της δημοσιότητας, τα γεγονότα ξεκίνησαν με μια συνέλευση που καλέστηκε στο κέντρο του Γεριβάν στις 27 Μαϊου. Η εκδήλωση καλέστηκε μέσω facebook και άλλων μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η συνέλευση καλέστηκε από οργανώσεις της αντιπολίτευσης αλλά γρήγορα πλαισιώθηκε από αρκετό κόσμο ο οποίος δεν είχε σχέση με τις αρχικές οργανώσεις. Αυτό φάνηκε όταν τον Ιούνιο στις 20, η προεδρία της χώρας κάλεσε σε διαπραγματεύσεις τους διαδηλωτές (τον ρόλο του διαμεσολαβητή θα έπαιζε η φιλοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση), ουσιαστικά οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν καθώς η αντιπολίτευση δεν εξέφραζε τίποτα το ουσιαστικό από τους συγκεντρωμένους. Είναι εντυπωσιακό ότι στις πορείες για την ενέργεια ακριβώς επειδή η ανάγκη που τις πυροδότησε ήταν πολύ συγκεκριμένη και άμεση, ο διαχωρισμός μεταξύ φιλορώσων-αντιρώσων/φιλοευρωπαίων διαδηλωτών άρχισε να ρευστοποιείται αρκετά, αποτέλεσμα του ήδη ρευστού χαρακτήρα της ταυτότητας των διαδηλωτών τα προηγούμενα χρόνια. Όπως οι ίδιοι μαρτυρούν υπάρχουν μεταξύ τους  ψηφοφόροι της κυβέρνησης, φιλορώσοι, άτομα με φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό που συμμετείχαν στις πορείες των προηγούμενων ετών ή άτομα που συμμετείχαν στις πορείες για το κόμιστρο στα λεωφορεία. Η κοινή πλατφόρμα αιτημάτων εδώ είναι το άμεσο αίτημα μείωσης των τιμών της ενέργειας. Τα αντι-ιμπεριαλιστικά συνθήματα, κυρίως εναντίων της Ρωσίας, ενώ σαφώς ακούγονται (κυρίως με την αιτιολογία ότι η εταιρία είναι ρωσική) δεν αποτελούν κεντρικά συνθήματα από όλους τους διαδηλωτές, ο περισσότερος κόσμος τα αγνοεί καθώς είναι εμφανές ότι δεν υπάρχει σχέση της ανόδου των τιμών με το καθεστώς ιδιοκτησίας. Αντιθέτως η όλη ρητορική στράφηκε στο ζήτημα της αντι-διαφθοράς. Για την άνοδο των τιμών κατηγορούνται από τους διαδηλωτές οι ίδιοι οι ιθύνοντες της εταιρίας ενέργειας για «κακοδιαχείριση» και για πλουσιοπάροχο βίο, κατασπατάληση χρήματος κτλ. Έτσι η συνθηματολογία και απέφυγε έναν ξεκάθαρα αντι-ιμπεριαλιστικό, αντι-αποικιακό/πατριωτικό χαρακτήρα και κυρίως εξέφραζε με διαμεσολαβημένο τρόπο μια κριτική στην εμφανή συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, στην ανισότητα του κοινωνικού πλούτου σε περίοδο κρίσης. Από την άλλη, η πολιτική ταυτότητα που και εδώ διαμεσολάβησε τα πάντα, δεν έδωσε τη δυνατότητα πιο άμεσης κριτικής των καπιταλιστικών σχέσεων μεταξύ των καπιταλιστικών κοινωνικών κατηγοριών (πχ το ηλεκτρικό ρεύμα ως εμπόρευμα ή δυναμικές κινητοποιήσεις με απαλλοτριώσεις κτλ) αλλά ήταν -με αρκετά επιθετικούς όρους- αίτημα προς τη κυβέρνηση και κυρίως ως προς το δικαστικό σύστημα να αναλάβει δράση εναντίον της διαφθοράς. Αυτό έχει να κάνει προφανώς και με την ιδιαιτερότητα του εμπορεύματος «ενέργεια» που είναι μέσω της ίδιας της αξίας χρήσης του πιο στενά συνδεδεμένο με το κράτος .

Ο χαρακτήρας των πορειών όμως ενώ γίνεται χωρίς εμφανή κομματικό χαρακτήρα, με ένα άμεσο αίτημα αναπαραγωγής, αυτό γίνεται αντιληπτό ως «δικαίωμα» και γιαυτό όλα αυτά τα διακριτά υποκείμενα ενοποιούνται υπό τη ταυτότητα της «κινητοποίησης πολιτών για το δικαίωμα στη ζωή» .Όπως σημειώνει ο Σαμβελ Μαρντινοσιαν «οι πορείες έχουν πολύ διαφορετικό κόσμο και στο βαθμό που εξακολουθούν να μην έχουν κεντρικά πολιτικό χαρακτήρα έρχονται περισσότεροι». Ακριβώς όμως λόγω ότι η άνοδος της ενέργειας επηρεάζει συνολικά μια κοινωνία βουτηγμένη στην επισφάλεια  με μισθούς 250ε και μεγάλο αριθμό μη-αποδοτικών κεφαλαίων, μικροκεφαλαιούχων κτλ, και ακριβώς επειδή η αναπαραγωγή γίνεται αντιληπτή ως «το δικαίωμα του πολίτη στη ζωή» ως πολιτικό αίτημα στο κράτος, το κεντρικό σύμβολο αυτού του inter-class πλήθους παραμένει η αρμένικη σημαία και καμιά άλλη. Καμιά άλλη ταυτότητα δεν βγήκε μπροστά. Το Ελεκτροερεβάν πάρα τη δυναμικότητα του, ηττήθηκε λόγω της κεντρικής του αντίφασης -εδώ δεν μιλάμε αξιολογικά, ήταν μια αναπόφευκτη αντίφαση- από τη μία όντας δυναμικό δεν αποδεχόταν κανένα συμβιβασμό με την κυβέρνηση, από την άλλη όμως εξέφραζε τελικά (λόγω και της ιδιαιτερότητας του ζητήματος που ήταν η ηλεκτρική ενέργεια) ένα αίτημα προς το κράτος. Οι επιθετικοί διαδηλωτές των τελευταίων ημερών είχαν μια διστακτική και αμήχανη υποστήριξη από τον υπόλοιπο κόσμο των πορειών που δεν κατανοούσε «που πάει όλο αυτό».

Οι πολιτικές δυνάμεις και η σύνδεση με άλλα κινήματα της κρίσης

Τέλος ενδιαφέρον έχει η πολιτική χαρτογράφηση του Ελεκτροερεβάν. Πέρα από την αντιπολίτευση η οποία αποπειράθηκε να διαμεσολαβήσει τις πορείες και κομμάτι των εθνικιστών το οποίο και αυτό συμμετείχε στις πορείες προσπαθώντας και αυτό να τις διαμεσολαβήσει και να κεφαλαιοποιήσει κομμάτι τους τελικά κανείς δεν το κατάφερε. Το ίδιο ονειρευόταν και ο σχετικά ενεργός αντι-εξουσιαστικός χώρος της Αρμενίας που συμμετείχε μαζικά στις κινητοποιήσεις. Όμως το αφηρημένο τείχος εντός όλων των κινητοποιήσεων τέτοιου τύπου, μεταξύ των αστικών υποκειμένων και της «πολιτικής ταυτότητας», το γεγονός ότι ακόμα και μια τόσο άμεση ανάγκη όπως το ηλεκτρικό ρεύμα εκφράστηκε ως πολιτική ταυτότητα, καθώς πλέον και οι μικροκαπιταλιστές και οι εργάτες νιώθουν επισφαλείς, σημαίνει ότι αυτός ο παράγοντας (το ηλεκτρικό ρεύμα) βιωνόταν με διαφορετικό τρόπο ανάλογα το πλήθος υποκειμενοποιήσεων και βιωμάτων του καθενός, κανένας άμεσος συσχετισμός με την έννοια της τάξης δεν ήταν ορατός. Αντιθέτως το πρόβλημα εμφανιζόταν σαν «πρόβλημα του κρατικού μηχανισμού, σαν πρόβλημα δηλαδή του συνολικού πλαισίου της αστικής κοινωνίας». Η αλήθεια είναι ότι οι πορείες στην Αρμενία για αυτό το λόγο είχαν από τη μία και αυτές (όπως παντού) πατριωτικό χαρακτήρα, από την άλλη όμως η οργανωμένη ακροδεξιά λόγω της πολιτικής αδυναμίας δεν έπαιξε κάποιο ρόλο ιδιαίτερο στα γεγονότα. Αντιθέτως το ρόλο των πατριωτών τον έπαιξαν εδώ οι αναρχικοί, οι οποίοι είχαν όντως μαζικό μπλοκ, ήταν οι πρώτοι που συνελήφθησαν στα γεγονότα στις 22 και 23. Οι ίδιοι κατάφεραν να γίνουν «γνωστοί» μεταξύ των διαδηλωτών αφενός ως «ήρωες» για την αγωνιστικότητα τους αφετέρου επειδή έπαιξαν και οι ίδιοι σε κάποιο βαθμό το χαρτί της ρητορικής που συνδύαζε και τις δύο πλευρές των πορειών: και αντι-ιμπεριαλισμό και αντί-διαφθορά, (τα οποία φυσικά δεν είναι τόσο δύσκολο να συνδυαστούν, είναι κλασσικό επιχείρημα των θεωριών εξάρτησης). Σε αυτό το κείμενο αναρχικών από το Γεριβάν αναφέρεται ότι αιτία για την αύξηση των τιμών είναι «η αποικιακή πολιτική της Ρωσίας και τα διεφθαρμένα στελέχη της Αρμενίας που  έχουν σαν σκοπό μόνο το κέρδος». Παρόλα αυτά ακριβώς επειδή το αίτημα είναι ως προς το κράτος, δεν έχει νόημα να μετέχεις σε μια οργάνωση που διακηρύσσει ότι δεν θέλει να έχει σχέση μαζί του. Έτσι εκτός από συμπάθειες τίποτα παραπάνω δεν κερδήθηκε. Αυτό ήταν και το τέλος της αναρχικής όμορφης άνοιξης στις αρμένικες πλατείες.

Αξίζει επίσης εν συντομία να σημειωθεί ότι η ρωσική τηλεόραση που έχει κυρίαρχη θέση στα αρμένικα ΜΜΕ αρχικά παρομοίαζε τις πορείες με το ουκρανικό Μαϊντάν. Παρόλα αυτά το ουκρανικό Μαϊντάν τόσο λόγω του εντελώς αφηρημένου χαρακτήρα που είχε το ίδιο όσο λόγω του τρόπου που προβλήθηκε από τα ρωσικά ΜΜΕ αλλά κυρίως λόγω των συνεπειών του έχει αρκετά αρνητική φήμη μεταξύ των αρμένιων διαδηλωτών -παρά τις κάποιες ομοιότητες του με τις κινητοποιήσεις στην Αρμενία, όπως το έντονα πατριωτικό συναίσθημα. Γιαυτό και ένα από τα βασικά συνθήματα των αρμενίων, κάτω από τις θάλασσες των αρμένικων σημαιών, ήταν το «εδώ δεν είναι Μαϊντάν». Αυτό αποτελούσε έκφραση τόσο της διαφοροποίησης τους στο είδος του πατριωτισμού (δεν εκφράζονταν εναντίων ενός «εξωτερικού» εχθρού  ή ενός καταστατικού «άλλου») αλλά ως συνολική ενότητα της αστικής κοινωνίας που διεκδικεί το δικαίωμα της να «ζει»,  εδώ υπήρχε ένα συνολικό αίτημα της αστικής κοινωνίας που ήταν συγκεκριμένο.

υποσημειώσεις

[1] Προφανώς το ζήτημα της ενέργειας έχει τεράστια σημασία στη πορεία των επιχειρηματικών κύκλων, και η επιλογή περιφέρειας συσσώρευσης επίσης έχει σημασία για το πως η ενέργεια (κυρίως άμα τη μονοπωλεί σχετικά η μία από τις δύο περιφέρειες) σχετίζεται με το μέσο ποσοστό κέρδους που θα υπάρχει σε σχέση με την παραγωγικότητα, τις πληθωριστικές «προστατευτικές» πολιτικές, τα ωράρια εργασίας που μπορεί να ακολουθηθούν, την ένταση εργασίας κλτ αλλά αυτά στο άμεσο μικροεπίπεδο είναι ορατά σε δεύτερο χρόνο και γιαυτό δεν αποτέλεσαν σημείο αναφοράς στο κίνημα της ενέργειας. Παρόλα αυτά καλό είναι να θυμόμαστε ότι και το δυτικό και το ανατολικό σενάριο, ακολουθώντας διαφορετικές πολιτικές και τρόπους ρύθμισης της συσσώρευσης και της ταξικής πάλης, μέσω διαφορετικών νομισματικών πολιτικών τελικά κάνουν αυτό που πάντα κάνει το κεφάλαιο: αυξάνουν την άντληση σχετικής και απόλυτης υπεραξίας

[2] Η απεύθυνση αιτημάτων καταφατικών στους αστικούς ρόλους μόνο στο κράτος μπορεί να κατευθυνθεί γιατί το κράτος είναι η εξωτερικευμένη μορφή των αστικών ρόλων, είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα της συσσώρευσης. Παρόλα αυτά ως μηχανισμός το κράτος αποτελεί τη βασική μορφή διαμεσολάβησης μεταξύ της διεθνούς διάστασης του ΚΤΠ και της εσωτερικής. Έτσι είναι ο βασικός μηχανισμός μέσω του οποίου τα διεθνή πρότυπα παραγωγικότητας, η διεθνής εμπορευματική αλυσίδα, η κινητικότητα του κεφαλαίου κτλ εμφανίζεται στο εσωτερικό της χώρας και αντίστροφα. Αποτελεί τον πιο άμεσο και ορατό διαμεσολαβητή αυτής της διαδικασίας και γιαυτό αποτελεί το κέντρο βάρους των αιτημάτων των αστικών υποκειμένων για μια ειδική επιλογή μεταξύ της μιας ή της άλλης περιφέρειας, επιλογής δηλαδή συμμετοχής σε μια συγκεκριμένη εκδοχή του «διεθνούς» με συγκεκριμένα πρότυπα παραγωγικότητας, μέσο ποσοστό κέρδους, επιτόκια, διεθνείς τιμές κτλ. Παρόλα αυτά καθώς ο διεθνής καπιταλισμός πλέον χαρακτηρίζεται από μεγάλη κινητικότητα, υπερπληθυσμό, επισφάλεια, ψηφιοποίηση κτλ, η αστική κοινωνία δε πολώνεται ταξικά, αλλά από τη μία απευθύνεται στο κράτος για να διαχειριστεί τη σχέση εσωτερικό/εξωτερικό, τις ισοτιμίες, τις εξαγωγές/εισαγωγές κτλ  από την άλλη το κράτος έχει περιορισμένες δυνατότητες καθώς πάντα έχει ένα «ξένο υλικό διαχειριστεί», δραστηριοποιείται σε  «συνθήκες που δεν επιλέγει» το ίδιο καθώς το κεφάλαιο είναι εξ ορισμού μια διεθνής ανταγωνιστική σχέση και πρέπει να ισορροπήσει είτε με νεοφιλελεύθερες είτε με «προστατευτικές μεθόδους» σε συγκεκριμένα πρότυπα παραγωγικότητας/ανταγωνισμού κτλ που τα θέτει η ίδια η αλληλοδιαπλοκή των διεθνών κεφαλαίων. Εδώ τα αστικά υποκείμενα βιώνουν ένα «έλλειμμα δημοκρατίας» και το κράτος βρίσκεται σε μια αντιφατική και μετέωρη πολιτική μορφή. Η διαμεσολάβηση του διεθνούς με το εσωτερικό από τη κρατική μορφή επηρεάζει κομβικά τη συσσώρευση είτε στο επίπεδο των εμπορικών και καπιταλιστικών συμφωνιών γενικά περί αμοιβαίας αξιοποίησης των κεφαλαίων (όπως στη περίπτωση των συσσωματώσεων περιφερειών όπως η ΕΕ και η Ευρασιατική ένωση) είτε σε επίπεδο συσσώρευσης συναλλαγματικών και πλουτοπαραγωγικών πηγών, ενέργειας κτλ. Η Αρμενία συνδυάζει όλους τους παραπάνω παράγοντες  .

k10-09-01-77

.

Φωτογραφίες.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Σε σχέση με προηγούμενο ποστ σχετικά με το νέο βιβλίο του Ζυλ Ντωβέ, επισυνάπτουμε παρακάτω μεταφρασμένο το εν λόγω κεφάλαιο από το αναμενόμενο καινούργιο του βιβλίο. Με την ευκαιρία αυτή να εκφράσουμε τις special ευχαριστίες μας στον σύντροφο Χαχ για την αφανή και αντιηρωϊκή μεταφραστική δουλειά του, την οποία μας παραχώρησε προς δημοσίευση (και δεν είναι η πρώτη φορά). Καλή ανάγνωση!

 

Circolo di ConversazioneΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΕ PDF

ΓΙΑ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Το Σάββατο 31.8.15 έγινε στο Δουβλίνο μια ακόμα μεγάλη διαδήλωση ενάντια στην αύξηση της τιμής του νερού. Εδώ μια σχετική ανταπόκριση, όπου επίσης μπορεί να βρεθεί ένα βίντεο μεγάλης διάρκειας για τη συγκεκριμένη διαδήλωση. Παράλληλα, επισυνάπτεται ένα pdf στα αγγλικά ,που αναφέρεται διεξοδικά στον εν λόγω κίνημα, με τίτλο:

The Irish water war, austerity and the “Risen people”

An analysis of participant opinions, social and political impacts and transformation potential

of the Irish anti-water charges movement

ministry of thirst

 

Η κρίση γενικεύεται, αλλά δεν αρκεί

Αναδημοσιεύουμε εδώ ένα παλιότερο κείμενο του Woland, αναρτημένο εδώ στο ίδιο blog πριν από περίπου δυο χρόνια, λόγω της επικαιρότητας των παρατηρήσεών του.

897998_8a27_625x1000

Στα κράτη της “αραβικής άνοιξης” η κρίση παίρνει ολοένα και περισσότερο τη μορφή της κρίσης του ίδιου του Kράτους. Πέρα από την αποσάθρωση της Αιγύπτου, η κατάσταση γίνεται ολοένα και χειρότερη στην Τυνησία, και ποτέ δε βελτιώθηκε από το χάος που προέκυψε μετά το 2011 στη Λιβύη.  Στο κράτος αυτό δεν σταθεροποιήθηκε σε καμία στιγμή μια νομιμοποιημένη κρατική εξουσία. Αυτή η γενικευμένη αποσταθεροποίηση είναι δεδομένη στις τέσσερις δεκαετίες του κύκλου του νεοφιλελεύθερου-χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού για την υποσαχάρια αφρική, και η Νότια Αφρική εντάσσεται τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο στην “εποχή των ταραχών” με συγκρούσεις κυρίως των βιομηχανικών εργατών στα ορυχεία και των φτωχών που διαμαρτύρονται για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης τους.

Η κρίση του Κράτους όμως δεν περιορίζεται μόνο στις χώρες του Μαγκρέμπ ή/και της Αφρικής γενικότερα. Στη λατινική αμερική, η κατάσταση επιδεινώνεται συνεχώς. Στη Βραζιλία τις τελευταίες μέρες έγιναν και πάλι βίαιες διαδηλώσεις σε αρκετές πόλεις. Η εισβολή σε τράπεζα, η καταστροφή εισόδου τηλεοπτικού σταθμού αποτελούν ενδείξεις του σημείου που βρίσκεται ακόμη η κοινωνική ένταση. Στη Χιλή εδώ και πολλούς μήνες συνεχίζονται οι συγκρούσεις για την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, στην Κολομβία οι συγκρούσεις των αγροτών, αρχικά, με την αστυνομία τείνουν να πάρουν τη μορφή εξέγερσης με τη συμμετοχή φοιτητών και άλλω προλετάριων σε αυτές, και εχθές, επίσης, έγιναν μεγάλες διαδηλώσεις στο Μεξικό ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της κρατικής εταιρείας πετρελαίου, η οποία για να συμβεί απαιτεί αναθέωρηση του συντάγματος του κράτους αυτού.

Στην νότια Ευρώπη η κρίση του Κράτους (αναδιάρθρωση με μοχλό τη συνεχή κρίση δημόσιου χρέους) εμφανίζεται ως κατάρρευση του πολιτικού σκηνικού και αδυναμία δημιουργίας ενός άλλου (κάτι που επηρεάζει έμμεσα και τις ανατολικές χώρες στις οποίες η πολιτική σύγκλιση με το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό ήταν ταχύτατη, τα αποτελέσματα είναι εμφανή σε Βουλγαρία, Σλοβενία αλλά και Ρωσία). Στη Σουδία μετά την Αγγλία, οι ταραχές των αποκλεισμένων όρισαν την κρίση του Κράτους ως κρίση ενσωμάτωσης/αποκλεισμού του προλεταριάτου στην διαδικασία παραγωγής αξίας. Στις ΗΠΑ και στη Βρετανία η αδυναμία του κράτους να δημιουργήσει συναίνεση γύρω από έναν ακόμη ιμπεριαλιστικό πόλεμο (έναν πόλεμο που εξάγει το κοινωνικό ζήτημα του κράτους που επιτίθεται) είναι επίσης μια μορφή εμφάνισης της κρίσης του Κράτους. Η αδυναμία συναίνεσης γύρω από αυτόν τον πόλεμο είναι σημαντική καθώς η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης αποτελεί μεταξύ άλλων και παραγόμενη διευθέτηση της κρίσης της ζωνοποίησης του κεφαλαίου. Η νέα περιφερειοποίηση που είναι αναγκαία πτυχή της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης (και επίλυση της κρίσης του Κράτους που κυοφορεί) δεν μπορεί να συμβεί χωρίς την εμπλοκή της ταξικής πάλης στα κράτη που προσπαθούν να την επιβάλλουν όπως φαίνεται (μια εξέλιξη που σχετίζεται με το γεγονός ότι η ζωνοποίηση αναπαράγεται και στο εσωτερικό των “ανεπτυγμένων” κρατών).

Στα κράτη της ανατολικής και νοτιοανατολικής ασίας στα οποία βασίζεται σε σημαντικό βαθμό η παγκόσμια συνδιασμένη συσσώρευση κεφαλαίου (και είναι πιθανό να βασιστεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον μετά από τη διαφαινόμενη κατάρρευση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας των BRIS και της Τουρκίας) η κρίση παίρνει επίσης τη μορφή της κρίσης του Κράτους, παρά τις επιμέρους διαφορές. Στο Μπαγκλαντές η σύγκρουση έχει και στοιχεία εργατικού κινήματος και στοιχεία που προσομοιάζουν στα κινήματα του Μαγκρέμπ και της Τουρκίας, στην Κίνα το εργατικό στοιχείο είναι εντονότερο και συνδιάζεται με σκληρές συγκρούσεις γύρω από την απαλλοτρίωση γης, οι οποίες μορφοποιούν την πολιτική κρίση στο κράτος αυτό.

Η κρίση του Κράτους είναι ο τρόπος που παράγεται η καπιταλιστική κρίση στο επίπεδο της αναπαραγωγής των τάξεων, είναι μια σημαντική μορφοποίηση της εποχής των ταραχών και της άνισης δυναμικής της. Στο Κράτος, στη δυσκολία του να αναδιαρθρωθεί,  να ενσωματώσει την ταξική πάλη στις δομές του, να επανορίσει τους όρους της κοινωνικής ειρήνης, να τιθασεύσει το υπεράριθμο προλεταριάτο, να κατανείμει την εργασιακή δύναμη ικανοποιητικά με βάση το φύλο, την ηλικία ή/και τη φυλή της και να διασφαλίσει την διαφοροποιημένη υποτίμηση της εργασιακής δύναμης συνολικά, να συνεχίσει την πορεία του μέσα σε ευρύτερα περιφερειακά υπερ-κρατικά σχήματα και πιθανόν να απο-εθνικοποιηθεί μέσα σε αυτά, σε όλα αυτά τα στοιχεία είναι που συναντιούνται προς το παρόν όλες οι ετερόκλητες αντιφάσεις, σε όλα αυτά τα στοιχεία και στη συνάρθρωση τους μορφοποιείται ο τρόπος σύνδεσης της εκμετάλλευσης με όλες τις αντιφάσεις της αναπαραγωγής των τάξεων (φύλο-οικογένεια, θρησκεία, φυλή, νεολαία-εκπαίδευση, ένταξη/αποκλεισμός) και τους παραγόμενους συνδυασμούς των αντιφάσεων αυτών.

Το τέλος του εργατικού κινήματος, δηλαδή το τέλος του ορίζοντα μιας κοινωνίας στην οποία όλοι θα είναι εργάτες, είναι επίσης στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Οι προλετάριοι και οι προλετάριες δεν έχουν ως ορίζοντα της δραστηριότητας τους την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα “τους”, άρα δεν έχουν ως σαφή ορίζοντα τους τη διαχείριση ενός “άλλου τύπου” Κράτους. Αυτή η απουσία είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί θέτει το πρόβλημα της επανάστασης με αρνητικούς όρους.  Όταν δεν υπάρχει ο ορίζοντας μιας κοινωνίας στην οποία όλοι θα είναι εργάτες, υπονομεύεται ταυτόχρονα και η επίλυση των αντιθέσεων τις οποίες “τακτοποιούσε” η ηγεμονία του κοινωνικού ρόλου του εργάτη. Οι πρώην δευτερεύουσες αντιθέσεις παράγονται στον κύκλο αυτό ως άλυτες αντιφάσεις, όλα είναι σε καθεστώς αμφισβήτησης όχι όμως ως προς την ιεραρχία τους, όπως συνέβαινε μέχρι τον προηγούμενο κύκλο, αλλά ως προς την ύπαρξη τους. Δεν τίθεται θέμα “ισότητας” πλέον, τίθεται θέμα κατάργησης των ρόλων και των ταυτοτήτων, δηλαδή, θέμα κατάργησης του προλεταριάτου. Αυτή η απουσία του ορίζοντα της κοινωνίας των εργατών και της κατάληψης της κρατικής εξουσίας, όμως, ενώ ορίζει το πρόβλημα (την κατάργηση όλων των κοινωνικών ρόλων) αρνητικά, και παράγει την ανάδυση των πρών δευτερουσών αντιφάσεων στην επιφάνεια της συγκυρίας, αδυνατεί να θέσει το ζήτημα της κατάργησης των κοινωνικών ρόλων με θετικό τρόπο. Ενώ απουσιάζει η κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τον ορίζοντα και τη δυναμική της συγκυρίας, δεν ηγεμονεύει η κατάργηση του ίδιου του Κράτους ως ορίζοντας, ένα στοιχείο αναγκαίο για την κατάργηση όλων των διαμεσολαβήσεων που συγκροτούν την ταξική κοινωνία.

Το αποτέλεσμα αυτής της αντιφατικής κατάστασης είναι η μεταβατική περίοδος, η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης που συντελείται από την αρχή του κύκλου του νεοφιλελεύθερου-χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού (από τη σκοπιά του κεφαλαίου), η μορφοποίηση της φάσης αυτής ως “εποχή των ταραχών” (από τη σκοπιά του προλεταριάτου). Ο ορίζοντας της κατάργησης του Κράτους, ως αναγκαίου κομμουνιστικού μέτρου, δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε επίπεδο πολιτικού προγράμματος και να διαδοθεί από μια “πεφωτισμένη ηγεσία” στις προλεταριακές μάζες (οι αναρχικές πολιτικές οργανώσεις που ευαγγελίζονται την κατάργηση του Κράτους ως πρόγραμμα επιβεβαιώνουν με αυτόν τον τρόπο την καθήλωση τους στον προηγούμενο κύκλο αγώνων). Κάθε πολιτικό πρόγραμμα, ακόμη και το πιο ριζοσπαστικό προυποθετει την ύπαρξη θεσμών διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων (ακόμη και “αμεσοδημοκρατικής” ή συμβουλιακής!) για την υλοποίηση του. Συνεπώς το Κράτος, μέσα σ’αυτό το θεωρητικό σύμπαν, για να καταργηθεί πρέπει πρώτα να κατακτηθεί, να υπάρξει μια μεταβατική περίοδος κατάργησης του (μια προοπτική που εξαντλείται στη συνεχή επίκληση της ανάστασης του νεκρού εργατικού κινήματος και της εργατικής δημοκρατίας που του αντιστοιχεί, εκεί είναι που συναντιούνται οι πολιτικές οργανώσεις όλου του “επαναστατικού” φάσματος).

Ο ορίζοντας της κατάργησης του Κράτους μπορεί να παραχθεί μόνο μέσα στη συνεχή ανανέωση των συνθηκών ύπαρξης των αγώνων που συναποτελούν την εποχή των ταραχών. Η ίδια η αναπαραγωγή του αγώνα, η ταύτιση της δραστηριότητας του αγώνα με το στόχο του, μόνο αυτή η δυναμική που έρχεται συνεχώς σε ρήξη με τον εαυτό της, που αμφισβητεί συνεχώς την καθήλωση στις όποιες “επιτυχίες” της, μπορεί στην ιστορική περίοδο που διανύουμε να είναι η παραγωγή της επανάστασης.

Global working class

Αναδημοσίευση ενός άρθρου από το τελευταίο τεύχος του γερμανικού περιοδικού Wildcat no.98 σχετικά με την εξέλιξη της ταξικής πάλης τα τελευταία χρόνια, το πρωτότυπο εδώ.


Global working class – Wildcat Germany

Indonesian workers' demonstration during national strike for higher wages, 2013.

 

Uprising or Class Struggle?

The concept of class has become popular again. After the most recent global economic crisis, even bourgeois newspapers started posing the question: “Wasn’t Marx right after all?” For the last two years Thomas Piketty’s ‘Capital in the Twenty-First Century’ has been on the bestseller list – a book which describes in a detailed way how historically, the capitalist process of accumulation resulted in a concentration of wealth into the hands of a tiny minority of capital owners. In western democracies too, significant inequalities have led to an increase in fear of social uprisings. This spectre has haunted the world in recent years – from riots in Athens, London, Baltimore, to the revolts in North Africa, which at times got rid of whole state governments. As usual during these times of unrest, while one faction of the rulers call for repression and weapons, the other raises the ‘social question’, which is supposed to be solved by reforms or redistribution policies.

Global crisis has de-legitimated capitalism; the politics of the rulers and governments to make the workers and poor pay for the crisis has fuelled anger and desperation. Who would still dispute that we live in a ‘class society’? But what does that mean?

‘Classes’ in the more narrow sense of the word only emerge with capitalism – but the disappropriation from the means of production on which the property-less state of the proletarian is based, has not been a singular historical process. Disappropriation is a daily reoccurrence within the production process itself: workers produce, but the product of their labour does not belong to them. They only get what they need for the reproduction of their labour power, or that according to the living standard that they have claimed through struggle.

In principle, class societies don’t recognise any privileges by birthright, rather the ownership of money determines one’s position in society. In principle capitalism makes it possible to have a career that starts from being a dishwasher to becoming a stock market speculator (or at least a small entrepreneur, which is the hope of many migrants). At the same time, members of the petty bourgeoisie or artisans can descend into the ranks of the proletarians. Climbing up the social ladder is rarely the result of one’s own labour, rather of the ability to become a capitalist and to appropriate other people’s labour. (The mafia, as well, possesses this ability.)

In actual fact, a process of class polarisation takes place, which Marx and Engels had already grasped as an explosive force and precondition for revolution. “The proletarian movement is the self-conscious, independent movement of the immense majority, in the interests of the immense majority.” (Manifesto) Immanuel Wallerstein declared Marx’s thesis of class polarisation to be his most radical one, which – once related to the world system – has been proven to be true. Polarisation means, on one hand, proletarianisation, on the other hand bourgeoisification.

Capital is not simply wealth accumulated in the hands of a few. Capital is the precondition and result of the capitalist process of production, in which living labour creates value, which is appropriated by others. For capitalism is not typically the ‘exploitation’ of a single worker by an artisan master, but the exploitation of a big mass of workers in a factory. It is a mode of production based on the fact that millions of people work together although they don’t know each other. They produce value together, but together they can also refuse this work and question the social division of labour. As labour power, workers are part of capital; as the working class, they are capital’s biggest enemy within.

Generations of ‘scientific management’ researchers have tried to expropriate workers’ knowledge of how to produce in order to become independent from them. They have established parallel production units in order to be able to continue production in case workers go on strike. They have closed down and relocated factories in order to be able to increase exploitation of, and control over, new groups of workers. But they were not able to exorcise the spectre. During the strike-waves of 2010, for the first time it haunted all parts of the globe simultaneously. These struggles are currently in the process of changing this world. Even academia has become aware of it and after a long time has turned the working class into an object of their research again – as numerous publications, new magazines and web-pages demonstrate, through which left-wing social scientists try to create links between workers in different continents. In Germany for the last 25 years, workers were left alone with their struggles – here, as well, social movements and intellectuals have started referring to them again.

Retrospective 1978 – the working class at the height of their power

Up to 1989, we were able to explain to ourselves what was happening in this world, or rather, the class struggles were able to explain it to us. The revolutionary awakening around 1968 led to a new surge of workers’ struggles in most countries, and brought forth a comprehensive critique of the factory system and culture of work backed by the trade unions in the metropolis. At the end of the 1970s the working class was at the height of their power. Wages and incomes were secured by collective bargaining and permanent and relatively secure employment was still the norm. In the industrial nations, the material conditions of workers within the framework of their total social wage were better than ever before in history. And their struggles in the industrial core sectors enforced better conditions for everyone.

As early as during the crisis of 1973/74, their productive power had started to be undermined through the relocation of labour intensive mass production to Southeast Asia and restructuring within the factories. Capital wanted to get rid of workers who had become combative and confident. The coup in Chile in 1973 and the ascent of the ‘Chicago Boys’ indicated the direction the counter-revolution of 1979/80 would take, which was identified with the names of Thatcher and Reagan, and which lead to secular defeats of what was, up until that point, central parts of the working class (defeat at FIAT in 1980; the military coup in Turkey; the 1979-81 counter-revolution in Iran after the workers’ council had been smashed; military rule in Poland at the end of 1981; the 1985 defeat of the miners in England…). Direct attacks in the form of mass redundancies and segmentation of the workforce followed. The working class on a national level [nationale Arbeiterklassen] barricaded themselves behind their workplaces and was able – though with big differences according to each country – to fight off direct deteriorations of conditions for a substantial period of time.

For people at the time, the 1980s in Western Europe were contradictory times: on the one hand massive attacks, on the other hand, radical social movements. But seen from today’s perspective it was a decade of dramatic defeats. Austerity politics lead to a dismantling of welfare entitlements and/or these were more tightly linked to actively seeking work. Images from the US showed long queues of unemployed people in front of recruitment agencies, portraying the new dimension of impoverishment of the US working class – a working class that used to be so powerful. In Germany during the mid 1980s, trade union mobilisation for working-time reductions (to combat unemployment!) in return for the flexibilisation and casualisation of ‘normal permanent work contracts’ marked a watershed. The 1980s are represented by military dictatorships and economic decline in large parts of Latin America, state bankruptcy in Mexico, the debt crisis and IMF dictates to enforce ‘structural adjustment programs’.

Since the mid-1980s, the high economic growth rates of the four young ‘tiger-states’, Hong Kong, Singapore, Taiwan and South Korea, turned old assumptions of dependence theory upside-down. The massive strike movements of 1984 focused everyone’s attention on South Korea. Under the ruling conditions of a western-oriented developmental dictatorship, which had massacred a workers’ uprising only seven years earlier, a working class had emerged that challenged South Korea capital and its’ factory regime with radical forms of struggle. Thanks to high wage increases, within the span of a few years, workers were able to catch up with their counterparts in the west. During the late 1980s in Europe, as well, a new class composition seemed to develop within a series of struggles (the nurses’ movement, nursery strikes, train drivers in Italy and France, truck drivers in France, the wildcat strike at VW…) – but then a crisis and war followed, and a massacre that changed the world…

Crisis and surge in proletarianisation in the 1990s

In June 1989 the army opened fire on Tiananmen Square mainly because masses of workers appeared in support of the students. Not students, but workers’ leaders were given the death penalty or long prison sentences. Unofficial unions were immediately declared illegal and their leaders thrown into jail.

This example did not repeat itself in Berlin or Leipzig. There the regime surrendered. When the wall fell in 1989, Wildcat approached the collapse of real existing socialism optimistically. In 1988/89 class struggles in West Germany had intensified and in the course of the regime-change in the east we witnessed mass debates in local workplaces and on the streets about a social future beyond capitalism and GDR socialism – which today has been long forgotten. The economic devastation of the former GDR initially triggered a broad movement of struggle against factory closures and the deterioration of social services.

Following the massacre of the Gulf War in 1991 and the onset of the economic crisis, which was delayed in Germany due to the post-reunification boom but then kicked in even harder in 1993, we saw a massive collapse of existing conditions in the metal industry in the former West Germany. Trade unions did their bit to rescue Germany as the ‘export-nation’, for example in 1994 the IG Metall (metal union) accepted an intensification of work and massive flexibilisation of working times in the ‘Agreement of Pforzheim’. In addition, welfare benefits were attacked across the board.

Struggles that were hoped for – mainly in the factories that were in the process of being dismantled in the former east of Germany – largely did not materialise. The migration of high-skilled workers from east to west worked as a safety valve for social pressure – and resulted in wages dropping for the first time in the west during the post-war period. Mass unemployment in the east was buffered through various means e.g. companies would send workers on training programs continuously because they wasn’t any work, hours of work were reduced, sometimes to zero-hours. At the same time, when we pointed out that the workmate next to us earned double as much as we did for the same work, we would suddenly start hearing comments on the shop-floor like, “The main thing is that we have a job”. The ‘industrial reserve army’ was back! From then on they were increasingly able to divide workers on the shop floor through the massive use of temp work and short-term contracts.

In West Germany in the 1970s, we had learned that, to a large extent, the function of the unemployed ‘reserve army’ to build pressure on employed workers had been undermined: as long as it was no problem to find a job, you could enjoy paid unemployment as a welcome break. Therefore, we were cautious of using terms like ‘reserve army’ and, above all, argued against a premature capitulation. We then also witnessed a rapid deterioration of conditions for unemployed workers. The Hartz laws (unemployment benefit reforms in 2004/2005) resulted in a much larger drop of income in cases of (longer term) unemployment.

The dissolution of the ‘Eastern Bloc’ was also a rupture in regards to triggering a new boost in proletarianisation of the global population. While in the Eastern European countries, a type of ‘primitive accumulation’ took place with former political officials robbing and amassing huge financial wealth through wild privatisations and the masses of workers losing their entitlements to land, accommodation and pensions, which had previously been mediated through the socialist state. On a global scale all regimes shifted towards ‘neoliberalism’, in addition to increased war scenarios – and for the first time since WWII, also in Europe itself.

Return of the proletarian condition

When the threatening image of ‘globalisation’ was manufactured in Germany during the early/mid-1990s (after ‘lean production’ and ‘Toyotism’ in previous years), Wildcat, on one side, tried to emphasise the trump card workers still possessed (“they need workers’ knowledge”, “they face high costs for transport and transactions”), and on the other side, to analyse the potentials that lay in the socialisation of production. If the whole world has become capitalist, then there are no non-capitalist sectors available anymore that could provide capital with a reserve of fresh labour power, which means that at some point, capital faces a global working class.

“Instead of consolidating the mirage of the over-bearing power of capital and subjugation of workers, we have to ask where the new dependencies of capital on the working class are situated… And does the fact that workers cooperate across continents bear new potentials of fighting capital on a global scale.” [1]

Similarly, we did not regard the formation of the EU immediately and automatically as a deterioration of the possibilities for struggles. These were thoughts, which, at the time, only few wanted to share. Our proposal of militant research on a European scale of various sectors – the automobile industry, hospital work, migration, casualisation – petered out. For most of the left, other questions had higher priority: the end of the ‘socialist bloc’, the new wave of nationalism and racism; migrants; the creation of alternative trade unions…

With his publication of, ‘The return of the proletarian condition’ in 1993, Karl-Heinz Roth called upon the left to engage with the question of ‘work’ again. Countering the propagandists of a postmodern society, he sketched out the “tendency towards ‘one’ new proletariat in ‘one’ capitalist world”. He saw a ” homogenisation of employment relations towards casualisation, contract work and ‘dependent’ self-employment “. His idea though that a left milieu, which was subjected to casualisation itself, should have a specific interest in the militant research of class relations, contained a basic flaw: On one side the dissolution of left-wing (infra-)structures and the tendency towards individualisation had already progressed considerably, and on the other side, left academics were still able to find some financial support from universities or research foundations. The traditional left criticised Roth in a rather harsh and dogmatic manner, because he had allegedly given up on central parts of the working class prematurely; his vision of ‘proletarian circles’ as nuclei for organisation were discarded as sectarian.

His prophecies made at the time are astonishingly accurate once they are related to today’s conditions. This is despite the fact that, at the time, the changes that he mentioned with regard to the “globalisation of production” were just about to become visible and access to the internet and electronic communication was barely available to the common user. Many hopes regarding an expansion of social revolts have since then been disillusioned and many of his preliminary proposals – mainly formulated in response to his critics – to form international associations were not taken up, or rather, are still waiting to be turned into practice. The main reason though why such proposals were not greeted with a broad-based agreement was the fact that the 1990s in Europe was a decade of defeats, internalised in preemptive obedience by the left through postmodern and poststructuralist theories and its search for the right kind of identities. All attempts of generalisation were destroyed from within.

Since its origin, Wildcat’s role has been to spread the word of worldwide class struggles in its local surroundings, but after the dissolution of the Eastern Bloc this did not work anymore. Many readers, as well, resigned, facing the declared victory of capitalism. Wildcat did not want to just continue as normal and to keep the flag raised high. In 1995 the editorial collective put the publication of the magazine on halt for several years and continued the debate in the form of the Wildcat-Zirkular.

Anti-Glob

The emergence of the EZLN in the Lacandon Jungle during the beginning of the NAFTA agreement in 1994 put revolution back on the agenda again and opened the way for completely new discourses and high hopes. Even more so when an ‘anti-globalisation movement‘ came together with the organised labour movement in response to the WTO conference in Seattle in 1999.

Radical struggles seemed to be taking place in the ‘global south’ and in the countryside, in the form of struggles against ‘enclosures’ and ‘valorisation’, rather than in the global factories. In the factories people were put under pressure, their jobs were cut back, they were supposed to work more etc. – and then read newspaper articles which explained to them why things were like they were: globalisation means increased competition and we are only able to stay afloat if we lower our wages. That sounds logical, right? Finally, these are all assumptions that confine you to the role of a victim of all-powerful developments. Therefore we made an effort to criticise the notion of globalisation and its propagandistic application: The debate about ‘globalisation’ tries to, “on an ideological level, sell a 30-year phase of capitalism’s global stagnation as a triumphal series of victories”. [2]

Instead of using the terms ‘globalisation’ or ‘neoliberalism’ we continued writing about capitalism and referred to the tumultuous developments in Asia.

Asia is where it’s at…

The term ‘global working class’ (“Weltarbeiterklasse”) appeared for the first time in Wildcat Zirkular no.25 (April 1996). The article ‘World in a Radical Change’ [3] described the process of proletarianisation from Bangladesh to Indonesia to China, which was accompanied by intense struggles and riots and the emergence of a new workforce migrating from the countryside to the urban world: young women, who prefer factory work to the patriarchal rule in the village. These young workers are declared as being a vanguard of the making of a new working class, which is a reason to give us hope again. The article assumes that an “explosion of needs/desires” is the material basis of ‘neoliberalism’, which dissolved workers’ rigidity in the old industrial nations and which now initiates a global transformation of class relations starting from Asia. The workers in the old industrial centres will soon lose their position of being the only workers able to manufacture cars. The article was a call for inquiry of these changes in Asia, Latin America, and Africa – and for a reconsideration of theoretical “ballast” e.g. in the form of theories about “the new enclosures” or the “end of development”.

What followed was an intense debate in Wildcat Zirkular about the validity of seemingly self-explanatory press releases about workers’ unrest and the significance of the working class in East Asia. Parts of the editorial collective denied the “crisis of capital” und relocated all revolutionary hope towards the “new” working class in Asia:

“What is it that we want to hint at: the global working class recomposes itself in an unprecedented scope and speed. This has two aspects and both improve the potentials for communism.

1. The proletariat has become the quantitative majority of the global population or put another way: the departure of the masses in search of their luck is a step towards the completion [4] of developed capitalism. Only now can what Marx and Engels postulated 150 years ago in the ‘Communist Manifesto’ become true.

2. The ‘old’ working class, which is synonymous with social-democracy, trade unions, communist parties, blue overalls, workers’ pride, company-based interests… loses significance worldwide and dissolves itself in equal measures through escape from the factories, being thrown out of the factories and in defensive struggles. In principle this process is the same here as it is, for example, in China. But in turn there emerges a new working class consisting of young workers, and above all, first generation female workers. And it is wholly unnecessary to explain why a seventeen-year old girl embodies more revolutionary hope than a 35-year old family man.” [5]

A different part of the editorial collective merely saw a repetition of the mass-workers’ history, but no new quality, and insisted on a theoretical grounding of the notion of ‘global working class’:

“The emergence of a ‘global working class’ is based on the question of whether a real socialisation through a global productive cooperation takes place, meaning, the question of to what extent the global production of capital opens the possibility of communism. […] To answer this question we first of all have to understand the inner connection between exploited people around the globe, namely, that they already produce this (inverted/upside-down) world – and that they are therefore able to change it.” [6]

” One of the main problems of revolutionary politics today lies in its inability to criticise theoretically and practically the global production process in such a radical demystifying way.” [7]

Worldwide proletarianisation and supply shock

In January 1998 Karl-Heinz Roth, too, claimed that 150 years after the Communist manifesto, the proletariat has constituted itself for the first time objectively worldwide – and that contrary to Rosa Luxemburg’s presumption, non-capitalist sectors have been completely integrated too. ” For the first time in history the property-less, who have to offer and sell their labour power in order to live, quantitatively constitutes the majority of the world population” . [8]

This assumption raises questions on at least two levels: Do we understand this process as a first step in the constitution of a class without the means of subsistence, followed by a second step in the form of the transition of landless proletarians into waged workers? Or does a universe of different relations of exploitation develop? What does this mean for the development of struggles? [9]

Throughout the 1980s the autonomous left in Germany related more to the subsistence economy (or to what one read into it) and riots by those who had been excluded from the capitalist production process than to ‘wage workers’. In 1983 Wallerstein had already pointed out that the large majority of the world population today works harder and longer and for less income than 400 years ago. This process of increasing dependency on wage income we could call, in Marx’s sense, ‘proletarianisation’. This means: an increase of real purchasing power; it is therefore in the long-term interests of capital, but against the interests of individual capitalists who are interested in low reproduction costs of their workers, meaning, they are interested in a ‘semi-proletarianisation’: a household economy based on income from different sources and the subsistence economy or in-house-work. [10]

In contrast, full proletarianisation (meaning: both wife and husband are free wage-labourers and buy all of their means of subsistence) is desired rather by the proletarians. Full proletarianisation requires a ‘welfare state’, which transfers income to those who don’t work. East Germany was a role-model case for ‘full-proletarianisation’ – which solved its labour shortage problems with migrants from Vietnam and Mozambique. Based on Luxemburg’s thesis that capitalism is not able to reproduce the workforce it exploits, Wallerstein demonstrates that large parts of the global population never achieves full-proletarianisation, but rather that households stay dependent on subsistence production and self-employed activities of all kind.

Forces of Labor

Wildcat pointed out the vulnerability of the new transport chains within the new global landscape, which were otherwise difficult to comprehend due to rapid changes and shifts. We focused our attention on the new locations of production – during the 1990s, automobile factories not only emerged in Asia, but also in Eastern Europe.

Helpful in this regard was the book ‘Forces of Labor’ by Beverly Silver, who, within the framework of world-systems analysis, positioned working class unrest at the centre of her research. She was able to point out that, historically, wherever capital goes, struggles follow: in reaction to the workers’ revolts in the 1970s capital built new car factories in South Africa and Brazil – and thereby triggered a new dynamic of powerful workers’ struggles. During the 1980s the car industry boomed in South Korea – which lead to similar persistent struggles by a new generation of workers.

What was important was that Silver looked at the entire globe and established the fact that ‘fixes’ were only temporary repair jobs of the system and that capital time and again had to confront resistance – because labor unrest is endemic to capitalism. Though her schematic categorisation into ‘Marxian’ struggles and ‘Polanyi-type’ struggles were less helpful.

Silver assumed that the weakening of workers’ ‘bargaining power’ in the countries of the global north would only be temporary. Her empirical data initially only reached up to 1990, but was then extended to 1996 – and up to 1990 her analysis does fit the picture. In Eastern Europe though, wages are still significantly lower than in the West. Automobile workers have ceased to be the best paid workers, at least this is not true for all places around the globe. Silver has a cyclical picture of the world, crisis is always cyclical, always followed by phases of development and boom. From her perspective a big crisis would mean that fundamental transformations, instability and a new hegemonic force in the world system would emerge. She does not pose the question of how workers’ struggle might lead to communism and she has ‘not noticed’ the long phase during which workers in Southeast Asia did not pose a revolutionary threat to capitalism. Today, Silver explains the deep crisis of the global labour movement by the fact that the ‘financial fix’ was combined with a ‘de-making’ of the established working classes. Capital has been removed from production, the destructive side was dominant. Nevertheless, she states that the financial fix was effective only temporarily and has also shifted the crisis geographically – and has finally lead to a new and deep crisis of legitimisation of capitalism. [11]

And it is true that there has hardly ever been as much organised resistance against infrastructure projects, dams, power plants etc. – particularly in the more recently industrialised countries like India, Indonesia or China. Whether we grasp them as struggles against ‘commodification’ – or simply as against the destruction of the basis of livelihood: by now a global experience has emerged that ‘technical progress’ does not automatically lead to ‘development’, but is going hand in hand with destruction – and that we can get organised against this.

This is contrasted by the fact that capital has never before, during a process of industrialisation, encountered so little resistance from workers as during the phase between 1990 and 2005. It was able to deteriorate workers conditions continuously without being seriously threatened by their collective resistance. The compensation of industrial jobs with high-quality service jobs that had been predicted vanished into thin air. During this period workers’ struggles globally – in China, too – had a largely defensive character, lead by the ‘old working classes’ against closures or outsourcing/re-locations. (That also explains why, during the same period, the left threw the notion of class overboard.)

The opening of the labour markets in India and China during the 1990s led to a ‘supply shock’: almost overnight the supply of labour power doubled. There were double as many workers employed in industry in China compared to the G7 states put together. China became the factory of the world and main export location for industrially produced consumer goods, in particular of those with high product volumes. The consequences for a part of the global working class were – as predicted – catastrophic: the garment industry left Mexico and shifted to Asia. China joining the WTO in 2002 and the Multi Fibre Agreement 2005 was supposed to be the peak of this development – but then things changed: in China workers in the new factories started to fight and their struggles expanded…

What has changed in the last 40 years

Since the ‘oil crisis’ in 1973 there have been changes with long-term impacts: today over seven billion people live on this planet. Between 1950 and 1970 the annual growth rate of the global population was 2 per cent, since then the growth rate has slowed down, in particular in those areas where proletarianisation takes place.

In the ‘developing countries’ the labour force has been increasing by 2 per cent, which means that the total labour force has doubled in 30 years, while in Europe this process took 90 years. Proletarianisation takes place at a much more rapid pace than the capitalist economy is able to absorb: many do not find wage labour that pays enough to live on. A huge number of proletarians end up in the informal sector. The share of women as part of the total the labour force increases. Unemployment rates are high, particularly amongst young people, even higher amongst migrants, or rather, minorities. (This aggravates the ruling class’ fear that was previously mentioned: there is a correlation between high levels of unemployment amongst young men and frequency of social unrest; ‘social unrest’ has hiked after 2009, with an increase of 10 per cent of recorded incidents – mainly in the Middle-East, North Africa, but also in Southern Europe, the former Eastern Bloc and a little less in South Asia.)

Employment in agriculture has shrunk dramatically; only in the poorest regions does more than half of the population still work on the fields. The concentration process in the agro-industry continues and peasants turn into agricultural labourers, some of who live in towns rather than the countryside. In East Asia the flight from the countryside leads, to a large extent, directly into industrial work, while in Latin America and Africa it is mainly the service sector that registers growth. Since 2007 (more than) half of the global population lives in urban areas. In the developing countries in particular the mega-cities grow, 80 per cent of the inhabitants live in slums. Slum cities are an expression of the fact that people want to become part of the global working class. They are starting-points and transit-stations for a better life – in the respective or a different country, wherever labour is needed.

In the worldwide process of proletarianisation ‘mobile labour’ (or ‘migrant labour’) has become the most general form of labour, as much in the form of migration to a different country (e.g. the EU) or as internal migration (e.g. in China, where the government estimates that there are 130 million migrant labourers, out of whom 80 million have migrated from the poorer inner regions towards the coastal towns). The number of international migrants today (2013) is higher than ever before: 232 million (in 2000 there were 175 million), out of which 20 to 30 million are without papers. Their share as part of the total population increased between 2000 and 2013 from 2.9 to 3.3 per cent. The large majority are labour migrants, not refugees or asylum seekers.

A noteworthy development is the increase of a proletariat of migrant workers, who – mediated through the international recruitment agencies – engage in ‘simple’ work in different countries for low pay, but who are not supposed to settle down there: construction workers from India, Pakistan, Bangladesh who work on the big construction sites in the gulf states, who live in camps and whose collective situation has frequently resulted in strikes and rebellion – confronted with draconian repression. Millions of domestic workers from the Philippines or Indonesia etc. who work in rich or better-off households in the gulf states, but also in Hong Kong. Care workers for elderly people, who move from Eastern Europe to the West, in order to work in households that cannot afford to hire a local carer. Increasingly industrial workers, as well, are recruited to work in faraway ‘free production zones’, in order to undermine the local working class.

Peoples’ living conditions are largely determined by where they live – but the working conditions of ‘simple’ workers in the global north and south are becoming structurally more similar. In the assembly plants for the production of complex mass-consumer goods in China and India, too, machinery of the most modern standard is used. Simple manual labour takes place at the fringe-parts of the supply-chain in the slums’ backyards, but also in the warehouses of the distribution centres in the heart of Europe or the US. Within the same value chain absolute and relative surplus value production are combined.

Up until the crisis of 1973/74, persistent economic growth had more than compensated for productivity increases and for successful ‘rationalisation’, meaning, the employment rate did not decrease and the welfare state was expanded. Since then, growth of industrial production has stagnated – currently it is around 3 per cent, in the near future around 1.5 per cent?

Employment in manufacturing (including construction) has increased globally, but rates of industrialisation like we saw 50 or 100 years ago are not reached anywhere anymore: capital leaves places much faster than in the past, relocates production to ‘cheaper’ areas or transforms it locally into a ‘service’ – or stops investing at all. In many of the newly industrialised countries the share of industrial workers has already reached its peak at 20 per cent of the total workforce.

In the old industrial nations a process of de-industrialisation takes place – though we can make out major differences: in the US 11 per cent work in industries, while Germany is at the top of the list in the EU with 22 per cent (2007). In 1970 industrial workers still accounted for 37 per cent (while today, work outsourced to ‘industry-related service providers’ does not count as industrial work anymore). [12]

Globalisation has resulted in a new polarisation between higher and lower qualified jobs. In the older industrial nations any jobs that require a medium level of qualification are reduced, new jobs tend to be temporary and less well paid. The ‘service sector’ grows globally – and here, as well, these two poles are replicated: both ‘simple work’ (cleaning, care-work) and ‘non-routine’ jobs of higher skill-levels increase, whereas routine jobs of medium level qualifications (accountant, office clerks) decrease: the introduction of computers has made many aspects of this work redundant or it was able to be relocated more easily. This is one of the reasons why the wage gap within the sector widens.

Unequal incomes

During the 19th and 20th century the differences in income levels between different countries were the most pronounced. Over the years these differences decreased due to the working class struggles within the countries. In the last 20 years this tendency towards equality has changed again: while conditions between different nations become more similar, income differences within countries have sharpened drastically.

In the newly industrialised countries the wage gap is similarly high as in Europe 100 years ago. In the US wage differences were the least stark during the period between 1950 and 1970 – during the 1960s they were less pronounced compared to France, where only after 1968 were the lower income levels able to catch up. Since the neoliberal counter-revolution the income disparity has exploded, which has been further aggravated since the global crisis – especially once we look at take-home wages after tax and transfer-incomes. Between 1970 and 2010 the average value of private assets in money-terms increased significantly, particularly in Japan and Europe. This increase of the ‘savings rate’ translated into a decrease in growth – companies stopped investing. Financial assets owned by the nation state decreased and state debt grew. (Not only) in the former state-capitalist countries, extreme plundering and amassing of assets into private hands took place during the process of privatisation. [13]

Different Sectors – different conditions for struggle

Mining: Formerly, mining workers and their families lived close to the pits, their villages were also communities of struggle. Here a major process of restructuring is taking place, particularly when it comes to open-cast mining: now, miners are often employed as temporary contract workers and they live in container settlements (or other forms of arranged accommodation) far away from their families.

Textiles/Garments/Shoes: These are the most important sectors in developing nations. Mainly young women are employed – similar to the situation in 19th century Europe. The ‘new international division of labour’ during the 1970s had its origins in these sectors. Factories can be relocated more easily, machinery is not particularly expensive. The sector is characterised by small and medium size companies, the profit margins are low. Companies largely depend on supply-contracts with big fashion brands or retail chains. Design and (sometimes) cutting is done separately from the more labour-intensive (outsourced) production department. In 2005 and 2008 global import barriers that were meant to protect local industries were abolished. Today, China (or rather ‘companies in China’) is the biggest manufacturer worldwide, employing 2.7 million people. Companies with headquarters in Taiwan run factories in Mexico and Nicaragua, companies from China open new plants in Africa.

Automobile: Are still the most complex consumption good. A few transnational automobile corporations dominate the sector with long-term planning for local production units and high demands concerning infrastructure. The sector depends massively on state subsidies. Modern factories make use of expensive machinery and increasingly only employ workers with technical qualifications. The workforce is segmented into permanents, people with temporary contracts, agency workers, contract workers, all divided by significant wage differences. This is a global phenomenon.

Consumer electronics: Partly skilled labour, but also a big share of workers trained on the job. The quality levels demanded of these products are high, because the products tend to be expensive. According to the machine equipment we mainly see longer-term investments, therefore also very minute planning of where to establish production. The sub-contracted production for various brands in mega-factories, most of all in China, has become common (Foxconn etc.): their production capacity is extensive enough to produce mobile phones for the whole globe.

Construction: During the last decades the sector has played an increasingly important role, due to the fact that real estate and gigantic construction projects were a means to inflate speculative bubbles. Mainly migrants from the countryside or from abroad are employed on construction sites. Largely male workers. Major construction projects are often developed outside urban areas, meaning that workers are placed in camps.

Logistics: Alongside the global relocation of production the amount of transport work has increased drastically, while there was a significant drop in transport costs. Besides a few highly paid professional groups, the sector consists mainly of simple manual labour, often done by migrants in semi-legal conditions. In distribution centres everywhere around the globe new concentrations of mass work are emerging.

Service work: Everything that is not agriculture, mining or direct manufacturing work. While formerly service work was done wherever the actual service was needed, today much of the office work, such as back-office, accountancy, call centre work etc. can be performed anywhere in the world, as long as it has internet connection.

The segmentation of workers through different employment relations is a big challenge for common struggles, the old habitual formulas have become ineffective. (After the strikes at the beginning of the 1970s the ‘guest workers’ (Gastarbeiter) have struggled their way into the trade unions and became the reliable foundation for all future mobilisations. In contrast, the new migrants are mostly contract or temp workers.)

But only in Stalinist or social-democratic storytelling did the working class used to be a homogeneous block. In reality it was very heterogeneous in the 19th century or in 1920, too – and not only in terms of the divisions between male and female workers or locals and migrants. We cannot equate working class with industrial workers! Even in England in the 19th century half of the workforce was employed outside the factory system. And we could also find wage differences of 300 per cent between factory workers with German passports. Historically the working class learnt time and again to struggle (together) under such circumstances.

The end of the peasant question

In autumn 2008 an article was published in Wildcat no.82, which engaged with the romantisation of the peasantry by the anti-globalisation movement. The main thesis was that today there is no separate ‘peasant question’ anymore and that it is rather about the recomposition of the global working class from below.

“In earlier phases of history humans used to produce their means of subsistence in small communities and they were dependent on the natural fluctuations of production. In contrast to that capitalism created the world market right from the start, and its main productive force (machinery) is itself a product of human labour. The general context of a global society becomes the basic condition of our existence and reproduction (“Second Nature”) and in this sense it is the real human community. Only since humans’ livelihood started to depend on social rather than on individual labour have we been able to raise the question of collective appropriation of the means of production at all – and nowadays actually on a global level!” [14]

Contrary to this Samir Amin [15], amongst others, continues to present a classic anti-imperialist position. He still divides the globe up into the triad (EU, Japan, US) and the periphery, in which 80 per cent of the world population live, half of them in the countryside. Without finding a solution for these people, no ‘other world’ would be possible. Amin reckons that the process which other people call globalisation is actually an ongoing implosion of the imperialist system. He discards the notion of the anti-glob movement to change the world without taking power as naive – as naive as the idea of an ecological compromise with capital. He alleges that the ‘imperialist rent’, from which the social middle-strata in the global north benefit, is a barrier to the path for common struggle. In order to establish socialism or communism, workers and peoples have to find offensive strategies on three levels, already pointed out by Mao: the people, the state, the nation. A return to the Keynesian post-war model is impossible – history doesn’t have a reverse gear. But according to Amin the peasant question is still central: access to land for all peasants and development of a more productive agriculture, opposed to peasant folklore. Building of industry and development of the forces of production.

These political proposals are as antiquated as the analysis stuck in the past: by now in China the third generation of migrant workers are working in the global factories. In the process of exodus of millions of uprooted peasants from the rural areas, an industrial working class has been formed in classical ways. The division between urban and rural dwellers has not been overcome, but the former villagers have largely dissolved their ties to the land and, above all, they don’t want to return to it!

More interesting though is Amin’s argument against the idea that the developing countries in the ’emerging markets’, e.g. the new Tiger states, Brazil, Turkey etc., could become the new centres of capitalism: according to him the necessary ‘security valves’ for that to happen are missing in these regions. Proletarianisation in Europe in the 18th century had migration to America as a security valve. Today it would need several Americas for similar processes of industrialisation to happen in the ’emerging market’ countries. Therefore they don’t have a chance to catch up. This argument has to be further sharpened towards the following question: What happens in the actual and current processes of industrialisation once struggles cannot be channeled into social democracy on one hand or mass migration on the other?

Proletarianisation translates into class struggle

Often, we only realise in hindsight if and when a qualitative shift took place. In 2004 the first ‘global traffic jam’ was reported. The strikes in the Chinese Pearl River delta in 2004 at the peak of the boom marked the first big cycle of struggles in the ‘new factories’. Through offensive struggles they gained significant wage increases and had an effect on the situation in factories in the whole of East Asia. In Vietnam, Cambodia, Bangladesh, Bahrain, workers’ strikes erupted and with the bus drivers’ dispute in Iran in 2006, the first important strike since 1979 took place! A worldwide groundswell of workers’ struggles can be retraced from 2006, meaning before the global economic crash. This groundswell transformed into a wave reaching its peak in 2010, when strikes took place in nearly every country in the world, and which opened the way for the political revolutions and protest movements on the streets to come. The latter attracted more media attention, but without the strikes in the phosphate industry in Tunisia and the mass strikes in the textile industry in Mahalla in Egypt between 2006 and 2008, the uprisings in these countries would not have taken place.

The waves of protests 2006 – 2013

The years 2006 to 2013 were characterised by a wave of mass protests on the streets, strikes and uprisings on an unprecedented scale. According to the Friedrich-Ebert-Stiftung New York [16] the wave is only comparable to the revolutionary upheavals of 1848, 1917 or 1968 – the think-tank analysed 843 protest movements in total between 2006 and 2013, in 87 countries, which cover 90 per cent of the world population. Protests of all kinds, against social injustice, against war, for real democracy, against corruption, riots against food price hikes, strikes against employers, general strikes against austerity. (Less positive were e.g. the clerical mobilisations against abortions in Poland).

Noteworthy is the large number of protests taking place in ‘high income’ countries and the fact that 48 per cent of violent protests take place in low-income countries; in most cases they target high food and energy prices. 49 protests demanded agrarian reform, 488 were targeted against austerity policy and demanded social justice, while 376 protests had ‘real democracy’ as their proclaimed aims. Many protests were expressions of the complete loss of trust in ‘Politics’. Nevertheless, in most cases the protestors aimed their demands at the state: the responsible politicians were supposed to act. Often the forms of struggles went beyond traditional demonstrating or striking and were act of ‘civil disobedience’, such as blockades and occupations. In particular the occupations of public squares and the common organisation of daily life as a form of struggle impacted on the entire Mediterranean region and the US.

The comparison with ‘1968’ disguises more than it is able to clarify: 1968 stands for a global revolutionary movement, but 1968 was not the peak year of strikes – on the contrary, these began in the early 1960s and only reached their peak in the mid-/end-1970s.

The wave of struggle since 2005 has very different facets:

Food Riots

Since the beginning of the global economic crisis speculative, capital has fled towards ‘secure’ assets, such as raw materials, staple food and agricultural land and thereby, within a short span of time, has triggered a massive hike of basic food prices; these reached historical highs first in December 2007 and then again in 2010. Between autumn 2007 and summer 2008 proletarians in large parts of Africa and China reacted with strikes and uprisings and forced their governments or employers to continue subsidising basic foodstuffs.

The movement of the squares

On the ‘squares’, revolutionary groupings and tendencies were active, but as a minority. Most of the participants were ‘active on the streets’ for the first time and demonstrated considerable ability to self-organise daily life and reproduction – but they were not ‘political’. The media picture of these movements were largely influenced by the social middle-strata, may be because journalists are best at communicating with people from their own social background. And a mass protest in the capital is more visible than a strike in the provinces. Due to this, the participation of proletarians was largely underestimated although many of them took part and fought the cops on the front lines. But these movements were, in most cases, aimed against the government, against corruption and for ‘real democracy’ and not for the ’cause of the workers’. [17] The movement seemed to have a global character but remained trapped within the framework of their respective nation states. Many of these movements had ‘two souls’: on one side, poorer proletarians and migrants who had become unemployed, on the other side, precarious academics who regarded a well-paid job as a human right. The middle-strata were particularly affected by interest policies, state debts and austerity measures – some became more radical and acted. At times they managed the leap into politics and into participation in power through elections – like the Podemos in Spain.

Global strike wave

In Wildcat no.90 Steven Colatrella in his text, ‘In Our Hands is Placed a Power‘, highlighted that the struggles formed themselves into a global strike wave during the last third of 2010. In 2010 strikes reached a geographical and quantitative scope unprecedented in history. He attributes this to the end of neoliberalism and the re-constitution of the working class. According to Colatrella the expansion of ‘traditional strikes’ can provide struggles with power and direction and help to overcome the weaknesses of the ‘IMF riots’.

“But the shifting of production globally did not produce new working classes, […] but rather this global shifting created new structural power for large sectors of workers that had rarely had such power except perhaps at the strictly national level.” [18]

Workers in the textile, shoe, automobile or other factories were now able to attack the world economy both on a national and global level. Closer integration into the world economy and the simultaneous attacks on their living standards through the capitalist crisis has increased both their structural and organisational power. The strike wave is part of class formation, it links up struggles and politicises the struggle against capitalist globalisation. Workers who defend their economic interests are directly confronted with political power. Their struggles are therefore political.

Colatrella conceptualises the global strike wave since 2007 as ‘strikes against global governance’, meaning, as a worldwide and simultaneous action of workers in many countries against the same enemy. But simultaneity does not create commonality as such and a common enemy does not necessarily create links amongst those in struggle.

BRICS, MINTS – the hotspots of the strike wave

Facing stagnating growth rates in the old core countries, capital’s hope focused on the so-called BRICS states (Brazil, Russia, India, China, South Africa – where 40 per cent of the world population resides; the abbreviation is an invention of the US investment bank Goldman-Sachs in 2001), which (apart from Russia) contain a young, ascending, industrial workforce who want to claim a better life. Brazil’s state president promised everyone a promotion into the ‘middle class’. Initially it seemed that the BRICS-states were not affected by the global crisis and state-controlled economies like China seemed ‘immune’ against it. Idle capital flew towards these regions, the growth rates at first continued to increase, though slower than in the preceding years. But particularly in these ‘championed’ countries of capitalism, workers managed to enforce considerable wage increases through hard struggles.

Their strikes have many things in common: they mostly happen in the central sectors of the respective economy, the affected companies operate on a multinational level, in their struggles workers get into confrontation with existing unions, they look for alternative unions or make use of their own forms of organisation. In many cases the state attacks the strikers violently, at the same time workers use violence against managers or strike-breakers. [19]

In 2014 these strikes continued, although in the case of India, against the background of a massive devaluation of the local currency and a decrease in sales in the automobile sector. Since 2013 a lot of capital has been withdrawn from the BRICS states and transferred to the so-called MINTS-states Mexico, Indonesia, Nigeria, Turkey and South Korea – these states, as well, have a large and very young population and at least some of them have been sites of huge protest movements during recent years. In June 2013 an uprising took place in Turkey (‘Gezi Park protests‘) and in May 2015 the entire automobile sector was shaken by a strike wave, in the course of which workers chased away their old trade unions.

In Iran, 2014 was the year with the highest amount of industrial disputes and workers’ protests. The peak moment was the strike of 5,000 workers in the iron ore mines of Bafgh where workers managed to stop privatisation. They walked out for nearly 40 days until the last arrested worker had been released – it was the longest dispute since the revolution in 1979.

In the newly industrialised countries, workers’ movements emerged that are noticeably similar, despite their culturally and politically very different respective surroundings – and these movements have enforced considerable wage gains within the span of a few years. [20] Workers made use of their position in the international production chains e.g. during the Honda strike in China. [21]

In many struggles egalitarian demands were put forward to act against the segmentation within the workforce, which employers nowadays try to enforce in all companies around the world with a higher share of skilled workers (Examples: car workers in India, mining workers in South Africa). [22]

Workers and state

How do workers’ struggles become revolutionary? Revolution evades derivation from objective conditions. If in a society characterised by patriarchal relations female workers fight collectively for the improvement of their living and working conditions, if they take risks in struggle, cross boundaries, discover new potentials and want to find out more about the world, then this process is probably ‘revolutionary’. What kind of notion of ‘communism’ do workers have in a country where the capitalists are organised within the CP? They will have to develop something new in struggle. This will surely not only start from the factories alone, it needs external impulses e.g. from youth movements that put any- and everything into question.

‘Global working class’ is a counter-thesis to the idea of a ‘national working class’. It assumes that the conditions for an integration of the working class into the state through a (social democratic) labour movement no longer exist. In 1848 workers did not yet have a ‘fatherland’, a proletarian artisan did not care whether he worked in Cologne, Paris or Brussels. Only state welfare policy and the orientation of the workers’ parties towards ‘fighting itself into the state’ have tied the workers to the nation. Since 1968 a broad and long-term re-orientation of proletarian movements away from the state – and from concepts of the state – has taken place. Since the 1980s the dismantling of welfare has caused a certain ‘alienation’ of large parts of society from the state, but for the ‘central working class’ the state still functions: just consider the massive state interventions since 2008 to rescue the automobile industry in Germany, the US and in France. For the traditional left the state is the political field within which the capitalist system can be changed, or rather, its worst consequences can be ‘reigned in’.

Historically capital was a global relation, mediated through the world market, right from its beginning. But without the state and the law (enforcement) and the national labour markets, capital would not have been able to survive and to develop. The welfare state guarantees certain social securities only for its own population and thereby turns proletarians into ‘citizens’. But capital was only able to develop by accessing an industrial reserve army in the form of agricultural labourers, peasants, under-employed proletarians in other countries. Today, in nearly all industrial nations there are multinational working classes without deeper ties to the state in which they live – while the ‘local’ and ‘naturalised’ workers and descending middle-strata cling to the state and want special protection.

During the last 20 years the class enemy has dismantled state structures wherever they were not able to cope with class struggle: private armies, mafia and civil war rule. This destruction of social security systems caused large-scale flight movements. In such threatening situations ‘strong states’ or ‘controlled democracies’ (Russia, China) become more attractive as islands of stability. Where does the working class use the absence of the state to build their own structures? What’s the score with a globalisation from below?

Global learning processes

Today it is possible for workers to establish direct contacts between themselves across, even far distances, without having to rely on mediators. Thanks to digital networks it has become much easier, even in remote areas, to know what is going on in the world compared to three, four decades ago. Struggles become contagious if workers in one company see that other workers take a risk and are successful – as for example the strike in the shoe factories of Yue Yuen in 2014 in which 40,000 workers took part. In 2015 around 90,000 workers of the same company walked out in Vietnam, while simultaneously 6,000 workers again went on strike in China. Since the 2014 dispute hardly a month has passed in China without at least one shoe factory being affected by workers’ industrial actions. Workers notice their respective struggles, also across national borders – even without visible organisational contacts. Workers of different factories report on conditions and discuss them e.g. on internet forums.

Migrants

The most obvious links between the proletarians of all countries are migrants. There were historical moments when masses of militant workers left their respective countries to avoid repression – like Spain and Greece in the 1970s or Turkey in the 1980s – and brought with them their experiences of struggle and of how to organise. In the struggles in the factories in Germany they often became the vanguard. Another example is the migrants from Mexico, who left to find work in agriculture in the US and who organised strikes there. (Not all labour migrants are or remain proletarians – self-employment is often the only way out of misery and the network of fellow country(wo)men the organisation of choice. Migrants often belong to those groups of people who want to progress and get on in life come what may and are able to mobilise a reservoir of badly paid labour from within their communities for this aim. Therefore such networks are hardly of use as an organisational foundation in class struggle.)

” The proletariat thus seems to disappear at the very moment when the proletarian condition becomes generalized.” (Samir Amin)

For four decades the speed of class movements was not able to match the speed with which capital roamed the globe in search for valorisable labour power. Now this situation has turned around. Workers in Egypt, China, Bangladesh, Mexico, South Africa etc. make use of the new technical possibilities for their own interests; their struggles quickly attract a global audience. For the first time a global working class emerges, which has the ability to organise global production and reproduction – and can therefore transform this world. In the global north this ‘new condition’ is more difficult to detect because since the 1980s capital has used the threat of relocation to blackmail people. (While at the same time a small part of the working class – ‘medium strata’ – was able to make money from financialisation and speculation at least temporarily, sometimes more than through work.)

The role of the left

What role can left activists or left-wing academics play? Since the big strike wave in 2010, left-leaning social science around the globe has rediscovered the working class and researches their movements. But even if sociologists interview individual workers they tend to become frustrated, because these people only think about themselves and their families. Are they ” a different type of human species ” once they are at work or when they struggle together? E.P. Thompson wrote in 1963 that if you stop social history at any given moment you will find only individuals. ‘Class’, in contrast, defines people who live their own history – therefore a sufficiently long period of history has to be analysed. ‘The Making of…’ is a development within political and cultural history at the same time as within economic history. ” The working class made itself as much as it was made.” [23]

And why should workers tell social scientists anything at all?

In ‘Junge Welt’, [24] the Hungarian philosopher Gaspar Miklos Tamas recently said that for the first time in history we face the grotesque situation of a Marxist intelligentsia without a Marxist movement. This brings with it two dangers: on one side, the danger of vanguardism that speaks in the name of a passive proletariat – a proletariat, however, that does not know it is being spoken for and which does not share the vanguard’s values that tell the proletariat what it is supposed to feel, think and do. Mainly small radical left groups face this danger. The other danger is that the radical left fuses with the general, democratic, anti-fascist and egalitarian movement – which would cause the Marxist critique to disappear.

Both these tendencies exist in relation to the new class struggles. Some want to found a ‘new International’ as early as now – while there are so many of them already! Others refuse to criticise the working class and only want to support workers in their struggles. They want to make use of decentralised networks organised by NGOs or they make a beeline for the unions. International conferences deal with the question of how workers can get in touch on a global level. In addition there is still the traditional ‘workers’ internationalism’ that is organised in centralistic and hierarchical ways with little open debate. At international conferences delegates pretend that everywhere, manual or office workers with life-long employment in one company still exist, whose trade union or workers’ party still obtain a share of the growing wealth for them. [25]

But there are also efforts by left activists who are critical of the trade unions to organise contacts between different locations of multinational corporations – though it is very difficult to go beyond mutual visits and to actually struggle together or organise solidarity strikes.

Over the last five years a different part of the radical left that wants to abolish the state placed their hope in uprisings. The ‘movement of squares’ in 2011 overtook the debate about the ‘coming insurrection’. But Greece in 2008, Indignados, Gezi Park, Stuttgart21, Hong Kong etc. were all movements with hundreds of thousands of participants – but which, in the end, were not able to enforce anything! These movements made visible the potentials that simultaneous uprisings on a global scale have – but also brutally demonstrated their limitations: from the commune of Tahrir to the military dictatorship. The many movements since Seattle, the mass uprisings in Argentina in 2001 and lastly Occupy Wall St. etc., have shown with the utmost clarity that an overturning of the existing social order is only possible once workers take part in the uprising as workers. It is not enough that they take part in demonstrations, but don’t go on strike. In capitalism, strike is the ultimate weapon, where real power develops and collective subjects form themselves.

Even the Invisible Committee, which up to now didn’t care much for workers, started to approach them (at least verbally) [26] – this is an interesting development: because whoever wants to abolish the state, whoever wants revolution won’t be able to do it without the workers! Proletarians are the vast majority of the population and their struggles push things forward. Nevertheless most leftists still don’t critically analyse the struggles that are actually taking place, but in an immediate reflex raise the question of ‘class consciousness’ instead. They imagine a proletariat organised in a party and union, which has not existed in such a way since the 1950s. “What else do we expect?” an article in Wildcat-Zirkular no.65 asked polemically. ” The emergence of proletarian world organisations? Solidarity strikes? Copycats? A worldwide political movement? The new and interesting phenomena regarding world revolution is the very fact that no one has got parameters, criteria or even answers to tackle that question. Criteria could be whether commonalities develop during different struggles – and up to now this does not seem to be the case. Workers struggle, but they don’t struggle together… Rather the opposite is true: they just fight for themselves and only rely on their own strength. They don’t even wait for their colleagues in the neighbouring company.” [27]

Workers ignore old organisations and parties; new ones are not yet visible. There isn’t any idea of a new society yet, which takes hold of the masses. In the struggles themselves we can see some new developments though. In Asia and beyond workers have proven extraordinary capabilities to organise their struggles and coordinate them beyond the boundaries of their respective regions. They have understood that they can only win collectively. They raise egalitarian demands against the divisions that capital introduced. They don’t let unions hold them back, who want to control them. They don’t shy away from hard confrontations. They address and create problems for which the system has no solutions.

In their struggles they get into conflict with a social system, which hasn’t got anything to offer the large majority apart from austerity politics – a system, which is no longer able to transform the struggles into ‘development’. A social system that steers towards its next crash, under the leadership of its ‘last superpower’, which fights against its economic and political demise by all means necessary. The strongest military power in the world is no longer able to win wars, not to mention to create new stable states, but can only destroy. By doing this it will further undermine the legitimacy of this world order and mobilise more and more people against itself.

Who will shape the coming social confrontations? The global middle classes who follow nationalist mobilisations out of fear of losing their social acquis? Or the global proletariat, on whose labour their wealth and power depends? The collective intelligence of the rebellious proletariat is superior to the narrow-minded experts of the institutions; their ability to organise production and to self-organise can guarantee the supply of necessary goods and services for the people – the various movements of the squares and against big infrastructure projects have proven this. They are the only force that can oppose the destructive potency of capital.

In Wildcat we have often voiced the hope of an ‘encounter of the workers’ movement and social movement’ – in order to define the role of the social-revolutionary left. As if it was just about an addition of forces, which does not have to hurt anyone. A ‘side-by-side’ on the ‘squares’, under conditions of mutual indifference. This won’t cut it in future – if we want to get things moving.

A new revolutionary subject won’t just be an outcome of ‘homogenisation’ (even less of an ‘alliance!’), but rather of processes of polarisation – and divisions within the working class. The political discussion and practice of the left will have to come to terms with this.

Footenotes

[1] “Vom Klassenkampf zur ‘sozialen Frage'” [“From class struggle to the ‘social question'”], Wildcat Zirkular 40/41

[2] “Vom schwierigen Versuch, die kapitalistische Krise zu bemeistern” [“On the difficult effort to deal with the capitalist crisis”], Wildcat Zirkular no.56/57, May 2000

[3] “Note: There is no simple translation for the German word “Umwälzung”. It means transition, transformation, turning upside down, in some circumstances circulation – in fact: radical change.”

[4] “Voll-Endung”: insinuates ‘completion’ and ‘end’

[5] “Globalize it!”, preface to Wildcat-Zirkular 38, July 1997

[6] “Asien und wir” [Asia and us”], Wildcat-Zirkular no. 39, August 1997

[7] “Open letter to John Holloway”, Wildcat-Zirkular no.39, August 1997
http://www.wildcat-www.de/en/zirkular/39/z39e_hol.htm

[8] “Die neuen Arbeitsverhaeltnisse und die Perspektive der Linken” [“The new work relations and the perspective of the left”], Wildcat-Zirkular 42/43, March 1998

[9] “Chiapas und die globale Proletarisierung” [“Chiapas and the global proletarianisation”], Wildcat-Zirkular no.45, June 1998

[10] “Historical Capitalism”, Immanuel Wallerstein, 1983

[11] “Forces of Labor – Workers’ movements and globalization since 1870”, Beverly Silver, 2003
https://libcom.org/files/Beverly_J._Silver-Forces_of_Labor__Workers’_Movements_and_Globalization_Since_1870_(Cambridge_Studies_in_Comparative_Politics)__-Cambridge_University_Press(2003).pdf

[12] Peter Dicken, ‘Global Shift, Mapping the changing contours of the world economy’. 6th edition. 2011

[13] Goeran Therborn, ‘Class in the 21st Century’, NLR 78, 2012

[14] ‘Beyond the peasant international’, Wildcat no.82, Autumn 2008
http://www.wildcat-www.de/en/wildcat/82/w82_bauern_en.html

[15] Samir Amin, ‘The implosion of contemporary capitalism’, New York 2013

[16] Isabel Ortiz, Sara Burke, Mohamed Berrada, Hernan Cortes, ‘World Protests 2006 – 2013’, FES New York Office 2013

[17] Compare the article on Hong Kong by Mouvement Communiste:
http://mouvement-communiste.com/documents/MC/Letters/LTMC1439%20ENvG.pdf

[18] Wildcat no.90, summer 2011
http://www.wildcat-www.de/en/wildcat/90/w90_in_our_hands_en.htm

[19] Joerg Nowak, ‘Fruehling der globalen Arbeiterklasse. Neue Streikwelle in den BRICS-Staaten, 2014
‘Massenstreiks und Strassenproteste in Indien und Brasilien’, Peripherie 137, 2015
‘Massenstreiks in der globalen Krise’, Standpunkte 10/2015, online auf rosalux.de
Torsten Bewernitz, ‘Globale Krise – globale Streikwelle? Zwischen den oekonomischen und demokratischen politischen Protesten herrscht keine zufaellige Gleichzeitigkeit’. Prokla 177, 12/2014
Dorothea Schmidt, ‘Mythen und Erfahrungengrinie Einheit der deutschen Arbeiterklasse um 1900. Prokla 175, 6/2014

[20] Beverly Silver sees her thesis verified by the struggle waves in 2010: the relocation of capital towards China has created a new and growing combative working class. She still thinks in categories of pendulum movements: Making – unmaking – remaking of the working class, and currently the pendulum is swinging back. According to Silver this time in history it is neither possible, nor desirable, to respond to these struggles in form of Keynesian social partnership.
Beverly Silver, ‘Theorising the working class in twenty-first-century global capitalism’, in: Workers and labour in a globalised capitalism (Palgrave Macmillan); edited by Maurizio Atzeni (2014)
http://krieger.jhu.edu/arrighi/research/socialprotest/

[21] See article on China in this issue of Wildcat [no English translation available]

[22] In Germany only workers at Daimler in Bremen have tried to respond to management plans of outsourcing work to ‘service providers’ by going on wildcat strike, but they were not able to put a halt to the scheme

[23] E.P. Thompson, The making of the English working-class, 1963

[24] ‘Die zwei grossen Gefahren’ [The two big dangers’], conversation with Gaspar Miklos Tamas, 4th of June 2015

[25] Global Labour Journal
www.escarpmentpress.org/globallabour
Global Labour Institute
www.globallabour.info
Global Dialogue
www.isa-global-dialogue.net/volume-4-issue1/

[26] Invisible Committee, ‘To our friends’
“To say that plainly: so long as we can’t do without nuclear power plants and dismantling them remains a business for people who want them to last forever, aspiring to abolish the state will continue to draw smiles; so long as the prospect of a popular uprising will signify a guaranteed fall into scarcity, of health care, food, or energy, there will be no strong mass movement…
What defines the worker is not his exploitation by a boss, which he shares with all other employees. What distinguishes him in a positive sense is his embodied technical mastery of a particular world of production. There is a competence in this that is scientific and popular at the same time, a passionate knowledge that constituted the particular wealth of the working world before capital, realizing the danger contained there and having first extracted all that knowledge, decided to turn workers into operators, monitors, and custodians of machines. But even there, the workers’ power remains: someone who knows how to make a system operate also knows how to sabotage it in an effective way. But no one can individually master the set of techniques that enable the current system to reproduce itself. Only a collective force can do that.
…In other words: we need to resume a meticulous effort of investigation. We need to go look in every sector, in all the territories we inhabit, for those who possess strategic technical knowledge. Only on this basis will movements truly dare to “block everything.””

[27] ‘Das Ende der Entwicklungsdiktaturen’ [‘The end of the developmental dictatorships’, Wildcat-Zirkular no.65, February 2003]

About financialization

Απόσπασμα από το βιβλίο Α Political Economy of Contemporary Capitalism: Demystifying finance, των Σωτηρόπουλου-Μηλιού-Λαπατσιώρα, σελ. 110-111. Το αρχείο σε pdf μπορεί να βρεθεί εδώ.


 

The theoretical sketch that we have tried to put forward does not solely approach the study of financial mechanisms (financialization) from the view point of their “productive” or “counter-productive” effects (finance as a process of funding) – but situates the phenomenon of financialization in a whole series of “positive” effects in the organization of capitalist reality, even if these effects seem marginal at first sight. We believe that this second category of effects, that remain to some extent latent in the whole process, is the most decisive precondition for the circuit of capital and the reproduction of social power relations in general. In this regard, financialization is grasped a complex technology for the organization of capitalist power, the main aspect of which is not income redistribution and economic instability, but the organization of capitalist power relations in line with a particular prototype. This process in motion encompasses different institutions, social procedures, analyses and reflections, calculations, tactics, and embedding patterns that allow for the exercise of this specific, albeit very complex, function that organizes the efficiency of capitalist power relations through the workings of financial markets…

Derivatives are the epicenter of contemporary finance… In the derivatives statistical data (as they are collected by the Bank for International Settlements: BIS), the size of derivatives markets is measured by the gross nominal or notional value of all deals concluded and not yet settled on the reporting date for several types of products (not all the products of the so-called structured finance). This is the notional amount outstanding. Figure 6.1 depicts the trend of this variable after 1998 for OTC and organized transactions (as it is quite clear, the first type of market overwhelms in the derivatives dealing). It is straightforward to realize that the expansion of the derivatives market is considerable and remarkably stable. The total size of both markets exceeds the 1,000 percent of world GDP or alternatively the 1,500 percent of the GDP of advanced capitalist economies.

Looking at Figure 6.1, one cannot escape from the following question: how can the above trend be explained and what are its consequences for the organization of capitalist power and social life in general? This question is closely related to another: Why hasn’t economic and social research highlighted the importance of this trend? The majority of the researchers who embark upon the study of contemporary financial engineering, resort to speculation as the ultimate basis of their explanation. But then, how many times should the size of these markets overstep world GDP in order for us to realize that something else is going on?

 

Untitled-1

 

 

Το ηλιοστάσιο: για την άνοδο των δεξιών μαζικών κινημάτων, χειμώνας 2013/14

Δημοσιεύουμε παρακάτω ένα κείμενο σε τρία μέρη σχετικά με την άνοδο των δεξιών μαζικών κινημάτων, από ένα αμερικάνικο (πιθανότατα φιλομαοϊκό και φιλοΚΟΕ) μπλογκ. Παρά την επαναλαμβανόμενη πολιτική και ιδεολογική, και γι’ αυτό αποπροσανατολιστική, διάκριση μεταξύ “αριστεράς” και “δεξιάς” όσον αφορά την κατανόηση των κινημάτων που εμφανίζονται στις μέρες μας στο προσκήνιο της ιστορίας κάτω από το label των “πλατειών”, το κείμενο είναι χρήσιμο τουλάχιστον στα εξής σημεία:

(α) συνδέει τη συζήτηση για τον χαρακτήρα των σύγχρονων κινημάτων με τη μαρξική συζήτηση για το “ιστορικό κόμμα”.

(β) παρουσιάζει αρκετά αναλυτικά την ιστορία και τον χαρακτήρα της σύγκρουσης μεταξύ των “κόκκινων πουκάμισων” και των “κίτρινων πουκάμισων” στην Ταϊλάνδη, μια περιοχή του πλανήτη όπου, κατά την άποψη του συγγραφέα, προέκυψαν φαινόμενα που προηγήθηκαν των κινημάτων των πλατειών και των “ανοίξεων” τα επόμενα χρόνια μετά την πυρπόληση του κέντρου της Μπανγκόκ το 2010.

(γ) αναγνωρίζει την ύπαρξη της “εποχής των ταραχών”, την οποία όμως, εγκαταλείποντας εκεί τη χρήση μαρξιστικών και ταξικών εργαλείων, επιδιώκει να την κατανοήσει με την αρκετά αφηρημένη τυποποίηση του Badiou. Παρόλα αυτά, και αυτό έχει σημασία, θεωρεί ότι μέσα από τις ταραχές αναπτύσσονται τριών ειδών υποκείμενα που βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους (πολύ σχηματικά: επαναστατικό υποκείμενο, “κόμμα της Τάξης” που σχετίζεται με το κράτος, εθνικιστές), ενώ με την παρομοίωση του ηλιοστασίου θεωρεί ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο ιστορικής καμπής.

Α.

 

Πρώτο μέρος

 

Δεύτερο μέρος

Τρίτο μέρος

 

Pieces of Madrid

The latest short documentary in the Global Uprisings series explores ongoing resistance and self-organization in the midst of the crisis in Spain.  As social conditions continue to deteriorate across Spain, people have been turning to the streets and to each other to find solutions to the crisis. This film tells the story of the massive mobilization that saw millions of people converge on Madrid on March 22, 2014; the story of the proliferation of social centers, community gardens, self-organized food banks; and the story of large-scale housing occupations by and for families that have been evicted. The film pieces together many of the creative ways that people have been coping with crisis and asks what the future may hold for Spain.

Filmed and edited in March/April 2014, it is part of the Global Uprisings documentary series.

Όλα πάνε καλά (για το κεφάλαιο)

Από τη σελίδα http://www.ioakimoglou.net, ένα διάγραμμα που δείχνει την ποσοτική διάσταση της αναδιάρθρωσης και την επιτυχή ως τώρα έκβαση της. Με άλλα λόγια δείχνει γιατί όλα πάνε καλά για το κεφάλαιο και (προσθέτω) όλα θα συνεχίσουν να πηγαίνουν καλά για το κεφάλαιο όσο δεν βγαίνουμε ξανά στο δρόμο να κάνουμε περισσότερα από όσα κάναμε το ’11 και το ’12 αφού η ιστορία μας αποδεικνύει ότι δεν ήταν αρκετά.

W.

5122E7F0-The Shameful Link