Tag Archives: ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ

Το αντι-καπιταλιστικό δείπνο (iftar)

Αναδημοσίευση από mashallah news
THE ANTI-CAPITALIST IFTAR

“Sermayenin lüks otel iftarları: KAPİTALİZM

Egemenlerin iftar çadırları: SÖMÜRÜ

Halkın yeryüzü sofraları: ÖZGÜRLÜKTÜR”

 

“Iftar held in the luxury hotels of Capital: CAPITALISM

Iftar tents erected by the oppressors: EXPLOITATION

The earth tables of the People: FREEDOM.”

 

This appeal was published on the online several days ago by the groups the Anti-Capitalist Muslims (Antikapitalist Müsülmanlar) and the Revolutionary Muslims (Devrimci Müslümanlar)and was quickly shared on social media by numerous people who support theOccupy Gezi movement.

The date given for the first “People’s Iftar” or “Earth Table” of Ramadan 2013 in Turkey was Tuesday July 9 at 8:00 pm, in front of Galatasaray High School, in the middle of Istiklal Avenue. Any and all can come and share the meal – this is the founding principle of the “Earth Table”. These communal meals were introduced in 2011 by another organisation called Emek ve Adalet (Bread and Justice) in front of a luxury hotel, to protest a capitalist approach to Ramadan. Today it has evolved into a means for continuing the struggle against the government and a way to reclaim public space.

Throughout the evening, people continue to arrive. They spread out newspapers or, more rarely, a tablecloth on the cobblestones and then take a seat side-by-side on the ground. The table, which initially was a few dozen metres long, seems to grow exponentially. The goal is to reach Gezi Park, where the iftar organised by the local Beyoğlu governorship has been set up with pomp and ceremony. But at the end of the street, some 600 metres from the Galatasaray High School, the beautiful chain of people, plates and shared morsels of bread runs into an imposing security device. A big TOMA (an armoured police vehicle equipped with a water cannon) surrounded by police officers blocks access to Taksim Square. All night, the participants wonder whether it will attack them or not. Between bites, the slogans of the Gezi movement are repeated over and over: the classic Her Yer Taksim, Her Yer Direniş (“Taksim is everywhere, the resistance is everywhere”), the playful Sık bakalım (“Go ahead and teargas us”) directed at the police officers, and the untranslatable: Hüloooooğğğ.

At 8.47 pm, the meal begins. There are now several thousands seated on the ground: people who were there during the demonstrations and now have found themselves at this iftar. There are Muslims, Christians and non-believers; there are Turks, Kurds, Socialists, Kemalists and Liberals, young and old, all reflecting the diversity of the Gezi movement.

Continue reading

Αίγυπτος: Η φιλοχουντική #Tamarod επιτίθεται στην “τρίτη πλατεία”

Για την “τρίτη πλατεία” δες αυτό το video:

[youtube]https://www.youtube.com/watch?v=ZCmrCQvD9Ow[/youtube]

Για το όριο του παγκόσμιου “δημοκρατικού κινήματος” δες εδώ

Για τις κατηγορίες της Tamarod από τον τύπο τους:

Tamarod has criticised Third Square, an initiative that opposes the military-led roadmap and the pro-Morsi protests, for what it alleges is an attempt to thwart the gains made by the 30 June uprising.

Tamarod spokesperson Mohamed Heikal accused Third Square of being “led by Islamists,” referring to former Muslim Brotherhood member and presidential candidate Abdel Moneim Aboul Fotouh, whose Strong Egypt Party is heading the initiative.

“Third Square is another face of the Muslim Brotherhood,” he said, adding that the initiative is counterproductive because it is “fragmenting the Egyptian people” over the transitional roadmap.

Tamarod criticised Third Square for its attack on the military, claiming that the Egyptian people did not side with the police or the military by rising up against the Muslim Brotherhood.

“A revolution does not mean we have to be against state institutions, and we are not siding with any group but the Egyptian people,” Heikal said of Tamarod. “We stood up against military rule in the past years, but today the military has a strong and important role.”

Continue reading

Μια σύντομη κριτική της αυτοοργάνωσης στην Ελλάδα*

chaplin_3

αναδημοσίευση από barikat.gr

* Μια προηγούµενη εκδοχή του κειµένου αυτού παρουσιάστηκε στη συζήτηση µε τίτλο «Το χρήµα σε κατάσταση κρίσης: το παράδειγµα της Ελλάδας», µε αφορµή την προβολή της ταινίας της Anja Kirchner και του David Panos, Ultimate Substance, στο Neue Berliner Kunstverein.

Καθώς σήµερα στην Ελλάδα το κράτος αποσύρεται  από την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναµης µε τη µορφή της πρόνοιας, αντικαθιστώντας την µε τα «προγράµµατα απασχόλησης»  και την καταστολή, ενώ το κεφάλαιο,  µεγάλο και µι- κρό, αναγκάζεται να αποσυρθεί από επενδύσεις και την παραγωγή, πετώντας όλο και µεγαλύτερο κοµµάτι του πληθυσµού εκτός της επίσηµης αγοράς εργασίας και προς την «µαύρη»/επισφαλή εργασία και την ανεργία, έχουν εµφανιστεί πολλές αυτοοργανωµένες δραστηριότητες, καθώς και ένα αυξηµένο ενδιαφέρον για αυτές, ακόµα και από το κράτος. Αυτές οι δραστηριότητες συχνά αποτελούν άµεση απάντηση στη συµπίεση προηγούµενων πηγών αναπαραγωγής (µισθοί, συντάξεις, πρόνοια), και εµφανίζονται ως αναγκαίες. Ωστόσο, όχι µόνο είναι συµπτωµατικές της κρίσης, αλλά και αυτές οι ίδιες διαπερνώνται από την κρίση. Ο σκοπός αυτού του κειµένου είναι να αναπτυχθούν κάποιες σκέψεις σχετικά µε αυτές τις δραστηριότητες, όχι από τη σκοπιά τού αν είναι σωστές ή λάθος ή αν οι άνθρωποι θα έπρεπε να κάνουν κάτι άλλο, αλλά από τη σκοπιά των ορίων ή αντιφάσεων που αντιµετωπίζουν. Οι έννοιες του χρήµατος, της εµπορευµατικής ανταλλαγής, της αξίας και της αφηρηµένης  εργασίας σχετίζονται άµεσα µε αυτή τη συζήτηση.

Η εµπορευµατική ανταλλαγή είναι αυτό ακριβώς που συνέχει τα εγχειρήµατα εναλλακτικής  οικονοµίας που δηµιουργούν δίκτυα εναλλακτικών νοµισµάτων ή τράπεζες χρόνου. Ο στόχος αυτών των εγχειρηµάτων είναι, από τη µία, να δηµιουργήσουν οικονοµική δραστηριότητα εκεί που δεν υπάρχει, και, από την άλλη, να δηµιουργήσουν σχέσεις κοινότητας και αλληλεγγύης ανάµεσα στους κατοίκους µιας περιοχής. Ένα τοπικό νόµισµα, είτε βασίζεται στον χρόνο είτε όχι, περιορίζει το πεδίο των ανταλλακτικών δραστηριοτήτων και προστατεύει τα µέλη του δικτύου από τον εξωτερικό ανταγωνισµό. Θα µπορούσαµε να πούµε ότι πρόκειται για ένα είδος µικροπροστατευτισµού. Επιπλέον, προσπαθεί να χτίσει δεσµούς κοινότητας ανάµεσα στα µέλη. Αυτές οι δύο πλευρές των εγχειρηµάτων αυτών συνδέονται στενά η µία µε την άλλη και οι αντιφάσεις τους προεικονίζουν µελλοντικές εντάσεις εντός αυτής της αλληλεξάρτησης.

Η ύπαρξη σχέσεων απλής ανταλλαγής ανάµεσα στα µέλη σηµαίνει ότι µιλάµε για οικιακή παραγωγή που είναι εξαρτηµένη από την ευρύτερη οικονοµία στο εξωτερικό της κοινότητας. Η ανταλλακτική κοινότητα δεν είναι λοιπόν εντελώς αυτόνοµη αλλά διαπερνάται από την εξελισσόµενη κρίση. Είναι δύσκολο να παραµείνει ανεπηρέαστη από την απαξίωση της εργασιακής δύναµης. Από την άλλη πλευρά, ακόµα και αν επιτύχει έναν βαθµό αυτονοµίας, µια κοινότητα που βασίζεται στην απλή ανταλλαγή δηµιουργεί αναγκαστικά δεσµούς αλληλεξάρτησης βασισµένους στην τοπική ιδιοκτησία, δεν αποτελείται από άτοµα που ελεύθερα επιλέγουν τις µεταξύ τους σχέσεις. Αυτό έχει ως συνέπεια την πιθα- νότητα οι κοινότητες αγώνα που µπορεί να αναδυθούν από τις ανταλλακτικές κοινότητες να βρεθούν αγκιστρωµένες σε ζητήµατα τοπικής ταυτότητας και τοπικής ιδιοκτησίας και να έρθουν σε σύγκρουση µε τους «εκτός» υπερασπιζόµενες αυτή την τοπικότητα, αντί να κινηθούν προς την κατάργηση των σχέσεων ιδιοκτησίας.

Μέσα σε αυτές τις µικροαγορές ήδη βλέπουµε ένα γενικό ισοδύναµο που αποτελεί µέτρο της ανταλλακτικής αξίας, είτε αυτό είναι εναλλακτικό χρήµα είτε πίστωση χρόνου, καθώς και παραγωγή για την αγορά, πράγµα το οποίο σηµαίνει ότι η εργασία ως εργασία που παράγει εµπορεύµατα ήδη εξισώνεται µέσω της ανταλλαγής, και εποµένως υπάρχει ως αφηρηµένη απέναντι στις συγκεκριµένες ιδιότητές της. Ωστόσο, οι τράπεζες χρόνου, κινητοποιηµένες από την ιδέα της ισότητας, χρησιµοποιούν  τον χρόνο συγκεκριµένης εργασίας ως µέτρο του πλούτου, αγνοώντας τις όποιες διαφοροποιήσεις στην παραγωγικότητα, την εντατικότητα και τη συνθετότητα της εργασίας. Ωστόσο, η συνύπαρξη αυτών των διαφοροποιήσεων απαιτεί µια διαρκή διαπραγµάτευση γύρω από την αξία της κάθε ώρας διαφορετικών συγκεκριµένων εργασιών ώστε να συνεχίζει να ισχύει αυτή η αρχή της ισότητας. Η εξίσωση των διαφορετικών εργασιών στην αγορά απαιτεί την επαρκή µορφή της. Αυτή η διαπραγµάτευση µπορεί είτε να οδηγήσει στο να µετατραπούν οι πιστώσεις χρόνου σε πραγµατικό χρήµα, δηλαδή να πάψουν να µετρούνται στη βάση του χρόνου συγκεκριµένης  εργασίας, είτε στην αναγκαιότητα να υπάρχουν αυστηροί και συνεχείς έλεγχοι στις ιδιότητες και τις µορφές της εργασίας που ανταλλάσσεται, κάτι που θα εµποδίζει την επέκταση αυτής της µικροαγοράς. Η τράπεζα χρόνου, συνεπώς, δεν µπορεί να εξαπλωθεί χωρίς να εισάγει τη µορφή-χρήµα, και δεν µπορεί να αποφύγει την εισαγωγή του χρήµατος χωρίς να συρρικνωθεί. Στον βαθµό που εξαπλώνεται, η διαφοροποίησή της από την κυρίαρχη οικονοµία θα τείνει να εξαφανιστεί.

Η άποψη που θεωρεί τις εναλλακτικές οικονοµίες ως κάτι περισσότερο από προσπάθειες επιβίωσης µέσα στην κρίση και αναζητά έναν επαναστατικό ορίζοντα σε αυτό που είναι και όχι στη ρήξη µε το περιεχόµενό  τους, βλέπει το χρήµα ως απλή κυριαρχία ή ως απλό σύµβολο,[1]  αντί για αυτό που είναι: ένα αφηρηµένο ισοδύναµο, µια λειτουργία, το πιο επαρκές µέσο της ανταλλαγής. Η εµπορευµατική ανταλλαγή καθιστά αναγκαίο το χρήµα, δεν «κυριαρχείται» από αυτό. Η ανταλλαγή, η αφηρηµένη εργασία, ο καταµερισµός της εργασίας, είναι προϋποθέσεις της παραγωγής αξίας, µε άλλα λόγια του καπιταλισµού. Δεν είναι «αυθεντικές» σχέσεις τις οποίες ο καπιταλισµός εκ των υστέρων ιδιοποιείται. Οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν γίνονται λιγότερο καπιταλιστικές αντικαθιστώντας το χρήµα µε κάτι άλλο, που ούτως ή άλλως καταλήγει αναγκαστικά και πάλι να είναι χρήµα.[2] Η κατάργηση του χρήµατος ως διαµεσολάβησης των σχέσεων παραγωγής δεν µπορεί να συµβεί χωρίς την κατάργηση όλων των άλλων διαµεσολαβήσεων που συντηρούν και συντηρούνται από το χρήµα, παντού σε όλη την κοινωνία και όχι µόνο τοπικά.

Τα κοινωνικά εγχειρήµατα που προτάσσουν τη χαριστικότητα επίσης αντιµετωπίζουν όρια που τίθενται από την ίδια τη φύση της δραστηριότητάς τους, στην προσπάθειά τους να παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες από τις οποίες το κράτος έχει αποσυρθεί. Τα εγχειρήµατα αυτά είναι ταυτόχρονα συµπτωµατικά της κρίσης και απαραίτητα για την επιβίωση εντός της. Περιλαµβάνουν  από κουζίνες που προσφέρουν δωρεάν φαγητό σε άστεγους,  ανταλλακτικά παζάρια ρούχων και «κοινωνικά παντοπωλεία», µέχρι νηπιαγωγεία και δωρεάν µαθήµατα για παιδιά. Τα παραπάνω οργανώνονται τόσο από πολιτικές οµάδες όσο και αυθόρµητα.Το ζήτηµα της περίθαλψης  είναι ενδιαφέρουσα περίπτωση, καθώς υπάρχουν αυτο-οργανωµένα ιατρεία σε αρκετές πόλεις. Τα ιατρεία αυτά τα λειτουργούν εργαζόµενοι στον τοµέα της υγείας που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους δωρεάν, και όλοι οι χώροι, ο εξοπλισµός και τα φάρµακα προέρχονται  από δωρεές αλληλέγγυων.[3] Αποτελούν κοµµάτι των αγώνων των εργαζοµένων στον χώρο της υγείας και του αγώνα για καθολική δωρεάν περίθαλψη, και επιχειρούν την αποεµπορευµατοποίησή  της στην πράξη. Ωστόσο, η αντίφαση που αντιµετωπίζουν αυτά τα εγχειρήµατα γίνεται τόσο περισσότερο εµφανής όσο η αρχή της αυτονοµίας (από το κράτος, τις ΜΚΟ, την εκκλησία ή ιδιωτικές εταιρίες) αναδύεται πιο δυναµικά εντός τους, έχοντας το πρόταγµα της αυτοδιαχείρισης  ως ορίζοντα. Τα κοινωνικά ιατρεία αλληλεγγύης εµπλέκονται σε µια δραστηριότητα  το ίδιο το περιεχόµενο της οποίας καθορίζεται από την ταξική σχέση: µια αναπαραγωγική λειτουργία που µέχρι πρόσφατα επιτελούσε το κράτος για τη συντήρηση της εργασιακής δύναµης, λειτουργία που πλέον δεν είναι διατεθειµένο να αναλάβει. Οι πρακτικές τους αντικειµενικά δεν µπορούν να αποφύγουν το ζήτηµα του τι είναι η ίδια η ιατρική γνώση, που σε τελική ανάλυση ορίζεται από την ύπαρξή της ως αναπόσπαστο κοµµάτι της αναπαραγωγής  της εργατικής δύναµης ως εργατικής δύναµης (καταλληλότητα για εργασία), και της παραγωγής των ιατρικών τεχνολογιών διαµέσου υπολογισµών κόστους και απόδοσης των επενδύσεων για τις βιοµηχανίες φαρµάκων και ιατρικού εξοπλισµού. H «υγεία», λοιπόν, ακόµα και στο στοιχειώδες επίπεδο στο οποίο περιορίζονται  τα κοινωνικά ιατρεία, δεν µπορεί, εξ ορισµού, να είναι «δωρεάν» και κάποια στιγµή θα έρθει ο καιρός που η οικονοµική ενίσχυση από τους συντρόφους δεν θα είναι αρκετή. Τότε, το πρόβληµα του να διατηρηθεί η αυτονοµία χάριν του αγώνα για την αυτοδιαχείριση εµφανίζεται διπλό: από τη µια πλευρά, η µη αποδοχή χορηγιών από εταιρίες, ΜΚΟ ή το κράτος, θα σηµαίνει ότι είναι αδύνατον να συνεχιστεί το εγχείρηµα,  κάτι που θα άφηνε χωρίς περίθαλψη αυτούς που δεν έχουν πρόσβαση στο σύστηµα υγείας. Από την άλλη, υπάρχει το ερώτηµα του αν η ίδια η προϋπόθεση των υπηρεσιών «υγείας» – η εργασία, ο καταµερισµός της και η αναπαραγωγή της, µε άλλα λόγια, η διαχείριση της ζωής µε σκοπό την παραγωγή – µπορεί πραγµατικά να αµφισβητηθεί µέσω του πολυπόθητου σχεδίου της αυτοδιαχείρισης.

Ενώ το πρώτο πρόβληµα συχνά αναγνωρίζεται ξεκάθαρα από όσους συµµετέχουν στα εγχειρήµατα αυτά, αυτό που θεωρούν ως την πιο ελπιδοφόρα πλευρά της δράσης τους είναι η δηµιουργία «αλληλέγγυων υποκειµένων» τα οποία συνδέουν άµεσα µε την εργατική αυτοδιαχείριση. Το όριο που πρέπει να ξεπεραστεί, εδώ, όµως, δεν βρίσκεται στο επίπεδο του υποκειµένου αλλά στις δυνατότητες των συγκεκριµένων πρακτικών. Η δωρεάν προσφορά υπηρεσιών υγείας µπορεί να είναι απαραίτητη υπό τις σηµερινές συνθήκες για την επιβίωση πολλών προλετάριων, αλλά δεν µπορεί να βάλει τέλος στη συστηµατική διαµεσολάβηση της «υγείας» από το χρήµα. Ακόµα και στο ιδανικό πλαίσιο µιας «αυτοδιαχειριζόµενης κοινωνίας», η «υγεία» δεν θα έπαυε να είναι εµπόρευµα, ακριβώς επειδή η ίδια η εµπορευµατική µορφή, η εργασία, ο καταµερισµός της και η µέτρηση της παραγωγικότητάς  της, δεν θα αµφισβητούνταν. Η «υγεία» λοιπόν θα συνέχιζε να βασίζεται στη συντήρηση της εργασιακής δύναµης µε τον πιο οικονοµικό τρόπο. Ίσως, αντίθετα, σε µια γενικευµένη  κατάσταση ρήξης, που θα ενέπλεκε ολόκληρη την κοινωνία, σε µια ολική σύγκρουση ενάντια στην τάξη του κεφαλαίου και το κράτος, όπου θα αµφισβητούνταν οι διαµεσολαβήσεις του χρήµατος και της ανταλλαγής, θα βλέπαµε µαζί και την αµφισβήτηση της ίδιας της «υγείας». Τότε, η αυτοοργάνωση των υπηρεσιών «υγείας» θα αναγκαζόταν να αντιµετωπίσει θέµατα όπως αυτά του καταµερισµού της εργασίας και των σχέσεων εξουσίας ανάµεσα σε γιατρούς και ασθενείς, τα οποία προϋποθέτουν καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Η γενίκευση και σύγκλιση τέτοιων ρήξεων, όµως, δεν είναι το ίδιο µε την εξάπλωση των αυτόνοµων χώρων, ή µε τον πολλαπλασιασµό και τη µεγέθυνση αυτών που συχνά αποκαλούνται «κοινά».[4] Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η µορφή της αυτόνοµης οργάνωσης  είναι πάντα µια κοινότητα τα µέλη της οποίας έχουν κοινά συµφέροντα και κοινή ιδιοκτησία. Η ιδιοκτησία δεν καταργείται, αλλά απλώς ανήκει στην κοινότητα.  Αυτό που βρίσκεται εντός της πάντα ορίζεται από ό,τι βρίσκεται εκτός της και από τα όρια που τη χωρίζουν από αυτό. Από τη µια πλευρά, µια αυτόνοµη κοινότητα αντιµετωπίζει όλους τους κινδύνους του τοπικισµού, ακόµα και του εθνικισµού, ενώ από την άλλη, τα όρια που τη χωρίζουν από τον «καπιταλισµό» δεν είναι καθόλου στεγανά. Ο καπιταλισµός όχι µόνο δεν απειλείται ή διαρρηγνύεται από κοινότητες που βασίζονται στη χαριστικότητα, αλλά είναι προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιων κοινοτήτων, οι οποίες αναπόφευκτα εξαρτώνται από την εµπορευµατική παραγωγή και την ανταλλαγή για την επιβίωσή τους (εκτός αν πρόκειται για πρωτογονιστικές κοµµούνες). Η ίδια η πρακτική της χαριστικότητας δεν έχει κάποιο ουσιαστικό νόηµα ανεξάρτητα από το τι είναι αυτό που µοιράζεται κανείς και υπόποιες συνθήκες. Σε ατοµικό επίπεδο, η πρακτική αυτή θα µπορούσε ίσως να παρακάµψει το χρήµα, αλλά δεν το αποκλείει εξ ορισµού – η χαριστικότητα µπορεί κάλλιστα να είναι χαρακτηριστικό φιλικών σχέσεων αλλά και συστατικό στοιχείο της καπιταλιστικής παραγωγής.

Αυτές οι αντιφάσεις της κοινότητας και της ιδιοκτησίας είναι πλέον εµφανείς σε εγχειρήµατα που στοχεύουν στην «απελευθέρωση» δηµοσίων χώρων, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Αν ένα κατειληµµένο πάρκο, που έχει φυτευτεί µε µεράκι µε την ελπίδα να γίνει καταφύγιο αλληλέγγυας δραστηριότητας µέσα στη ζούγκλα της πόλης είναι ταυτόχρονα και δηµόσιος χώρος όσο και κάθε άλλος µέσα στην πόλη, αναπόφευκτα θα είναι και τόπος των ίδιων κοινωνικών αντιφάσεων. Έτσι, λίγες επιλογές αποµένουν για να διατηρηθεί ακέραιος αυτός που οι οργανωτές του θεωρούν ότι θα έπρεπε να είναι ο χαρακτήρας του, πέρα από την αστυνόµευση τελικά του χώρου. Όντως, αρκετοί από αυτούς που επιθυµούν την υπεράσπιση αυτών των χώρων τους αστυνοµεύουν από ναρκοµανείς και βαποράκια –που τυγχάνει να είναι συνήθως µετανάστες– και οι συγκρούσεις µεταξύ τους στο δρόµο δεν είναι σπάνιες.

Continue reading

Προλεταριακή αστυνομία: Η περίπτωση του Μεξικό και της Βενεζουέλας

Στο Μεξικό:

[youtube]https://www.youtube.com/watch?v=8XiSnCt9fDc[/youtube]

Στη Βενεζουέλα:

[youtube]https://www.youtube.com/watch?v=H5KMgC70diE[/youtube]

Στο κείμενο Η ιστορική παραγωγή της επανάστασης της τρέχουσας περιόδου, που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2010 στο περιοδικό blaumachen υπήρχε η ακόλουθη εκτίμηση:

“Η αύξηση του τμήματος της τάξης που δεν έχει πρόσβαση σε επίσημη απασχόληση μόνιμα ή για πολύ μεγάλα διαστήματα και η διάχυση του φαινομένου και σε μεγαλύτερες ηλικίες θα σημάνει αύξηση της «εγκληματικότητας», με πιο πιθανή απάντηση του κράτους την γκετοποίηση-αποκλεισμό ολόκληρων περιοχών μέσα στους αστικούς πολεοδομικούς σχηματισμούς. Η τάση δημιουργίας gated communities, δηλαδή φυλασσόμενων περιοχών κατοικιών, νησίδων ασφαλείας μέσα σε μια θάλασσα περιοχών κατοικιών χωρίς επαρκείς υποδομές θα γίνει ακόμη πιο ισχυρή. Η κατοικία, για μέρος του πληθυσμού, θα υπαχθεί σταδιακά στη σφαίρα της ανεπίσημης οικονομίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η αύξηση της βίας σε μοριακό επίπεδο και η ανάληψη της επιβολής του νόμου και της τάξης από μικρομαφίες κάθε τύπου, που θα βρίσκονται σε συνεννόηση με το κράτος ή υπό την ανοχή του, θα θέτουν ολοένα και περισσότερο την ύπαρξη του ελεύθερου εργάτη ως τέτοιου σε κρίση”.

Η πραγματικότητα δείχνει ότι η υπεράσπιση του ταξικού ανήκειν περνάει και μέσα από την ανάληψη της διατήρησης της τάξης από μέρος του προλεταριάτου, ενάντια στην έλλειψη αστυνόμευσης από το κράτος. Η αυτοδιαχείριση της καταστολής, η παραγωγή της καταστολής ως αυτοπροστασίας αποτελεί άλλη μια ένδειξη της σύγχρονης αντίφασης ανάμεσα στη διεκδίκηση της υπεράσπισης της (καπιταλιστικής) κοινωνίας και της κατάργησης αυτής της κοινωνίας, της επανάστασης, της κομμουνιστικοποίησης.

 

Μανιφέστο TAHRIR International Collective Network

 

483484_553622717991987_478885486_n

Υπό το φως του επαναστατικού ξυπνήματος της βορείου αφρικής και των χωρών της μέσης ανατολής και του διογκούμενου κύματος διεκδικήσεων στην ευρώπη, είναι απαραίτητο να μην κινούνται αυτά τα κινήματα απλώς παράλληλα αλλά και να μπορούν να αλληλοϋποστηρίζονται.

Δυστυχώς η εικόνα των μίντια για τις ισλαμικές χώρες στην ευρώπη και ο ευρωπαϊκός υλισμός σε μουσουλμανικές περιοχές δεν επηρεάζουν μόνο την στερεότυπη εικόνα της πλειοψηφίας της κοινωνίας αλλά και τους αντιαυταρχικούς κύκλους.

Γιαυτό και είναι απαραίτητο για τα κινήματα να γνωριστούν, να βρούνε σημεία επαφής, να καταλάβουν και να σεβαστούν τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες. Είναι σημαντικό γιατί τελικά αυτά τα δύο κινήματα αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις: την εφαρμογή της ελεύθερης οικονομίας και την απειλή της άκρας δεξιάς χριστιανικής ή ισλαμικής.

Ακόμη έχουν παρόμοιους στόχους: την πάλη για μια ελεύθερη και αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία, βασισμένη στην ανεκτικότητα, την ισότητα και την ανοιχτότητα, μια κοινωνία στην οποία το κοινωνικό ενδιαφέρον τοποθετείται πάνω από το εμπορικό.

Είναι αυτοί οι κοινοί στόχοι που προκαλούν το φόβο στους εξουσιαστές κ’ αυτός είναι ο λόγος που τεχνητά προκαλούν την σύγκρουση πολιτισμών.

Εξαρτάται από εμάς το αν σε αυτή τη στροφή του κοινωνικού ξεσηκωμού, αυτή η σύγκρουση θα γίνει πραγματική ή αν θα ξεκινήσουμε έναν αγώνα για μια κοινή κοινωνία.

Μέσω αυτού του δικτύου θέλουμε να δημιουργήσουμε μια πλατφόρμα για συζητήσεις, για να παρουσιάζουμε τα ζητήματα του αγώνα με τις τοπικές συνθήκες και τις διαφορές τους. Για να παρουσιάζουμε και να εξηγούμε δράσεις που αναλαμβάνουμε καθώς και να διοργανώνουμε κοινές δραστηριότητες στο μέλλον.

Υπάρχει ένας κόσμος κ’ ένας αγώνας.

Μη σας κοροϊδεύουν: Η θρησκευτική δικτατορία αντικαταστάθηκε από στρατιωτική δικτατορία

αναδημοσίευση από menasolidarity (η έμφαση σε κάποια σημεία δική μας)


fatma_ramadan_hossam

Al-Sisi’s “Permission” is a Deadly Poison

My comrades, the workers of Egypt are struggling for their rights and for a better Egypt. Egypt’s workers dream of freedom and social justice, they dream of work at a time when thieves who are called businessmen close down factories to pocket billions. Egypt’s workers dream of fair wages under the rule of a governments that are only interested in promoting investment at the expense of workers and their rights, and even their lives. Egypt’s workers dream of a better life for their children. They dream of medicine when they are sick, but they do not find it. They dream of four walls in which they can take shelter.

Since before the 25th of January and you have been demanding your rights, and your strikes and demonstrations for the same unanswered demands continued after Mubarak’s overthrow. Both the Muslim Brotherhood and the military have negotiated left, right and centre, not once having in mind your demands and rights. All they have in mind is how to put out the sparks you have lit with your struggle in times of darkness, even these sparks all burned in isolation from each other.

Did not the military forcibly end your strikes in Suez, Cairo, Fayyoum, and all over Egypt ? Did not the military arrest many of you and subject you to military trials just for practising your right to organize, strike, and protest peacefully? Have they not adamantly worked to criminalize this right through legislation banning all Egyptians from organizing peaceful protests, strikes, and sit-ins?

Then came Mursi and the Muslim Brotherhood, who followed in Mubarak’s footsteps with dismissals, arrests, and smashing strikes by force. It was Mursi who sent police dogs against workers at Titan Cement in Alexandria, acting through the Minister of the Interior and his men. The same police and army officers who are right now being carried shoulder-high are killers, the killers of honest, young Egyptians. They are the authorities’ weapon against us all – and always will remain so unless these institutions are cleansed.

The leaders of the Muslim Brotherhood are planning crimes against Egyptian people on a daily basis, which have caused the killing of innocent people, while the army and the police are facing these with brutal violence and murder. But let each of us remember, when do the army and police intervene? They intervene long after clashes have begun and are almost coming to an end, after blood has been spilled. Ask yourselves, why don’t they prevent these crimes committed by the Muslim Brotherhood against the Egyptian people before they start? Ask yourselves, in whose interest is this continuation of fighting and blood-letting? It is in the interest of both the leadership of the Muslim Brotherhood and the military together. Just as the poor are cannon-fodder for wars between states, Egypt’s poor, workers and peasants, are fuel for internal war and conflict. Has not the doorman’s innocent son been killed in Mokattam, and in Giza as well?

Continue reading

Where Were the Egyptian Workers in the June 2013 People’s Coup Revolution?

ScreenShot2013-07-22at2.49.08PM

[…]Nevertheless, EFITU has already announced that its members are ready to work day and night for Egypt and to support its new interim government. According to its statement, EFITU members fully support the road map and workers and peasants are at the service of the new government: “They are the heroes of the strikes against the two previous governments and now they will be the heroes of hard work and production for the nation. They only want in return to feel like human beings and not second class citizens.”[…]

Αναδημοσίευση από jadaliyya, η έμφαση σε ορισμένα σημεία δική μας. Ενδιαφέρον άρθρο για την πρόσφατη ιστορία του συνδικαλισμού στην Αίγυπτο, και το ρόλο των ανεξάρτητων συνδικάτων που φαίνεται στην παράγραφο που παραθέσαμε πιο πάνω.

“We started the 2011 revolution and the rest of Egypt followed,” is a statement Egyptian workers make with great conviction when discussing the movement for change in their country. Accordingly, in order to continue what began in January 2011, the masses of workers were out yet again in the streets and squares of Egypt before and on 30 June, and in the ensuing days until former president Mohamed Morsi’s removal from office on 3 July. This might seem surprising, given that there were no signs or banners on 30 June indicating workers’ participation. In fact, this was based on a prior agreement among the organizers of the protest, the youth-led Tamarod Campaign. Protesters were to hold up only the Egyptian flag, in addition to homemade signs, but not organizational insignia. So you did not see workers marching under the banner of their union or profession on 30 June. Yet the workers were out in droves in every city and town in Egypt protesting as an integral part of the June 2013 people’s coup revolution. In certain industrial towns such as al-Mahalla al-Kubra, the Tenth of Ramadan and Sadat cities – they were the majority, and leading the marches.

Continue reading

Κολομβία: ταραχές στην απεργία ανθρακωρύχων

[youtube]https://www.youtube.com/watch?v=xPOSK2klAl0[/youtube]

 

Απεργία για υπεράσπιση συνεταιριστικής δραστηριότητας (δες πιο κάτω απόσπασμα από Ριζοσπάστη).
Riot police were deployed as angry miners set fire to equipment and barricaded roads in Valle Del Cauca. Colombia’s President Juan Manuel Santos declared he would not tolerate the closure of a single highway in the country while calling for dialogue to end the conflict.

[Juan Manuel Santos, Colombian President]:
“I want to tell the miners, I will happily hold talks with you as will my administration. If you want to strike, go ahead, this government respects social protest. I will not allow and I reiterated it this morning to the defence minister, to the generals of the police and the army: these strikes may not block any road whatsoever.”

With the demonstration spreading to other mining areas of the country, protesters say they will stay put until their demands are heard.

[Alvaro Torres, Protester]:
“We are here indefinitely because they have to listen to us and they have to send someone to talk with us. We are willing to hold talks, not pridefully like the President, since he has his meals guaranteed and we don’t.”

Κατά το Ριζοσπάστη βέβαια, οι εργάτες μόνο αμύνονται:

Κινητοποιήσεις διαρκείας ξεκίνησαν από την Τετάρτη οι ανθρακωρύχοι σε μικρά ορυχεία στην Κολομβία σε 80 πόλεις σε 13 επαρχίες της χώρας, διεκδικώντας να κατοχυρώσουν το δικαίωμα να μπορούν να ζουν από αυτό το παραδοσιακό επάγγελμα που ασκούν εδώ και γενιές. Φυσικά αυτοί οι μικροί ανθρακωρύχοι που φτιάχνουν συνεταιρισμούς μπαίνουν στο στόχαστρο της αστικής κυβέρνησης που θέλει να εξασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο του τεράστιου ορυκτού πλούτου για τα πολυεθνικά μονοπώλια (yeah!). Ετσι οι εργαζόμενοι αυτοί δέχτηκαν την επίθεση των κρατικών δυνάμεων καταστολής με χημικά και δακρυγόνα στα περίχωρα της πόλης Ιρα στην επαρχία της Ρισαράλντας. Οπως καταγγέλλουν οι διοργανωτές της κινητοποίησης, δύο άνθρωποι που συμπαραστέκονταν στους διαδηλωτές μια 70χρονη νοικοκυρά και ένας 56χρονος μικρέμπορος, πέθαναν στο νοσοκομείο που είχαν διακομιστεί με αναπνευστικά προβλήματα από τα χημικά που δέχτηκαν.

«Η ακαταμάχητη γοητεία της Δημοκρατίας»: Σημειώσεις για μια λέξη που δεν λέει να μας αφήσει

98

«Αυτά από μένα για σένα, Ω Δημοκρατία, για να σε υπηρετήσω κυρά μου!

Για σένα, για σένα κελαηδώ αυτά τα τραγούδια»

– Walt Whitman, ‘For You O Democracy’

 

του συντρόφου Γ.Σ.

Ο (όψιμος υποστηρικτής του ΣΥΡΙΖΑ) Σλάβοϊ Ζίζεκ σε ένα παλιότερο κείμενό του είχε διερωτηθεί κατά πόσον η δημοκρατία, λαμβάνοντας υπόψη τις χρήσεις που τις επιφυλάχτηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, έχει γίνει ένας όρος άχρηστος που ίσως θα έπρεπε να αφεθεί στον «εχθρό» να τoν κάνει ό,τι θέλει. Η ερώτηση του Ζίζεκ δια-τυπώθηκε σε μια ιστορική συγκυρία όπου η δημοκρατία ήταν το απόλυτο φετίχ. Πολύ παραπάνω από το να δηλώνει μια μορφή διακυβέρνησης, η Δημοκρατία ήταν ο δρόμος που όλα τα κράτη οφείλουν να διαβούν και ο προορισμός που πρέπει να φτάσουν, μια θέση που ουσιαστικά εξύψωνε τη δημοκρατία πάνω από την ιστορία (παρόλο που παραγόταν ιστορικά μέσω της διαδικασίας του «εκδημοκρατισμού») άρα και υπεράνω κάθε κριτικής. Φυσικά αναγνωρίζονταν «ατέλειες» στα υπάρχοντα δημοκρατικά πολιτεύματα, αλλά η Δημοκρατία καθαυτή δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί παρά επί κινδύνου οπισθοδρόμησης σε κάποιον τύπο ολοκληρωτισμού· ο μόνος ορθός δρόμος ήταν η σταδιακή βελτίωση, ένα εξελικτικό σχήμα με το οποίο ο κυρίαρχος λόγος δεν πρόβαλε μόνο την εικόνα του στο μέλλον αλλά συγχρόνως αποκήρυσσε και τις επαναστατικές «υπερβολές» του παρελθόντος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επίσης, απονομιμοποιείτο οποιαδήποτε πρακτική δεν ενσωματωνόταν στο θεσμικό δίκτυο των φιλελεύθερων δημοκρατιών και επομένως νομιμοποιούνταν στρατιωτικο-αστυνομικές επεμβάσεις σε περιπτώσεις όπου η δημοκρατική τάξη, της οποίας ο ορίζοντας είχε γίνει παγκόσμιος, απειλείτο.

Παρ’ όλες φυσικά τις θριαμβολογίες περί του «τέλους της ιστορίας», ούτε η κριτική ούτε η αντίσταση εξέλειψαν, και πώς θα μπορούσαν άλλωστε ενόσω το κεφάλαιο στην αέναη διαδικασία αυτο-αύξησής του συνέχιζε να παράγει εκμετάλλευση, ανισότητες, πολέμους, λεηλασία, καταστροφές, εν ολίγοις μια πραγματικότητα που ελάχιστα δικαιολογούσε τους φιλελευθέρους πανηγυρικούς. Όμως, με την εξαίρεση κάποιων μικρών ριζοσπαστικών κύκλων, οι αγώνες που έρχονταν από τα κάτω αντιμετώπιζαν τη δημοκρατία όχι ως μέρος του προβλήματος αλλά ως λύση και ιδανικό· τουτέστιν, η δημοκρατία δεν λειτουργούσε μόνο ως φετίχ ενός συστήματος κυριαρχίας και εκμετάλλευσης αλλά και ως η σημαίνουσα αρχή λόγων και πρακτικών χειραφέτησης. Η περίοδος της απόλυτης ηγεμονίας της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι και η περίοδος του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού, όπου η φιγούρα του πολίτη έχει αντικαταστήσει την αντίστοιχη του εργάτη ως του κατεξοχήν υποκειμένου χειραφέτησης.[i] Έτσι, όπως στον επίσημο λόγο της πολιτικής επιστήμης κυριαρχούσε η έννοια του εκδημοκρατισμού, στον κριτικό-ριζοσπαστικό λόγο συνεχώς ετίθετο το ζήτημα μιας βέλτιστης -ή βελτιωμένης– δημοκρατικής μορφής, η οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα περιλαμβάνει συμμετοχικές δομές όπου τα άτομα, ως «ενεργοί πολίτες», θα έχουν λόγο στα κοινά.

Όλα αυτά προ κρίσης. Και τώρα; Αναμφίβολα κάτι έχει αλλάξει. Η τρέχουσα κρίση έχει κινητοποιήσει πολιτικές μορφές έκτακτης ανάγκης προς επιβολή των όρων διασφάλισης της κερδοφορίας του κεφαλαίου και γενικότερα της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, εκκινώντας φυσικά από τη σχέση κεφάλαιο-εργασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε «χούντα», αφού στην Ελλάδα όπως και αλλού η διαχείριση της κρίσης γίνεται ως επί το πλείστον από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις. Σε τελική ανάλυση, το σχήμα της «εκτροπής» παραβλέπει το γεγονός ότι η μετάβαση σε μια «μεταδημοκρατική» πολιτειακή τάξη που έχει τον χαρακτήρα τεχνοκρατικής ολιγαρχίας συντελείται εδώ και πολλά χρόνια εντός της δημοκρατικής μορφής. Υπάρχει όμως σαφέστατα μια κλιμακούμενη τάση αυταρχικοποίησης της κρατικής δομής, όχι μόνο στο επίπεδο της καταστολής αλλά εν γένει ως προς τον τρόπο διακυβέρνησης και διαχείρισης. Ειδικά σε κάποιες περιπτώσεις δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι δεν κρατούνται ούτε τα προσχήματα. Μάλιστα, δειλά-δειλά, όλο και περισσότερες «επίσημες φωνές» ψιθυρίζουν ότι η δημοκρατία αποτελεί εμπόδιο για μια εύρυθμη και λειτουργική τάξη πραγμάτων, είτε αυτή αφορά την περιλάλητη ανάπτυξη είτε πιο συγκεκριμένα πράγματα όπως μια διεθνή αθλητική διοργάνωση.

Αναμενόμενο είναι λοιπόν αυτή η διαδικασία -ειδικά σε κράτη όπως το ελληνικό όπου η αναδιάρθρωση και οι πολιτικές λιτότητας και υποτίμησης που άπτονται αυτής έχουν προσλάβει μια ιδιαίτερα βίαιη μορφή- να έχει επιφέρει σοβαρούς τριγμούς στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, μια κρίση νομιμοποίησης θεσμών όπως τα πολιτικά κόμματα και μια απαξίωση άλλων θεσμών όπως το κοινοβούλιο. Κι όμως, η κριτική της δημοκρατίας παραμένει ένα «minority report» αφού όχι μόνο η Κυριαρχία αλλά και ένα σημαντικό κομμάτι του τρέχοντος κύκλου αγώνων συνεχίζουν να μιλάνε τη γλώσσα της δημοκρατίας. Αυτό ισχύει ξεκάθαρα για αγώνες όπως τα «κινήματα των πλατειών» και η «Αραβική Άνοιξη» όπου η δημοκρατία ετέθη ρητά ως διεκδίκηση και πρόταγμα. Αλλά ισχύει και για εξεγέρσεις όπως στην Τουρκία και τη Βραζιλία όπου οι γενικευμένες ταραχές είχαν ως αφετηρία μια κυβερνητική απόφαση η οποία θεωρήθηκε ότι ήταν «αντιδημοκρατική». Έτσι, παρ’ όλες τις σημαντικότατες διαφορές μεταξύ τους, σε όλους αυτούς τους αγώνες τα δεινά και τα προβλήματα που ωθούν το πλήθος στο δρόμο δεν αποδίδονται στη δημοκρατία αλλά σε ένα έλλειμμα δημοκρατίας, θέτοντας ρητά ή υπόρρητα το αίτημα για  «περισσότερη» και «καλύτερη» δημοκρατία.

Η ερώτηση που οφείλει να απαντηθεί, ή τουλάχιστον να τεθεί, είναι προς τι αυτός ο επίμονος χαρακτήρας; Γιατί ενόσω οι δημοκρατίες ανά την υφήλιο θωρακίζονται απέναντί τους, οι αντιστάσεις συνεχίζουν να εγκαλούν τη Δημοκρατία ως επίδικο και θετικό ορίζοντά τους;

Continue reading

#taharrush Sexual Violence in Egypt: Myths and Realities

egypt_3-333af

Αναδημοσίευση από jadaliyya

Last September, sixteen-year-old Eman Mustafa was walking with a friend in the village of Arab Al Kablatin Assiut, when a man groped her breasts. She turned to face him and spat in his face. He shot her dead with an automatic rifle as a price for her bravery. Mustafa’s death was an eye-opener call to those who claim that sexual violence is an urban issue. Thanks to human rights organizations and activist groups, Eman’s killer was sentenced to life imprisonment in June 2013.

Violence against women across historical, cultural, and national divides continues to be a socially accepted practice, if not a norm. In the realms of both policy and social awareness, we have collectively failed to tackle this issue with serious rigor. As a result, we seem to be witnessing an increase in sexual violence and brutality.

In Egypt, sexual harassment is widespread and touches the lives of the majority of women whether on the streets, in public transportation, or at the work place, the super market, or political protests. It is true that sexual harassment still lacks a unified definition, but it is not difficult to identify unwelcome verbal or physical sexual violation. Many Egyptians, women included, are unclear as to what constitutes sexual harassment. Others sadly, do not think it is a problem. One thing is clear though, and that is the actions of the various governments of the last thirty years have been limited to statements of regret and unmet promises.

The word taharrush (harassment) is a relatively new term in the daily lexicon. Until recently, sexual harassment was referred to as mu‘aksa (flirtation). That term alone reveals the multiple layers of denial, misogyny, and violence Egyptians must confront in tackling sexual harassment. In addition to rape and physical assault we must equally tackle name-calling, groping, and the barraging of women with sexual invitations. All of these acts normalize violence and hatred against women and they must become socially unacceptable.

Even though, for example, Eman Mustafa was a veiled villager, one key argument in the victim-blaming that is salient in our everyday narratives is the common and vulgar perception that sexual harassment occurs when women dress “provocatively.”  In fact, the only thing that Egyptians who face sexual harassment have in common is that over ninety-nine percent of them are females.

Over the last decade, Egyptians have been working intensively on spreading both social and legal awareness on sexual violence and harassment. In 2005, the Egyptian Center for Women’s rights launched its “Safe Streets for Everyone” initiative to combat sexual harassment. In 2008, more than sixteen human rights organizations and independent groups formed the “Task Force Against Sexual Violence.” In 2010, that Task Force released its own bill to amend Penal Code provisions on sexual violence. That year too, the volunteer-based initiative Harassmap established a free software method to receive anonymous SMS reporting that it would process into a mapping system. Harassmap’s mission was to render sexual harassment socially unacceptable.

Over the past two years, activists have formed many other independent movements and online groups that raise awareness, empower women to stand up against gender-based violence and speak out by sharing testimonies and ideas to combat sexual harassment, and in some cases, expose the perpetrators. After Eman Mustafa’s death last September, anti-sexual harassment protests were held at Assiut University to condemn the murder of a girl who fought for her bodily rights.

Women who have suffered from sexual harassment are usually reluctant to tell their stories, fearing reprisals and the dreaded label of the agitators. Nevertheless, if there is any noticeable progress in fighting sexual harassment in Egypt, it would be the rise in the number of women who are speaking up about their experiences and filing reports against their offenders. Another important development has been the formation of independent volunteer-based groups who fight sexual violence on the ground across the nation. In 2010, Harassmap received requests to expand their campaign to Alexandria, Daqahliya, and Minya. This year, Harassmap has expanded to sixteen governorates other than Cairo. With the help of more than 700 volunteers nationwide, Harassmap is reaching out to rural communities to end social acceptability of sexual harassment.

In June 2008, Noha al-Ostaz experienced a form of sexual violence on a Cairo street. She was confident that ignoring the behavior of the offender was ineffective. With the help of a friend and a bystander, Al-Ostaz managed to take the offender to a police station and file charges against him. Three months later, and for the first time in Egypt, the offender was sentenced to three years in prison on charges of sexual assault. Al-Ostaz paved the way for other women to stand up for their rights. Her action has encouraged several to pursue harassment charges against assailants.

Continue reading