Μορφή και περιεχόμενο της κρατικής καταστολής στις καταλήψεις

07αφίσα εκδήλωση

Με αφορμή την καταστολή των καταλήψεων στην Πάτρα αναδημοσιεύουμε από το περιοδικό blaumachen#6 το κείμενο-εισήγηση του συντρόφου Α.σε εκδήλωση/συζήτηση που έγινε στην καταάληψη κτήματος Πραπόπουλου το Μάρτη του 2013.

Αντικείμενο της εκδήλωσης αποτελεί το ζήτημα της κρατικής καταστολής στις καταλήψεις. Αφορμή στάθηκαν σίγουρα οι επιθέσεις στις καταλήψεις και τα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα γύρω από την πλατεία Βικτωρίας, και το πώς αυτές έγιναν αντιληπτές όχι μόνο από τους συμμετέχοντες σε αυτά αλλά και από το υπόλοιπο «ανταγωνιστικό κίνημα»· όμως στόχος της εισήγησης δεν είναι να περιοριστεί στην ερμηνεία αυτών των επιθέσεων και να ενισχύσει την ψευδαίσθηση μιας αντιπαλότητας μεταξύ ενός «εμείς»[1] και ενός κράτους εννοημένου ως διμοιρίας δελτάδων.

Αν υπάρχει λοιπόν ένα πρώτο ζητούμενο της σημερινής κουβέντας, αυτό είναι η έμφαση στην κοινή μοίρα μεταξύ ντόπιων αντιεξουσιαστών και μεταναστών προλετάριων, κοινής μοίρας όμως ως κομμάτι του συνεχώς διευρυνόμενου υπερπληθυσμού. Και αυτό είναι κάτι που ίσως δεν τονίστηκε όσο έπρεπε κατά τις πρόσφατες επιθέσεις στις καταλήψεις.  Σίγουρα πρόκειται για μεγάλο θέμα που μπορεί να μη χωράει σε μια κουβέντα μερικών ωρών, αλλά είναι χρήσιμο να το έχουμε στο μυαλό μας ως μια έννοια-ομπρέλα, η οποία διατρέχει από τη μια άκρη ως την άλλη το θέμα μας.

Από εκεί και πέρα, η αναφορά σε μορφή και περιεχόμενο της κρατικής καταστολής αναπόφευκτα εμπεριέχει μια αντίληψη για το τι είναι το κράτος και ποιος είναι ο ρόλος του στην παρούσα συγκυρία. Αν και σε γενικές γραμμές άργησε να γίνει αντιληπτό το ποιοτικό άλμα στην κρατική καταστολή που καθιστά την αστυνομία ως τη βασική διαμεσολάβηση των κοινωνικών συγκρούσεων σε όλα τα επίπεδα, εντούτοις έχω την εκτίμηση ότι στους λεγόμενους ανατρεπτικούς κύκλους έχει μείνει πίσω η κουβέντα για το τι είναι το κράτος και από πού προκύπτει η αναγκαιότητά του τόσο σε μια καπιταλιστική κοινωνία γενικά όσο και στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία ειδικά. Οπωσδήποτε η έννοια του κράτους έκτακτης ανάγκης, καθώς και η έννοια της μηδενικής ανοχής, είναι θεωρητικά χρήσιμες, αλλά έχω την αίσθηση ότι τις περισσότερες φορές σχετίζονται μονοκόμματα με τη στρατιωτικοποίηση του κρατικού μηχανισμού και το δόγμα της ασφάλειας. Υιοθετώντας μια πιο διαλεκτική προσέγγιση στη σχέση του κράτους με τις μορφές της ταξικής πάλης, ειδικά υπό συνθήκες κρίσης της συσσώρευσης κεφαλαίου, θα μπορούσαμε να πούμε πως ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού που αποκαλείται σήμερα κράτος έκτακτης ανάγκης είναι να ορίζει (και να ορίζεται από το) τι είναι υπερπληθυσμός και πως ο διαχωρισμός, η ταξινόμηση, ο στιγματισμός, ο αποκλεισμός, η καταστολή του ποιος είναι κατάλληλος για αξιοποίηση και ποιος όχι συνιστούν τις κατεξοχήν λειτουργίες του. Και μεταξύ άλλων, φυσικά, αυτές έχουν και μια χωρική διάσταση όσον αφορά την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας, τη διαφύλαξη του ποσοστού κέρδους από τη γαιοπρόσοδο σε αστικό περιβάλλον κ.α.

Αν λοιπόν υπάρχει ένα δεύτερο ζητούμενο από τη σημερινή συζήτηση, είναι να αναδειχθούν τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κράτους έκτακτης ανάγκης και, αν θέλετε με πιο «βαρείς» θεωρητικούς όρους, η αναγκαστικά βιοπολιτική του διάσταση σε συνθήκες πραγματικής υπαγωγής όχι μόνο της εργασίας, αλλά και ολόκληρου του κοινωνικού σχηματισμού, στο κεφάλαιο. Θα το ξαναπώ εδώ βέβαια πως σίγουρα ένα τέτοιο θέμα συζήτησης θα μπορούσε να απασχολήσει όχι μόνο μία, αλλά πολλές και πολύωρες συζητήσεις. Τουλάχιστον ας το έχουμε στο μυαλό μας μαζί με όσα θα ακολουθήσουν.

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, σε σχέση με τα όσα έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα, πώς μπορεί να γίνει η σύνδεση με τις καταλήψεις και την καταστολή που υπέστησαν. Η άποψή μου είναι ότι είναι δυνατόν να συγκεκριμενοποιηθεί η αυταρχική μετεξέλιξη του κράτους, και μάλιστα με προνομιακό τρόπο, αν εστιάσουμε στον τρόπο με τον οποίο έχουν αντιμετωπιστεί οι καταλήψεις ως μορφή αγώνα του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος και αν προβούμε στις απαραίτητες συγκρίσεις μεταξύ της περιόδου αμέσως μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη και της περιόδου χοντρικά από το καλοκαίρι και μετά[2]. Ενδεικτικά:

  • Η κατάληψη του κτιρίου διοίκησης του ΑΠΘ για το ζήτημα των εργολαβιών μεταξύ 16 Μαρτίου και 8 Απριλίου 2009 λήγει μετά από απόφαση της συνέλευσης των καταληψιών· αντίστοιχα, στις 30 Νοεμβρίου 2012 οι μπάτσοι εκκενώνουν το ίδιο κτίριο που τελεί υπό κατάληψη από εργολαβικούς υπαλλήλους εδώ και 70 μέρες.
  • Στις 31 Μαρτίου 2009, 150 μέλη του ΣΥΡΙΖΑ παρουσία Τσίπρα καταλαμβάνουν[3] για μία ώρα τα γραφεία της Εθνικής Τράπεζας στην οδό Σταδίου· αντίστοιχα, στις 14 Φεβρουαρίου 2013, οι μπάτσοι χτυπάνε[4] μέλη της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ που επιχείρησαν να καταλάβουν το γραφείο του γενικού γραμματέα του υπουργείου Οικονομικών, το οποίο βρίσκεται στον ίδιο δρόμο, λίγο παραπάνω[5].

Τι μεσολαβεί όμως μεταξύ των δυο στιγμών; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό που μεσολαβεί είναι αυτό που λείπει και από την αφίσα της εκδήλωσης: καταρχήν, το κίνημα ενάντια στα μνημόνια και γενικότερα το κίνημα διαμαρτυρίας που αναπτύχθηκε στον ελλαδικό χώρο χοντρικά τη διετία 2010-2012. Αυτό είναι και που καθορίζει την αλλαγή πολιτικής από την πλευρά του κράτους εν μέσω κρίσης, μαζί οπωσδήποτε με το επίπεδο της ταξικής πάλης εκτός συνόρων. Έχει σημασία λοιπόν να τονιστεί το γεγονός ότι τα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα, τα οποία δέχτηκαν τις πρόσφατες επιθέσεις, χτυπιούνται αφού έχουν υποχωρήσει οι κοινωνικές αντιδράσεις. Που σημαίνει ότι η μοίρα τους ήταν και παραμένει πολύ περισσότερο συνδεδεμένη με τη γενικότερη κατάσταση του ανταγωνιστικού κινήματος από ό,τι θέλει κανείς να πιστεύει.

Όποια γνώμη πάντως κι αν έχει κανείς για το λεγόμενο το σίγουρα μη ομοιογενές κίνημα των τελευταίων δύο χρόνων, δύσκολα θα αρνηθεί την κεντρική θέση που κατείχε η κατάληψη ως μέσο πάλης. Πάλι ενδεικτικά θα αναφερθούν η κατάληψη του Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων στη Νέα Ευκαρπία από κατοίκους μαζί με τον δήμο, οι καταλήψεις δημαρχείων από την ΠΟΕ-ΟΤΑ, η κατάληψη από τη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ του Μηχανογραφικού Κέντρου στον Χολαργό, η συμβολική κατάληψη της ΔΕΗ στην Καλλιθέα από το Δεν Πληρώνω, η κατάληψη του υπουργείου Υγείας από εργαζόμενους, η κατάληψη του ΤΣΜΕΔΕ από εργαζόμενους, η κατάληψη δημαρχείου Αθήνας από συμβασιούχους, η κατάληψη των αποθηκών της Γερολυμάτος Cosmetics στα Οινόφυτα από εργαζόμενους, αλλά και η εισβολή απόστρατων στο Πεντάγωνο, ο αποκλεισμός λιμανιού Ηγουμενίτσας ως κίνηση διαμαρτυρίας για την παρουσία λαθρομεταναστών στην περιοχή, οι εισβολές κατά τη διάρκεια των παρελάσεων κ.α.

Θα ήταν σημαντική αβλεψία να θεωρήσει κανείς είτε αυτονόητο είτε άνευ θεωρητικών συνεπειών το περιεχόμενο αυτών των καταληψιακών μορφών· αντίθετα, είναι το ίδιο το γεγονός ότι η κατάληψη/κατοχή ενός τμήματος δημοσίου χώρου υπήρξε τόσο πολύ διαδεδομένη στα μέρη μας που πρέπει να εξηγηθεί. Αυτό που έχει να κάνει περισσότερο ίσως με το θέμα μας, είναι ότι πίσω από το γεγονός ότι μια κοινωνική ομάδα, ένας κλάδος ή οι κάτοικοι μιας περιοχής μοιάζουν να επιλέγουν το ίδιο μέσο πίεσης απέναντι στο κράτος αναδεικνύεται η στενή (γαιο)προσοδική σχέση μεταξύ κράτους και κοινωνίας πολιτών, σχέση που συγκαθορίζεται από το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης και μικροϊδιοκτησίας, τη μονιμότητα και την κουλτούρα πολιτικής προσόδου στον δημόσιο τομέα και την επίφαση μιας αριστερής αγωνιστικής κουλτούρας. Η όποια αγωνιστικότητα των κοινωνικών υποκειμένων στην Ελλάδα δεν εξηγεί τίποτα από μόνη της, αλλά πρέπει και η ίδια να εξηγηθεί υπό το φως όχι μόνο της υποχώρησης του κράτους από τον μέχρι τώρα ρόλο του στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, αλλά και της αμφισβήτησης της πολιτικού βάρους των μικροαστικών στρωμάτων στην κρατική δομή και λειτουργία.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν πως οι όροι «μηδενική ανοχή» και «ανομία» επιστρατεύονται για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, στη δημόσια σφαίρα απέναντι σε μια εργατική κινητοποίηση στην περίπτωση της απεργίας των εργαζομένων στους δήμους και το μπλοκάρισμα των χωματερών τον Οκτώβριο 2011. Το παρακάτω άρθρο από την Καθημερινή της 16.10.11 αντανακλά νομίζω επαρκώς το κλίμα της περιόδου:

Το δόγμα της μηδενικής ανοχής υιοθετεί τώρα η κυβέρνηση

Του Βασιλη Νεδου

Σκληρή γραμμή έναντι των συνθηκών ανομίας που έχουν επικρατήσει τα τελευταία 24ωρα υιοθετεί πλέον η κυβέρνηση. Οι καταλήψεις σε δημόσια κτίρια και υπουργεία, καθώς και η εκρηκτική κατάσταση στους δρόμους της Αθήνας που έχουν μετατραπεί σε σκουπιδότοπους, οδήγησαν την κυβέρνηση στην απόφαση να προχωρήσει στην υιοθέτηση δόγματος μηδενικής ανοχής.

Στις αλλεπάλληλες συσκέψεις που έγιναν μεταξύ Πέμπτης και Παρασκευής, αποφασίστηκε καταρχήν η πολύ αυστηρή υγειονομική διάταξη από τον κ. Α. Λοβέρδο και έπειτα η ανακοίνωση κινητοποίησης των ιδιωτών για τη περισυλλογή των σκουπιδιών από τον κ. Χ. Καστανίδη. Οι κ.κ. Λοβέρδος και Αννα Διαμαντοπούλου ήταν ευθύς εξαρχής υπέρ της υιοθέτησης δυναμικής απάντησης, θεωρώντας ότι μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να στείλουν ένα μήνυμα αποφασιστικότητας της κυβέρνησης και επιβολής της θέλησής της να επαναφέρει την καθημερινότητα των Ελλήνων σε ομαλούς ρυθμούς.

 

Τόσο ο όρος «μηδενική ανοχή» όσο και ο όρος «ανομία», τον οποίο χρησιμοποίησε πρόσφατα ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Δένδιας απέναντι στη βίλα Αμαλίας και κατά πως φαίνεται σόκαρε πολλούς, αποτελούν τέκνα αυτής της περιόδου, όπου πλέον αρχίζει να μεταλλάσσεται ο χαρακτήρας της κρατικής μορφής και ανοιχτά καθίστανται προβληματικές συμπεριφορές των από κάτω στον βαθμό που όχι μόνο μπλοκάρουν τις κρατικές λειτουργίες, αλλά κυρίως διεκδικούν για τον εαυτό τους ένα μέρος της δημόσιας περιουσίας και εξουσίας. Ένα ακόμα δημοσίευμα της Καθημερινής της 4.10.11 είναι νομίζω αρκετά αντιπροσωπευτικό:

Οι καταλήψεις των υπουργείων παγώνουν το κράτος

Tης Λινας Γιανναρου

Οι ακραίες καταστάσεις απαιτούν περιστασιακά ακραία μέτρα; Το βέβαιο είναι ότι το Δημόσιο σήμερα θα βρίσκεται στον πάγο, με την ΑΔΕΔΥ να έχει αποφασίσει καταλήψεις σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες «ως απάντηση στην εφεδρεία 30.000 δημόσιων υπαλλήλων εντός του έτους».

Μολονότι για αύριο Τετάρτη ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ έχουν εξαγγείλει 24ωρη απεργία (και συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 11 π. μ. στην πλατεία Κλαυθμώνος), είναι σαφές από τις τελευταίες εξελίξεις ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν αποφασίσει το κύριο μέσο αντίδρασης στις αποφάσεις της κυβέρνησης να είναι οι συνεχόμενες καταλήψεις κτιρίων και υπηρεσιών αντί των «πατροπαράδοτων» απεργιακών κινητοποιήσεων και στάσεων εργασίας. Προφανώς, δεν διεκδικούν δάφνες του πλέον ευφάνταστου αγώνα -οι καταλήψεις βρίσκουν συχνά-πυκνά θέση στην εγχώρια ειδησεογραφία- ωστόσο η μεταστροφή είναι αξιοσημείωτη δεδομένου ότι μέχρι σήμερα οι καταλήψεις δεν είχαν εφαρμόσει στη φαρέτρα των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα.

Η σημερινή εκδήλωση δεν έχει βέβαια στόχο να κάνει συνολική αποτίμηση του πολύμορφου κινήματος των καταλήψεων που μόνο σε αδρές γραμμές περιγράφτηκε παραπάνω. Ξαναγυρνώντας λοιπόν στην αφίσα και στο τι μεσολαβεί μεταξύ 2009 και 2013, αυτό που πρέπει αναγκαστικά να προστεθεί είναι η μεγάλη πίεση, και ενδεχομένως αμφισβήτηση, που δέχτηκε ο αντιεξουσιαστικός/αναρχικός «θεσμός» της κατάληψης από την κινηματική πρακτική της κατάληψης, η οποία χρησιμοποιήθηκε από υποκείμενα που δε φέρουν την πολιτική ταυτότητα του αντιεξουσιαστή/αναρχικού –όπως εργάτες, κάτοικοι, δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά και μετανάστες–  τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα ως αποτέλεσμα του κινήματος των πλατειών και των λαϊκών συνελεύσεων. Δεν είναι μόνο το κράτος και οι φασίστες που «απειλούν» τη φυσιογνωμία των καταλήψεων[6].

Στην περίπτωση μάλιστα των μεταναστών, είμαι της άποψης, και ας ακουστεί αυτό κάπως προκλητικό, ότι ξεπεράστηκε η τρέχουσα πρακτική του καταληψιακού σε βαθμό που να μιλάμε για ένα σύγχρονο κίνημα κυρίως καταλήψεων στέγης. Ανεξάρτητα από την έκβασή τους, και οπωσδήποτε τη γνώμη που έχει κανείς για καθένα ξεχωριστά, τα παραδείγματα της κατάληψης του Εφετείου, της εστίας του Παντείου αλλά και του ΕΜΠ, των προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας, του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, της Επιβίωσης στη Θεσσαλονίκη –συνυπολογίζοντας και την περίπτωση των 300 μεταναστών εργατών από την Κρήτη, καθώς και άλλα παραδείγματα που μου διαφεύγουν– είναι αυτοτελή από κινηματικής άποψης και επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα των προλεταριακών αναγκών ως τέτοιο· και μάλιστα εν μέσω κρίσης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν που η καταστολή υπήρξε άμεση και σφοδρή σε πολλές περιπτώσεις.

Η περίπτωση του Εφετείου είναι διδακτική από πολλές απόψεις και ορίτζιναλ εικόνα από το μέλλον: Πρόκειται για κτίριο που ήταν κατειλημμένο από το 2001, αλλά όχι από μόνιμο πληθυσμό· με την εγκατάσταση του ΟΚΑΝΑ στη Σοφοκλέους το 2003 η περιοχή «υποβαθμίζεται» και στη συνέχεια αποκτά όλα τα χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στα πρώτα βήματα μιας βιοπολιτικής διαχείρισης της «ανομίας» και της «βρωμιάς»· κατά τα γεγονότα του Δεκέμβρη, ο λούμπεν πληθυσμός της περιοχής μεγαλουργεί σε πλιάτσικο και συγκρούσεις, γεγονός που «υποχρεώνει την ΕΛ.ΑΣ. σε αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων» σύμφωνα με δηλώσεις του αντιδημάρχου Παπαδάκη[7]· από τη δημόσια συζήτηση γύρω από το θέμα του Εφετείου, του ελέγχου, της πειθάρχησης των μεταναστών στο κέντρο της πόλης και της διαχείρισής τους ως κατεξοχήν τμήμα του υπερπληθυσμού θα προκύψουν στο επόμενο διάστημα μια σειρά μέτρων όπως: η συγκρότηση των ΔΙ.ΑΣ., τα κέντρα κράτησης μεταναστών, αλλά και η μεταστέγαση των υπηρεσιών του ΟΚΑΝΑ στα νοσοκομεία· για πρώτη φορά εμφανίζονται οι γνωστές «επιτροπές κατοίκων», είτε μαζί με τη Χ.Α. είτε όχι, οι οποίες υποδεικνύουν ρητά στο κράτος την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να μετασχηματιστεί προκειμένου να αντιστρέψει την πτώση της αξίας των ακινήτων τους· το Εφετείο εκκενώνεται μετά από πολλούς μήνες προσπάθειας ξεδιαλύματος του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, αλλά και δισταγμών από την πλευρά του κράτους, όταν οι ξυλοδαρμοί, οι πυροβολισμοί, η πολιορκία μέχρι δίψας, οι επιθέσεις φασιστών δεν αρκούν για ανακόψουν πλήρως τη ροή μεταναστών που κατοικούν στο Εφετείο και να δώσουν έτσι το στίγμα ότι πλέον το προλεταριάτο δεν μπορεί να θεωρείται μέτοχος της δημόσιας περιουσίας· ο έντονος συμβολισμός της πλατείας Ομονοίας διατυπώνεται πολύ καλά με τα λόγια ενός περιπτερούχου: «Η Ομόνοια δεν έχει αλλάξει… Παραμένει αυτό που ήταν πάντα: τόπος υποδοχής για τους προς ένταξη στον κοινωνικό ιστό της πόλης. Η ποιότητα των ανθρώπων έχει αλλάξει. Τη δεκαετία του 1950 ήταν οι επαρχιώτες. Ετσι, μου έμεινε κληρονομιά από τον πατέρα μου και ο επαρχιακός Τύπος. Το 1973, η δικτατορία έφερε τους πρώτους μετανάστες από την Αίγυπτο και το Πακιστάν. Τότε αρχίσαμε να φέρνουμε αιγυπτιακές και πακιστανικές εφημερίδες. Πουλάγαμε ασύλληπτες ποσότητες. Το 1984 με την «Αλληλεγγύη» ήρθαν οι Πολωνοί. Αυτοί οι άνθρωποι κόσμησαν με την παρουσία τους την πόλη και δημιούργησαν μια νέα αγορά. Ομως, οι περισσότεροι μετά από ένα-δυο χρόνια πήραν βίζες για την Αμερική και τον Καναδά. Το 1992 ήρθαν οι Αλβανοί και οι Ανατολικοευρωπαίοι από την πρώην ΕΣΣΔ. Τα τελευταία χρόνια έχουμε τα ρεύματα από την Ασία και την Αφρική»· μέχρι και σήμερα, το Εφετείο παραμένει κλειστό και σφραγισμένο στέλνοντας σαφώς το μήνυμα πώς δημόσια περιουσία και ανάγκες αναπαραγωγής του προλεταριάτου δεν πρέπει να συνδέονται στο μυαλό κανενός και ήδη τα μπετοναρισμένα με τσιμεντόλιθους παράθυρα της βίλα Αμαλίας συνεισφέρουν σε αυτόν συνειρμό.

Παρά την εμφανή σημασία του, όμως, ποιος και πώς θα ενέτασσε το Εφετείο και τους ενοίκους του σε ένα κίνημα καταλήψεων; Υπάρχει εδώ ένα ζήτημα αντίληψης, για το τι και ποιος είναι το ανταγωνιστικό κίνημα και η κληρονομημένη συνήθεια να κάνουμε ότι το μαύρο κεφάλαιο δεν μπορεί να υπάρχει πραγματικά ως κίνημα, ότι δεν μπορεί να δημιουργεί πραγματικές αντιφάσεις και πραγματικές κινηματικές μορφές. Παρότι οι συνθήκες ζωής μας γίνονται ολοένα και πιο επισφαλείς και «λουμπενοποιούνται», έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας και τις αντιφάσεις στις οποίες είμαστε πιασμένοι με τους όρους που το λευκό κεφάλαιο και η δημοκρατία του σκέφτονται και αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους και το επίσημο εργατικό κίνημα. Όταν σε μια συνέντευξη[8] με κάποιους από τους μετανάστες που έμεναν στο Εφετείο, και μετά την προτροπή να φύγουν «γιατί τα πράγματα έχουν σκληρύνει», αυτοί απαντούν «Δεν έχουμε αλλού να πάμε…», το σκάνδαλο είναι ότι δεν επικαλούνται κάποια επαναστατική ιδεολογία για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Και φυσικά το πιθανότερο είναι ότι οι εν λόγω κάτοικοι αποκλείονται εξ’ ορισμού σχεδόν από την αναγνώριση μιας ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας από την πλευρά των «πολιτικοποιημένων». Ειδικά της καταληψιακής υποκειμενικότητας, επειδή δεν παράγουν πολιτισμό, με την έννοια που το έθεταν οι παλιές καλές καταλήψεις.

Ξέρω ότι με την εισήγησή μου έθιξα πολλά θέματα, αλλά ήταν αναγκαίο για την ομαλή ροή της συλλογιστικής μου. Πείτε κι εσείς τι θα θέλατε να συζητήσουμε


[1] Έχει νόημα να αναφερόμαστε σε έναν α/α/α χώρο με ενιαίο χαρακτήρα, σαφή και διακριτά όρια, από τη στιγμή που υπάρχουν στο εσωτερικό του τόσες πολλές και διαφορετικές απόψεις;

[2] Ας θεωρηθεί αυτονόητο ότι παντού και πάντα αναγνωρίζεται η διαρκής σημασία της εξέγερσης του Δεκέμβρη και της αντιεξέγερσης που ξεδιπλώθηκε στη σημασιοδότηση της τρέχουσας συγκυρίας.

[3] Καθημερινή, 1.4.09

[4] http://www.tovima.gr/society/article/?aid=498199

[5] Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και η σύγκριση της στάσης της αστυνομίας στην περίπτωση της ανακατάληψης της Σκαραμαγκά τον Ιούλιο 2011 και τον Ιανουάριο 2013 έχει τη σημασία της.

 

[6] Στο σημείο αυτό πρέπει να αναγνωρίσουμε πως δεν είναι δυνατόν το κράτος να επιτίθεται στους αυτοοργανωμένους χώρους γύρω από την πλατεία Βικτωρίας προκειμένου να στείλει μήνυμα στις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες να μείνουν ήσυχες και να μην κάνουν καταλήψεις, γιατί απλά πολύς κόσμος κάνει ήδη καταλήψεις εδώ και πολύ καιρό. Επομένως, είναι μάλλον στη συστηματική παρεμπόδιση της ρατσιστικής προπαγάνδας στην περιοχή, αλλά και στις ανάγκες ανάπλασης περιοχών του κέντρου της Αθήνας, εκεί όπου πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες για την επίθεση του κράτους στους εν λόγω χώρους.

[7] Καθημερινή, 3.5.09

[8] Καθημερινή,  28.4.09