11 Αυγούστου 1965: Η εξέγερση στο Γουάτς, Λος Άντζελες

 

Η παρακμή και η πτώση της θεαματικής-εμπορευματικής οικονομίας

Από τις 11 ως τις 16 Αυγούστου του 1965 ο μαύρος πληθυσμός του Λος Άντζελες ξεσηκώθηκε. Ένα επεισόδιο ανάμεσα σε τροχονόμους και διαβάτες εξελίχθηκε σε αυθόρμητες συγκρούσεις δύο ημερών. Οι αυξανόμενες ενισχύσεις των δυνάμεων της τάξης δεν κατόρθωσαν να ξαναπάρουν τον έλεγχο του δρόμου. Την Τρίτη ημέρα οι μαύροι πήραν όπλα λεηλατώντας τα γύρω οπλοπωλεία κι έτσι μπορούσαν να πυροβολούν ακόμα και τα ελικόπτερα της αστυνομίας. Χιλιάδες στρατιώτες και αστυνομικοί -η στρατιωτική δύναμη μιας μεραρχίας πεζικού με την υποστήριξη αρμάτων μάχης- χρειάστηκε τελικά να ριχτούν στη μάχη για να περιορίσουν την εξέγερση μέσα στη συνοικία Γουάτς (Watts)και τέλος να την ελέγξουν έπειτα από οδομαχίες πολλών ημερών. Οι εξεγερμένοι επιδόθηκαν στη γενικευμένη λεηλασία και τον εμπρησμό καταστημάτων. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, υπήρξαν 32 νεκροί, από τους οποίους 27 μαύροι, πάνω από 800 τραυματίες και 3000 συλλήψεις.

Οι αντιδράσεις, απ’ όπου κι αν προέρχονταν, απέκτησαν εκείνη τη σαφήνεια που μόνο το επαναστατικό γεγονός -όντας το ίδιο μια έμπρακτη αποσαφήνιση των υπαρχόντων προβλημάτων- έχει πάντοτε το προνόμιο να προσδίδει στις διάφορες αποχρώσεις της σκέψης των αντιπάλων του. Ο αρχηγός της αστυνομίας Γουίλιαμ Πάρκερ αρνήθηκε κάθε μεσολάβηση που του πρότειναν οι μεγάλες οργανώσεις των μαύρων, δηλώνοντας πολύ σωστά ότι «αυτοί οι εξεγερμένοι δεν έχουν αρχηγούς». Και βέβαια, αφού οι μαύροι δεν είχαν πια αρχηγούς, είχε έρθει η στιγμή της αλήθειας για κάθε στρατόπεδο. Τί είχε άλλωστε να πει αυτή τη στιγμή ένας απ’ αυτούς τους άνεργους πια αρχηγούς, ο Ρόυ Γουίλκινς, γενικός γραμματέας της Εθνικής Ένωσης για την Προώθηση του Έγχρωμου Πληθυσμού (NAACP) δήλωνε ότι οι εξεγερμένοι «έπρεπε να κατασταλούν με κάθε αναγκαία δύναμη». Κι ο καρδινάλιος του Λος Άντζελες, Μακ Ιντάιρ, που διαμαρτυρόταν έντονα, δεν διαμαρτυρόταν για τη βιαιότητα της καταστολής, όπως θα περίμενε κανείς τώρα που η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εκσυγχρονίζει την εικόνα της. Αντίθετα, διαμαρτυρόταν αναστατωμένος για «μια προσχεδιασμένη εξέγερση εναντίον των δικαιωμάτων του πλησίον, εναντίον του σεβασμού του νόμου και της διατήρησης της τάξης» και καλούσε τους καθολικούς να αντιταχτούν στη λεηλασία, σ’ «αυτές τις χωρίς προφανή αιτία βιαιότητες». Όσοι πάλι κατάφεραν να δουν τα «προφανή αίτια» της οργής των μαύρων του Λος Άντζελες -χωρίς όμως να βλέπουν το πραγματικό αίτιο-, όλοι αυτοί οι ιδεολόγοι κι οι «εκπρόσωποι» της ανύπαρκτης παγκόσμιας Αριστεράς, θρήνησαν για την ανευθυνότητα, την αταξία, τη λεηλασία και κυρίως το γεγονός ότι λεηλατήθηκαν πρώτα τα καταστήματα οινοπνευματωδών και όπλων∙ κι έκλαψαν για τις 2000 καταμετρημένες εστίες πυρκαγιάς, με τις οποίες οι μαύροι του Γουάτς φώτισαν τη μάχη τους και τη γιορτή τους.

Ποιος λοιπόν υπερασπίστηκε τους εξεγερμένους του Λος Άντζελες όπως πραγματικά το άξιζαν;Εμείς θα το κάνουμε. Ας αφήσουμε τους οικονομολόγους να κλαίνε για τα 27 εκατομμύρια χαμένα δολάρια, τους πολεοδόμους να οδύρονται πάνω στις στάχτες ενός από τα πιο ωραία τους σουπερμάρκετ και τον Μακ Ιντάιρ να θρηνεί το βοηθό σερίφη που σκοτώθηκε. Ας αφήσουμε τους κοινωνιολόγους να τραβάν τα μαλλιά τους με τον παραλογισμό και το μεθύσι αυτής της εξέγερσης. Ο ρόλος ενός επαναστατικού εντύπου είναι όχι μόνο να δώσει δίκιο στους εξεγερμένους του Λος Άντζελες, αλλά και να διασαφηνίσει τους λόγους της εξέγερσής τους, να εξηγήσει θεωρητικά την αλήθεια που αναζητά η πράξη τους.

Στο Μήνυμα προς τους επαναστάτες της Αλγερίας και όλων των χωρών -που δημοσιεύτηκε στο Αλγέρι τον Ιούλιο του 1965 μετά το πραξικόπημα του Μπουμεντιέν κι εξέθετε στους αλγερινούς και στους επαναστάτες όλου του κόσμου την κατάσταση στην Αλγερία και στον υπόλοιπο κόσμο ως σύνολο– οι καταστασιακοί αναφέρθηκαν ανάμεσα στα παραδείγματά τους και στο κίνημα των αμερικάνων μαύρων που «αν καταφέρει να εκδηλωθεί με αποφασιστικότητα» θα ξεσκεπάσει τις αντιφάσεις του πιο προηγμένου καπιταλισμού. Πέντε εβδομάδες αργότερα αυτή η αποφασιστικότητα εκδηλώθηκε στους δρόμους. Η θεωρητική κριτική των πιο μοντέρνων εκδηλώσεων της σύγχρονης κοινωνίας και η έμπρακτη κριτική αυτής της κοινωνίας υπάρχουν κιόλας. Εξακολουθούν να είναι διαχωρισμένες, αλλά είναι σίγουρο πως έχουν προχωρήσει προς τις ίδιες πραγματικότητες και μιλούν για το ίδιο πράγμα. Αυτές οι δύο κριτικές εξηγούνται αμοιβαία και δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τη μία χωρίς να εξηγήσουμε την άλλη. Η θεωρία της «επιβίωσης» και του «θεάματος» διαφωτίζεται κι επαληθεύεται από αυτές τις πράξεις που η αμερικάνικη ψευδής συνείδηση δεν μπορεί να εξηγήσει. Και κάποια μέρα θα φωτίσει με τη σειρά της αυτές τις πράξεις.

Μέχρι σήμερα, οι διαδηλώσεις των μαύρων για τα «δικαιώματα του πολίτη» είχαν συγκρατηθεί από τους αρχηγούς τους σε μια νομιμότητα, που ανεχόταν τις χειρότερες βιαιότητες των δυνάμεων της τάξης και των ρατσιστών (όπως για παράδειγμα τον περασμένο Μάρτιο στην Αλαμπάμα κατά τη διάρκεια της πορείας στο Μοντγκόμερι). Ακόμα και μετά απ’ αυτό το σκάνδαλο, μια διακριτική συνεννόηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, του κυβερνήτη Γουάλας και του πάστορα Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, είχε οδηγήσει τους διαδηλωτές της Σέλμα, στις 10 Μαρτίου, να υποχωρήσουν μπροστά στην πρώτη πρόσκληση των αρχών να διαλυθούν, με αξιοπρέπεια και προσευχές! Η σύγκρουση που περίμενε τότε το πλήθος δεν ήταν παρά το θέαμα μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης. Την ίδια στιγμή, η μη βία είχε φτάσει το γελοίο όριο του θάρρους της: να εκτίθεσαι στα χτυπήματα του εχθρού και να ανυψώνεις έπειτα το ηθικό σου μεγαλείο, ώστε να του στερήσεις την αναγκαιότητα να ξαναχρησιμοποιήσει τη δύναμή του. Αλλά το βασικό δεδομένο είναι ότι το κίνημα για τα δικαιώματα του πολίτη, χρησιμοποιώντας νόμιμα μέσα, δεν μπορούσε να θέσει παρά νομικά προβλήματα. Είναι λογικό να επικαλείσαι το νόμο σχετικά με νομικά ζητήματα. Το παράλογο είναι να ζητιανεύεις νόμιμα μπροστά στην προφανή παρανομία, λες κι αυτή η παρανομία είναι απλά ένας παραλογισμός που θα διαλυθεί μόλις τον δείξεις με το δάκτυλο. Είναι φανερό ότι η άγρια και κατάφωρη παρανομία, που ακόμα ασκείται σε βάρος των μαύρων σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ, έχει τις ρίζες της σε μια οικονομικοκοινωνική αντίφαση που δεν είναι της αρμοδιότητας των σημερινών νόμων. Είναι επίσης φανερό ότι κανένας μελλοντικός δικαστικός νόμος δε θα μπορέσει να τη θίξει στο παραμικρό ενάντια στους πιο θεμελιώδεις νόμους της κοινωνίας. Αυτό που οι αμερικάνοι μαύροι πραγματικά τολμούν να απαιτήσουν είναι το δικαίωμα να ζουν πραγματικά και σε τελική ανάλυση αυτό απαιτεί την ολοκληρωτική ανατροπή αυτής της κοινωνίας. Αυτό γίνεται όλο και πιο φανερό, καθώς οι μαύροι στην καθημερινή ζωή τους αναγκάζονται να χρησιμοποιούν όλο και πιο ανατρεπτικά μέσα. Το ζήτημα δεν είναι πλέον η κατάσταση των μαύρων της Αμερικής, αλλά η κατάσταση της Αμερικής, κάτι που απλά τυχαίνει να εκφράζεται αρχικά μεταξύ των μαύρων. Η εξέγερση του Γουάτς δεν ήταν μια φυλετική σύγκρουση: οι εξεγερμένοι δεν επιτέθηκαν στους λευκούς που βρέθηκαν στο δρόμο τους – χτύπησαν μόνο τους λευκούς αστυνομικούς. Άλλωστε, η μαύρη αλληλεγγύη δεν αφορούσε τους μαύρους καταστηματάρχες ούτε τους μαύρους αυτοκινητιστές. Ο ίδιος ο Λούθερ Κινγκ αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι τα όρια της ειδικότητας του είχαν ξεπεραστεί, δηλώνοντας τον Οκτώβριο στο Παρίσι ότι «οι συγκρούσεις δεν ήταν φυλετικές αλλά ταξικές».

Η εξέγερση στο Λος Άντζελες είναι μια εξέγερση ενάντια στο εμπόρευμα, ενάντια στον κόσμο του εμπορεύματος, στον οποίο οι εργάτες-καταναλωτές είναι ιεραρχικά υποταγμένοι στα μέτρα του εμπορεύματος. Όπως οι συμμορίες των νεαρών αλητών όλων των ανεπτυγμένων χωρών, αλλά πιο ριζικά καθώς είναι μέρος μιας τάξης που δεν έχει μέλλον, μια μερίδα του προλεταριάτου που δεν μπορεί να πιστέψει σε σημαντικές ευκαιρίες για κοινωνική άνοδο κι ενσωμάτωση, οι μαύροι του Λος Άντζελες παίρνουν κατά λέξη την προπαγάνδα του σύγχρονου καπιταλισμού, τη διαφήμιση της αφθονίας. Θέλουν ευθύς αμέσως όλα όσα τους δείχνουν και είναι διαθέσιμα με αφηρημένο τρόπο, επειδή θέλουν να τα χρησιμοποιήσουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο αμφισβητούν την ανταλλακτική αξία, την εμπορευματική πραγματικότητα που έχει προεπιλέξει τα πάντα και είναι το καλούπι, το κίνητρο και ο τελικός σκοπός. Κλέβοντας και χαρίζοντας ξαναβρίσκουν μια χρήση που διαψεύδει αυτομάτως τον καταπιεστικό ορθολογισμό του εμπορεύματος και ξεσκεπάζει τις σχέσεις του και την ίδια του την παραγωγή ως αυθαίρετες και μη αναγκαίες. Η λεηλασία στο Γουάτς εκδήλωνε την πιο άμεση πραγμάτωση του νόθου συνθήματος «στον καθένα σύμφωνα με τις ψευδείς ανάγκες του», τις ανάγκες που καθορίζει και παράγει αυτό το οικονομικό σύστημα, το οποίο απορρίπτει η ίδια η πράξη της λεηλασίας. Ωστόσο, οι αμερικανοί μαύροι παίρνουν αυτήν την αφθονία κατά λέξη, την αγγίζουν άμεσα και δεν την κυνηγούν αόριστα στον αγώνα δρόμου της αλλοτριωμένης εργασίας και των όλο και περισσότερο ανικανοποίητων κοινωνικών αναγκών. Γι’ αυτό και οι αληθινές ανθρώπινες ανάγκες εκδηλώνονται κιόλας μέσα στη γιορτή, στο παιχνίδι, στο καταστροφικό πότλατς. Ο άνθρωπος που καταστρέφει εμπορεύματα δείχνει την ανωτερότητα του ανθρώπου απέναντι στα εμπορεύματα. Δεν θα μένει πια σκλάβος των αυθαίρετων μορφών που παραμορφωμένα αντανακλούν τις πραγματικές ανάγκες του. Οι φλόγες του Γουάτς καταβρόχθισαν το σύστημα της κατανάλωσης. Τα μεγάλα ψυγεία που κλάπηκαν από ανθρώπους που στο σπίτι τους δεν έχουν ρεύμα ή τους το έχουν κόψει, είναι η καλύτερη εικόνα του ψέματος της αφθονίας που έγινε αλήθεια μέσα στο παιχνίδι. Οι άνθρωποι μπορούν ν’ ασκήσουν κριτική και να μεταμορφώσουν το εμπόρευμα, όποια συγκεκριμένη μορφή κι αν έχει αυτό, μόλις πάψουν να το αγοράζουν. Μόνον όταν το πληρώνουν με χρήμα μόνο τότε το σέβονται σαν θαυμαστό φετίχ, σαν σύμβολο που φανερώνει μια θέση μέσα στον κόσμο της επιβίωσης.

Η λεηλασία είναι η φυσική απάντηση στη μη φυσική και απάνθρωπη κοινωνία της αφθονίας του εμπορεύματος. Γκρεμίζοντας προς στιγμή το εμπόρευμα ως εμπόρευμα, αποκαλύπτει αυτό που σε τελική ανάλυση το εμπόρευμα συνεπάγεται: το στρατό, την αστυνομία και τ’ άλλα ειδικευμένα αποσπάσματα που μέσα στο Κράτος κατέχουν το μονοπώλιο της ένοπλης βίας. Τί είναι ο αστυνομικός;Είναι ο ενεργός υπηρέτης του εμπορεύματος, ο άνθρωπος που έχει ολοκληρωτικά υποταχτεί στο εμπόρευμα και η δουλειά του οποίου είναι να εξασφαλίζει ότι το τάδε προϊόν της ανθρώπινης εργασίας παραμένει εμπόρευμα, με τη μαγική ιδιότητα να αγοράζεται, αντί να αποτελεί απλά ένα ψυγείο ή ένα τουφέκι – ένα παθητικό κι άψυχο πράγμα που υποτάσσεται σ’ οποιονδήποτε το χρησιμοποιεί. Απορρίπτοντας την ταπείνωση της υποταγής του ανθρώπου στον αστυνομικό, οι μαύροι απορρίπτουν την ταπείνωση της υποταγής του ανθρώπου στα εμπορεύματα. Η νεολαία του Γουάτς, που δεν είχε μέλλον με όρους αγοράς, άδραξε μία άλλη ποιότητα του παρόντος και η ποιότητα αυτή υπήρξε αναμφισβήτητη και ακαταμάχητη σε τέτοιο σημείο ώστε συμπαρέσυρε όλο τον πληθυσμό, γυναίκες, παιδιά, μέχρι και κοινωνιολόγους που βρίσκονταν εκεί. Μια νεαρή μαύρη κοινωνιολόγος αυτής της συνοικίας, η Μπόμπι Χόλλον, δήλωνε τον Οκτώβριο στην Herald.Tribune: «Παλιά οι άνθρωποι ντρέπονταν να πουν πως είναι απ’ το Γουάτς, το λέγανε μέσα από τα δόντια τους. Τώρα το λένε με περηφάνια. Αγόρια που πάντα τριγύριζαν με πουκάμισα ανοιχτά ως τη μέση και θα σε λιάνιζαν στο πι και φι, εμφανίζονταν εδώ κάθε πρωί στις επτά και οργάνωναν τη διανομή του φαγητού. Φυσικά δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες, τα τρόφιμα τα είχαν κλέψει…Όλη αυτή η χριστιανική φλυαρία χρησιμοποιήθηκε ενάντια στους μαύρους χρόνια ολόκληρα. Αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν να κλέβουν για δέκα χρόνια, χωρίς να πάρουν πίσω ούτε τα μισά από τα λεφτά που τους έχουν κλέψει αυτά τα μαγαζιά, τόσα χρόνια τώρα…Εγώ δεν είμαι παρά μια μικρούλα μαύρη». Η Μπόμπι Χόλλον που πήρε όρκο να μην ξεπλύνει ποτέ το αίμα που πότισε τα παπούτσια της μέσα στις συμπλοκές, λέει ότι «τώρα όλος ο κόσμος κοιτάζει το Γουάτς».

Πώς οι άνθρωποι φτιάχνουν την ιστορία κάτω από συνθήκες σχεδιασμένες να τους αποτρέπουν από το να επέμβουν σ’ αυτή;Οι μαύροι του Λος Άντζελες είναι οι πιο καλοπληρωμένοι μαύροι στις ΗΠΑ αλλά και οι περισσότερο διαχωρισμένοι από τον υπέρμετρο πλούτο που υπάρχει στην Καλιφόρνια. Το Χόλλυγουντ, ο πόλος του παγκόσμιου θεάματος, βρίσκεται ακριβώς δίπλα τους. Τους υπόσχονται ότι αν κάνουν υπομονή θα φτάσουν την αμερικάνικη ευμάρεια. Μα εκείνοι βλέπουν πως αυτή η ευμάρεια δεν είναι μια σταθερή κατάσταση αλλά μια σκάλα χωρίς τέλος. Όσο ανεβαίνουν τόσο απομακρύνονται από την κορυφή, μιας και βρίσκονται σε μειονεκτική θέση από το ξεκίνημα κιόλας, επειδή είναι λιγότερο ειδικευμένοι (και συνεπώς οι περισσότεροι μέσα στους άνεργους)και τέλος γιατί η ιεραρχία που τους συνθλίβει δεν είναι μόνον η ιεραρχία της οικονομικής-αγοραστικής δύναμης: είναι μια εγγενής κατωτερότητα που τους επιβάλλουν σ’ όλες τις όψεις της καθημερινής ζωής τα ήθη και οι προκαταλήψεις μιας κοινωνίας στην οποία κάθε ανθρώπινη δύναμη ευθυγραμμίζεται με την αγοραστική δύναμη. Εφόσον η αμερικάνικη κοινωνία μισεί και θεωρεί εγκληματικό τον ανθρώπινο πλούτο των μαύρων, ο χρηματικός πλούτος δεν μπορεί να τους κάνει απόλυτα αποδεκτούς μέσα στην αμερικάνικη αλλοτριωμένη κοινωνία: ο ατομικός πλούτος θα κάνει τον μαύρο το πολύ-πολύ έναν πλούσιο νέγρο, γιατί οι μαύροι στο σύνολο τους πρέπει ν’ αντιπροσωπεύουν τη φτώχια μιας κοινωνίας ιεραρχημένου πλούτου. Όλοι οι παρατηρητές άκουσαν αυτήν την κραυγή που ζητούσε την παγκόσμια αναγνώριση του ξεσηκωμού: «Είναι η επανάσταση των μαύρων και θέλουμε να το μάθει όλος ο κόσμος!» Ελευθερία τώρα, αυτό είναι το σύνθημα όλων των επαναστάσεων της ιστορίας. Όμως για πρώτη φορά το πρόβλημα δεν είναι το ξεπέρασμα της σπάνης, αλλά η κυριαρχία πάνω στην υλική αφθονία, σύμφωνα με νέες αρχές. Η κυριαρχία πάνω στην αφθονία δεν είναι απλά η αλλαγή του τρόπου διανομής, αλλά ο συνολικός επαναπροσδιορισμός της. Αυτό είναι το πρώτο βήμα ενός τεράστιου αγώνα, που αγκαλιάζει τα πάντα.

Οι μαύροι δεν είναι μόνοι στον αγώνα τους: μια καινούργια προλεταριακή συνείδηση (η συνείδηση ότι δεν διαφεντεύεις σε τίποτα τη δραστηριότητα σου, τη ζωή σου)αρχίζει να αναπτύσσεται στην Αμερική, σε στρώματα που αρνιούνται το σύγχρονο καπιταλισμό και που εξαιτίας αυτής της άρνησης μοιάζουν στους μαύρους. Η πρώτη φάση του αγώνα των μαύρων ήταν σημάδι μιας πιο γενικευμένης αμφισβήτησης που τώρα εξαπλώνεται. Το

Δεκέμβριο του 1964, οι φοιτητές του Μπέρκλεϋ, κουρασμένοι από τη συμμετοχή τους στο κίνημα για τα δικαιώματα του πολίτη, έκαναν μία απεργία που αμφισβητούσε τη λειτουργία αυτού του «Πολυπανεπιστήμιου» της Καλιφόρνια και μέσω αυτού ολόκληρη την οργάνωση της αμερικάνικης κοινωνίας και τον παθητικό ρόλο στον όποιο τους προορίζει. Αμέσως, το θέαμα απάντησε προβάλλοντας τη νεολαία να επιδίδεται σε οργιά με ποτά, ναρκωτικά και να διαλύει τη σεξουαλική ηθική, αυτά για τα οποία κατηγορήθηκαν και οι μαύροι. Αυτή η γενιά φοιτητών εφηύρε μια νέα μορφή αγώνα ενάντια στο κυρίαρχο θέαμα, το teach