Tag Archives: ΚΡΑΤΟΣ ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ENDNOTES

Λάβαμε και δημοσιεύουμε:

 

 

Γεια σας συντρόφισσες και σύντροφοι, 

στέλνουμε αυτό το mail για να σας ενημερώσουμε για την επικείμενη κυκλοφορία των τευχών 1, 2 & 3 της κομμουνιστικής επιθεώρησης Endnotes σε ελληνική μετάφραση, καθώς και να σας καλέσουμε στις συζητήσεις που οργανώνουμε στις 27 και 28/11 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα (στην κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ και στην ΑΣΟΕΕ αντίστοιχα) με μέλη του περιοδικού. Ποιοι είμαστε όμως εμείς; Είμαστε ένας κύκλος ανθρώπων από Αθήνα και Θεσσαλονίκη που βρεθήκαμε πάνω στην κοινή βάση της ανάγκης για αναστοχασμό και συζήτηση, πέρα από τις βασικές πολιτικές μας δραστηριότητες. Συναντηθήκαμε αρχικά πριν από 2 περίπου χρόνια στο πλαίσιο μιας προσπάθειας συγκρότησης ενός ευρύτερου περιβάλλοντος συζήτησης -μεταξύ άλλων- γύρω από το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης, η οποία όμως σύντομα αδρανοποιήθηκε. Βρεθήκαμε εκ νέου τον Φεβρουάριο του 2015 στον απόηχο της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, γεγονός που μοιραία καθόρισε τα ενδιαφέροντα και τις αγωνίες μας σε σχέση με τις εξελίξεις εκείνης της περιόδου. Καταπιαστήκαμε με μια αποτίμηση της πρόσφατης τότε αλληλουχίας αγώνων στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό και παγκόσμια, με το ελληνικό κράτος και την Ε.Ε. ως περιφέρεια συσσώρευσης, τη σχέση μεταξύ εθνικού κράτους και παγκόσμιας αγοράς κ.α. Παράλληλα, συμμεριζόμενοι περισσότερο ή λιγότερο τη σημασία της συμβολής του περιοδικού Endnotes τόσο στην κριτική κατανόηση των κοινωνικών μορφών που συγκροτούν τον κόσμο μας όσο και στην προσπάθεια να εννοιολογήσουμε την τρέχουσα συγκυρία από μια σκοπιά ξεπεράσματος, εμπλακήκαμε σε μια εντατική προσπάθεια συζήτησης και μετάφρασης των κειμένων του. Στο εγχείρημα αυτό της έκδοσης συνέβαλαν απλόχερα πολλοί φίλοι και φίλες με πολλούς και διάφορους τρόπους. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο στόχος των εκδηλώσεων είναι μάλλον διττός: αφενός θέλουμε να παρουσιάσουμε τα τεύχη και (κάποιες από) τις θέσεις του περιοδικού στο ελληνικό κοινό αφετέρου προσδοκούμε να αποτελέσουν την ευκαιρία για μια αναστοχαστική συζήτηση και ένα μοίρασμα απόψεων επί της (μάλλον χαλεπής) συγκυρίας.

 

Συντροφικά, φίλοι του κεραυνοβόλου κομμουνισμού

http://endnotes.org.uk

 

 

 

 

 

Endnotes [w-mail]

Το χρονικό μιας ήττας

Αναδημοσιεύουμε παρακάτω το ομότιτλο ενδιαφέρον κείμενο από το Κενό Δίκτυο, μια ειλικρινή επισκόπηση του κινήματος των τελευταίων χρόνων. Πάντα έχει σημασία να αναζητούνται οι αιτίες… Φουλ Céline λοιπόν…

 

290309_2785905041945_1087847126_33051490_424072371_o

 

“Η μεγάλη ήττα, σε όλα τα πράγματα, είναι να ξεχνάς προπαντός τι σε έκανε να ψοφήσεις […] Άμα βρεθούμε στο χείλος της τρύπας, δεν πρέπει να κάνουμε ούτε τους καμπόσους, ούτε όμως να ξεχάσουμε, πρέπει να τα διηγηθούμε όλα κατά λέξη…”
Céline, Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας

 

Κάθε κατάτμηση της ιστορίας σε περιόδους είναι ριψοκίνδυνη και, έως ένα βαθμό, αυθαίρετη. Παρόλα αυτά, η υπογραφή ενός νέου Μνημονίου από μια κυβέρνηση που αποκλείεται να συγκυβερνούσε έξω από την αξίωση πολιτικής εκπροσώπησης των αγώνων ενάντια στο μνημόνιο και η συνακόλουθη προκήρυξη εκλογών ώστε να συγκροτηθεί μια νέα κυβέρνηση που θα υλοποιήσει τις προβλεπόμενες πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης, δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι κλείνει μια περίοδος κατά την οποία ο κοινωνικός και πολιτικός ανταγωνισμός συμπυκνώθηκε και σφραγίστηκε από το δίπολο “μνημόνιο/αντιμνημόνιο”. Εκ των πραγμάτων, για όποιον επηρεάζεται από τις “μνημονιακές” πολιτικές, και ακόμα περισσότερο για όποιον βρέθηκε στο δρόμο απέναντι στην υλοποίηση τους, ένας απολογισμός του τι έγινε παίρνει τη μορφή της εξιστόρησης μιας ήττας. Επειδή όμως το κλείσιμο μιας περιόδου υπονοεί άνοιγμα μιας άλλης, ένας τέτοιος απολογισμός δεν κοιτάει μόνο πίσω αλλά και μπροστά, μεταβαίνοντας από αυτό-που-έγινε σε αυτό-που-μπορεί-να-γίνει.

Μέσα στους κύκλους της αναρχίας, της αυτονομίας και της άκρας αριστεράς είναι διαδεδομένη η απαξίωση του αντιμνημονιακού κινήματος ως “μικροαστικού όχλου” ή “διαταξικού χυλού”. Φυσικά, καθαυτό το γεγονός της “διαταξικότητας” όχι μόνο δεν είναι ιστορικά πρωτότυπο – το κάθε άλλο – αλλά ήταν και πλήρως αναμενόμενο. Το Μνημόνιο (από το “1” έως το “3”) αποτελεί απαραίτητη νομική έκφραση μιας καθόλα πραγματικής διαδικασίας, “αληθινό” όσο και η κατά 25% πτώση του βιοτικού επιπέδου που επικύρωσε. Στο βαθμό που αυτή η πτώση δεν αφορούσε μόνο μια τάξη αλλά διάφορες κοινωνικές ομάδες – ιδιαίτερα τα λεγόμενα “λαϊκά στρώματα” (μισθωτούς, ανέργους, ελεύθερους επαγγελματίες, συνταξιούχους, μικροϊδιοκτήτες) – ήταν αναπόφευκτο ότι οι ροές άρνησης των πολιτικών λιτότητας και υποτίμησης θα έπαιρναν τη μορφή μιας ετερογενούς – ή αλλιώς “διαταξικής” – συνάρμοσης.[1] Έπεται ότι ως εμπειρική διαπίστωση η κατηγορία της διαταξικότητας στερείται νοήματος.

Φυσικά, επειδή κάτι παράγεται ιστορικά, εν προκειμένω το αντιμνημονιακό κίνημα, (ή πιο συγκεκριμένα το περιλάλητο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου) δεν σημαίνει ότι πρέπει και να το αποδεχτούμε. Οφείλουμε εν τούτοις να κατανοήσουμε τα γιατί του. Επειδή, όμως, δεν είμαστε ουδέτεροι θεατές αλλά επιθυμητικά υποκείμενα που εμπλέκονται σε αυτό που προσπαθούν να κατανοήσουν υπάρχει πάντα μπροστά μας η παγίδα να εντάσσουμε και εξηγήσουμε αυτό που έγινε μέσα από τις προϋποθέσεις της δικής μας επιθυμίας· φερειπείν, αν θεωρούμε προϋπόθεση για να γίνει αυτό που θέλουμε την “ορθή” ταξική συνείδηση, η έλλειψη της να εξηγεί το ότι δεν έγινε αυτό που θέλαμε. Μέσω αυτής της κυκλικής – και εντελώς αντί-διαλεκτικής – λογικής, που συγχέει είναι και δέον, πραγματικό και επιθυμία, δεν αποτυγχάνουμε μόνο να κατανοήσουμε επαρκώς γιατί έγινε αυτό που έγινε -δηλαδή πως παράχθηκε ιστορικά· εξίσου σημαντικά, όσοι αγώνες δεν εναρμονίζονται στα “πρέπει” μας ερμηνεύονται με αρνητικούς όρους, με βάση αυτό που τους λείπει. Έτσι, η ιστορία μετατρέπεται σε θλιμμένο χρονικό μιας Έλλειψης ενώ στην πορεία εξαφανίζεται η όποια θετικότητα των αγώνων, οι μικρές αρνήσεις και οι μεγάλες προσδοκίες, οι γραμμές έντασης και φυγής που παρήχθησαν, οι μορφές παρέμβασης και επιρροής στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

Υπονοούν, άραγε, αυτές οι παραδοχές κάποια άκριτη αποδοχή των αντιμνημονιακών αγώνων; Καθόλου. Αν η διαταξικότητα ως εμπειρική διαπίστωση δεν έχει κριτικό χαρακτήρα, ως πολιτική κριτική ενέχει πολλά βάσιμα στοιχεία· πάνω από όλα, η πολιτική αφήγηση που επικράτησε σε διάφορες αποχρώσεις – δεξιές και αριστερές – εντός της αντιμνημονιακής συνάρμοσης χαρακτηριζόταν από έναν εθνολαϊκισμό που αφενός νομιμοποιούσε τα συμφέροντα κοινωνικών ομάδων που ωφελήθηκαν τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης και του εκσυγχρονισμού μέσω των προνομιακών (πελατειακών) σχέσεων που απέκτησαν με το κράτος-κόμμα και αφετέρου εμπόδιζε την παραγωγή εσωτερικών αποκλίσεων που θα προέκριναν τα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και πολιτικού μετασχηματισμού προς όφελος των υποτελών τάξεων. Τα προβλήματα με την κριτική ξεκινάνε όταν αρχίζει να τίθεται ως έπρεπε των αγώνων άρα και ως βασική έλλειψη τους, η (μη) πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης και η (μη) κάθοδος της στους δρόμους ως συνειδητή και αυτόνομη δύναμη.[2] Για να αποφευχθεί εδώ μια ιδεαλιστική συνάρθρωση επιθυμίας και πραγματικού πρέπει να απαντηθούν ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα. Γιατί η προοπτική μιας πολιτικά συγκροτημένης εργατικής τάξης εμφανίστηκε μόνο ως μειοψηφική προτροπή χωρίς αποδέκτη και όχι ως πρακτική δυνατότητα που εγγραφόταν σε μια μαζική ροή; Γιατί σήμερα ο μόνος δημοφιλής πολιτικά αντί-λόγος στον νεοφιλελευθερισμό είναι ο (αριστερός ή δεξιός) λαϊκισμός ενώ όσο πιο εργατιστικός ένας λόγος τόσο πιο περιθωριακός είναι; Ελλιπής ταξική συνείδηση, είναι η εύκολη απάντηση. Τι σημαίνει όμως ακριβώς αυτό; Αν αφορά μια προβληματική κατανόηση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, είναι δύσκολο όντως να αρνηθεί κανείς τη φτώχεια και το χαμηλό επίπεδο του δημόσιου λόγου. Αν από την άλλη υπονοείται κάποια “προλεταριακή αυθεντικότητα” σε αντιπαραβολή με τον “μικροαστισμό” του αντιμνημονιακού όχλου, κινούμαστε στα πλαίσια ενός κανονιστικού ιδεαλισμού. Όσοι κατέβηκαν στο δρόμο μια χαρά “συνείδηση” των συμφερόντων τους είχαν είτε ως μικροϊδιοκτήτες, μισθωτοί ή άνεργοι· δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις κορυφώσεις του αντιμνημονιακού αγώνα, που μορφολογικά θα μπορούσε να αποτελεί το ξέσπασμα μιας μαζικής εξέγερσης, – η 12η Φεβρουαρίου – συνέβη τη μέρα ψήφισης της μείωσης του βασικού μισθού και του επιδόματος ανεργίας. Αυτή όμως η συνείδηση εντάσσεται και διαχέεται στις ροές όπου τα εργατικά στρώματα συναρμόζονται με αυτό το ετερογενές πλήθος που μοιράζεται μεταξύ του πολλά (χρέη, υποχρεώσεις, εξαρτήσεις, επισφάλεια, ματαιωμένες προσδοκίες) αλλά και που το χωρίζουν αρκετά ώστε να μη συγκροτεί (πολιτική) τάξη όσο μια “αόρατη πλειοψηφία” – την οποία και η έννοια του Λαού προσπαθεί να φέρει στη δημόσια σφαίρα, με όλα τα προβλήματα και τους αποκλεισμούς που περιέχονται.[3]

Φυσικά, η ποσότητα δεν είναι και ποιότητα. Ακόμα περισσότερο, εφόσον η επιθυμία είναι μια παραγωγική διαδικασία τίποτα δεν εμποδίζει να επιχειρηθεί αυτό που τώρα μοιάζει ανέφικτο να γίνει εφικτό. Αυτή δεν είναι και η ουσία κάθε πολιτικής χειραφέτησης; Από την άλλη, επειδή δεν μπορούμε να υπερπηδήσουμε την ιστορία – δηλαδή τις υλικές συνθήκες στις οποίες ζούμε – η “πολιτική ανασυγκρότηση της τάξης”[4] δεν μπορεί να γίνει με όρους του παρελθόντος αλλά πρέπει να αντιμετωπίσει μια πολύ συγκεκριμένη πραγματικότητα: τον κατακερματισμό και τη διαφοροποίηση των εργατικών τάξεων που έχει προσλάβει διεθνή έκταση, τη διευρυμένη επισφάλεια, την εξάπλωση δουλειών που δεν παράγουν κανένα “class-pride”, την παρακμή του κοινωνικού κόσμου της εργασίας και των κοινοτήτων που τον αναπαρήγαγαν, τις σύγχρονες μορφές και τεχνικές εξουσίας, εξάρτησης και υποκειμενικοποίησης που τέμνουν παραδοσιακούς ταξικούς διαχωρισμούς, τη σύμφυση ανθρώπινου/τεχνικού και υποκειμένου/αντικειμένου σε ροές και μορφές που δυσκολεύουν τη θεμελίωση ενός πολιτικού προτάγματος στη “ζωντανή εργασία” κ.α. Σε κάθε περίπτωση, η “συνείδηση” είναι μια υλική διαδικασία συμμετοχής σε έναν δεδομένο κόσμο· εφόσον αυτός ο κόσμος δεν αποτελεί στατική διαρρύθμιση πραγμάτων αλλά ροές έντασης (συλλογικών και ατομικών, οργανικών και ανόργανων) σωμάτων, η συνείδηση, ως μια τέτοια σωματική ροή, υπόκειται σε διαδικασίες μεταλλαγής και ριζοσπαστικοποίησης οι οποίες όμως συντελούνται μόνο εν τω γίγνεσθαι του κόσμου άρα και των αγώνων που παράγονται ιστορικά. Έξω από αυτό το πλαίσιο, κάθε αναφορά σε “ταξική συνείδηση” ως αυτό-αναγνώριση που εμπεριέχει αυταπόδεικτες αλήθειες και κανονιστικές συμπεριφορές είναι απλά ιδεαλισμός (είτε ρομαντικής είτε ορθολογικής απόχρωσης) που έρχεται από τον 19ο αιώνα.

Επιστρέφοντας λοιπόν στους αντιμνημονιακούς αγώνες, στη δεδομένη συγκυρία της ελληνικής κοινωνίας όπως έβγαινε από 20 χρόνια “εκσυγχρονισμού”, δεν θα μπορούσε να παραχθεί ιστορικά κάτι άλλο από ένα κοινωνικά και πολιτικά ετερογενές κίνημα που συναρμοζόταν στη βάση ενός αρνητικού παρανομαστή – ενάντια δηλαδή στο Μνημόνιο. Συγχρόνως, επειδή ένα σημαντικό κομμάτι αυτών που βγήκαν στους δρόμους ήταν υλικά και ψυχικά προσδεμένοι στους όρους ζωής τους, αναμενόμενα ήθελαν να τους υπερασπίσουν ή να τους αποκαταστήσουν.[6] Ο αναγκαστικά αμυντικός χαρακτήρας που προσέλαβε το αντιμνημονιακό κίνημα όμως δεν εξάντλησε τη δυναμική του· επειδή οι πολιτικές διαμεσολαβήσεις που επικύρωναν τους υπάρχοντες όρους ζωής διαλύονταν μέσα από το Μνημόνιο – με πλέον χτυπητό παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ – μια τέτοια υπεράσπιση/αποκατάσταση απαιτούσε και έναν μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος, ανοίγοντας έτσι ένα ορίζοντα αλλαγής.

Εντός αυτού του δυναμικού πεδίου αναδείχθηκαν μειοψηφικά κομμάτια που επένδυσαν την επιθυμία για άρνηση και αλλαγή με ριζοσπαστικό και συγκρουσιακό περιεχόμενο, συντελώντας, ειδικά όσον αφορά το συγκρουσιακό στοιχείο, ώστε και η μάζα των αγωνιζομένων να πάει πολύ πέρα από την αφετηρία της. Δεν πρέπει να υποτιμάμε την παρουσία αυτών των μειοψηφιών ούτε τις εκτεταμένες συγκρούσεις ως υλική υπενθύμιση και κατώφλι μιας δυνατότητας· ποτέ δεν συναρμόστηκε όμως μια πολιτική δύναμη ικανή να γίνει φορέας ενός επαναστατικού μετασχηματισμού. Στην κρίσιμη μάζα του το αντιμνημονιακό κίνημα διατήρησε τον συντηρητικό (υπό την έννοια της επιθυμίας συντήρησης μιας υπάρχουσας συνθήκης) και ρεφορμιστικό χαρακτήρα του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτα άλλο από αυτό που έγινε, ούτε είναι άχρηστες τέτοιες υποθέσεις στο πλαίσιο επινόησης νέων πολιτικών ακολουθιών, στρατηγικών και τακτικών. Όσο όμως ανοιχτοί και αν ήταν οι αγώνες σε περαιτέρω ροές ριζοσπαστικοποίησης οι ψυχικές, υλικές και πολιτικές συνθήκες για μια κοινωνική (και δη ελευθεριακή-κομμουνιστική) επανάσταση απλά δεν υπήρχαν.

Η όποια δυναμική μετασχηματισμού συνεπώς παρέμεινε κατά βάση ενταγμένη στο τρίπτυχο άρνησης/ αποκατάστασης/αλλαγής, το οποίο, διαποτισμένο με όλα τα σχετικά (μίκρο- ή μάκρο-) συμφέροντα και προσδοκίες, όριζε τις ροές επιθυμίας που συνέθεταν το αντιμνημονιακό κίνημα, όπως και τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, εντάσεις και αντιφάσεις του. Αυτό το τρίπτυχο μπορεί να ανιχνευθεί σε όλα τα ορόσημα του κινήματος: στην αγριεμένη μάζα της 5ης Μάη του ΄11, στις πλατείες της αγανάκτησης[7] αλλά και της δημοκρατικής παραγωγής (όπως και του διαχωρισμού “πάνω και “κάτω” Συντάγματος), στην εξεγερτική έκρηξη της 12ης Φεβρουάριου του ΄12, στο Όχι του δημοψηφίσματος. Από αυτά τα “μεγάλα” συμβάντα μέχρι τις “μικρές” αντιστάσεις – τις αρνήσεις αξιολόγησης και πληρωμών, τις επανασυνδέσεις κλπ – το εν λόγω τρίπτυχο παρήχθη ως υλική δύναμη που παρεμπόδιζε την υλοποίηση του Μνημονίου και που δεν προκάλεσε απλά τεράστια κρατική καταστολή αλλά ώθησε το ντόπιο και διεθνές κατεστημένο σε συνεχείς πολιτικούς ελιγμούς και αναδιατάξεις.

Εδώ εντάσσεται και η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Όσοι λένε ότι η “πρώτη φορά Αριστερά” ήταν ένα αποκούμπι του συστήματος έχουν δίκιο. Ήταν όντως μόνο μια κυβέρνηση με βάση ένα αριστερό κόμμα που (θα) μπορούσε να συνεχίσει την αναδιάρθρωση μέσω της υπογραφής ενός τρίτου Μνημονίου. Αλλά αν μια διαλεκτική ανάλυση προσπαθεί να κατανοήσει το δομικό και το υποκειμενικό ως τροπικές εκφάνσεις της ίδιας πραγματικότητας και όχι ως διακριτούς παράγοντες, δεν πρέπει να τα συγχέει μεταξύ τους, καταλήγοντας έτσι να αναγιγνώσκει πολιτικές διαδικασίες και γεγονότα -όπως τη διαβόητη διαπραγμάτευση- ως φαινομενικότητες που κρύβουν σκοτεινά σχέδια “των εξουσιαστών”. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στην κυβερνητική εξουσία δεν ήταν καθόλου μέρος κάποιου πλάνου των διεθνών ελίτ και της ντόπιας ολιγαρχίας και για αυτό άλλωστε επί της ουσίας δεν έγινε – όσον αφορά ό, τι αντιπροσώπευε και την έφερε εκεί – ποτέ αποδεκτή. Αν, λοιπόν, στην Ελλάδα, μόνο η “αριστερά του κεφαλαίου” μπορούσε να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο αυτό δείχνει όχι μόνο το βάρος της ιστορίας αλλά και τη δύναμη του αντιμνημονιακού κινήματος. Υπό αυτή την έννοια, η 25η Ιανουαρίου ήταν σαφέστατα μια νίκη του τελευταίου, αφού σηματοδότησε την άνοδο στην κυβέρνηση πολιτικών δυνάμεων που από τα Αριστερά και τα Δεξιά διαμεσολαβούσαν και εξέφραζαν την επιθυμία άρνησης/ αποκατάστασης/αλλαγής.

Το γεγονός όμως, τότε, ότι η κυβέρνηση που εξέλεξε η αντιμνημονιακή συνάρμοση υπέγραψε ένα νέο μνημόνιο, χρησιμοποιώντας μάλιστα όλα τα αντιδημοκρατικά τρικ που υπάρχουν στη φαρέτρα του κοινοβουλευτισμού, συμπυκνώνει αυτό που φάνηκε σε όλες τις άλλες στιγμές-ορόσημα, με τελευταίο πάλι το δημοψήφισμα, δηλαδή την αδυναμία αποτροπής των πολιτικών λιτότητας και υποτίμησης. Υπό αυτή την έννοια, όλες οι εκδηλώσεις της δύναμης του αντιμνημονιακού κινήματος ως συνάρμοση άρνησης/αποκατάστασης/αλλαγής ήταν συγχρόνως εκδηλώσεις της αδυναμίας του και των ορίων του. Το θέμα εδώ δεν είναι να δικαιολογηθεί η κυβέρνηση ρίχνοντας την ευθύνη στο κίνημα, κατά το κλασικό “αυτό θέλει ο κόσμος”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατατρόπωση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, και ειδικότερα της προοπτικής μιας αριστερής κυβερνητικότητας που κόμιζε ο ΣΥΡΙΖΑ, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη μη-επιθυμία ρήξης και σύγκρουσης των κυβερνόντων, μια μη-επιθυμία που είναι συνυφασμένη με τον πολιτικό ρεφορμισμό. Με άλλα λόγια, στον πυρήνα της υπογραφής του νέου Μνημονίου υπάρχει μια χαμηλής έντασης επιθυμία, κάτι που δεν πρέπει να προσληφθεί ως ψυχολογικοποίηση αλλά ως ρητή πολιτική κριτική. Η ίδια όμως πολιτική κριτική αφορά και το αντιμνημονιακό κίνημα. Η “μνημονιακή συμμόρφωση” του ΣΥΡΙΖΑ, συνεπώς, είναι κάτι παραπάνω από ήττα της επίδοξης νέας σοσιαλδημοκρατίας, του αριστερού κυβερνητισμού και του πολιτικού ρεφορμισμού. Μαζί με όλα αυτά είναι και ήττα των αντιμνημονιακών αγώνων, μια ήττα που αντανακλά την αδυναμία (πραγμάτωσης) της επιθυμίας άρνησης/αποκατάστασης/αλλαγής. Το αντιμνημονιακό κίνημα δεν μπορούσε να αρνηθεί το Μνημόνιο διότι η αλλαγή που επέφερε δεν μπορούσε να υπερασπιστεί και να αποκαταστήσει αυτό που υπήρχε.

Αυτή η ήττα του ρεφορμισμού όχι μόνο ως πολιτική προοπτική αλλά και ως ψυχική επένδυση, είναι επίπονη στις άμεσες επιπτώσεις της αλλά από την άλλη ανοίγει νέους ορίζοντες. Δυστυχώς, στον α/α χώρο και στην άκρα αριστερά υπάρχει η τάση να σταματά η ανάλυση εδώ και να αποδίδεται πλήρως η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ και του αντιμνημονιακού κινήματος στον ρεφορμισμό τους (ή ακόμα χειρότερα όσον αφορά τον πρώτο στις δόλιες του εξουσιαστικές προθέσεις). Το πρόβλημα με αυτό είναι ότι, χωρίς να αναγνωρίζεται, διαπράττεται το σφάλμα που κάνει από τη δική του σκοπιά ο συντηρητικός αναθεωρητισμός αναφορικά με την επαναστατική παράδοση: διαγιγνώσκει ένα φαινόμενο ως εγγενές αποτέλεσμα της εσωτερικής λογικής μιας πολιτικής και ιδεολογικής προοπτικής αγνοώντας έτσι τις ιστορικές συνθήκες.[8] Από μια διαλεκτική σκοπιά, φυσικά, οι τελευταίες δεν είναι καθαρή εξωτερικότητα, αλλά ένα πεδίο που περιέχει τη δράση των υποκειμένων. Από αυτή τη σκοπιά, είναι η εξαρχής συγκαταβατική στάση της κυβέρνησης που συντέλεσε να οδηγηθεί η κατάσταση σε τόσο οριακό σημείο. Ήταν όμως το ενδεχόμενο οικονομικής ασφυξίας και κοινωνικής κατάρρευσης απλά ιδεολογήματα; Όσο σημαντικό και αν είναι να τονίζεται ότι η κρίση δεν αποτελεί φυσικό γεγονός την κάνει αυτό λιγότερο αντικειμενική; Ο κόσμος, πάντως, μπορεί να έχει έλλειμμα κριτικής κατανόησης και μπόλικες αυταπάτες αλλά δεν είναι μπούφοι: κατάλαβαν ότι μια μη-συμφωνία είναι άλμα στην αβεβαιότητα και για αυτό δεν αντέδρασαν μετά τη σύναψη συμφωνίας παρόλο που την είχαν καταψηφίσει στο δημοψήφισμα. Αυτό δεν ακυρώνει το Όχι αλλά το βάζει στη σωστή του διάσταση: ήταν μια στιγμή συλλογικής άρνησης, σημαντική αν ληφθεί υπόψη η περιρρέουσα τρομοκρατία αλλά χωρίς τη δύναμη να πάρει τη μορφή κατάφασης άρα και (τη δεδομένη στιγμή) έναν αντικυβερνητικό χαρακτήρα. Όταν η ρήξη επενδύεται τόσο ώστε να γίνει πυρηνική έννοια του φαντασιακού είναι εύκολο να υποβαθμίζονται οι πραγματικές επιπτώσεις όπως και ότι δεν είναι όλοι πρόθυμοι να τις αντιμετωπίσουν, ειδικά όταν οι εναλλακτικές που προσφέρονται αδυνατούν να εμπνεύσουν ή να πείσουν ότι θα επιφέρουν κάποια σημαντική βελτίωση της ζωής.

Εδώ βρίσκεται, από τη σκοπιά μιας ριζικής κριτικής στο υπάρχον και η ουσία του ζητήματος: όχι μόνο το ότι οι αγώνες ενάντια στη λιτότητα και την υποτίμηση δεν αποτέλεσαν μονάδες παραγωγής μιας συνολικής εναλλακτικής αλλά και η μεγάλη αδυναμία των διάφορων ριζοσπαστικών/επαναστατικών τάσεων να γίνουν κομιστές μιας τέτοιας εναλλακτικής και να πάνε πέρα από τη συνθηματολογία, μια παθιασμένη όσο και αφηρημένη ρητορική καταστροφής ή μια ρομαντική και αισθητικοποιημένη “άρνηση”.

Υπάρχει πχ. μια επένδυση στους “αδιαμεσολάβητους” ταξικούς αγώνες, ιδιαίτερα στον μαχητικό συνδικαλισμό. Το ερώτημα εδώ δεν είναι αν ο τελευταίος είναι εφικτός, κάτι που άλλωστε απαντιέται καταφατικά στο πρακτικό επίπεδο μέσα στους αγώνες που δίνονται. Όμως ως συνδικαλισμός – ως αγώνας επί των όρων διεξαγωγής της μισθωτής εργασίας – εγγράφεται, αναδύεται και καθορίζεται από μια δεδομένη οικονομική-νομική-πολιτική συνθήκη. Η εντατικοποιημένη διεθνοποίηση των ροών του κεφαλαίου, η χρηματιστικοποίηση, οι διεθνείς θεσμοί και δομές εξουσίας με τους μηχανισμούς επιβολής που διαθέτουν, η κρίση και η υπέρ-συσσώρευση, η υποτίμηση και η λιτότητα ως νομικό-υλική οργάνωση τους, ορίζουν την οικονομική συγκυρία και το δικαιϊκό-πολιτικό πλαίσιο, δηλαδή την πραγματικότητα των όποιων εργατικών αγώνων. Αν ο “αγώνας ενάντια στα αφεντικά” δεν λάβει υπόψη του αυτές τις προκείμενες είναι απλά μια αφαίρεση που υποδύεται το υπέρ-ιστορικό αξίωμα. Πως μέσα στις συνθήκες επιθετικής αναδιάρθρωσης που έχουν παραχθεί στην Ελλάδα, και αδιαφορώντας για το γενικό καθεστώς λιτότητας και ύφεσης που έχει επιβληθεί, είναι δυνατόν να επιτευχθεί μια μη-αποσπασματική ανατίμηση της εργατικής δύναμης; Μπορεί επιμέρους αγώνες να νικήσουν και να δικαιωθούν αλλά ο συνδικαλισμός αναπόφευκτα αναδύεται σε μια πραγματικότητα όπου πολύ χειρότερο από το να σε εκμεταλλεύονται είναι το να μην σε εκμεταλλεύονται.[9] Σε τέτοιες συνθήκες η ανάδυση ενός προωθητικού μαζικού εργατικού κινήματος είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ακόμα όμως και αν αναπτυσσόταν ένα τέτοιο εργατικό κίνημα αδυνατώ να δω πως μια βαθιά κοινωνική μεταρρύθμιση υπέρ της εργασίας θα μπορούσε να ευδοκιμήσει έξω από την εγγραφή της σε μια συνολικότερη εναλλακτική στο νεοφιλελεύθερο καθεστώς συσσώρευσης και κυβερνολογικής.

Ως μέρος μιας τέτοιας συνολικότερης εναλλακτικής προτάσσεται η δημιουργία και επέκταση αυτόνομων αντί-δομών έξω από τα υπάρχοντα θεσμικά πλαίσια. Τι ακριβώς όμως οργανώνουν, διαχειρίζονται και αρνούνται αυτές οι (αντί)δομές; Οι συλλογικές κουζίνες μαγειρεύουν προϊόντα που ακόμα και αν απαλλοτριωθούν έχουν παραχθεί ως εμπορεύματα. Οι καταλήψεις κλέβουν ρεύμα το οποίο παράγεται σε εργοστάσια. Αρνούμαστε να πληρώσουμε εισιτήρια σε μεταφορικά μέσα που θέλουν καύσιμα για να κινηθούν· και ούτω καθεξής. Ακόμα και η επέκταση στην παραγωγή, όπως δείχνει η ΒΙΟ.ΜΕ, με κανένα τρόπο δεν αποσπά μια δομή αυτοδιαχείρισης από την αγορά και τους καταναγκασμούς της πχ. την ανάγκη εύρεσης κεφαλαίου κίνησης. Εδώ ενυπάρχουν δυο κρίσιμα συμπεράσματα: στην παρούσα συγκυρία οι αντί-δομές (α) προϋποθέτουν μια στοιχειωδώς λειτουργική οικονομία άρα και ένα λειτουργικό κράτος· (β) αποτελούν εναλλακτική μορφή αντιμετώπισης της λιτότητας. Υπάρχουν, φυσικά, ποιοτικές διαφορές με άλλες μορφές διαχείρισης της φτώχειας, πχ. αυτές της οργανωμένης φιλανθρωπίας, διαφορές που διακρίνουν τις κινηματικές αντί-δομές ως ανταγωνιστικά εγχειρήματα. Αλλά πρέπει να έχουμε ένα μέτρο των πραγμάτων και του μεγέθους τους. Σημαντικά ως πειραματισμοί, αλλά για κανένα λόγο ακόμα στο επίπεδο διευρυμένης ροής κοινωνικής μεταρρύθμισης ή μετασχηματισμού, τα όποια αυτό-οργανωμένα εγχειρήματα είναι αναγκασμένα να διαπραγματεύονται συνεχώς με τα όρια και τις αντιφάσεις τους.

Φυσικά, η επανάσταση υποτίθεται ότι είναι η λύση σε αυτά τα ζητήματα, το ποιοτικό άλμα που θα ξεπεράσει καταστρέφοντας τις μορφές πραγμάτωσης του κεφαλαίου άρα και τους καταναγκασμούς που προκύπτουν εξ αυτών. Έξω όμως από έναν άκρατο βολονταρισμό ή το αποκαλυπτικό όραμα της παγκόσμιας ανάφλεξης που θα κάψει τον “παλιό κόσμο”, ένα επαναστατικό ξέσπασμα, ακόμα και αν εξελιχθεί σε διεθνές επαναστατικό κύμα, δεν μπορεί να παρακάμψει την ιστορική του πραγματικότητα πχ. το ρόλο που έχει σήμερα το χρήμα στην αναπαραγωγή της (κοινωνικής) ζωής. Είναι ενδιαφέρον εδώ ότι ενώ ενίοτε τονίζεται ως παραδειγματική η μονομερής διαγραφή του χρέους από τους Μπολσεβίκους δεν αποδίδεται το ίδιο βάρος στο ότι μετέπειτα αναγκάστηκαν να ψάξουν νέα δάνεια (αλλά και τεχνογνωσία) από τις καπιταλιστικές δυνάμεις. Στη σημερινή εποχή ηγεμονίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, όπου οι ροές παραγωγής εγγράφονται σε και διαμεσολαβούνται από ροές πίστωσης που εμπλέκουν κάθε επιμέρους δραστηριότητα (είτε παραγωγική είτε καταναλωτική) στα παγκόσμια κυκλώματα του κεφαλαίου, η ανάγκη για δανεισμό θα ήταν ακόμα επιτακτικότερη για μια επαναστατημένη επικράτεια, εφόσον φυσικά δεν θα ήθελε να γνωρίσει καταστάσεις που θα κάνανε το “Μεγάλο Άλμα Εμπρός” να μοιάζει με σχολική εκδρομή. Φυσικά, αυτό θα σηματοδοτούσε εγγραφή σε μια σχέση χρέους, ενώ αντιστρόφως όσο περιοριζόταν ο δανεισμός και επιχειρείτο κάποια μορφή παραγωγικής αυτοδυναμίας θα αναπαραγόταν και κάποια μορφή λιτότητας. Προφανώς, αυτή η λιτότητα δεν θα ήταν ίδια με τη λιτότητα που επιβάλλεται σήμερα ως τεχνική νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της κρίσης υπέρ του κεφαλαίου. Αλλά θα παρέμενε μια τεχνητή εν σχέση με τις υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, με όλες τις εντάσεις που αναπόφευκτα αυτό θα παρήγαγε. Κάτι τέτοιο, εν τέλει, σημαίνει ότι όπως και ο ρεφορμισμός έτσι και η επανάσταση (θα) μετέχει σε μια εκ των βασικών αντιφάσεων της εποχής: ενώ υπάρχουν τεράστιες παραγωγικές και τεχνικές δυνατότητες ο ιστορικός ορίζοντας καθορίζεται από τη διευρυμένη αναπαραγωγή χρέους και λιτότητας.

Όλα αυτά δεν ταυτίζουν την επανάσταση με τον ρεφορμισμό, απλά τονίζουν ότι οι δυο αυτές πολιτικές προοπτικές μοιράζονται την ίδια πραγματικότητα άρα μετέχουν των αντιφάσεων της. Κατά τον ίδιο τρόπο, η παραδοχή ότι η επανάσταση δεν μπορεί απλά να παρακάμψει με μια πράξη βούλησης τον κύκλο της λιτότητας και του χρέους δεν σημαίνει ότι είναι εξ ορισμού καταδικασμένη. Αντιθέτως, ο (ελευθεριακός) κομμουνισμός είναι μια αντικειμενική δυνατότητα της εποχής που όχι μόνο πιστοποιείται ως γίγνεσθαι σε πλείστες διαδικασίες αλλά σχετίζεται άμεσα με την προαναφερθείσα αντίφαση και τις εντάσεις που τη συνοδεύουν και παράγει. Η πραγμάτωση, όμως, μια τέτοιας δυνατότητας δεν μπορεί παρά να αφορά μια μακρά και αβέβαιη διαδικασία που θα πρέπει να διαβεί την ιστορική συγκυρία χωρίς να στηρίζεται μόνο σε ένα ηρωικό ήθος διαρκούς επαναστατικής επιστράτευσης.

Για την ώρα, πάντως, βρισκόμαστε στο χείλος της τρύπας· εκτείνοντας το βλέμμα φαίνεται μια παγκόσμια οικονομία σε κατάσταση νευρικής κρίσης ενώ η εξαθλίωση, η βαρβαρότητα και το κοινωνικό χάος ως αποτελέσματα αλλά και τεχνικές διαχείρισης των παγκόσμιων ροών του κεφαλαίου διευρύνονται. Επικεντρώνοντας στον ελλαδικό χώρο διακρίνεται ο ορίζοντας μιας μακράς λιτότητας και κάμποσα ατομικά και συλλογικά αδιέξοδα. Η εκτίμηση μου είναι ότι, έξω από μια σταθεροποίηση και ανάκαμψη της οικονομίας, ο εσωτερικός ανταγωνισμός θα συμπυκνωθεί σταδιακά στο δίπολο “μέσα/έξω από την Ε.Ε.”, άρα και στο δίπολο Ευρώ/Δραχμή. Όπως και με το “μνημόνιο/αντιμνημόνιο” είναι δεδομένο ότι αυτό το δίπολο εμπεριέχει πολλές παγίδες και όρια όσον αφορά τη βελτίωση της ζωής των υποτελών τάξεων. Αλλά αν όντως παραχθεί ιστορικά θα πρέπει να το διαβούμε προσπαθώντας να διαπραγματευτούμε με αυτά του τα όρια, ανιχνεύοντας τις όποιες δυνατότητες και ορίζοντες (θα) ανοίγονται. Ό, τι όμως και αν βρίσκεται μπροστά μας θα κουβαλάει τις (θετικές και αρνητικές) παρακαταθήκες του αντιμνημονιακού κινήματος, αρνήσεις που αναζητούν τις καταφάσεις τους και ήττες που ζητάνε τη δικαίωση τους, από τη μακρινή 5η Μάη μέχρι την όψιμη 5η Ιούλη.

(Και κάτι σαν) Επίλογος

“Ακόμα και ένα αδιέξοδο είναι καλό αν αποτελεί μέρος ενός ριζώματος”.

G. Geleuze & F. Guattari, Κάφκα: Προς μια ελάσσων λογοτεχνία

Η μη-ανταπόκριση μεταξύ πραγματικού και επιθυμίας αποτελεί οντολογική προϋπόθεση κάθε κοινωνικού μετασχηματισμού άρα και καταστατική συνθήκη της ανθρώπινης ιστορικότητας. Αποτελεί όμως και γενεσιουργό συνθήκη εντάσεων και αντιφάσεων. Όσοι ειδικά επενδύουν σε ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνικής πραγματικότητας καλούνται να ισορροπήσουν στο χάσμα επιθυμίας και πραγματικού, αντιμετωπίζοντας ή απωθώντας το δυσάρεστο (;) γεγονός ότι οι υποτελείς τάξεις συνήθως δεν δρουν όπως θέλουμε. Το ζήτημα εδώ δεν είναι να αντιπαραβληθεί κάποιο “αγνό” κοινωνικό υποκείμενο ή μια “αδιαμεσολάβητη” κοινωνική παρουσία σε “παραμορφωτικές” πολιτικές μεσολαβήσεις και ιδεολογίες με το (υποτίθεται) καταπιεστικό πάθος τους για ολότητα. Τίποτα από ό, τι ειπώθηκε δεν αναιρεί την επιθυμία αλλά και ανάγκη να υποβάλουμε τον κόσμο σε συνολική κριτική, να οραματιζόμαστε έναν άλλο κόσμο και να τον προετοιμάζουμε πρακτικά. Αλλά πρέπει να το κάνουμε χωρίς έπαρση, αναγνωρίζοντας τον περιθωριακό χαρακτήρα των φορέων επαναστατικής ιδεολογίας όπως και το ότι ούτε κατά διάνοια δεν έχουμε επεξεργαστεί επαρκώς τρόπους επίλυσης των τεράστιων δυσκολιών που θέτει η συγκυρία. Ακόμα γονιμότερο, όμως, θα ήταν να αναγνωριστεί ο προβληματικός χαρακτήρας της κατάστασης, καθώς ένα πρόβλημα δεν αποτελεί μια δυσκολία – την οποία απλά πρέπει να ξεπεράσουμε για να φτάσουμε κάπου που γνωρίζουμε – αλλά μια ανοιχτή διαδικασία της οποίας την απάντηση δεν ξέρουμε εκ των προτέρων. Μια τέτοια έλλειψη απάντησης αναπόφευκτα θα βιώνεται ενίοτε με όρους αδυναμίας και αδιεξόδου. Αλλά δεν υπονοεί παραίτηση. Αντιθέτως ίσως επιτρέψει την παραγωγή ενός προγράμματος που θα θεμελιώνεται στην ιστορική συγκυρία αλλά και στις υγιείς και δημιουργικές δυνάμεις που δρουν εντός της χωρίς να αυταπατάται ότι όλα τα φλέγοντα ζητήματα που τίθενται μπορεί να επιλυθούν εκ των προτέρων.

Στο κατώφλι που ο πραγματισμός συναντά την ουτοπία…

 

[1] Η ορολογία δεν είναι τυχαία. Το αντιμνημονιακό μπλοκ ήταν μια συνάρμοση και όχι μια “συμμαχία”. Η τελευταία αποτελεί μια πολιτική πράξη μεταξύ δυο ή περισσότερων συλλογικών φορέων στη βάση κάποιων ρητά διατυπωμένων συμφωνιών ή στόχων. Η συνάρμοση αποτελεί μια πιο γενική κατηγορία που αφορά την παραγωγή ιστορικών μορφών μέσα από δυναμικές ροές έντασης και η οποία δεν είναι απαραίτητα προϊόν συνειδητού υπολογισμού και στοχοθεσίας. Ενώ λοιπόν η σύναψη μιας συμμαχίας παράγει μια νέα συνάρμοση δεν είναι κάθε συνάρμοση και μια συμμαχία.

[2] Κάποιες τάσεις φυσικά όταν μιλάνε για την “τάξη μας” και την ανάγκη πολιτικής της συγκρότησης δεν αναφέρονται στην εργατική τάξη αλλά γενικότερα στους “καταπιεσμένους”. Δυστυχώς εδώ τα πράγματα είναι ακόμα δυσκολότερα, καθώς η καταπίεση, υπαρκτή όσο και αν είναι, είναι τόσο γενική σαν κατηγορία και περιέχει τόσες διαφοροποιήσεις που δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσει ένα ταξικό ανήκειν, εφόσον φυσικά δεν χρησιμοποιούμε τον όρο “τάξη” με ένα εντελώς αφηρημένο ή βολονταριστικό τρόπο π.χ. “όσοι αγωνίζονται ενάντια στο κεφάλαιο”. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξουν κοινότητες αγώνα μεταξύ των υποτελών τάξεων, αλλά επειδή μιλάμε πάντα για μια πολλαπλότητα αυτή δεν μπορεί να συγκροτηθεί κάτω από μια υποτιθέμενη ταυτότητα συμφερόντων.

[3] Ο μεγάλος απών από το σχήμα του (εθνικού) Λαού είναι φυσικά και ο μεγάλος απών του αντιμνημονιακού κίνηματος, οι μετανάστες, μια απουσία που καταδεικνύει από μόνη τα όρια αυτού του κινήματος. Πρόκειται για ένα μεγάλο ζήτημα το οποίο δεν ξεμπερδεύεται σε μια υποσημείωση.

[4] Παρεμπιπτόντως, είναι ενδιαφέρον ότι όταν μιλάμε για πολιτική συγκρότηση χρησιμοποιείται πάντα ο ενικός ενώ ιστορικά όταν παράχθηκε ένα ισχυρό ταξικό ανήκειν μέσα στα εργατικά στρώματα, η εργατική τάξη διαφοροποιήθηκε πολιτικά. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.

[6] Ούτε αυτό είναι καινοφανές, όπως και δεν αναιρεί την παραγωγή ριζοσπαστικών χαρακτηριστικών και τάσεων εντός ενός τέτοιου κινήματος υπεράσπισης/αποκατάστασης. Πρβλ., πχ., την μελέτη των λαϊκών κινημάτων της πρώιμης βιομηχανικής περιόδου από τον Craig Calhoun, The Question of Class Struggle: Social Foundations of Popular Radicalism during the Industrial Revolution, (Chicago: The University of Chicago Press, 1982)

[7] Η ονομασία “Αγανακτισμένοι” προκάλεσε αρκετά επικριτικά και ειρωνικά σχόλια, ως σύμπτωμα υποτίθεται του μικροαστισμού και της ελλειμματικής πολιτικής συγκρότησης και ταξικής συνείδησης των συμμετεχόντων. Όμως, όπως ο Σπινόζα έχει προ πολλού παρατηρήσει, η αγανάκτηση δεν είναι ένα ποταπό ατομικό ή ηθικό συναίσθημα αλλά ένα πολιτικό πάθος ικανό να κινητοποιήσει και εγγραφεί σε συλλογικές διαδικασίες εξέγερσης ή μετασχηματισμού. Για όποιον θέλει να το επιβεβαιώσει αυτό θα συνιστούσα απλά να δει το Θωρηκτό Ποτέμκιν.

[8] Πρβλ. την εξαιρετική μελέτη του Domenico Losurdo, War and Revolution: Rethinking the 20th Century, (London and New York: Verso, 2015).

[9] Σύμφωνα με την ρήση ενός στοχαστή, Γάλλου νομίζω, το όνομα του οποίου τώρα δεν θυμάμαι. Φυσικά αυτή η αντίφαση είναι εγγενής στον καπιταλισμό, αλλά εντείνεται όσο βαθαίνει η πραγματική υπαγωγή της ζωής στο κεφάλαιο.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ: Silence_Infinis / Κενό Δίκτυο

Στη Ν. Φιλαδέλφεια οι μπουλντόζες παίρνουνε φωτιά

Αναδημοσίευση από το blog της ελευθεριακής συλλογικότητας ΑΝΑΖΩΠΥΡΩΣΗ, το πρωτότυπο εδώ.

prasinoi-kadoi1

Στη Ν. Φιλαδέλφεια οι μπουλντόζες παίρνουνε φωτιά

Στις 10 Νοεμβρίου 2014 δημοσιεύθηκε το σχέδιο τεχνικού προγράμματος και προϋπολογισμού του δήμου Ν. Φιλαδέλφειας – Ν. Χαλκηδόνας για το οικονομικό έτος 2015, το οποίο ψηφίστηκε από το δημοτικό συμβούλιο στις 3 Δεκεμβρίου 2014. Σε αυτόν τον προϋπολογισμό συμπεριλαμβάνεται η κατεδάφιση της κατάληψης Στρούγκα. Οι καταληψίες της Στρούγκας κληθήκανε από τη δημοτική αρχή να συμμετάσχουν σε συζήτηση μαζί της, ώστε η τελευταία να τους ενημερώσει για τις προθέσεις της σχετικά με το χώρο. Φυσικά, οι καταληψίες αρνήθηκαν να παρευρεθούν σε μια τέτοια συνάντηση. Η οικονομική επιτροπή του δήμου μάλιστα προχώρησε στις 8 Δεκεμβρίου στην απευθείας ανάθεση επιμέρους εργολαβιών που απαιτούνται για την υλοποίηση της πολιτικής απόφασης της δημοτικής αρχής του ΣΥΡΙΖΑ, με πρόσχημα “να μη χαθούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια”. Στις 5 Αυγούστου 2015, η ίδια δημοτική αρχή κατεδαφίζει την κατάληψη Κένταυρος στο άλσος της Ν. Φιλαδέλφειας.

Αυτές οι μπουλντόζες δεν ήταν οι μόνες που κόβουν βόλτες -ή ίπτανται ως απειλές ενός ζοφερού μέλλοντος- στους δρόμους της Ν. Φιλαδέλφειας. Πριν δώδεκα χρόνια, τον Μάιο του 2003 είχαν εμφανιστεί μπουλντόζες ανάπτυξης στην περιοχή, με σκοπό το γκρέμισμα του ποδοσφαιρικού γηπέδου της ΑΕΚ και την ανέγερση νέου. Το παλιό γήπεδο γκρεμίστηκε, όμως νέο γήπεδο δεν χτίστηκε. Λεφτά δεν υπήρχαν, νομικά πλαίσια δεν υπήρχαν. Το μόνο που υπήρχε ήταν αντίδραση από κατοίκους στην περιοχή ενάντια στην κατασκευή μεγαλύτερου γηπέδου, υπόγειου πάρκινγκ κι εμπορικών καταστημάτων.

Πλέον, τα πράγματα μοιάζουνε καλύτερα για την ΑΕΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση πλέον διακυρρήτει ότι θα βρει άκρη στα νομικά προβλήματα για την ανέγερση του γηπέδου. Η συριζαίικη δημοτική αρχή της Ν. Φιλαδέλφειας ενώ δείχνει να εναντιώνεται στην ανέγερση επαγγελματικού γηπέδου κι εμπορικού κέντρου, κάνει ότι καλύτερο μπορεί ώστε οι “πιέσεις” της να είναι όσο πιο νομικά μικρές, ανώδυνες κι ανούσιες γίνεται. Ίσα-ίσα για να μπορεί να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος των αγωνιζόμενων κατοίκων για την προστασία του άλσους ενάντια στα συμφέροντα του Μελισσανίδη και κάθε λογής επιχειρηματία.

Η “Δικέφαλος 1924 Κατασκευαστική ΑΕ”, συμφερόντων Μελισσανίδη, είχε καταθέσει έγγραφο το οποίο υποτίθεται ότι τη νομιμοποιούσε να ζητήσει οικοδομική άδεια για την ανέγερση νέου γηπέδου. Το έγγραφο όμως κρίθηκε αόριστο και ανεπαρκές από το Αυτοτελές Τμήμα Νομοθετικής Πρωτοβουλίας και Εργου του ΥΠΑΠΕΝ (Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος κι Ενέργειας), που αποφάνθηκε ότι πρέπει να διερευνηθεί αν η εταιρεία του Μελισσανίδη ανήκει σε αυτούς “που σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 42 δύνανται να υπογράφουν με το ως άνω ερασιτεχνικό αθλητικό σωματείο ΑΕΚ ειδικές προγραμματικές συμβάσεις αθλητικής ανάπτυξης”. Τότε ο Μελισσανίδης, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, συγκάλεσε γενική συνέλευση της ερασιτεχνικής ΑΕΚ, στην οποία αποφασίστηκε η μεταβίβαση όλων τα δικαιωματών της ερασιτεχνικής ΑΕΚ στην εταιρεία του Μελισσανίδη, και στη συνέχεια η εταιρεία κατέθεσε αυτή τη σύμβαση στη ΔΑΟΚΑ (Διεύθυνση Αρχιτεκτονικής, Οικοδομικών Κανονισμών και Αδειοδοτήσεων), ζητώντας την έκδοση άδειας ΜΠΕ (Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων) για την κατασκευή και λειτουργία του “Κέντρου Αθλητισμού, Μνήμης και Πολιτισμού στη Ν. Φιλαδέλφεια Αττικής”. Η ΔΑΟΚΑ διαβίβασε αυτή τη σύμβαση στο Αυτοτελές Τμήμα Νομοθετικής Πρωτοβουλίας και Έργου η οποία θα αποφανθεί αν η σύμβαση ανάμεσα στην ερασιτεχική ΑΕΚ και τη “Δικέφαλος 1924 ΑΕ” μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη για την ανέγερση γηπέδου. Η απάντηση εκκρεμεί και δεν πρόκειται να εκδοθεί πριν από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο του 2015.

Νομότυπα, ο χώρος για το γήπεδο έχει παραχωρηθεί προς χρήση από την ερασιτεχνική ΑΕΚ για τις δικές της ανάγκες, οπότε ούτε η “Δικεφάλος 1924 ΑΕ” μπορεί να χτίσει το γήπεδο, ούτε οποιοδήποτε γήπεδο χτιστεί μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την ΠΑΕ ΑΕΚ. Όμως, το κράτος δεν παραχώρησε ένα κομμάτι του άλσους στην ερασιτεχνική ΑΕΚ για τον άθληση ερασιτεχνών. Η ιστορία μυρίζει χρήμα, και πολύ χρήμα δεν μπορεί να βγει από τον ερασιτεχνικό αθλητισμό. Κι αυτό φαίνεται, καθώς ενώ το Αυτοτελές Τμήμα Νομοθετικής Πρωτοβουλίας και Έργου του ΥΠΑΠΕΝ δεν έχει αποφανθεί ακόμα σχετικά με την εγκυρότητα της (παράνομης) σύμβασης ανάμεσα στην ερασιτεχνική ΑΕΚ και τη “Δικέφαλος 1924 ΑΕ” του υιού Μελισσανίδη, η Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης έχει θέσει σε δήμοσια διαβούλευση τη ΜΠΕ για την ανέγερση του “Κέντρου Αθλητισμού, Μνήμης και Πολιτισμού στη Ν. Φιλαδέλφεια Αττικής” που έχει καταθέσει η “Δικέφαλος 1924 ΑΕ”. Και ποιο είναι το “κέντρο αθλητισμού”; Σύμφωνα με το έγγραφο που κατέθεσε η εταιρεία δεν πρόκειται για τίποτα άλλο από επαγγελματικό ποδοσφαιρικό γήπεδο προδιαγραφών της UEFA και χωρητικότητας 32.000 θεατών. Και φυσικά, στο έγγραφο προβλέπεται πως η “Δικέφαλος 1924 ΑΕ” θα έχει το αποκλειστικό δικαίωμα πάσης φύσεως οικονομικής εκμετάλλευσης του γηπέδου για τα επόμενα 49 χρόνια.

Παρόλα τα νομικά προβλήματα, τα πράγματα ύστερα από τόσα χρόνια βρίσκονται σε καλό δρόμο για την ΑΕΚ. Τα προβλήματα εύκολα μπορούν να λυθούν είτε με κάποια αλλαγή στη σχετική νομοθεσία είτε κάνοντας τα “στραβά μάτια” και προσπερνώντας την -βλέπε και την περίπτωση του Athens Mall. Για τους δύσπιστους, ας αναφέρουμε ότι η νομοθεσία σχετικά με τις παραχωρήσεις ακινήτων από το κράτος για κοινοφελείς σκοπούς (στην προκειμένη περίπτωση για την ανέγερση γηπέδου για τις ανάγκες των αθλητών της ερασιτεχνικής ΑΕΚ) προβλέπει ότι η παραχώρηση ανακαλείται “αν ο χρήστης δεν εκπληρώσει το σκοπό της παραχώρησης εντός πενταετίας από την έκδοση της απόφασης παραχώρησης ή αν αλλάξει ο σκοπός της παραχώρησης, χωρίς τη συναίνεση του οργάνου που εξέδωσε την πράξη αυτή”. Από τότε όχι πέντε, αλλά δώδεκα χρόνια έχουν περάσει κι η ερασιτεχνική ΑΕΚ δεν έχει χτίσει ακόμα γήπεδο για τις ανάγκες της. Όμως ο χώρος δεν ανακλήθηκε ποτέ από το κράτος. Αφού λοιπόν το κράτος δεν ανακάλεσε τον χώρο για την πρώτη περίπτωση, θα τον ανακάλεσει για την δεύτερη; Για το χτίσιμο δηλαδή γηπέδου από την “Δικέφαλος 1924 ΑΕ” για την ΠΑΕ ΑΕΚ;

Όπως έχουμε γράψει και παλαιότερα (βλέπε το περσινό μας κείμενο με τίτλο “Μαφία”), η κατασκευή του γηπέδου θα δώσει νέα πνοή στην οικονομική ζωή της Ν. Φιλαδέλφειας. Πέρα από τις νέες επιχειρήσεις που θα εμφανιστούν (εντός κι εκτός του άλσους), κι οι ήδη υπάρχουσες θα ανθίσουν από τη δημιουργία του γηπέδου. Μικροεπιχειρηματίες, μικροβιοτέχνες και γενικά μικροαφεντικά της περιοχής θα δουν τις δουλειές τους να “ανοίγουν”. Από τα περίπτερα και τα ψητοπωλεία μέχρι τα αθλητικά είδη και όχι μόνο, τα καταστήματα της περιοχής θα αποκτήσουν νέο αγοραστικό κοινό. Οι καταναλωτές που θα επισκέπτονται τη Ν. Φιλάδελφεια κάθε Κυριακή για να εκτονώνονται στο γήπεδο, θα διασκεδάζουν και θα κάνουν τα ψώνια τους στα καταστήματα της περιοχής.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη ήδη καλπάζει στη Ν. Φιλαδέλφεια. Τα τελευταία χρόνια τα καταστήματα εστίασης (bar, καφετέριες, ταχυφαγεία κλπ) πληθαίνουν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου στις περιοχές της Ν. Φιλαδέλφειας και Ν. Χαλκηδόνας. Πιο συγκεκριμένα, από το 2010 έως σήμερα, τα καταστήματα εστίασης στην περιοχή έχουν αυξηθεί περισσότερο από 47% και πλέον ξεπερνούν τα 440. Πλέον, πεζοδρόμια και πεζόδρομοι είναι ασφυκτικά γεμάτα από τα τραπεζοκαθίσματα των καταστημάτων σε τέτοιο βαθμό που πολλές φορές μπορείς να τα διασχίσεις μόνο με μεγάλη δυσκολία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η συριζαίικη δημοτική αρχή θέλει να επικαιροποιήσει το προεδρικό διάταγμα της προστασίας του προσφυγικού συνοικισμού με βάση τον Ν. 4269/14 “περί χωροταξικής και πολεοδομικής μεταρρύθμισης”. Ο νόμος αυτός καταργεί την προστασία των περιοχών αμιγούς κατοικίας και ενθαρρύνει την εκμετάλλευση της γης για εμπορικούς σκοπούς, απορρυθμίζοντας τους περιοριστικούς πολεοδομικούς μηχανισμούς του παρελθόντος. Δηλαδή, ακόμα περισσότερα μαγαζιά για την περιοχή.

Το γήπεδο της ΑΕΚ, οι μέλλουσες επιχειρήσεις εντός κι εκτός του άλσους, και ο σχεδιαζόμενος σταθμός της νέας γραμμής 4 του μετρό (είτε γίνει τελικά στην ίδια τη Ν. Φιλαδέλφεια είτε στον Περισσό σε σημείο 7 λεπτά περπατήματος από την πλατεία Πατριάρχου, δηλαδή το κέντρο της Ν. Φιλάδελφειας) θα επιφέρουν την πολυπόθητη από το κεφάλαιο ανάπτυξη της περιοχής. Μια ανάπτυξη της τσέπης τους και της εκμετάλλευσης της εργασίας μας. Μια ανάπτυξη του τσιμέντου και της μόλυνσης. Η ανάπλαση της Ν. Φιλάδελφειας πλησιάζει απειλητικά, κι από γειτονιά εργατών προσφύγων θα μετατραπεί σε ένα τεράστιο κέντρο διασκέδασης και κατανάλωσης. Και σαν μην έφταναν αυτά, υπάρχει κι ο κίνδυνος της “πειραιοποίησης” της Ν. Φιλάδελφειας. Ο κίνδυνος δημιουργίας ιδιωτικού στρατού του Μελισσανίδη -μεταμφιεσμένο σε οπαδικό σύνδεσμο- που θα φέρνει σε πέρας τις βρώμικες δουλειές του ιδίου κι άλλων επιχειρηματιών, μαφιόζων και φασιστών της περιοχής, ο οποίος θα προσπαθεί να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος στην εξέδρα και στους δρόμους της περιοχής. Και για να μπορέσει ο κύριος “Τίγρης” να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του ευκολότερα χωρίς να χρειάζεται τη μεσολάβηση του πολιτικού προσωπικού του δήμου, δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε έξω απ’την ενδεχόμενη “πειραιοποίηση” και την πιθανότητα να κωλοκαθήσει ο ίδιος σε κάποια καρέκλα του δημοτικού συμβουλίου με τη δημιουργία κάποιας νέας παράταξης, ακουλουθώντας τον δρόμο που χάραξαν ο Μαρινάκης κι ο Μπέος. Μην ξεχνάμε πως ήδη στις τελευταίες δημοτικές εκλογές, ο Μελισσανίδης “κατέβασε” υποψήφιο δήμαρχο τον Γεωργαμλή, παλαίμαχο παίκτη και πρώην βοηθό προπονητή της ΑΕΚ, με την παράταξη “Ένωση Δημοτών”. Η προεκλογική καμπάνια της “Ένωσης Δημοτών” στηρίχτηκε στην προώθηση της ανέγερσης του γηπέδου και στις κατηγορίες των πολιτικών της αντιπάλων ως… φανατικοί οπαδοί του Ολυμπιακού, μέχρι κι ανδρείκελα του Μαρινάκη!

Με όλα αυτά λοιπόν, πως θα μπορούσαν να μην δεχτούν επιθέσεις τα ανταγωνιστικά εγχειρήματα της γειτονιάς; Πέρυσι, ακύρωση των ανοιχτών εκδηλώσεων και δράσεων του Συντονιστικού Κατοίκων Ν. Φ. – Ν. Χ. για το ζήτημα του άλσους αρχικά μέσω τραμπουκισμών και τελικά μέσω δολοφονικών επιθέσεων και το σπάσιμο κι απόπειρα εμπρησμού της κατάληψης Στρούγκας. Φέτος, από πλευράς του δήμου, η εξαγγελία πλάνου κατεδάφισης της Στρούγκας και η κατεδάφιση του Κενταύρου.

Όταν όμως καταλάγιασαν οι ήχοι από τις μπουλντόζες στον Κένταυρο, απλώθηκε “σιωπή”. Τα περισσότερα κείμενα που βγήκαν γύρω από το ζήτημα δεν μιλήσαν άμεσα κι ανοιχτά ούτε για τα επιχειρηματικά συμφέροντα που λυμαίνονται το άλσος, ούτε για την αγωνιστική παρακαταθήκη των περασμένων ετών για την υπεράσπισή του. Αντί αυτού, αρκέστηκαν σε μια αντικατασταλτική ρητορεία για τον ΣΥΡΙΖΑ. Για εμάς που υπογράφουμε το παρών κείμενο, η κατεδάφιση της κατάληψης του Κενταύρου έγινε επειδή στάθηκε, και στο μέλλον θα στεκόταν ακόμα μεγαλύτερο, εμπόδιο στα ευρύτερα καπιταλιστικά πλάνα για την περιοχή.

Οι μπουλντόζες παίρνουνε φωτιά στη Ν. Φιλάδελφεια. Προσπαθούνε να γκρεμίσουν τα προλεταριάκα μας συμφέροντα και να οικοδομήσουν αυτά τα κεφαλαίου. Η Στρούγκα, ο Κένταυρος κι όλοι οι αγωνιζόμενοι κάτοικοι της Ν. Φιλαδέλφειας μάχονται, ο καθένας με τον τρόπο του, ενάντια στην καπιταλιστική ανάπτυξη της περιοχής. Μάχονται ενάντια στην καταστροφή ενός απ’τους ελάχιστους εναπομείναντες ελεύθερους χώρους πράσινου μέσα στη τσιμεντένια Βαβυλώνα. Μάχονται ενάντια στην “πειραιοποίηση” της γειτονιάς τους. Στεκόμαστε δίπλα τους κι έχουμε να πούμε μόνο ένα πράγμα:

Το μόνο γήπεδο στο οποίο θα παίξουμε ποδόσφαιρο θα είναι τα συντρίμμια των ναών του εμπορεύματος

Πρωτοβουλία ατόμων από την ελευθεριακή συλλογικότητα
Αναζωπύρωση

Φως, νερό, τηλέφωνο, ταξική πάλη σε δόσεις

Αναδημοσιεύουμε εδώ το ενδιαφέρον κείμενο του συντρόφου από τη ΣΚΥΑ σχετικά με το παρόν και το μέλλον των τοπικών συνελεύσεων γειτονιάς. Το πρωτότυπο μπορεί να βρεθεί εδώ, francais and english here.

«’δω σ’ αυτή τη γειτονιά, στην παρακάτω ρούγα

τη φωλιά της έχτισε μια πέρδικα μικρούλα»

παραδοσιακό απ’ την κέρκυρα

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του ’08 κι έπειτα το “κίνημα των πλατειών” του καλοκαιριού του ’11 άνοιξαν διάπλατα τον δρόμο για τις μορφές οργάνωσης και αγώνα που κωδικοποιήθηκαν ως συνελεύσεις γειτονιάς. Μιλάμε για ανοιχτές συλλογικές διαδικασίες με αυτοοργανωμένο χαρακτήρα που προσπάθησαν να εδαφικοποιήσουν την πολιτική τους παρέμβαση σε επίπεδο γειτονιάς με τρόπο δημόσιο και σταθερό. Εδώ, βέβαια, δεν θα προσπαθήσουμε να συντάξουμε την ιστορία ή να εκθέσουμε τη γενεαλογία των συνελεύσεων γειτονιάς στην Αθήνα, ούτε και να παρουσιάσουμε όλα τους τα πολιτικά περιεχόμενα μέσα σε 4000 λέξεις. Ο σκοπός μας είναι να αναλύσουμε τη θέση των συνελεύσεων γειτονιάς μέσα στον κύκλο αγώνων ενάντια στην υποτίμηση της εργασίας και της ζωής μας την εποχή της καπιταλιστικής κρίσης και αναδιάρθρωσης. Με λίγα λόγια, προσπαθούμε να δούμε πώς τοποθετούνται τα τελευταία χρόνια οι συνελεύσεις γειτονιάς απέναντι στα ζητήματα που έχουν θέσει οι άμεσες συνέπειες της κρίσης/αναδιάρθρωσης στα πεδία της κοινωνικής αναπαραγωγής και της εκμεταλλευτικής σχέσης.

Εδώ πρέπει να τονιστεί η σκοπιά απ” την οποία γράφω αυτό το κείμενο. Καταρχήν, από τη σκοπιά της προσωπικής συμμετοχής και δέσμευσης σε εγχειρήματα γειτονιάς εδώ και 6 περίπου χρόνια. Δεύτερον, με μια διάθεση αναστοχασμού πάνω στον κύκλο αγώνων που ενεπλάκησαν οι συνελεύσεις γειτονιάς. Και τρίτον, επιθυμώντας τη συνεισφορά στην χάραξη μιας στρατηγικής για τους αγώνες που έρχονται. Όλα αυτά συνεπάγονται δύο βασικά πράγματα. Ότι κάθε κριτική που γίνεται μέσα στο κείμενο είναι σε ένα δεδομένο βαθμό και αυτοκριτική. Κι έπειτα ότι το κείμενο αυτό γράφεται, εν τέλει, από τη σκοπιά της πραγματικής υπεράσπισης των συνελεύσεων και της απόπειρας διερεύνησης των ορίων και των δυνατοτήτων τους ως εδαφικοποιημένες μορφές οργάνωσης και αγώνα.

Ας δούμε, καταρχήν, τι εννοούμε λέγοντας πεδία κοινωνικής αναπαραγωγής και εκμετάλλευσης. Όπως είναι γνωστό και άμεσα βιωμένο από όλες και όλους, η τάξη των εκμεταλλευόμενων δεν αναπαράγει τον εαυτό της αποκλειστικά μέσω του μισθού ως αμοιβή για την εργασία της. Η κοινωνική μας αναπαραγωγή, δηλαδή χοντρικά το να μπορούμε να επιβιώνουμε καθημερινά ως κοινωνικά υποκείμενα, έχει ένα κόστος που εξαρτάται τόσο από τον άμεσο μισθό (δηλαδή τα λεφτά στο χέρι που πληρώνουν για ενοίκιο, τροφή, διασκέδαση κλπ.) όσο και από τον έμμεσο μισθό που λαμβάνουμε από το κράτος με τη μορφή παροχών και υπηρεσιών (όπως περίθαλψη, εκπαίδευση, επιδόματα, άδειες, συγκοινωνίες κλπ.). Το επίπεδο της κοινωνικής μας αναπαραγωγής συνίσταται στο ερώτημα “πώς τη βγάζουμε”, ποιές είναι οι ανάγκες μας και πώς τις καλύπτουμε. Το ερώτημα αυτό απαντάται κάθε φορά ιστορικά από το τι διεκδικούμε και τι κατακτούμε στα πεδία του άμεσου και του έμμεσου μισθού. Η διαδικασία της κρίσης έφερε από νωρίς πολύ σημαντικές συνέπειες στην καθημερινή μας αναπαραγωγή. Συνοπτικά, το κεφάλαιο μας αναγκάζει να ζήσουμε με λιγότερα (σε λεφτά και σε παροχές) απ” ό,τι είχαμε μάθει να ζούμε. Σ” αυτό το πεδίο λοιπόν, οι συνελεύσεις γειτονιάς έδωσαν αγώνες που άγγιζαν με άμεσο τρόπο το πώς καλύπτουμε συλλογικά τις ανάγκες μας μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον της κρίσης, τους οποίους θα δούμε και αναλυτικότερα στη συνέχεια.

Αν δίναμε έναν συνολικό και αφαιρετικό ορισμό στις συνελεύσεις γειτονιάς, θα λέγαμε ότι αποτελούν μορφές οργανωμένης κι εδαφικοποιημένης προλεταριακής δραστηριότητας. Σ” ένα δεύτερο επίπεδο, αποτελούν επίσης μικρούς αλλά σημαντικούς σταθμούς ταξικής ανασύνθεσης με όρους αγώνα. Ας εξηγηθούμε. Υποστηρίζουμε ότι, πέρα από τα επί μέρους πολιτικά τους περιεχόμενα, οι συνελεύσεις είναι μορφές οργάνωσης και αγώνα των εκμεταλλευόμενων/καταπιεζόμενων για να καλύψουν συλλογικά τις ανάγκες τους σε τοπικό επίπεδο μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Αυτό σημαίνει, συνοπτικά, ότι σήκωσαν αγώνες πάνω σε άμεσα και πιεστικά επίδικα για τους από κάτω αυτά τα τελευταία 5-6 χρόνια, από τα χαράτσια της ΔΕΗ, τα εισιτήρια στα νοσοκομεία και το κόστος μεταφοράς μέχρι την ανάκληση απολύσεων και τη διεκδίκηση δεδουλευμένων, το ζήτημα της τροφής και το μπλοκάρισμα της καπιταλιστικής αξιοποίησης δημόσιων χώρων. Επιπλέον, οι συνελεύσεις έφτιαξαν έναν καινούριο χώρο και χρόνο μέσα στις γειτονιές όπου συναντήθηκαν και κοινωνικοποιήθηκαν με όρους μοιράσματος και αγώνα υποκείμενα που ήταν λίγο-πολύ διαχωρισμένα μεταξύ τους –ή τουλάχιστον δεν βρίσκονταν μέχρι τότε μαζί σε κοινές συλλογικές διαδικασίες (εργαζόμενες, άνεργοι, φοιτήτριες, μαθητές, νοικοκυρές, συνταξιούχοι).

Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι αυτές οι διαδικασίες αυτοπροσδιορίζονταν ρητά ως τέτοιες, δηλαδή ως μορφές προλεταριακής δραστηριότητας και ταξικής ανασύνθεσης. Απ” όσο γνωρίζω, κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί σε καμία συνέλευση γειτονιάς. Εδώ λοιπόν ανακύπτει ένα ζήτημα του πώς αναλύουμε τα πράγματα στα οποία συμμετέχουμε. Ο Μαρξ είχε γράψει ότι όπως δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από τη γνώμη που έχει το ίδιο για τον εαυτό του, έτσι δεν μπορούμε να κρίνουμε μια τέτοια εποχή ανατροπής από τη συνείδηση που έχει για τον εαυτό της. Εμείς θα προσθέταμε επίσης ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από αυτά που λέει, αλλά (κυρίως) από αυτά που κάνει. Από εκεί ξεκινάμε λοιπόν, από την ίδια την πράξη. Τα παραπάνω συμπεράσματα τα βγάζουμε μέσα από την εμπειρία και τη συμμετοχή μας στους αγώνες (τι κάνουμε και πώς το κάνουμε), αλλά και μέσα από την κοινωνική και ταξική τους σύνθεση (ποιοι και ποιες το κάνουμε). Άρα, πρόκειται για μια ερμηνεία πολιτική κι όχι περιγραφική, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και μια πολιτική πρόταση ανάλυσης και δράσης. Εν ολίγοις, δεν βλέπουμε τις κινητοποιήσεις των συνελεύσεων απλώς ως “πολιτικές παρεμβάσεις” αλλά ως ταξικούς αγώνες με τα δικά τους περιεχόμενα, αντιφάσεις, δυνατότητες και όρια. Επίσης, δεν βλέπουμε τους συμμετέχοντες απλά ως “κατοίκους” (έστω και πολιτικοποιημένους), αλλά ως ζωντανές κοινότητες αγώνα εκμεταλλευόμενων που δημιουργούν μεταξύ τους κοινωνικές σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να κοιτάμε τι λένε οι άνθρωποι για τον εαυτό τους; Σε καμία περίπτωση. Πρέπει όμως να έχουμε κατά νου ότι αυτό που λένε, παρότι σημαντικό, δεν είναι και κανένας τελειωτικός ορισμός, ούτε απαραίτητα αντικατοπτρίζει το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Για να είμαστε πιο ακριβείς, το πώς μιλάς γι” αυτά που κάνεις δεν είναι παρά μια στιγμή στα πλαίσια μιας διαδικασίας (αυτό-)μετασχηματισμού. Είναι δηλαδή ένα συνεχές πολιτικό διακύβευμα που δείχνει πόσο βαθαίνει στην πραγματικότητα η συλλογική πράξη κι ο συλλογικός λόγος.

Θεωρούμε ότι αυτή είναι μια παγίδα που πέφτουν αρκετά κομμάτια του κινήματος, γενικά όταν καταπιάνονται με τη σχέση πολιτικού και κοινωνικού, αλλά και ειδικά όταν συζητάνε για τις συνελεύσεις γειτονιάς. Οι τελευταίες έχουν συχνά δεχθεί κριτική ως μικροαστικές ή διαταξικές, ότι δεν έχουν πραγματικά πολιτικά περιεχόμενα ή ότι δεν έχουν πραγματική “ταξική συνείδηση”. Δεν θα απαντήσουμε εδώ αναλυτικά, θα αρκεστούμε όμως σε λίγες συνοπτικές παρατηρήσεις. Καταρχήν, δεν μπορείς να κρίνεις με αφηρημένους ιδεολογικούς όρους ανοιχτές κοινωνικές διαδικασίες που περιλαμβάνουν τόσο πολιτικοποιημένους αγωνιστές, όσο και ευρύτερα κομμάτια της τάξης που πολιτικοποιούνται για πρώτη φορά. Δεύτερον, ακόμα κι αν οι όροι συγκρότησης των συνελεύσεων θεωρητικά επιτρέπουν (δηλαδή δεν απαγορεύουν ρητά) τη συμμετοχή μικρο-αφεντικών, στην πράξη βλέπουμε ότι κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Δηλαδή, υπάρχει κάτι που αποτρέπει ή αποθαρρύνει έμπρακτα τη συμμετοχή τους. Κι αυτό είναι ότι, τρίτον, αν δούμε τον κύκλο ταξικών αγώνων των τελευταίων χρόνων στην εργασία και την αναπαραγωγή, θα διαπιστώσουμε ότι οι συνελεύσεις γειτονιάς έχουν εμπλακεί σε αυτόν πολύ περισσότερο από την συντριπτική πλειοψηφία των συλλογικών πολιτικών υποκειμένων (πολλά εκ των οποίων, παρότι έχουν σημαία τους την “ταξική συνείδηση”, έχουν συνηθίσει να βλέπουν τους αγώνες από ασφαλή απόσταση και με “προλεταριακά” κυάλια). Και τέλος, αν περιμένουμε από τα υποκείμενα του αγώνα να μιλήσουν την ιδεολογική ή θεωρητική γλώσσα της ταξικής πάλης, θα καταλήξουμε να θεωρούμε “προλετάριους” και “κατόχους” ταξικής συνείδησης μόνο όσους συμφωνούν με τις πολιτικές μας απόψεις, κι όχι όσους αναπτύσσουν στην πράξη ανταγωνιστική δραστηριότητα προς το κεφάλαιο και τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.

Οι συνελεύσεις γειτονιάς τοποθετήθηκαν μέσα στον κύκλο αγώνων ενάντια στην πολιτική της υποτίμησης με αρκετά κοινό και συνεκτικό τρόπο, συχνά ως αποτέλεσμα και των μεταξύ τους πολιτικών σχέσεων. Αυτό το έκαναν σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις, ειδικά την περίοδο ’10-’13, αλλά και πιο πρόσφατα σε ένα βαθμό. Η πρώτη κατεύθυνση ήταν η δημιουργία σχέσεων αγώνα και αλληλεγγύης σε τοπικό επίπεδο, κυρίως μέσα από διεκδικήσεις και δομές γύρω από το κόστος ζωής. Αυτή η κατεύθυνση περιελάμβανε διεκδικητικούς αγώνες γύρω από το ρεύμα, τις συγκοινωνίες και την περίθαλψη, αλλά και στήσιμο δομών αλληλοβοήθειας όπως οι συλλογικές κουζίνες, τα χαριστικά-ανταλλακτικά παζάρια, τα μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας σε μαθητές και τα κοινωνικά ιατρεία. Η δεύτερη κατεύθυνση ήταν η οργανωμένη και πολύ συχνά συγκρουσιακή παρουσία στο δρόμο ως ορατά συλλογικά υποκείμενα, ειδικά στις μαζικές απεργιακές διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και σε απεργιακές κινητοποιήσεις σε τοπικό επίπεδο, όπως πορείες μέσα στη γειτονιά και μετά κάθοδος στο κέντρο μαζί με άλλες συνελεύσεις, ή απεργιακά μπλοκαρίσματα εργασιακών χώρων. Συνολικά, θα λέγαμε ότι τα κεντρικότερα πολιτικά περιεχόμενα των συνελεύσεων σ” αυτήν την περίοδο ήταν απ” τη μία η στάση πληρωμών από τα κάτω και η προώθηση της αλληλεγγύης στην καθημερινότητα, και απ” την άλλη η έμπρακτη σύγκρουση με τις προσταγές του κεφαλαίου σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο.

Αυτή η μορφή δραστηριότητας των συνελεύσεων βρίσκεται εδώ και αρκετό καιρό σε κρίση. Η κρίση των συνελεύσεων γειτονιάς, η οποία αφορά τόσο τη μορφή και το περιεχόμενό τους, μας δείχνει ότι έχουν κάνει έναν πολιτικό κύκλο, χωρίς να σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι έχουν χρεοκοπήσει πολιτικά ή ότι έχουν σταματήσει να δίνουν αγώνες. Η κρίση τους αυτή αφορά τόσο αντικειμενικούς, όσο και υποκειμενικούς παράγοντας. Πρώτα απ” όλα, το βάθεμα της ίδια της καπιταλιστικής κρίσης και η απουσία σημαντικών πρακτικών αποτελεσμάτων από την σκοπιά των αγώνων (παρόλη την ένταση και τη συγκρουσιακότητά τους), οδήγησε πολύ κόσμο στην απογοήτευση από τις συλλογικές διαδικασίες και συχνά στη στροφή προς την προσδοκία εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ. Η σταδιακή και γενικότερη ύφεση του κοινωνικού ανταγωνισμού από το ’12 κι έπειτα, παρήγαγε επίσης και μια απομάκρυνση ενός κομματιού του κινήματος από τις ανοιχτές συλλογικές διαδικασίες. Η απομάκρυνση αυτή, ως επιστροφή στις άκαμπτες πολιτικές ταυτότητες, πήρε δύο κυρίως μορφές: αφενός την αναζήτηση πολιτικών απαντήσεων σε κλειστές διαδικασίες ιδεολογικού τύπου και αφετέρου την ιδεολογική περιχαράκωση και κλείσιμο των ίδιων των συνελεύσεων, ακόμα κι αν τυπικά διατηρούν την ανοιχτή λειτουργία τους. Για να το πούμε με πιο απλά λόγια, αρκετές συνελεύσεις έχουν διαλυθεί ή υπολειτουργούν και στις περισσότερες έχει μείνει αυτήν τη στιγμή λιγότερος και κυρίως πολιτικοποιημένος κόσμος.

Θα προσπαθήσουμε εδώ να δούμε αυτήν την κρίση των συνελεύσεων από τη σκοπιά των αγώνων που έχουν σηκώσει αυτά τα χρόνια στην αναπαραγωγή και την εργασία. Θα προσπαθήσουμε δηλαδή να αναλύσουμε την κρίση τους ως προϊόν των ορίων που συναντούν μέσα στους αγώνες, και να διερευνήσουμε το ξεπέρασμά της ως πραγματική δυνατότητα μέσα στους αγώνες.

Ας ξεκινήσουμε κοιτώντας πρώτα το περιεχόμενο των αγώνων που έδωσαν οι συνελεύσεις γύρω από την κοινωνική αναπαραγωγή μας ως εκμεταλλευόμενοι κι εκμεταλλευόμενες. Όπως είπαμε και νωρίτερα, η διαδικασία της κρίσης/αναδιάρθρωσης έφερε γρήγορα άμεσες συνέπειες στο κόστος της καθημερινής μας ζωής. Οι συνελεύσεις γειτονιάς άνοιξαν αρκετά γρήγορα πεδία αγώνα γύρω από αυτό το κόστος με τρόπο αρκετά διαφορετικό απ” ό,τι είχαν συνηθίσει να κάνουν οι παραδοσιακές πολιτικές μορφές. Αντί να ξεκινήσουν αφηρημένες πολιτικές καμπάνιες ξερά καταγγελτικού ή στενά ιδεολογικού περιεχομένου, επέλεξαν αφενός να δεσμευτούν (με όσες δυνάμεις είχαν) σε διεκδικητικούς αγώνες και να προωθήσουν έμπρακτα την κοινωνική στάση πληρωμών προς το κράτος και το κεφάλαιο, κι αφετέρου να δημιουργήσουν αυτόνομες δομές κάλυψης άμεσων κοινωνικών αναγκών.

Όσον αφορά τη στάση πληρωμών από τα κάτω, τα τρία κυριότερα πεδία αγώνα που ανοίχτηκαν ήταν η άρνηση πληρωμής του χαρατσιού στους λογαριασμούς της ΔΕΗ και οι επανασυνδέσεις κομμένου ρεύματος, η προσπάθεια μπλοκαρίσματος του 5ευρου εισιτηρίου στα νοσοκομεία και η διεκδίκηση ελεύθερων μετακινήσεων, η οποία πήρε τη μορφή της εναντίωσης στις αυξήσεις των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς και του έμπρακτου σαμποτάζ των ελέγχων. Έχει μεγάλη σημασία να σημειώσουμε σ” αυτό το σημείο ότι οι συνελεύσεις κατάφεραν να “πέσουν μέσα” ιστορικά όσον αφορά κάποια από τα κεντρικά ταξικά επίδικα της συγκυρίας σε επίπεδο καθημερινότητας. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αρετή του να κάνεις ανταγωνιστική πολιτική εκκινώντας από κοινωνικές ανάγκες. Από τη μία το να προσπαθείς να μπλοκάρεις την αναδιάρθρωση εδαφικοποιημένα σε πραγματικό χώρο και χρόνο, κι απ” την άλλη να προσπαθείς να συνδεθείς και να χτίσεις σχέσεις αγώνα με κοινωνικά υποκείμενα πάνω σε άμεσα επίδικα με συγκεκριμένους στόχους. Τέτοια ήταν και τα επίδικα διεκδίκησης που απασχόλησαν τις συνελεύσεις στο επίπεδο της κοινωνικής αναπαραγωγής, καθώς η επιβολή έκτακτων φόρων, συνδεόμενη με ένα βασικό κοινωνικό αγαθό όπως το ρεύμα, η διάλυση της δημόσιας υγείας και το κόστος μετακίνησης στην πόλη αφορούν το επίπεδο ζωής των εκμεταλλευόμενων με εξαιρετικά άμεσο και πιεστικό τρόπο. Απ” την άλλη πλευρά, οι περισσότερες συνελεύσεις προσπάθησαν να στήσουν σταθερές δομές κάλυψης αντίστοιχων αναγκών με όρους αυτοοργάνωσης της καθημερινότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των από κάτω. Τέτοια παραδείγματα, αρκετά εκ των οποίων αναφέραμε και παραπάνω, άνοιγαν ζητήματα τροφής, περίθαλψης και ειδών πρώτης ανάγκης.

Αυτή η διττή δραστηριότητα ήταν και είναι βασικό κομμάτι της ζωής των περισσότερων συνελεύσεων γειτονιάς. Παρόλα αυτά, παρήγαγε μια σειρά από αντιφάσεις και όρια που θεωρούμε ότι δεν έχουν συζητηθεί επαρκώς, κάτι στο οποίο συμβάλει και η γενικότερη απροθυμία αναστοχασμού και αυτοκριτικής από αρκετά τμήματα του ανταγωνιστικού κινήματος. Παρότι επιφανειακά οι διεκδικητικοί αγώνες και οι αυτόνομες δομές φαίνεται να αλληλοσυμπληρώνονται, αυτό συμβαίνει, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, σε ένα διαχωρισμένο ή αφηρημένο επίπεδο. Κι εδώ διαφαίνεται ένα έλλειμμα ουσιαστικής συζήτησης πάνω στο τι ανάγκες θέλουμε να καλύψουμε και με ποιον τρόπο. Δεν έχουμε αυτή τη στιγμή το χώρο να αναλύσουμε εις βάθος κάθε ξεχωριστό αγώνα και δομή, οπότε θα προσπαθήσουμε να δούμε κάποια από τα όρια που διατρέχουν τις περισσότερες από αυτές τις διαδικασίες, προσπαθώντας να εξηγούμαστε όσον το δυνατόν περισσότερο μέσα από παραδείγματα.

Οι διεκδικητικοί αγώνες όπως το χαράτσι, τα μέσα μεταφοράς και τα νοσοκομεία αναγκάστηκαν να πατήσουν πάνω σε δύο βάρκες. Από τη μία πλευρά αναπτυσσόταν η λογική της άμεσης δράσης και της (σχεδόν) καθημερινής κινητοποίησης εκ μέρους των συνελεύσεων, κι από την άλλη αναδυόταν μια ιδιότυπη λογική ανάθεσης που πατούσε σε επίδικα αγώνα. Με άλλα λόγια, ενώ οι συνελεύσεις έτρεχαν καθημερινά αυτούς τους αγώνες και τους καλούσαν συνήθως με ανοιχτό και δημόσιο τρόπο, πολύς κόσμος τις έβλεπε σαν «ρομπέν των δασών» που ήρθε για να τους λύσει το πρόβλημα, ακόμα κι αν είναι με άμεσο και αγωνιστικό τρόπο. Αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση των χαρατσιών, όπου ενώ τα τηλέφωνα επανασύνδεσης έπαιρναν φωτιά, οι συνελεύσεις στελεχώνονταν από πολύ λιγότερο κόσμο. Θα ήταν όμως επιφανειακό αν δεν βλέπαμε πώς συνδυάζονται μεταξύ τους αυτές οι δύο δυναμικές. Όπως θα ήταν επιφανειακό αν απλώς μέναμε στο ότι “έτσι είναι ο κόσμος, τα θέλει όλα έτοιμα”. Θεωρούμε ότι υπήρχε κάτι μέσα στον τρόπο δράσης μας που δεν δημιουργούσε, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις ενέτεινε την ανάθεση. Από την πλευρά των συνελεύσεων φάνηκε να υπερισχύει συχνά ο ακτιβισμός και η προπαγάνδα δια της πράξης, παρά η συζήτηση πάνω σε μια συγκεκριμένη τακτική και στρατηγική που θα μας οδηγούσε στη νίκη. Τις περισσότερες φορές καλούσαμε τον κόσμο σε πολιτική ανυπακοή και στάση πληρωμών, χωρίς να κοιτάμε πώς θα συγκρουστούμε αποτελεσματικά με το ίδιο το κράτος ώστε να κερδίσουν αυτοί οι αγώνες και χωρίς να ψάχνουμε εκείνες τις διεργασίες που θα μας επιτρέψουν να δημιουργήσουμε πραγματικές σχέσεις αγώνα με τους υπόλοιπους εκμεταλλευόμενους. Πώς φτιάχνουμε κοινότητες αγώνα που να περιέχουν κι άλλο κόσμο πέρα από εμάς τους ίδιους; Αυτό το ερώτημα παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό υπόρρητο –ή απαντιόταν απλώς με το “ε, ας έρθουν στη συνέλευση”. Κι υπάρχει επίσης εδώ ένα ζήτημα σχετικά με το πόσο ανοιχτές είναι πραγματικά οι διαδικασίες μας ώστε να μαζικοποιηθούν από κόσμο που έρχεται για να καλύψει τις ανάγκες του με συλλογικό τρόπο. Επιπλέον, μιας και οι αγώνες αυτοί περιστρέφονταν γύρω από κρατικές υπηρεσίες, δεν διερευνήθηκε ποτέ σοβαρά το πώς μπορούμε να συνδεθούμε με τους εργαζόμενους στις υπηρεσίες αυτές πέρα από τις συνδικαλιστικές τους γραφειοκρατίες και συντεχνίες, ώστε το μπλοκάρισμα της αναδιάρθρωσης να επιχειρηθεί ταυτόχρονα από τους εργαζόμενους και τους χρήστες των υπηρεσιών. Ένα τέτοιο στοίχημα ήταν η σύνδεση με εργαζόμενους στις μεταφορές την περίοδο του χειμώνα ’10-’11, όταν κι οι ίδιοι βρίσκονταν σε κινητοποιήσεις, η οποία όμως δεν περπάτησε πέρα από κάποιες ήδη υπάρχουσες πολιτικές σχέσεις.

Όσον αφορά τις δομές αλληλεγγύης (κουζίνες, παζάρια, ιατρεία κλπ), τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα, μιας και η απουσία ουσιαστικής συζήτησης πάνω στο περιεχόμενό τους τις οδήγησε σε σημαντική κρίση ή απομαζικοποίηση και, σε αρκετά περιπτώσεις, σε διάλυση ή ενσωμάτωση. Παρότι αποτέλεσαν και αποτελούν σημαντικό χώρο μοιράσματος και κοινωνικοποίησης για την καθημερινότητα των συνελεύσεων, τις περισσότερες φορές δεν ξεκινούσαν από τις ανάγκες των συμμετεχόντων σε πρώτο πρόσωπο. Αντ” αυτού, προσπαθούσαν να καλύψουν τα κενά που άφηνε πίσω του το καταρρέον κράτος πρόνοιας, είτε το έβαζαν σαν στόχο είτε όχι. Με λίγα λόγια, αντί να προσανατολιστούν στην κάλυψη των αναγκών (υλικής αναπαραγωγής και κοινωνικοποίησης) της κοινότητας αγώνα, επιχειρούσαν να απευθυνθούν με γενικό και αφηρημένο τρόπο συνολικά “στην κοινωνία”. Αυτό δημιουργεί μια σειρά από ζητήματα. Πρώτον, ότι οι συνελεύσεις μας δεν μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό κοινωνικής αναπαραγωγής, ακόμα και να το θέλουν. Δεύτερον, “η κοινωνία” πάντα επιλέγει, εν τέλει, αυτούς που το κάνουν καλύτερα (δηλαδή έχουν υποδομές, φράγκα και πλάτες για να το κάνουν), όπως οι δήμοι, η εκκλησία, οι ΜΚΟ, ή σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και οι φασίστες (μόνο για έλληνες βέβαια…). Τρίτον, καταλήγουμε έτσι συχνά να προσφέρουμε τζάμπα εργασία για τομείς της κοινωνικής παραγωγής από τους οποίους αποσύρεται το κράτος αντί να διεκδικούμε τη διεύρυνση του κοινωνικού μισθού με αγωνιστικό τρόπο και ταξικό περιεχόμενο. Δηλαδή, αντί να διεκδικούμε συνεχώς εδάφη από το κράτος στη βάση της ικανοποίησης των συλλογικών μας αναγκών και της αλλαγής του συσχετισμού δύναμης απέναντι στις κατεστημένες εκμεταλλευτικές σχέσεις, δεν είναι λίγες οι φορές που καταλήγουμε να αναπαράγουμε λογικές «εθελοντισμού με ανθρωπιστικούς όρους», έστω κι αν αυτό δεν αποτελεί πρόθεσή μας. Θεωρούμε ότι αυτές οι αντιφάσεις των δομών αλληλεγγύης είναι που σε ένα βαθμό τις κάνουν μορφές αυτοδιαχείρισης της φτώχειας σε μικρή κλίμακα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι όσες από αυτές τις δομές δεν συνδέονταν με συνελεύσεις που είχαν πιο ξεκάθαρα αντιθεσμικά ή αντιεξουσιαστικά χαρακτηριστικά, προσδέθηκαν γρήγορα στο πολιτικό άρμα του ΣΥΡΙΖΑ (με μορφές όπως η “αλληλεγγύη για όλους”), αναζητώντας πολιτική νομιμοποίηση και έμμεση κυβερνητική (πλέον) χρηματοδότηση.

Περνώντας τώρα στο πεδίο των αγώνων στους εργασιακούς χώρους, θα δούμε ότι τα τοπικά εγχειρήματα έχουν συσσωρεύσει αρκετά σημαντική εμπειρία σύγκρουσης με το κεφάλαιο πάνω σε συγκεκριμένα ταξικά επίδικα σε αρκετούς τομείς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Αυτό συνιστά με έναν τρόπο ποιοτικό ξεπέρασμα του τρόπου που παραδοσιακά ασχολούνται οι πολιτικές μορφές της αντιεξουσίας με την ταξική πάλη, δηλαδή της γενικής κι αφηρημένης ιδεολογικής καταδίκης της μισθωτής σκλαβιάς χωρίς εδαφικοποίηση σε συγκεκριμένους αγώνες και χωρίς σύνδεση με ευρύτερα κομμάτια της τάξης. Οι συνελεύσεις γειτονιάς από την άλλη πλευρά, συνήθως σε συνεργασία με εργατικά σωματεία και συλλογικότητες, σε πολλές περιπτώσεις δεσμεύτηκαν με όρους καθημερινού αγώνα σε άμεσες εργατικές διεκδικήσεις. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Στον ιδιωτικό τομέα ενεπλάκησαν κυρίως σε αγώνες για διεκδίκηση δεδουλευμένων ή ανάκληση απολύσεων, όπως στα φροντιστήρια Ανέλιξη στην Ηλιούπολη, στην ACS του Αλίμου, στο φαστφουντάδικο Gamato στου Ζωγράφου, στο βιβλιοπωλείο Ευριπίδης στο Χαλάνδρι, στο καφέ Scherzo στο Μαρούσι, στις απεργιακές περιφρουρήσεις στα καταστήματα Wind, στα σουπερμάρκετ ΑΒ στο Χολαργό και σε αρκετές ακόμα περιπτώσεις που μας διαφεύγουν ή δεν τις γνωρίζουμε καν. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι οι συνελεύσεις γειτονιάς σήκωσαν, μαζί με τα σωματεία βάσης, ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της αλληλεγγύης στην απεργία της Χαλυβουργίας αλλά και του αγώνα ενάντια στην κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, τόσο με συμμετοχή στα κεντρικά απεργιακά καλέσματα αλλά και με πραγματοποίηση αποκλεισμών σε τοπικό επίπεδο. Στον δημόσιο τομέα, απ” την άλλη πλευρά, υπήρξε έντονη συμμετοχή των τοπικών εγχειρημάτων από τα ανατολικά της Αθήνας στην απεργία των διοικητικών υπαλλήλων του Πανεπιστημίου Αθηνών ενάντια στη διαθεσιμότητα και στην απεργιακή περιφρούρηση της πανεπιστημιούπολης, όπως και στις κινητοποιήσεις που έγιναν την ίδια περίοδο από κοινού με εργαζόμενους στις εργολαβίες σίτισης της Φοιτητικής Εστίας. Επιπλέον, αρκετές συνελεύσεις ενεπλάκησαν στις κινητοποιήσεις ενάντια στην «κοινωφελή» εργασία, όπως στην περίπτωση του δήμου Καισαριανής και τις συγκεντρώσεις στα κεντρικά γραφεία του ΟΑΕΔ στον Άλιμο.

Στους αγώνες αυτούς, παρότι υπήρξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, οι συνελεύσεις γειτονιάς εμφανίζονταν συνήθως ως αλληλέγγυοι και αλληλέγγυες, με τον πρώτο λόγο να έχουν τα σωματεία ή οι εργατικές συλλογικότητες. Εδώ ανοίγει ένα σημαντικό ζήτημα. Η γνώμη μου είναι ότι αφενός η εντύπωση αυτή είναι επιφανειακή όσον αφορά την πραγματικότητα των ίδιων των αγώνων, κι ότι αφετέρου η ίδια η ταυτότητα του “αλληλέγγυου” μυστικοποιεί το περιεχόμενο της συμμετοχής των συνελεύσεων σ” αυτούς τους αγώνες. Υποστηρίζουμε ότι πολλοί απ” αυτούς τους αγώνες δεν θα είχαν καταφέρει να δοθούν (ή να νικήσουν) χωρίς την άμεση εμπλοκή των συνελεύσεων κι ότι η ταυτότητα της αλληλεγγύης σε αρκετές περιπτώσεις δεν επέτρεψε στις συνελεύσεις να συνδεθούν σε άμεσο κι αποτελεσματικό επίπεδο με εργαζόμενους ως ταξικές κοινότητες αγώνα. Ας το πάρουμε από την αρχή. Στους περισσότερους απ” αυτούς τους αγώνες, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα και σε όσους είχε άμεση εμπλοκή κι ο γραφών, σχηματίστηκαν συνελεύσεις αλληλεγγύης που απαρτίζονταν συνήθως από τον εκάστοτε εργαζόμενο ή εργαζόμενους, το αντίστοιχο κλαδικό σωματείο ή εργατική συλλογικότητα και μία ή περισσότερες συνελεύσεις γειτονιάς. Κάθε φορά που δίνεται ένα εργατικός αγώνας, το άμεσο επίδικο είναι το ποίοι και ποιές είναι αυτοί που βάζουν πλάτη, δηλαδή δεσμεύονται σε καθημερινό επίπεδο. Αυτό δεν είναι ζήτημα τεχνικό, δηλαδή ποσότητας ατόμων, αλλά ζήτημα πολιτικό. Σε πολλές περιπτώσεις οι συνελεύσεις εμφανίζονταν σαν “τοπικός εφεδρικός στρατός αλληλεγγύης”, ενώ στην πραγματικότητα έπαιρναν την καθημερινότητα του αγώνα στις πλάτες τους –το χτίσιμο σχέσεων με τους εργαζόμενους σε επίπεδο γειτονιάς, την κοινωνικοποίηση και το άνοιγμα του αγώνα στην περιοχή, τη μαζική συμμετοχή στις τοπικές κινητοποιήσεις. Εδώ είναι που βλέπουμε και κάποιες από τις αντικειμενικές και υποκειμενικές αδυναμίες της παραδοσιακής συνδικαλιστικής εκπροσώπησης της τάξης, ακόμα και της αυτοοργανωμένης εκδοχής της. Παρά τη μαχητική και χρήσιμη εμπειρία των σωματείων βάσης σε εργατικές κινητοποιήσεις, χρειάζεται να απαντήσουμε με ειλικρίνεια στο ερώτημα του τι είναι που κάνει τελικά έναν αγώνα να κερδίζει ή έστω να δίνεται με πραγματικούς όρους. Ποιες διαδικασίες είναι σε θέση να παρέμβουν αποτελεσματικά στους χώρους εργασίας; Μπορεί αυτή η παρέμβαση να έχει αποκλειστικά κλαδικό χαρακτήρα ή χρειάζεται ευρύτερα ταξικά και κοινωνικά περιεχόμενα; Την πραγματική πίεση στην επιθεώρηση εργασίας ή στους αποκλεισμούς μαγαζιών την ασκεί, εν τέλει, η επίσημη μορφή του σωματείου ή η μαζικότητα, η αποφασιστικότητα και η σύνδεση με ευρύτερα κομμάτια της τάξης που κατοικούν ή εργάζονται στην περιοχή; Αυτά τα ερωτήματα δεν υπονοούν μια απάντηση που λέει ότι οι συνελεύσεις γειτονιάς μπορούν να υποκαταστήσουν την παρέμβαση εντός των εργασιακών χώρων –χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τα σωματεία είναι απαραίτητα σε θέση να κάνουν κάτι τέτοιο τα ίδια.

Αντίθετα, προσπαθούμε εδώ να θέσουμε ένα ζήτημα που στην πραγματικότητα αφορά τις ίδιες τις συνελεύσεις. Το να βλέπουν συχνά τον εαυτό τους ως “απλώς” αλληλέγγυους/αλληλέγγυες και όχι ως ισότιμους πρωταγωνιστές αυτών των αγώνων, δηλαδή ως ταξικές κοινότητες αγώνα που χτίζουν σχέσεις σε τοπικό επίπεδο, παράγει μια σειρά από όρια κι αντιφάσεις που περιορίζουν το ίδιο το περιεχόμενο της συμμετοχής τους στους εργατικούς αγώνες. Βλέπουμε ότι παρόλο που ο κόσμος των συνελεύσεων γειτονιάς είναι εξαιρετικά πρόθυμος να εμπλακεί με πραγματικούς όρους σε εργατικούς αγώνες ως αλληλέγγυος, απ” την άλλη πλευρά δε φαίνεται έτοιμος να δώσει τέτοιους αγώνες ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο. Με λίγα λόγια, δε φαίνεται να έχουν αναπτυχθεί αυτές οι συλλογικές σχέσεις κι αυτά τα συλλογικά περιεχόμενα στο εσωτερικό των συνελεύσεων ώστε να ξεκινήσουν από το τι ανάγκες και τι προβλήματα έχουν οι ίδιες και οι ίδιοι που συμμετέχουν σ” αυτές. Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στις συνελεύσεις κινείται συνήθως στα γκρίζα όρια μεταξύ επισφάλειας και ανεργίας, άλλος κόσμος είναι απλήρωτος μήνες ή είναι ανασφάλιστος, αλλά δεν έχουμε δει να ξεπηδούν αγώνες που να δίνονται από τις συνελεύσεις για την κάλυψη καταρχήν των αναγκών των μελών τους. Εμφανίζεται λοιπόν εδώ η αντίφαση να ψάχνουμε την ταξική πάλη κάπου έξω από τους ίδιους μας τους εαυτούς ως εκμεταλλευόμενα υποκείμενα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσουμε αυτήν την αντίφαση, αλλά θα αρκεστούμε εδώ σε δύο πράγματα. Πρώτον, ότι υπάρχει πάντα η πρόκληση να ξεπεράσουμε την παραδοσιακή λογική των πολιτικών χώρων που επιλέγουν να ανοίγουν ζητήματα με όρους πολιτικής καμπάνιας και όχι άμεσης προσωπικής/συλλογικής εμπλοκής ως κοινωνικά και ταξικά υποκείμενα. Δεύτερον, ότι χρειάζεται να χτίσουμε τέτοιες συλλογικές σχέσεις κοινότητας και μοιράσματος που να μας δώσουν την απαραίτητη αυτοπεποίθηση να αγωνιστούμε σε άμεσο επίπεδο ξέροντας ότι οι σύντροφοι κι οι συντρόφισσές μας θα δώσουν μαζί μας αυτόν τον αγώνα μέχρι το τέλος. Όπως και να “χει, το πώς δίνεις αγώνες από την δική σου θέση, επηρεάζει και το πως στέκεσαι δίπλα σε αγώνες άλλων. Για να το πούμε και αλλιώς, παρότι οι αγώνες αυτοί είχαν άμεσο ταξικό περιεχόμενο, τις περισσότερες φορές οι συνελεύσεις ενεπλάκησαν σ” αυτούς τους αγώνες με την ταυτότητα των πολιτικοποιημένων υποκειμένων της γειτονιάς, κι όχι ως εργαζόμενες/άνεργοι που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα και αναζητούν τρόπους να συνδεθούν μεταξύ τους ως κοινότητα αγώνα.

Συνοψίζοντας τα ζητήματα που έχουμε ανοίξει, θα λέγαμε ότι για μας οι συνελεύσεις γειτονιάς αποτελούν κοινότητες αγώνα που βρίσκονται σε ύφεση, συνεχίζοντας όμως να δίνουν αγώνες στα πεδία της κοινωνικής αναπαραγωγής και της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αν έχουν καταφέρει κάτι σημαντικό κατά τον τελευταίο κύκλο αγώνων, αυτό ήταν κατά τη γνώμη μας η κοινωνικοποίηση της ταξικής πάλης σε εδαφικοποιημένο επίπεδο και η ανασύνθεση κομματιών της τάξης με όρους αγώνα. Και τα δύο αυτά βέβαια, τα έχουν καταφέρει με τρόπο μερικό και αντιφατικό, δηλαδή δε συνιστούν παρά ένα σχετικό ξεπέρασμα των ορίων που έχουν οι παραδοσιακές πολιτικές ή συνδικαλιστικές μορφές, παραμένοντας σε έναν (σημαντικό) βαθμό δέσμιες παραδοσιακών λογικών πολιτικής παρέμβασης. Αν δεν αναστοχαστούμε συλλογικά πάνω σε όσα έχουμε κάνει μέχρι τώρα και δεν προσπαθήσουμε να μάθουμε από τα λάθη και τις ελλείψεις μας, δεν θα καταφέρουμε ούτε να αναλύσουμε τα όριά μας, ούτε να πραγματοποιήσουμε τις δυνατότητές μας. Δεν θα καταφέρουμε, εν τέλει, να κρατήσουμε ζωντανές και να διευρύνουμε τις σχέσεις αλληλεγγύης και αγώνα που έχουμε δημιουργήσει όλα αυτά τα χρόνια, ούτε να τις υπερασπιστούμε απέναντι στην απογοήτευση, την απόσυρση, την περιχαράκωση και την ενσωμάτωση.

peter poor

ζωγράφου, ιούνης ’15

 

A Discussion of Syriza’s Referendum in the Current Crisis

Αναδημοσιεύουμε εδώ μια ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από τις εξελίξεις στην Ελλάδα που λαμβάνει χώρα στα πλαίσια του διεθνούς περιοδικού για την κομμουνιστικοποίηση SIC με αφορμή ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο brooklynrail.

 

syriza

 

Where has Syriza taken Greece? Which are the forces at play in the restructuring of the Greek economy? And what are the conditions of its radical critique? What follows is a discussion of Cognord’s text “Changing of the Guards”, including TH’s critical remarks on that text, Cognord’s reply to these remarks and Ady Amatia’s comments on the questions raised in this discussion.

Cognord, “Changing of the Guards”1)

It appeared that the endless saga of the negotiations between the Syriza government and the European lenders had come to an end. After five months of ferocious zigzags, suspense, and fear, a certain deal had been reached. A sense of relief was radiating from the world press, the technocrats, and government bureaucrats. Whether the deal would be a success or not, however, seemed to depend on whom you ask. For those who wanted to ensure that austerity would continue, the deal was certainly to their liking. Curiously, for those who claimed to be on a mission to end austerity, the deal was also favorable. For those who will be immediately affected by the proposed measures, it seemed that not much had changed. The devil is in the details, some say, and many would have preferred those details to get lost amidst the obscure technicalities. Unfortunately for them, however, even Lorca knew that “ […] under the multiplications, the divisions, and the additions […] there is a river of blood.” The relief and satisfaction that the deal brought about could only have been short-lived. In fact, it could only have provided some gratification to the extent that it remained on paper. For as soon as its measures would have been implemented, the party would have been over.

Gentlemen, we don’t need your organization

In the February 2015 issue of the Brooklyn Rail, I described Syriza’s infamous Thessaloniki Program(its veritable pre-election box of promises) as a minimal Keynesian program, with no real chance of reversing the catastrophic consequences of five years of violent devaluation. Back then, to say this was nothing short of blasphemy. An enthusiastic left was roaming around the globe speaking of a radical left, proclaiming an end to austerity, blowing a wind of change. Criticisms of Syriza and its economic program were cast aside as indications of an unrealistic and arrogant ultra-leftist dogmatism.

Today, the very people who supported Syriza in widely read articles and interviews are forced to admit a certain “moderate Keynesianism”2) in the initial program as well as a real distance between that program and today’s agreement. The happy chorus has stopped singing about the “end of austerity/Troika/etc.,” and has made a hard landing onto the desert of the real.3)

It seems it took five months to openly admit what was already clear from the February 20th agreement. And while for those who put their trust in Syriza it is somewhat understandable that hope dies last, for those close to the decision-making process of the Greek government, such naiveté is, to say the least, suspicious. For if something has become crystal clear in the last few months, it is that Syriza was not negotiating with European officials; it was actually negotiating the ways through which the continuation of austerity will be accepted by its own members and by those who will be forced to endure its consequences.

Decline and fall of the spectacle of negotiations

From the February 20th agreement in the Eurogroup onwards, it had become clear that Syriza was in no position to implement its Thessaloniki Program. After it became clear that they had no leverage to impose a discussion on debt reduction and an admission of Greece into the Qualitative Easing program of the ECB (European Central Bank),4) Syriza’s last chance was to rely on a show of good will from the Troika (which was kind enough to accept a ridiculous name change into “Brussels Group”), in exchange for social and political stability in Greece’s troubled territory. A clearly misunderstood version of the “extend and pretend” policy that the Eurozone has been following since the beginning of the crisis was seen by Syriza as a possible win-win for everyone: both the Troika and Syriza would pretend that austerity is minimized, while its essential character would remain unchanged.

However, a combination of the orchestrated irritation caused by Finance Minister Yanis Varoufakis and his inconsistencies, and the more substantial fact that any lenience towards Greece might spiral down towards Eurozone countries with more significant GDPs, meant that this sort of divergence from austerity was out of the question.

The only remaining way to salvage the spectacle of “negotiations” was to engage in a PR campaign which would offer different narratives to different audiences. In this process, what was a series of humiliating compromises in the Eurozone meetings was constantly transformed into a “harsh negotiation” for the Greek audience. Varoufakis became a cause célèbre, whose ability to annoy German Finance Minister Schäuble became a source of national pride in Greece. A mixture of hope beyond proof, disbelief, and the non-existence of political opposition made the task even easier for Syriza’s think-tanks. To top it up, one only needed to throw in a series of incomprehensible figures and decimal points. The self-evident truth of the abandonment of any prospect of minimizing austerity consequences was mystified through a steady production of numbers and statistics which left even experienced “experts” baffled.

Who gives a fuck about an Oxford comma?

In the last few weeks, the “drama” of the negotiations reached its zenith. Back and forth in Brussels, during meetings upon meetings, technical details and strong words were exchanged. It seemed like both sides did their best to uphold a continuously climactic situation, offering cliffhanger after cliffhanger to the addicted spectators. Will a deal be reached? Will we see a Grexit? Is austerity going to continue, or will the “radical left” government of Syriza restore democracy in Europe? How will the markets, these guardians of truth, react?

As soon as one took a closer look at the negotiations, the disagreements and the actual source of this endless conflict, a cloud of boredom descended. Will the fiscal surplus be 0.6%, 0.8%, or 1%? Will Value Added Tax (VAT) be raised by 2% or 3%, and which exact commodities will these increases affect? Will parametric measures equal 2% or 2.5% of GDP? And what about administrative measures? Will there be an ESM-ECB debt swap?

The ease with which both Syriza and the Troika threw around these numbers was nothing but an indication of their contempt for their actual meaning. For what was there to see behind these numbers but imaginative variations which denoted tax increases, direct and indirect wage and pension cuts, and privatizations? How could one possibly miss the accord between the “radical left” and “neoliberal Europe” in their discussions about the need to modernize, to make the economy competitive, to perform a series of structural reforms that, as we were informed by Mr. Varoufakis, are essential for Greece to “stand once again on its own feet”? Can someone really remain confused after the announcement that paying the (hated and formerly to be abolished by Syriza) property tax of ENFIA was “the patriotic duty of Greek citizens”?

The narrative chosen for the internal audience of Greece in order to transform apples into oranges was not only based on the “creative ambiguity” of the Finance Minister. On the side, the PR hacks of Syriza started cultivating the idea that the lenders were treating them so unfairly that not a single unilateral law can be passed by Greek parliament without the approval of the Brussels Group. And thus, in a simple twist, collective bargaining, the increase of the minimum wage, and other measures aimed at tackling the “humanitarian crisis” were put on ice and delegated to a distant future.

To a certain extent, this intransigence of the Troika was, of course, evident. But it was also clear that Syriza selectively used this fact as a useful alibi. For a lot of people failed to understand how, while any measure that was supposed to relieve impoverished proletarians was blocked by the Troika’s intransigence, this never stopped Syriza from making long-term economic deals with Greece’s most important capitalists.

How can Syriza’s members and fervent supporters explain, for example, the recent handing out of lucrative public works like waste management to Bobolas’s company Ellaktor?5) Or maybe offer some reasonable justification why Bobolas’s contract to financially exploit the highway tolls was extended to forty-five years? Are we really meant to swallow the idea that the reason behind the new agreement between the Attica local municipality and Siemens (a company under investigation by Syriza’s government for money laundering and corruption) was simply that the deal was “already at an advanced level” and could not be stopped? Last but not least, we would be really interested to hear someone explain (in radical-left fashion, please) the statement by deputy Finance Minister Nantia Valavani that any increase in the taxation of wealthy ship-owners runs against the Greek Constitution.

What was initially only felt as a glitch in the screen of the “first-ever-left-government” soon became a inevitable conclusion. Syriza’s government had decided that its allegiance rested not with those who believed that austerity would stop, but with those (inside Greece and in Europe) who were afraid that a left-wing government might prove unable to implement the “necessary” restructuring that austerity is meant to deliver.

A brief look at the language chosen by Greek officials in the course of the “negotiation” reveals as much. Moving away from the abolition of the Troika, the reduction of debt, the series of immediate measures to deal with the “humanitarian crisis,” the Newspeak of Varoufakis was indicative of their self-understanding and selling point:

A common fallacy pervades coverage by the world’s media of the negotiations between the Greek government and its creditors. The fallacy, exemplified in a recent commentary by Philip Stephens of the Financial Times, is that “Athens is unable or unwilling—or both—to implement an economic reform program.” Once this fallacy is presented as fact, it is only natural that coverage highlights how our government is, in Stephens’s words, “squandering the trust and goodwill of its Eurozone partners.

But the reality of the talks is very different. Our government is keen to implement an agenda that includes all of the economic reforms emphasized by European economic think tanks. Moreover, we are uniquely able to maintain the Greek public’s support for a sound economic program.

Consider what that means: an independent tax agency; reasonable primary fiscal surpluses forever; a sensible and ambitious privatization program, combined with a development agency that harnesses public assets to create investment flows; genuine pension reform that ensures the social-security system’s long-term sustainability; liberalization of markets for goods and services, etc.

So, if our government is willing to embrace the reforms that our partners expect, why have the negotiations not produced an agreement?6)

Inside Greece, however, the narrative was strangely different. Syriza was proclaiming that it would never cross its “red lines” and would not agree to a program that ignores its mandate, while it started circulating the notion that the aim of the Troika was to bring down the government. This spectacle of a government strongly committed to fulfilling its pre-electoral promises (repeated extensively by the foreign press) was in stark contradiction with the fact that that government had entirely abandoned them, but it did serve a purpose: Syriza’s support increased, while it skilfully pre-empted any ridicule of the “negotiation” process. Interestingly, the Brussels Group and interested parties played along with this narrative. Article after article and statement after statement highlighted the unwillingness of the Syriza government to fulfill its obligations to the lenders, its fragile commitment to the “necessary” reforms, its denial of restructuring.7) When these explanations appeared to lose their effectiveness, the go-to-villain was ready at hand: Syriza’s internal opposition.

There is really no other way to explain the latest stage of “negotiations” than as a veritable piece of theatre, meant to convince both sides (and the public glued to the screens) that there is such a thing as a “negotiation”—even though its exact characteristics are somewhat slippery. The roles were interchangeable: sometimes it was Syriza who raised the flag of no-compromise; in another case, the “negotiations” were torpedoed by the IMF, which curiously echoed Syriza’s (long-abandoned) demand for a debt restructuring as a prerequisite for any deal. And when in May Syriza came up with a forty-seven page proposal officially declaring their will to continue with austerity, the negotiations collapsed after Eurogroup counter-proposals demanded further cuts at a level not ever demanded in the last five years of non-negotiated austerity.8) Notions like irrationality and absurdity were hard to keep contained.

Post mortem ante facto

For the past weeks, spectators found themselves trapped in a “groundhog day” experiment: every Eurogroup meeting was announced as “the meeting to end all meetings,” every inability to reach a conclusion was seen as a straight path to Grexit, every time the “markets” reacted negatively to the continued instability … and every single time, the conclusion was a pre-recorded message which proclaimed that “progress has been made, but a lot of work is still needed.”

In this race to the finish, and despite the nonsensical comments, it became clear that what was at stake was merely the ability of Syriza to pass further austerity measures as either a victory or an inevitability. Or both. When it started to surface that Syriza’s own proposal would not be easily accepted by all its members (and, perhaps more importantly, by those who would pay for it), stronger means were employed. The ECB joined the dance, threatening a cut of ELA funds, a move that would force the Greek government to impose capital controls (and essentially pave the way for Grexit), while a variety of European officials started proclaiming that a possible Grexit would not have the devastating results that people think.9)

Whether this was a conscious decision or not is slightly beyond the point. But the result of this spectacle of absurd intransigence on behalf of the Troika produced a very specific outcome: Syriza found itself in a position to present the basis of its forty-seven-page proposal as the “only realistic ground for any negotiation,” while violently rejecting the (absurd) counter-proposals. This portrayal of Syriza as actually defending “red lines” (both internally and externally), while accepting further austerity, seems to have broken the spell. For the first time, all interested parties seem to agree that a deal has been reached and can be signed by all.

At the moment (this was written on June 28th), all eyes are now on the question whether Syriza will manage to pass this proposal in parliament. Some of Syriza’s own ministers and MPs, have publicly declared that the latest deal is in fact worse than the one the previous government rejected, and proclaim that they will refrain from voting it in. It is debatable whether Syriza will actually manage to convince its “rebels” that the deal is a victory and an inevitable outcome of the “negotiations,” let alone make them adopt an approach that says that this deal “buys Syriza time to focus on the defeat of neoliberal policies.” But here is the catch: this does not change much.

If Tsipras believes that the agreement will not pass in parliament, it is very likely that he will call for elections. At the moment, reasonable polls put Syriza well ahead of any other party, and obviously in a position to gain an overwhelming majority. As a result, elections at the moment would only help Syriza consolidate its position and, more importantly, form a government with the explicit and democratically verified mandate to[…] sign the previous agreement. And this time without any internal opposition.

The only problem with this whole saga lies elsewhere. The agreement signed (either now or after a new election) will impose crippling taxation; it will reduce pensions; it will proceed with privatizations; in short, it will aggravate the very reasons why Greece has been in turmoil (in one way or another) for the last five years. Looking beyond the insignificance of political games and spectacular “negotiations,” the agreement that Syriza wishes to implement might make its European counterparts happy, but does nothing to stop or even minimise the actual crisis and its social consequences. What the last five months have shown is only that the “extend and pretend” policy works well inside the Eurozone. But its troubled times are far, very far from being over.

Update (July 2 [2015])

Just when a deal seemed finally to have been reached between Syriza’s government and the Troika, all hell broke loose. Negotiations broke down, Greece defiantly rejected the Troika’s latest proposal and on June 27th Tsipras announced that a referendum is to be held on July 5th, which many have (mis)interpreted as a referendum on whether Greece will remain in the Eurozone or not. To top it all, banks were closed (until the referendum) and capital controls were put in place forbidding money transfers abroad and limiting daily withdrawals to €60 per day.

As I explained in the article, a deal of this sort would have been very difficult to pass. And this is exactly what Merkel herself hinted to on June 25th, just before everyone was about to sign, when she proclaimed that the real problem is whether it will be signed off on by the Greek parliament (i.e. whether Tsipras can guarantee the compliance of his own party). At the moment, it became quite clear that this was not very likely.

In what can only be explained as the troika giving a (risky yet) helping hand to Tsipras, the signing of this deal was sabotaged by the last-minute addition of a number of inexplicable measures that Syriza had already rejected (while incorporating a series of harsh austerity measures in its own forty-seven-point proposal). Suddenly, Syriza landed back in the seat of a defiant, left-wing government and the Troika appeared once again as an intransigent, neoliberal evil lender.

On the morning of June 27th people woke up to meet a Syriza reminiscent of its pre-election bravado: defiant, drawing red lines that will-not-be-crossed, denouncing European anti-democratic procedures. Only difference, for those who cared to notice, was that this time round, Syriza’s “red lines” included an explicit continuation of austerity with pension cuts, new taxes, and privatizations. Varoufakis had used Syriza’s continued public support as an important selling point. But it looked like this was not entirely ensured.

The announcement of the referendum seems to have the purpose of ensuring this “public support.” And though everyone appeared to be taken by surprise by this development, a closer look at what is at stake reveals quite a lot. The question of the referendum is whether Greek citizens approve of or reject the proposal of the Institutions (Troika) made on June 25th. Not Syriza’s counter-proposal, not a previous Troika proposal (there have been many), nothing of the last five months. Now this means very specific things.

A “yes” vote is quite clear-cut. It essentially means that the majority of the Greek population is willing to allow the Troika to continue shaping its economic policies, with the government reduced to its previous role of simply and hastily ratifying the already-made decisions. A “no” vote, on the other hand (which is what Syriza is propagating), is not as clear. It includes those who wish a Grexit; those who want to continue negotiations; those who would accept an “honorable compromise” with slightly less austerity, and a whole number of others that fall somewhere in between these categories.

Now if a “yes” answer prevails, Syriza will resign (they have already announced that much), since while they will respect the democratic decision of the referendum, they are unwilling to be the ones to implement its consequences. Thus, and most probably, a temporary coalition government will be formed (most likely with the participation of New Democracy, PASOK, and Potami) who will then be charged with implementing the harsh austerity that the Troika’s latest deal included. In the meantime, Syriza can enjoy a position of a very sizeable official opposition, eat popcorn, and wait for the temporary government to announce elections a few months down the road (with Syriza’s victory a most probable outcome). If a “no” answer prevails, Syriza is more or less given a free hand to interpret the result as it sees fit. It can push for a Grexit and a return to the drachma (though they have explicitly said this is not what they want), it can restart negotiations (either from their own forty-seven-point program or from scratch), it can make use of “creative ambiguity” to reach some other deal.

In short, the situation seems to be a win-win scenario for Syriza, something that has not escaped the attention of the main opposition parties which, after trying (and failing) to get the referendum cancelled, are now engaged in a vicious (and mostly hyperbolic) propaganda war which results in stark polarization of Greek society and the adding of votes to the “no” side.

One might chose to believe that European counterparts were genuinely surprised by these developments or not. In any case, their reaction has so far been rather conciliatory: the non-payment of the IMF was officially not treated as a sovereign default, capital controls were not interpreted as a direct path to Grexit, and they seem awfully pre-occupied to ensure everyone that they will do their best for Greece to remain in the Eurozone. The only exception seems to be Germany, whose go-to narrative in relation to the Greek crisis seems to have backfired on them. The constant propaganda that lazy Greeks are being fed German hard-earned money, without committing to any of the reforms and their obligations, has led many in Germany to wish for Greece to be kicked out of the Eurozone. Useful as this fairy-tale might have been in the past, it now appears to have the opposite effect. And Merkel might soon have to come clean and explain that, in fact, Germany will lose its money and start paying for this crisis only if Greece exits the Eurozone.

Cognord
July 13 2015

TH, Remarks on “Changing of the Guards”

1. The insufficiency of the notion of a purely spectacular negotiation.

If we are to follow the machiavelian understanding of a staged negotiation, we are unable to understand what our comrade describes:

And when in May Syriza came up with a forty-seven page proposal officially declaring their will to continue with austerity, the negotiations collapsed after Eurogroup counter-proposals demanded further cuts at a level not ever demanded in the last five years of non-negotiated austerity.10)

If the continuation of austerity in Greece was the aim, then why was this proposal rejected? Syriza had already capitulated, and this was just a proposal, the 47-pages document could have become a 55-pages one without problem. European capital, and German capital in particular, would have never been able to even dream of such a chance to apply austerity in a ravaged country with a maximum of popular tolerance.

2. The specificity of the current Greek situation.

Understanding Syriza as just another Left to do the dirty job as usual is underestimating both the global crisis and the destruction of the Greek economy and society. Of course, a Jedi has to do what a Jedi has to do, and we are in a position to know a thing or two about any would-be manager of a piece of world capitalism with some traces of a human face. But radical critique has to understand what is new, different, specific, and how all this fits in the local and global inter-class and intra-class configuration. It cannot risk to be understood as leftist denunciation as usual.

3. What motivates the different capitalist forces in their attitude towards Greece?

In such times, globalization does not warrant that every disagreement and every confrontation is fake. There’s some real history going on, not everything is a staging. Radical critique cannot accept to rest on conspiracy theories, although some “conspiracies” do exist. History is not the deployment of a given script.

a.

The explanation by a German greed to reap as much as possible and as quickly as possible from a battered Greek economy is rather out of the question. Everybody, including the IMF and any even remotely respectable economist, knew from the very start that the Greek debt was unsustainable and was never going to be repaid in full. As for real assets, German or other capitalists could easily get what they wanted if they put a somehow decent price.

b.

The explanation by the need to impose German discipline on the rest of the Eurozone is much more plausible, but one should also see what it means. The lesson was already harsh, and the spreads on Italian, Spanish, etc., bonds were bound to rise in case of a Grexit. Did Germany intend to be more generous in such a case? Sheer sizes make this very relative. There can be no doubt that Germany intended to firmly impose its domination in Europe. However, there is also strong evidence that it has also methodically pushed for a Grexit. These last days it was revealed that Schäuble had already proposed a consensual Grexit to the then Greek Minister of Finance Venizelos back in 2011, and even after the ‘agreekment’ he is continuing to do so. A final agreement is not that certain.

c.

A possible explanation could be that Syriza had to be utterly crushed, so that any thought of deviating from the one and only German TINA (or German-European, but let’s say German to make things easier) would be banished for ever. This is true, but the scenario of a ‘very brief passage in time’ for an anti-austerity Left had already been thwarted, as Syriza retained an immense popularity, much stronger than their election score. Why not sit back and watch Syriza dwindle through the application of the very austerity it had been elected to fight? An answer to this question has pointed to the imminent Spanish elections, but the acceptance of austerity by Syriza would have been a sufficient sign to any Spanish anti-austerity manager of capitalism.

d.

The German push for a Grexit contained of course an element of propaganda. The bailout of, especially, German and French banks exposed to Greek debt through the public debt of Greece in 2010, presented the advantage of being able to blame everything on lazy Greeks, not on financial speculation. The same could be conveniently said about rising spreads in Southern Europe or about the recapitalization of Northern European (especially German and Swiss) banks through the draining of Southern European deposits. It is however to be noted that propaganda is never the decisive element. What Germany was pushing for was a compact Eurozone under its sway (I am told that recently there has been much talk in Germany about such a ‘compact’ Eurozone). Which means, among others, a stronger euro than in the case of a loose Eurozone. Some years ago German employers were pushing cries of alarm when the euro was rising compared to the dollar. This year their association declared themselves in favour of a Grexit. The core question is no more a weak euro to boost German exports. A strong and stable euro seems to be more desirable. This makes it cheaper to buy real assets in ailing countries (now Greece, tomorrow Italy, Spain, and so on). But it also means a strengthening of the position of the euro as an international reserve currency. Who controls this, can attract financial placements from all over the world, pay minimal to negative rates of interest on their bonds and, if need be, create money at will to dominate the world and impose a large part of global capital’s devalorization on others. Not bad, except that there is an incumbent.

e.

How can one possibly explain repeated, and continuing, interventions by the US administration in favour of some German leniency for a Greece run by Syriza’s government? This came as a surprise to everybody in Greece, and the Greek Vice-Premier Dragasakis admitted yesterday that there would probably have been no agreement without US pressure. This also seems to fit well with an ever bolder attitude by France and Italy during the crucial last week of negotiations (not to mention the spectacular U-turn by Sarkozy in just one week – from Grexit, yes, absolutely, to Grexit, no way). An explanation for the American attitude, popularized by the media, is geopolitics. True, but the US could have insisted on Greece’s continuing membership in the EU and NATO and not bother much about the Eurozone. Another explanation, is American nervousness about the bursting of the [global] financial bubble. Also true, but not enough in itself. On the one hand, the Greek problem was known to everybody and discounted in the markets by the day. This is not usually the way bubbles burst. On the other hand, the financial size of the Greek problem was quite big, but not much compared to a similar situation in, say, Italy, not to mention the colossal size of the world market for derivatives. I think that one has to take account of what I mentioned about international reserve currencies. It is improbable that the US would refrain from fighting the emergence of a compact Europe under German control.

4. How are class relations reconfigured at the level of politics and ideology?

What is the mass behind Syriza in Greece, at least up to the agreement? Sociological insight will not do, whereas [Zaschia Bouzarri]’s remarks about the concrete forms of the decomposition of workers’ identity are more than relevant. Greece is of course not representative of the situation in other countries, but, being an extreme case of a ravaged ex-advanced country, it is useful in showing the shape of things to come. Partisan discourse has been eroded to an unprecedented extent. You can talk to almost anybody, including traditional right-wing voters, about almost anything. You can hardly tell a public servant from a (waged, semi-waged, unwaged, would-be waged or unemployed) worker or a pensioner or a shopkeeper, all united by a sense of a common situation, a common precarity, a common ruin. Voices are low, faces are serious, there is much discussion, confusion, schizophrenia, despair, and much, much anger. The surprising result of the referendum had little to do with hope or conviction; it was essentially anger against fear, and anger largely dominated. “The bastards are ruining our lives, we are not going to say thank you”.

I am seriously tempted to term this a meta-people. Little to do with what we used to call ‘people’, petty existences going after a petty survival, little to do with citizenism, with the affirmation of rights; it’s all about survival, about a community of distress, about an anger against the corrupted, the plunderers of public wealth, the tax-evading plutocrats, and what else. It is impossible to foresee anything, not least because of the actual globalization into the mega-capitalist crushing-pot. However, I cannot stop thinking of this meta-people as a possible foreshadowing of the proletariat to come: not in itself, not for itself, but against ‘them’.

TH
July 16 2015

A Preliminary Response to TH’s Remarks

The article “Changing of the Guards” was written for Brooklyn Rail, after the request of Paul Mattick, and was the third part of a series on articles on Syriza. It does not stand on its own, but is a continuation – and thus quite often an expansion or addition – of points made in previous articles. So, some of the incompleteness that TH. identifies is addressed in previous articles. But, more importantly and beyond that, these are newspaper articles and not theoretical texts. I never claimed that any of them are complete, or that they aim at providing a consistent analysis of the current state of the capitalist crisis – in Greece or elsewhere. In the best of cases, my aim was to provide an expose of what is contradictory, non-sensical, illusory and false in Syriza’s proclamations and policies, in a more or less journalistic way.

Having said that.

The overall argument (in all these articles) is not that the “confrontation” between Syriza’s government and the Troika is “fake”. Rather, I asserted that the “conflict” between Syriza and the Troika was and remains at a spectacular level, which mystifies and politicises their differences in such a way as to present them as substantial. I stand by the assertion that opposing versions of capitalist restructuring are not essentially contradictory, or at least, they represent a contradiction at a level which is spectacular. From the point of view of proletarian subversion, the content of the disagreements, conflicts and breaking points of the “negotiations” is insignificant. As I wrote,

The ease with which both Syriza and the troika threw around these numbers was nothing but an indication of their contempt for their actual meaning. For what was there to see behind these numbers but imaginative variations which denoted tax increases, direct and indirect wage and pension cuts, and privatizations?

For me, this was the content of the “negotiations”. The percentage of VAT, the exact fiscal surplus, the specific amount to be gained from privatisations. In other words, austerity as the common ground, its extent and scope being the point of divergence. Did Syriza and the Troika disagree at this level? It seems so. Does it matter? Only if someone decides to prioritise certain forms of austerity over others.

For this reason, my claim was that the only real content of the “negotiations” between Syriza and the Troika (since February 20th), and since the option of Grexit was rejected by Syriza, was the way in which further austerity would be accepted in Greece without causing a social explosion. This became the essential selling point of Syriza, mirrored in Varoufakis’ quoted passage that Syriza is “uniquely able to maintain the public’s support for a sound economic program”. It does not take much to understand what a “sound economic program” was for Syriza.

The forms through which I expressed this, and the language used, could possibly be misunderstood as the expose of a “given script”, and as such, a “conspiracy theory”. This might well be the case (my English writing skills are limited), but sometimes this interpretation is simply a matter of perspective. Claiming that Syriza is in chorus with an aim of capitalist restructuring could be interpreted as implying a “conspiracy”. Or, it could be seen as a way of rejecting the notion that different understandings of capitalist restructuring are in fact actual contradictions.

TH. claims that “radical critique has to understand what is new, different, specific, and how all this fits in the local and global inter-class and intra-class configuration. It cannot risk to be understood as leftist denunciation as usual.” From the very first text on the Brooklyn Rail, I attempted to stir clear of the typical leftist denunciations of Syriza and tried instead to take Syriza’s proclamations at face value and then explain their inconsistencies. Maybe this was not successful, but this was the aim. In contrast to other radical left texts that I read (which more or less rejected Syriza merely for being part of the State, for being social-democratic etc), I avoided ideological denunciations. I accept that I did not write texts which explained “what is new, different, specific and how all this fits in the local and global inter-class and intra-class configuration”; I admit that this certainly sounds like a worthy undertaking, but – as was once said – “I don’t feel I am up to the task”. Nor do I see my role in this moment to do such a thing. But I don’t think that any analysis which does not live up to these standards is reduced to leftist denunciation.

In reference to the concrete example that TH. mentions in relation to Nantia Valavani’s statement it is, I think, again misunderstood. The question (“I would be interested to hear someone explain …”) is clearly addressed to supporters of Syriza, who kept proclaiming that – at least – Syriza is interested in a certain amount of “social justice”. Taxing the ship owners in Greece was part of Syriza’s pre-election campaign. The abandonment of this “promise” with the excuse that it runs against the Constitution is mere nonsense. But what is the key point here? Do I care if ship owners are taxed or not? Not in the slightest. Do I find this abandonment of a pre-election promise scandalous? That is also nonsense. If anything it is a simple indication that Syriza’s strategy was to promise everything to everyone, a strategy that was abandoned as soon as they became government and got busy establishing and normalising relations with representatives of capitalist accumulation in Greece. There was no hint in my article that Valavani is “on the payroll of ship owners”. That, I grant you, would be a “leftist denunciation”. And though I would not deny such a possibility, I would deny any interest in it. I also fail to see in what way my article gives the impression that the Greek mess is a “nice little crisis as usual”.

TH. points at a supposed contradiction between claiming that the “negotiations” between Syriza and Troika were “staged” (see second paragraph of my response for that) and the fact that Syriza’s 47 page proposal was rejected. But what he is ignoring in this case is what I provide as the undercurrent of these negotiations: the difficulty of making austerity acceptable in Greek Parliament (and by extension, to the Greek public). When the 47 page proposal was made, and it looked that a deal could be reached on its basis, Merkel’s response to the widespread enthusiasm on all sides was indicative: “First, this deal has to be passed by Greek Parliament”. This was the problem of the 47 page proposal. To maintain a spectacle of “harsh negotiations” (which was Syriza’s only selling point internally), the intransigence of the Troika had to be constantly re-asserted. And it was.

This was in effect the aim of the referendum too. It has become pretty obvious that Tsipras was actually expecting (and hoping) that the “Yes” vote would win in the referendum, as this would clear them from being responsible for imposing austerity. The stage was set: the mass media in Greece were clear in their proclamations that a “No” vote would mean that Satan would take charge, and there was not a single European official who did not add that a “No” vote would directly mean Grexit. But the result surprised everyone (Tsipras and the Troika) and their actions after were clearly to pretend like it never happened. This – and the signing of the eventual deal – has brought Syriza into a very fragile position, but given that neither Syriza nor Europeans see any credible opposition at the moment, this fragile position (with a possible coalition in the horizon if Syriza’s “rebels” gain momentum) is translated as a stable scenario. And this could well be the case.

The overall question on what exactly is the aim behind the treatment of the Greek economy by Eurozone officials is probably the key question, but at the same time the most difficult to answer. The most possible scenario that I can come up with is that a process of harsh devaluation will reduce labour costs to such a degree that the Greek economy might become competitive vis a vis other Balkan economies and not other Euro countries. This does not explain everything that has happened, but I have to admit that I find other explanations (such as “Germany’s need to discipline” or the notion of an attempt to “humiliate Syriza”) as vague and very problematic. To say the least, they “psychologise” the actions of centres of capital accumulation.

I agree that Germany’s quasi-open call for Grexit is partly propaganda and partly realistic. But I would explain this divergence between the two as an expression of the internal contradictions of Germany’s self-understanding. I have failed to find any credible account on how a Grexit (and its consequences) can be contained, and in this respect, I find the statement of the head of the Bundesbank (that a Grexit will have tremendous economic consequences for the German economy) more credible than the war cries of Schauble.

My concluding remark in the article is pointing at the same process. The underlying argument is that parts of the German political and economic class have fallen for the propaganda that they have created in relation to Greeks (“German taxpayers have been paying too much for those lazy Greeks”), to the extent that they end up believing it. The reality however (and I am convinced that key players are well aware of that) is that German taxpayers have not paid a single cent so far and they would only be forced to pay something in the event of a Grexit. The logic is quite simple: Germany’s gives loans (not gifts) to Greece that are repaid with considerable interest rates. Furthermore, the continuing crisis and instability means that German (and other) bond yields and borrowing costs are extremely low, something that allows them to save billions of euros (“One study, by German insurance giant Allianz, has calculated that Berlin saved 10.2 billion euros in 2010-2012 because of lower borrowing costs, as yields on its 10-year bonds fell from 3.39 percent to 1.18 percent now.”). On the other hand, it is also pretty clear that a Grexit would mean an immediate non-payment of Greece’s obligations, something that would mean the immediate loss of billions of euros, an amount far beyond the ridiculous 14.4 billion euros that Germany has already put aside in provisions linked to the euro zone debt crisis.

In relation to the US involvement, I fail to see where TH. bases his claim that the US has been lenient towards the Greek government. First of all, signing the deal yesterday (with the help of the Americans, as Dragasakis said) indicates no leniency whatsoever, as the deal signed is far worse than anything signed so far in Greece. Secondly, the position of the IMF (as a key representative of US interests in the eurozone) might appear as rather puzzling, but only at first sight. IMF involvement in the Troika has a clear deadline (March 2016). The continuation of its involvement might well be in the IMF’s interests, but in order to ensure that, they need to impose some debt haircut, not because they align themselves with Syriza, but simply because IMF rules forbid intervention and bailout agreements in countries that have unsustainable debts. The recent DSA of the IMF makes it clear that Greek debt is uviable and that if it is not cut, it will remain unsustainable and would thus preclude IMF continued participation in the program. And it is only through continued participation that the IMF (or else, the US) can ensure their involvement in Eurozone politics.

Last point concerning the mass that supports Syriza. While I would not deny the “decomposition of the workers’ identity”, I would refrain from reaching concrete conclusions of its implications at the moment, let alone come up with a narrative that sees a unification “by a sense of a common situation, a common precarity, a common ruin”. At the moment, the only thing we can say with some certainty is that a very large percentage of the Greek population (I would claim around 60%, in accordance to the referendum results) has simply had enough of austerity and can no longer tolerate it. This does not tell us what they would like instead, but it does point –negatively – at what they cannot live with anymore. For me, the overall situation in Greece indicates that what we should expect in the immediate future is an attempt by political parties (new or old) to take advantage of this huge, un-represented, gap. But it is clear that this (attempt at) representation will take the form of an open support for Grexit and a return to the drachma. The illusion that people’s lives can improve in any way within the eurozone has received its final blows with Syriza’s agreement. So the next “cycle of struggles” in Greece will most definitely take the form of a struggle between those will try to represent the “drachma party” and the rest. What proletarians will do in this context, however, remains to be seen.

Cognord
July 16 2015

Some Thoughts on Cognord’s Text and TH’s Response

[…] How can a ‘people’ avoid being national and citizenist? I have not been in Greece in recent years to be able to clearly know what you mean.11) When I go back I notice a lot of destitution, physical and mental poor health and of course anger, which is, however, very often mis-directed (racism, frantic attempts to recover from ‘national humiliation’)… What has changed in ‘people’s’ discourse since the squares? That’s a very interesting question and I would like to know more.

Some more thoughts:

Having read Cognord’s texts, as well as his response to TH, I think his reassertion of his approach (to expose Syriza’s inconsistencies or manipulations) clarifies what I have a problem with. While his texts point out inconsistencies that should alarm any ‘believer’, I feel like this approach reduces things to the level of personalities and decision-making. Tsipras said this, Varoufakis said X and did Y, they gave in and they did not live up to their programme, and then they wanted to implement reforms anyway. But why did they do that? Would everything have been different if Syriza were real defenders of the interests of workers? There are certain limits once a self-proclaimed radical finds oneself as head of state, and these are the limits of capitalist reproduction. This is not because people’s personalities become corrupt by power, but because the state plays this very specific role. Example: the state has to manage the pension system, when there are no funds because they were spent on haircuts and debts, and because unemployment is 30%, so they decide to raise the pension age. Perhaps some expected Syriza to turn Greece into Cuba or to print money without currency reserves. The left wing of Syriza would indeed want Greece to become something like Cuba. But would that make life easier for proletarians or would it be even more disastrous? I am pretty sure I am not saying something new here that Cognord would not have thought about already, so then, what is then the point of this criticism? What are its implications and what conclusions does it draw? I feel as if Cognord is more angered by Syriza politicians than he is angered by the fact that it is now clearer than ever that the suffering for workers, unemployed, poorer pensioners in Greece has no hope of abating even slightly, regardless of what any Greek politician will do, and also, which is worse, regardless of how much they struggle. Yes, we knew that demands were asystemic, but I think things are even worse. Even the most defensive and modest of demands are asystemic, which means a relentless and very rapid worsening of life, the scale of which is unprecedented. We imagined communisation as destructive, but now it seems that even the slightest struggle has a ‘scorched earth’ scenario hanging over its head.

There is also one inaccuracy, by the way, in the introductory paragraph of Cognord’s recent text with the reference to the ‘minimal Keynesian’ programme: Lapavitsas, a Syriza MP, called the Syriza programme ‘mild Keynesianism’ ever since before the elections (check out his BBC interview). It is pretty clear that Syriza is an inconsistent party anyhow, but I don’t think it helps the analysis to depict all of them as self-interested cynics who colluded with EZ politicians to impose more austerity on purpose. This is not because I am convinced they are good people, but because a personalising analysis would suggest that, if they were more honest, then better things would come. But this is blatantly not the case. If they were more honest, they would either not have gained power at all, or they would simply resign because their programme is impossible, and Samaras would be back in power. These were the options. You can call me ‘reformist’, but I would not want a return of the ND govt, until perhaps Syriza manages to become absolutely identical to it, i.e., a government of outspoken racists. And I think that the passing of the laws to grant citizenship to 2nd generation immigrants, and of civil partnership for gay couples, however measly and limited, have practical and symbolic importance for these groups in a context where racism and homophobia, including the scale of abuse, have been on the rise. Yes, all the options are really dark, but some are downright hellish. That is why I see no point in either cheering for and excusing Syriza or vilifying them.

The real question is, in my view, what are the options now for class struggle in Greece? Because it is now clear that no matter what struggles do they will be crushed by a combination of heavy policing and currency blackmail, which was already the case, but now it has all become far more blatant. It’s easy to vote ‘no’, but total economic collapse is frightening in reality, and not only for those in power. The response to the absence of money is mass looting, of course, but can this really go further, especially if it only takes place in one country? We have seen again and again how quickly and violently social order is restored after such outbreaks. The other response to lack of money is alternative currencies and solidarity economies. We know the limits of these also. The most depressing thing for me though is the lack of significant mobilisations anywhere else in Europe except Spain (and these under the Podemos banner, which might mean they are about to be weakened).

Ady Amatia
July 17 2015

References

1. Editor’s note: initially published in The Brooklyn Rail, Field Notes, July 13 2015, <http://www.brooklynrail.org/2015/07/field-notes/changing-of-the-guard> [last visited July 2015].
2. C. Lapavitsas, “The Looming Austerity Package,” Jacobin, June 12, 2015.
3. It is peculiar to note that those on the left of Syriza (like Lapavitsas), only recently re-discovered their opposition to the euro and the EU. In their new role as Syriza’s MPs and internal opposition, they urge (whom exactly, is not very clear) a fresh examination of alternatives. As far as we have seen, this anti-EU alternative is precisely what they have been propagating for the last five years. So, in reality, they have a five-year-long background in this quest for the holy grail, giving them a decent head-start and the opportunity to finally present their
4. Any debt reduction, or any ability of the Greek state to issue bonds and finance itself, would single-handedly eliminate the Troika’s leverage for imposing austerity.
5. Bobolas, one of the best-known capitalists of Greece, was recently “arrested” by Syriza’s government on tax evasion charges of approximately €.4 million. He immediately paid less than half of that (€1.8million) and was released with all charges dropped.
6. Y. Varoufakis, “Austerity is the only deal-breaker,” Project Syndicate, May 25, 2015.
7. Within Germany, Greece’s primary opponent during the negotiations, many members of the Christian Democratic Union of Germany (CDU) party of Angela Merkel openly called Syriza a “communist” government.
8. One of those newly added demands was an abolition of the Pensioners’ Social Solidarity Benefit (EKAS) benefit, which amounts to a minuscule financial assistance (between €100-€150) for those who receive pensions of less than €300 a month.
9. It has become a common absurdity to claim that a Grexit would have minimal consequences. As Frances Coppola correctly put it recently, “If Greece were to leave, others would be likely to follow, either because of speculative attacks as in 1992, or because of popular unrest and political change. This would threaten the very existence of the Euro. The oft-expressed view that the rest of the Eurozone is “firewalled” from contagion was never credible and is now evidently false: bond yields are already spiking in other Eurozone periphery countries. The ECB cannot be seen to force out one country while protecting the rest from contagion. That would destroy its credibility as an independent body immune from political influence.” (F. Coppola, “The Greek Negotiations: Many Angry Words And No Way Forward,” Forbes, June 19, 2015).
10. Editor’s note: the excerpt is from “Changing of the Guards”.
11. Editor’s note: this is a reference to TH’s last remarks on the social climate in Greece.

 

Letter about the referendum

The purpose of this letter is to provide certain information and insight into the events that take place here in Greece in the last few days, especially after the announcement of the referendum, which in many ways sparked off social processes that indeed retain a novel character not to be exhausted soon. This novelty is best summarized in the emergence of the polarization between pro-EU’s and anti-EU’s which has never before appeared in such clarity; this does not mean though that these two poles are not mediated themselves. In order to access the theoretical framework that underlies the viewpoint of this letter, which necessarily is of limited theoretical character due to lack of time, we propose the reader to have a look at our previous text about SYRIZA which can be found here.

LETTER ABOUT THE REFERENDUM

Καταπονημένες μηχανές

Αναδημοσίευση, με στόχο τη συζήτηση και την κριτική αντιπαράθεση, από το  blog aruthlesscritiqueagainsteverythingexisting.wordpress.com, το αρχικό κείμενο μπορεί να βρεθεί εδώ:

Καταπονημένες Μηχανές

seacliff_88resize

Οι καταπονημένες μηχανές της ταξικής πάλης, παλιές και καινούριες, απαξιωμένες και λαμπερές, έρχονται λαχανιασμένες και κουρασμένες να κοιτάξουν η μία την άλλη για μια ακόμα φορά. Και κοιτούν το αντεστραμμένο είδωλο τους, αυτό που δεν έχουν γίνει ακόμα μεν, αλλά αυτό που τις ορίζει αμφότερες στο τώρα. Λαχανιασμένες λοιπόν ξεκινούν να παλεύουν στη λάσπη της ιστορίας τους, και κανείς μετά από λίγο δεν καταλαβαίνει αν παλεύουν ακόμα ή αν αγκαλιάζονται ερωτοτροπώντας μετά από τον μεγάλο καβγά.

#1

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η πολιτική του διόγκωση είναι προϊόν συγκεκριμένων ηττών ή/και ορίων των αγώνων της προηγούμενης 5ετίας. Αυτό σημαίνει αυτόματα ότι πυρήνας του προγράμματος του είναι ένας κάποιος συμβιβασμός με το κεφάλαιο και όχι η ρήξη με αυτό. Παρόλα αυτά, τα όρια και οι ήττες δεν θα πρέπει να ιδωθούν ως αποτέλεσμα απουσίας της οργανωτικής μορφής των αγωνιζομένων ή (απλά και μόνο) μη δέουσας πίεσης από πλευράς των αγωνιζομένων. Οι αγωνιζόμενοι βρήκαν τα όρια και πίεσαν στο βαθμό που τους υπαγόρευε η ίδια η υποκειμενικότητα τους, και ο τρόπος που αυτή πράττει, υπάρχει και ταυτόχρονα υπόκειται ως τέτοια στα πλαίσια της καπιταλιστικής ολότητας. Αυτό σημαίνει ότι δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τις υπάρχουσες συνθήκες που τους όριζαν ως πράττοντα υποκείμενα. Επιπρόσθετα σήμαινε ότι αναπαρήγαγαν και τους ευρύτερους διαχωρισμούς που προϋποθέτει η ολότητα στην οποία υπάρχουν.

#2

Η μη αδυναμία ρήξης με την ίδια την υποκειμενικότητα ταυτόχρονα σημαίνει και αναπαραγωγή όλων των διαχωρισμών της ολότητας. Έτσι η σύγκρουση της ελληνικής κοινωνίας ήταν σε μεγάλο βαθμό ακριβώς αυτό: μια σύγκρουση εσωτερική της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν είχε αφετηρίες ταξικές αντιθέσεις ή ζητήματα αναπαραγωγής. Σημαίνει όμως ότι αυτά τα ζητήματα εξακολουθητικά ανάγονταν στο κράτος, στη μορφή της διαχείρισης του και προϋπέθεταν σχεδόν πάντα στα αιτήματα μια μορφή κράτους, αστικής ολότητας κτλ. Και πάλι εδώ πέφτουμε σε «λούπα»: η προϋπόθεση της αποτυχίας της επανάστασης εμφανίζεται ως αποτέλεσμα αποτυχίας της επανάστασης. Για να φύγουμε από αυτή τη λούπα μπορούμε να πούμε το εξής: η δραστηριότητα των αγωνιζομένων της προηγούμενης 5ετίας παρήγαγε τις συνθήκες εκείνες που μπορούσαν να μας πάνε ένα βήμα παραπέρα. Και όντως σε οριακό σημείο έγινε. Οι αγώνες των 300, τα μαζικά μπάχαλα και οι απαλλοτριώσεις, οι αυτομειώσεις ρεύματος στις γειτονιές, οι απαλλοτριώσεις σε σουπερ-μάρκετ (αν και ήταν αμιγώς πολιτικές και πρωτοπορίστικες) ήταν σίγουρα προς αυτή τη κατεύθυνση. Σαν μορφές αγώνα -που ξεδίπλωναν ιστορικά ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο της ταξικής πάλης, της κριτικής της αξίας και του εμπορεύματος, τη ρήξη με τις υπάρχουσες υποκειμενικότητες κτλ- είχαν αναδειχθεί από τις υπάρχουσες αντινομίες και αδιέξοδα. Όμως δε στηρίχθηκαν αρκετά και δεν πήγαν ένα βήμα παρακάτω ούτε οι εμπλεκόμενοι σε τέτοιες ενέργειες ήμασταν διατεθειμένοι (τελικά όπως φάνηκε κατόπιν εορτής) να έρθουμε οι ίδιοι σε ρήξη με τους εαυτούς μας. Το ζήτημα των πρακτικών που θα μας κάνουν να διανύσουμε την απόσταση μεταξύ του «που είμαστε» σαν υποκείμενα και του που θέλουμε “να πάμε” για την κατάργηση του εαυτού μας ως κομμουνισμού, είναι το ερώτημα που έθεσε, αλλά άφησε αναπάντητο ο προηγούμενος κύκλος αγώνα. Παρόλα αυτά, αυτό είναι το ερώτημα.

#3

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα ασυνεπές κόμμα όπως θέλει να μας πείσει ένα κομμάτι της διαρκώς κλαίουσας αριστεράς. Αντιθέτως, είναι ένα κόμμα που γνώριζε πολύ καλά τα όρια του και τις καταστάσεις που είχε να αντιμετωπίσει και έκανε στο μέτρο των δυνατοτήτων του τα πάντα για να το πετύχει. Όσοι κόπτονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «πρόδωσε» το εργατικό κίνημα(?) ή τον έβλεπαν εργαλειακά σαν πέρασμα σε μια φάση «σοσιαλισμού» θα πρέπει να θυμιθεί κάτι που ο ΣΥΡΙΖΑ (με εξαίρεση διάφορους αριστερούς περιθωριακούς του κολαούζους) δεν το ξέχασε ποτέ: Το κράτος δεν είναι ένα ουδέτερο εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, αντιθέτως είναι η εξωτερικευμένη ( και όχι εξωτερική) συμπύκνωση των σχέσεων εξουσίας της αστικής κοινωνίας συνολικά, των αστικών ρόλων και πρακτικών. Είναι η νομική και κατασταλτική μορφή των σχέσεων ιδιοκτησίας και ανταλλαγής, η αφηρημένη ισότητα των αστικών υποκειμένων και ταυτόχρονα η πρακτική τους ανισότητα, ο διαρκής διαμεσολαβημένος διαχωρισμός του πολιτικού από το οικονομικό, ως δύο διακριτές -αλλά διαρκώς αλληλοαπαιτούμενες- μορφές της αξίας. Το κράτος είναι πρώτα και κύρια κοινωνική σχέση, είναι πρακτικό αποτέλεσμα των αστικών υποκειμένων και ταυτόχρονα το γενικό πλαίσιο υποκειμενοποίησης τους. Συνεπώς ποτέ δεν τα ξεπερνά αλλά αντιθέτως αποτελεί το απόλυτο όριο της δραστηριότητας τους. Μόνο αφού εγκαθιδρυθεί ιστορικά, πρακτικά και λογικά σαν γενικό πλαίσιο αστικής υποκειμενικότητας, λειτουργεί ως τρίτος κοινωνικός δρων που αναπαράγει τις γενικές συνθήκες συσσώρευσης, διαιτητεύει τη ταξική πάλη, και γενικά αναλαμβάνει συγκεκριμένες λειτουργίες ως προς την αστική κοινωνία. Οι ιδιαίτερες πολιτικές του κράτους ορίζονται όντως από τη ταξική πάλη και τις ομάδες πίεσης, αλλά πάντα μόνο όσο αυτές μένουν διαχωρισμένες ως τάξεις, ομάδες συμφερόντων κτλ στα πλαίσια του γενικού όλου που θέτει το κράτος, και στα πλαίσια των περιορισμών που θέτει η ίδια του η ύπαρξη ως μορφή αξίας. Τέλος οφείλουμε να υπενθυμίσουμε (ως επιβεβαίωση της προηγούμενης δήλωσης) ότι ακόμα και το ίδιο το κράτος ως σύνολο apparatus είναι μια χρηματική ενότητα, χρησιμοποιεί εργασιακή δύναμη έναντι μισθού, συνεπώς δεν ίπταται της οικονομικής «σφαίρας» αλλά αυτή το διαπερνά τόσο σε επίπεδο νομικό/λογικό όσο και σε λειτουργικό. Αυτό είναι κάτι που η μαρξιστική παράδοση του έχει δώσει λίγη προσοχή αλλά αποτελούσε τη βάση συζήτησης των φιλελεύθερων και κεϋνσιανών debate για το κράτος και τη κυβερνητικότητα. Οι αυταπάτες για το κράτος θάβονται οριστικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και μαζί τους η Αριστερά.

#4

Η αφετηρία ανάλυσης του κράτους πρέπει να είναι η καπιταλιστική ολότητα, η διεθνής διάσταση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και όχι (μόνο) οι εσωτερικές στην περιφέρεια του κράτους σχέσεις. Ο καπιταλισμός είναι εξ’ορισμού παγκόσμιος. Η ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής, και ο ανταγωνισμός προϋποθέτουν και οδηγούν εξ ορισμού σε διεθνοποίηση του εμπορίου (αρχικά και κύρια) και στη συνέχεια στη διεθνή κίνηση κεφαλαίων και παραγωγικών διαδικασιών. Αυτό το οποίο αλλάζει (και είναι κομβικό) είναι οι μορφές διεθνοποίησης και όχι ο βαθμός. Το κράτος αποτελεί την ιστορική τοπική μορφή που πήρε η οργάνωση της διεθνούς διάστασης του κεφαλαίου. Δεν είναι ο παγκόσμιος καπιταλισμός ένα άθροισμα καπιταλιστικών κρατών που μπορούμε με (εθνικές) σοσιαλιστικές επαναστάσεις να τον ακρωτηριάσουμε σταδιακά. Αντιθέτως η παγκόσμια διάσταση του κεφαλαίου είναι οργανωμένη σε επιμέρους κράτη, τα οποία είναι οι επιμέρους «στιγμές» του. Ο κρατικός μηχανισμός, σε όλες του τις εκφάνσεις, ακόμα και στις πιο απλές όπως το σύνορο, είναι διπλής όψης: είναι τοπικός και διεθνής ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι ο κρατικός μηχανισμός είναι η βασική διαμεσολάβηση μεταξύ του «διεθνούς» και του «τοπικού». Οργανώνει και ελέγχει την εργατική δύναμη τοπικά, την αναπαράγει τοπικά, αλλά ταυτόχρονα ορίζει και τη μορφή και την έννοια του «τοπικού» στο παγκόσμιο πλαίσιο. Έτσι η εσωτερική στην επικράτεια του κράτους αναπαραγωγή των αστικών υποκειμένων προϋποθέτει αλλά και απαιτεί τον διεθνή καπιταλισμό. Αυτό δημιουργεί μια σχάση.

#5

Η σχάση. Από τη μία η αναπαραγωγή του κεφαλαίου και η πορεία της συσσώρευσης έτσι όπως εμφανίζεται δημιουργεί συγκρούσεις μεταξύ ομάδων και υποκειμένων στο εσωτερικό του κράτους, από την άλλη όμως όσο το κράτος καταφέρνει να λειτουργεί σαν συλλογικός καπιταλιστής και διαμεσολαβητής αυτών των συγκρούσεων, λειτουργεί σαν όριο αυτών των συγκρούσεων και σαν ενοποιητικός παράγοντας/ρύθμιση αυτών των συγκρούσεων σε σχέση με το «εξωτερικό». Λειτουργεί σαν νομικός και πρακτικός διαχωρισμός, ως εθνική και κρατική ενότητα, η οποία μπορεί να έχει εσωτερικές αντιφάσεις, αλλά είναι ενωμένη ως προς την καταστατική της εξωτερικότητα. Έτσι, το αστικό κράτος είναι και πεδίο ανταγωνισμού αλλά και μορφή ενότητας και διαχωρισμού. Αυτό υπαγορεύει αρχικά και αμετάκλητα ότι η εργατική τάξη ως τέτοια (ως τάξη που η καταστατική της λειτουργία είναι να εργάζεται) είναι εθνική, κρατική και διαχωρισμένη. Ο «διεθνισμός» όσο ταλαιπωρημένος και αν είναι ιστορικά και πολιτικά, αν είναι να είναι συνεπής ως προς το περιεχόμενο του, πρέπει να είναι όχι αλληλέγγυος με άλλες (εθνικές) τάξεις, αλλά πρώτα και κύρια αντικρατικός.

#6

Ο διαχωρισμός μεταξύ διεθνούς και εθνικού μέσω της μεσολάβησης του κράτους παύει να είναι απόλυτος ή μάλλον θα λέγαμε μεταβάλλεται με την ιστορική μεταβολή της χρηματικής σχέσης. Το χρήμα πλέον γίνεται πίστη, γίνεται ρυθμός παραγωγής αξίας και άντλησης υπεραξίας και όχι μια σταθερή αναφορά στην ήδη πραγματωμένη αξία (υπό τη μορφή π.χ. του χρυσού). Η χρηματική σχέση γίνεται πιο επισφαλής αλλά και πιο ευέλικτη, μπορεί να επηρεαστεί από το οτιδήποτε αλλά επηρεάζει και τα πάντα. Διαπερνά και συγκροτεί κάθε υποκείμενο, το κάνει να έχει μια ακόμα πιο προσωπική σχέση με το χρήμα, με την αυτοαξιοποίηση του, το κάνει πιο επισφαλές και πιο καταστα(λ)τικό ως προς τον εαυτό του. Το χρήμα ως κεφάλαιο πλέον κινείται διεθνώς, γρήγορα αποχωρεί και εξίσου γρήγορα φτάνει κάπου για να αξιοποιηθεί. Η εργατική δύναμη γίνεται επισφαλής λόγω της επισφάλειας του κεφαλαίου ως προς τις καταστάσεις αξιοποίησης του, ο συλλογικός της χαρακτήρας κατακερματίζεται πέρα από τις εθνικές τάξεις σε εσωτερικά αντικρουόμενες φράξιες. Η αναπαραγωγή της είναι δεμένη και εγκλωβισμένη μέσα σε ένα διαρκώς κινούμενο επισφαλές κεφάλαιο το οποίο στον πυρήνα της αξίας του δεν έχει τίποτα πέρα από την εκμετάλλευση. Το συλλογικό υποκείμενο κατ’ αυτό το τρόπο χάνεται. Στο πλαίσιο αυτό, το κράτος αποκτά έναν νέο χαρακτήρα, αυτό του «ανταγωνιστικού κράτους» που λειτουργεί σαν επιχειρηματίας/οργανωτής της διεθνούς συσσώρευσης και των προτύπων παραγωγικότητας της σε τοπικό επίπεδο. Εδώ, για πρώτη φορά, η «μάζα» νοιώθει ότι έχει χάσει το δημοκρατικό έδαφος της διαχείρισης του κράτους. Θα επεκταθούμε σε αυτό παρακάτω.

#7

Η νέα συνθήκη της χρηματικής σχέσης, μεταβάλει τον τρόπο αξιοποίησης του ατόμου ως ατομικό κεφάλαιο. Η σχέση γίνεται αμιγώς ατομική, η νόρμα παραγωγικότητας/μόρφωσης/ορίζει την αλήθεια της παραγωγής και της αξίας βάσει της οποία όλοι υποκειμενοποιούνται και ταυτόχρονα αξιολογούνται. Οι ανταγωνισμοί παίρνουν ρευστό και ασταθή χαρακτήρα, διαταξικό και καθώς το κεφάλαιο πλέον είναι επισφαλές και η αναπαραγωγή των θραυσμάτων της τάξης επίσης, οι ομάδες συμφερόντων που σχηματίζονται δεν ταυτίζονται πάντα με διακριτές διαφοροποιήσεις ως προς τα μέσα παραγωγής. Τα κόμματα πλέον χάνουν την-όποια-ταξική αντιστοιχία είχαν και γίνονται αντιπρόσωποι διαταξικών ομάδων συμφερόντων που έχουν διαφορετικές ερμηνείες για την πορεία της αστικής κοινωνίας. Τα κόμματα γίνονται αντιπρόσωποι στο κράτος ανομοιογενών ομάδων οι οποίες μάλιστα δεν είναι καν σταθερές, τα μέλη τους σαν εκκρεμή κινούνται από τον ένα κοινωνικό χώρο στον άλλο, διασπούνται και απανενώνονται σε χαλαρές κοινωνικές ad hoc συμμαχίες που άσχετα με τον προσανατολισμό τους μόνο ως προς τη ταυτότητα του πολίτη μπορούν να οργανωθούν λογικά-πολίτες υπέρ ή κατά της ΕΕ. Η ρευστοποίηση της εργατικής ταυτότητας και των εργατικών πρακτικών οδηγεί και σε ρευστοποίηση των πολιτικών προγραμμάτων των  μαζικών κομμάτων. Τα προγράμματα των κομμάτων αλλάζουν διαρκώς ως προς τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες (λόγω της αλλαγής της βάσης τους) και θέσεις, αλλά ποτέ δεν αποκτούν ιδιαίτερα αποκλίνουσες θέσεις ως προς τον πυρήνα, καθώς είναι εγκλωβισμένα στα όρια που θέτει το ίδιο το apparatus του κράτους ως πολλαπλή μορφή του διεθνούς και τοπικού κεφαλαίου, και ως συνολική εκπροσώπηση των συνθηκών της αστικής κοινωνίας. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει στην ουσία τους τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, από την ΝΔ  ή το ΠΑΣΟΚ;

#8

Το ανταγωνιστικό κράτος λειτουργεί όπως η επιχείρηση. Δομείται και δομεί έναν διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ των ατόμων ως ευγενή άμιλλα, ως τον διαρκή διαχωρισμό των ατόμων. Αυτή η διαδικασία δεν είναι απλή ιδεολογία. Είναι ένα σύνολο οργάνωσης της παραγωγής, νέων τεχνολογιών,νομικών διαδικασιών κτλ. Όσο πληθαίνουν οι παραγκουπόλεις και οι αποκλεισμένοι διάφορων βαθμίδων, τόσο πιο λαμπερό γίνεται το τρόπαιο στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Ταυτόχρονα όμως η μεταβολή της χρηματικής σχέσης και της λειτουργίας του κράτους, και επακόλουθα του κοινωνικού πράττειν, μεταβάλει και την ίδια την έννοια της δημοκρατίας. Η δημοκρατία, από βέλτιστη μορφή διαχείρισης του κοινωνικού κεφαλαίου και των τάξεων εντός αυτού, μετατρέπεται σε ένα κενό σημαίνον, μια προνομιακή άδεια λέξη την οποία το κάθε άτομο, ως ατομικό κεφάλαιο νοηματοδοτεί υποκειμενικά ως προς τη μέθοδο αυτοαξιοποίησης του και τις ιδιαίτερες συνθήκες του. Με την τελείωση του ατόμου, και η δημοκρατία φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο της. Έτσι η δημοκρατία γίνεται ένα σημαίνον και μια πρακτική που «σημαίνει τα πάντα» χωρίς να «σημαίνει τίποτα»  γίνεται το όριο κάθε δραστηριότητας. Τελικά αυτό την οδηγεί σε μια λειτουργική αντίφαση: από τη μία σε σχέση με το παρελθόν το κράτος εγκαλείται ως μη δημοκρατικό, το οποίο έχει «υποταχθεί» στο διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και έχει αφαιρέσει εξουσίες από τον «λαό», από την άλλη κάθε κοινωνική αναταραχή καταστέλλεται από τους αντιπάλους της (ψηφοφόρους) στο όνομα της δημοκρατίας, καθώς παραβιάζει, δε σέβεται κτλ τα ατομικά δικαιώματα των «άλλων». Η δημοκρατία έτσι γίνεται μια εντελώς ιδιωτική υπόθεση, η οποία συνολικά αποκτά ξεκάθαρα τον χαρακτήρα που πάντα είχε υπόγεια: γίνεται ένας γύψος, ένα μπετόν αρμέ για τις κοινωνικές συγκρούσεις, μια εκλογική διαδικαστική τυπικότητα. Δημοκρατικά εκφραζόμενοι νιώθουν μόνο όσοι από το διαταξικό πλήθος έχουν πρόσβαση στην εξουσία. Ο ένας εγκαλεί τον άλλο ως αντιδημοκράτη. Η κάθε πλευρά-λόγω της διαταξικότητας θεωρεί ότι εκπροσωπεί εξίσου την κατηγορία του «λαού». Γιαυτό και οι πλατείες πάντα έχουν έναν κατοπτρικό αλλά αντίθετο χαρακτήρα: Μαϊντάν-αντιΜαϊντάν, συγκεντρώσεις ενάντια την ΕΕ, ή υπέρ, Γκρούεφσκι-αντιΓκρούεφσκι κτλ.

#9

Η διαπραγμάτευση του κράτους με το εξωτερικό λανθασμένα γίνεται αντιληπτή ως σύγκρουση του τοπικού και του διεθνούς. Αντίθετα δυο διαφορετικές μερίδες της αστικής ελληνικής κοινωνίας (ως μέτωπα) προσπαθούν να δώσουν λύση στο ίδιο πρόβλημα: οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και παραγωγικότητας του ελληνικού κράτους. Υπό αυτή την έννοια οι λύσεις που προτείνουν, αν και πραγματικές, δε θα μπορούσαν να διαφέρουν ιδιαίτερα. Το δίλημμα ΝΑΙ ή ΟΧΙ, ευρώ ή δραχμή κτλ δεν έχει να κάνει με το υποτίμηση ή όχι, αλλά με το ποια θα είναι η μορφή της υποτίμησης. Ή θα κοπεί ο ονομαστικός και μαζί ο πραγματικός άμεσος και έμμεσος μισθός μέσω μνημονίου, για να επανέλθουν οι ρυθμοί αποπληρωμής της πίστωσης και της κερδοφορίας ή θα μείνει ο ονομαστικός μισθός ίδιος (με αλλαγμένο νόμισμα) και θα έχει την αξία της παραγωγικότητας και της έντασης εργασίας που αναλογεί σαν χώρα με βάση τη μέση διεθνή παραγωγικότητα και ένταση εργασίας, επιτοκίων κτλ. Αυτό θα σημαίνει υποτίμηση του νομίσματος και άρα άμεση υποτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης. Η διαφορά του διλήμματος (καθώς το δίλημμα δεν είναι φανταστικό) αφορά συγκεκριμένα κομμάτια του κεφαλαίου που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και το κατά πόσο αυτά είναι ενσωματωμένα στη διεθνή αγορά, ποιο είναι το ιδιαίτερο εμπόρευμα που παράγουν κτλ. Για αυτούς όντως η επιλογή έχει σημασία και γιαυτό στηρίζουν τη μια ή την άλλη πλευρά. Όποια και αν είναι η επιλογή πάντως, η εξίσωση του ποσοστού κέρδους μέσω της κυκλοφορίας/παραγωγής μεταξύ εσωτερικά και εξωτερικά παραγόμενων εμπορευμάτων, όπως και να έχει, θα ρίξει το πρώτο και κύριο βάρος της επαναφοράς της κερδοφορίας στους εργαζόμενους, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ανάλογα τον τομέα παραγωγής. Αυτό φυσικά θα διασπάσει τα υπάρχοντα στρατόπεδα, θα διαλύσει τις αυταπάτες και θα παράξει περαιτέρω διαχωρισμούς εντός της «Τάξης».

#10

Η αναβίωση του εθνικισμού όταν όλα ανάγονται στο κράτος και στη διαχείριση του ως ενότητα των αστικών υποκειμένων είναι αναπόφευκτη αλλά δε φαίνεται και να προβληματίζει κανέναν από τους «αριστερούς» υπερασπιστές της μιας ή της άλλης πλευράς. Ίσως γιατί νιώθουν άνετα μέσα σε όλο αυτό, ακόμα και αν φοβούνται να το παραδεχτούν. Η επίκληση στο «λαό» και στο ιστορικό παρελθόν γίνεται και από τις δύο πλευρές, η ελληνική σημαία αποτελεί το κυρίαρχο σύμβολο. Είναι προφανές ότι τα υποκείμενα βρίσκουν και νοηματοδοτούν τον εαυτό τους από κοινού στη σημαία, αν και με διαφορετικό τρόπο. Και οι δύο όμως επικαλούνται και βασίζονται σε μια πολιτική/διαταξική ενότητα. Αυτή η ενότητα δεν μπορεί de facto να είναι άλλη από την ενότητα του κράτους και αυτό σημαίνει ταυτόχρονα διαχωρισμός/αποκλεισμό όλων των άλλων υποκειμένων που δεν χωρούν στο κυρίαρχο τρόπο οργάνωσης της ολότητας αυτής: το ζήτημα είναι καθαρά εθνικό και αφορά τους έλληνες και το ελληνικό κράτος, δεν αφορά τους μετανάστες στα σύνορα του Έβρου. Και μάλιστα όχι απλά δεν τους αφορά αλλά αναπαράγει και τον διαχωρισμό από αυτούς: μια «εθνικά κυρίαρχη χωρά, εντός ή εκτός νομισματικής ένωσης ή και ευρωζώνης συνεπάγεται και περιφρούρηση των συνόρων για έλεγχο των μεταναστευτικών ροών. Το ελληνικό κράτος, όπως και κάθε κράτος θα είναι το κράτος των πολιτών του-όχι όλων των «ανθρώπων».

#11

Η ελληνική κρίση και η διαπραγμάτευση πυροδότησαν κακές -κατά τη γνώμη μας- αναγνώσεις της έννοιας του χρέους. Σωστά το χρέος διαβάζεται ως μια βίαιη τεχνολογία εξουσίας, που συγκροτεί και κατασκευάζει τον «χρεωμένο άνθρωπο» που τον κάνει πιο παραγωγικό, πειθαρχημένο ατομικό κτλ. Λανθασμένα όμως η συζήτηση επικεντρώθηκε στην πάση θυσία αποτίναξη και διαγραφή του χρέους και όχι στη μορφή αυτής της διαδικασίας (της «αποχρέωσης»). Αυτές οι αναγνώσεις, κατά βάση vulgus φουκωϊκές  ξεχνούν μια βασική -σωστή κατά τη γνώμη μας- διατύπωση του ίδιου: «η βία, η απαγόρευση, η άρνηση δεν είναι ουσιαστικές μορφές της εξουσίας αλλά τα όρια της, οι τραχιές και ακραίες μορφές της». Η βία είναι το ακραίο μέσο/μορφή αλλά και το αποτέλεσμα της αντίστασης στην εξουσία, όταν κάθε άλλη στρατηγική έχει αποτύχει, όταν το υποκείμενο της εξουσίας τείνει να ξεφύγει από την εξουσία, από την ίδια την υποκειμενοποίηση του. Αυτό σημαίνει ότι η βία (και το χρέος) δεν ήρθαν ουρανοκατέβατα από την εξουσία αλλά σε πρώτο βαθμό ήταν θετικά παράγωγα της ταξικής πάλης. Έδειχναν ότι «κάτι δεν πήγε καλά» η ελλάδα δεν ήταν αρκετά παραγωγική. Η παραγωγικότητα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά αμιγώς κοινωνική κατασκευή. Η ύπαρξη χρέους σημαίνει αρχικά ότι η συσσώρευση δεν είχε την προβλεπόμενη θετική πορεία, άρα η ταξική πάλη ακόμα και διαμεσολαβημένη σε κρατικά συνδικάτα κάτι έκανε σωστό. Το χρέος είναι η ακραία καπιταλιστική πρακτική καταστολής, αφού όμως έχει προκύψει πρώτα ως πρόβλημα  για το κεφάλαιο. Η ύπαρξη χρέους ήταν θετικός και όχι αρνητικός δείκτης της ταξικής πάλης, Η ειδοποιός διαφορά έγκειται στο ότι η αποτίναξη του χρέους ως εξουσιαστικής τεχνολογίας έπρεπε (και έγιναν τέτοιες προσπάθειες) να γίνει ως άρνηση της κοινωνικοποίησης του (δεν πληρώνουμε από τα «κάτω»). Αυτό θα σήμαινε και άμεση αύξηση του κρατικού χρέους και σύγκρουση με το κράτος. Αντίθετα η ρητορική περί αποτίναξης του χρέους, χωρίς καμία κριτική στη μορφή αυτής διαδικασίας, ανέθεσε (μετά από συνεχείς ήττες) αυτή την αποστολή στο κράτος του ΣΥΡΙΖΑ. Με αυτό το τρόπο ως προς το κοινό αίτημα διαγραφής του χρέους μέσω του κράτους, έθεσε άπαντες και ως υποκείμενα του, παρήγαγε εθνικισμό, εθνική ενότητα και αδιέξοδα, τα οποία τώρα φτάνουν στο όριο τους.

#12

Από την πλευρά της ταξικής πάλης που υποτίθεται την υπερασπίζεται η αριστερά, τη θέση του κεφαλαιοκράτη Κ  στη σχέση Κ-(Ερ.δ+Μ.Π)= Κεφ+Κ'(κέρδος) μπορεί να την κατέχουν πάνω από δύο πρόσωπα, ο δρων κεφαλαιοκράτης αλλά και ο πιστωτής( Κδ και Κπ αντίστοιχα) που δίνει το αρχικό κεφάλαιο. Ενώ εδώ όντως μπορεί να εμφανίζονται ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων για το «μοίρασμα»  της υπεραξίας μεταξύ δρώντα κεφαλαιοκράτη και πιστωτή κεφαλαιοκράτη, είναι εμφανές ότι από «προλεταριακή σκοπιά» η εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης είναι η ίδια, κυρίως άμα πρέπει να ανταποκριθεί στα ίδια πρότυπα κερδοφορίας. Οι πολιτικές δυνάμεις που ασχολούνται με το ζήτημα των «δανειστών» συζητούν ζητήματα του κεφαλαίου και όχι της εργατικής τάξης.

#13

Σε επίπεδο λόγου και πρακτικής, κάθε πράξη και κάθε σημαίνον αποκτά ένα συμπαγές νόημα μέσα σε ένα ευρύτερο λειτουργικό ιστορικό πλαίσιο λόγου και πρακτικών στο οποίο εγγράφεται. Αυτό το ευρύτερο πλαίσιο συνήθως είναι μια «πόλωση» που απαιτεί έναν «εξωτερικό εχθρό» για να συγκροτηθεί (και ταυτόχρονα τον συγκροτεί). Το αντικείμενο που διεκδικούν και προσπαθούν να συγκροτήσουν αμφότερες οι πλευρές είναι συνήθως αφηρημένες προνομιακές έννοιες όπως η «ανάπτυξη», ο «ευρωπαϊσμός», ο «ελληνισμός» κτλ. Ο λόγος και η πρακτική δεν έχουν μια υποκειμενική αυτόνομη νοηματοδότηση όπως νομίζουν οι φιλελεύθεροι υπερασπιστές του «ατόμου» ως αυτόνομου και αυτοσυγκροτούμενου υποκειμένου, αλλά αποκτούν νόημα ιστορικά μόνο εντός του ευρύτερου πλαισίου λόγου και πρακτικών στο οποίο εγγράφονται και το οποίο τελικά αναπαράγουν. Το πλαίσιο αυτό, έχει μια συγκεκριμένη ιστορική μορφή και, άσχετα με τις  μικροδιαφοροποιήσεις των επιμέρους λόγων που εγγράφονται σε αυτό, έχει ένα εννιαίο χαρακτήρα και εκφράζει σε τελική ανάλυση κοινές πρακτικές με κοινό ιστορικό αποτέλεσμα. Έτσι, ο δημόσιος λόγος όπως πολώνεται αυτή στιγμή (και έχει συγκεκριμένες πρακτικές προεκτάσεις και νοηματοδοτήσεις) χωρίζεται πρακτικά σε δύο μορφές εθνικής ενότητας, που η κάθε μία εκπροσωπεί μια ελαφρώς διαφορετική οργάνωση της αστικής κοινωνίας. Πλέον εγγράφει τη ΧΑ, την ΑΝΤΑΡΣΎΑ, τον ΣΥΡΙΖΑ  και τους ΑΝΕΛ στην μια πλευρά και την ΝΔ, το Δίκτυο 21 και το Ποτάμι στην άλλη. Αυτοί είναι οι βασικοί πολιτικοί φορείς των δύο πλευρών. Μόνο και μόνο αυτή η σύμπλευση θα έπρεπε να δημιουργεί προβληματισμούς στους υπερασπιστές του «ΟΧΙ», ότι εγγράφονται (και εκφράζουν) στο ίδιο πατριωτικό πλαίσιο λόγων και πρακτικών και συντελούν στη αναπαραγωγή του και την ιστορική του διεκπεραίωση. Αντίθετα η όποια «προλεταριακή» πολιτική αν υπήρχε (αλλά θα έπρεπε να έχει και κοινωνικό φορέας ως υποκείμενο αυτό…) θα έπρεπε να αναμετρηθεί και με τις δύο λογικές και όχι να στριμώχνεται σαν κολαούζος στην αστική πολιτική και να προσπαθεί να ανατιμηθεί μέσα από τις ίδιες τις (κρατικές) διαμεσολαβήσεις της ταξικής κυριαρχίας. Όπως γράφαμε και σε άλλο κείμενο: «Ο ανταγωνισμός πλέον δεν γίνεται μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας σε επίπεδο υποκειμένων, αλλά αντίθετα αποκτά τη μορφή του «ποιο κομμάτι της τάξης -και του κεφαλαίου- θα αναπαραχθεί και ποιο θα χάσει σε αυτή τη κατάσταση και θα ενταχθεί στον «μόνιμο υπερπληθυσμό των αποκλεισμένων».

#14

Το να πούμε «αποχή» από το δημοψήφισμα δεν έχει νόημα, καθώς δεν αλλάζει κάτι: το ίδιο το δημοψήφισμα ως οριοθέτηση των επιλογών από το κράτος δεν έχει νόημα. Πέρα από την ιστορική πλέον «προλεταριακή»  επαναστατική πρακτική, υπάρχει και η κομμουνιστική πρακτική ως -εφήμερη οφείλουμε να παραδεχτούμε- άμεση κριτική της κοινωνίας της αξίας. Συντρόφισσες, όσες διαφορές και ας έχουμε, ας τις συντρίψουμε, ελάτε για μια ακόμα φορά στη μαγική μας μάζωξη, βάλτε τα μαύρα σας. Κάπου στο περιθώριο του έθνους, ας κάνουμε ιστορία .

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΜΑΣ ΛΕΝΕ – ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΑΠΑΝΤΑΜΕ.

ΣΥΡΙΖΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΥΡΙΖΟΠΟΙΗΣΗ

Ή ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΣΩ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Στις 25 Μάη 2015, στην κατάληψη κτήματος Πραποπούλου, οργανώσαμε μια δημόσια συζήτηση με τίτλο: “Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η σχέση της με τον προηγούμενο κύκλο αγώνων: σύγχρονες προοπτικές αντίστασης ενάντια στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση”. Αφετηρία αυτής της συζήτησης ήταν το γεγονός πως για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού μια κυβέρνηση απολαμβάνει την (εύθραστη) υποστήριξη ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, από [οργανωμένους] αναρχικούς έως [οργανωμένους] φασίστες[1]. Επιπλέον, σκοπός της συζήτησης ήταν να εισαχθεί το κράτος στον καμβά των εννοιών που χρειάζεται για να αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο τα προηγούμενα κινήματα της περιόδου 2008-2012 σταδιακά εξασθένησαν και υπό μια έννοια μεταμορφώθηκαν στη σημερινή συγκυβέρνηση μέσω των “μετατροπέων” του αντιφασισμού και αντιμνημονίου. Χωρίς να υποτιμούμε τη σπουδαιότητα του χρέους ως όργανο ανάλυσης της παρούσας κρίσης, προσπαθήσαμε να υπογραμμίσουμε ότι είναι σημαντικό να διακρίνουμε τον τρόπο με τον οποίο η αντίφαση ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία αναπαράγεται μέσα στα κινήματα. και, με αυτό τον τρόπο, να βοηθήσουμε στην ανάδυση του πολιτικού ως τρόπο κοινωνικοποίησης ξεχωριστό αλλά όχι ανεξάρτητο από την αξία, σχετιζόμενο αλλά όχι ταυτόσημο με αυτήν. Με άλλα λόγια, το κράτος παραμένει η πολιτική μορφή της καπιταλιστικής σχέσης, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να επιβάλλει τη δική του λογική ώστε να σταθεροποιήσει έναν κοινωνικό σχηματισμό σε κρίση. σε κάθε περίπτωση, η καπιταλιστική κοινωνική σχέση δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό.

 

Όσα ακολουθούν αποτελούν έναν προσωπικό απολογισμό και σχολιασμό με αφορμή αυτή τη συζήτηση.

 

Της συζήτησης, που διήρκησε 3,5 ώρες, προηγήθηκε ένα 35λεπτο βίντεο συνέντευξης του Αριστείδη Μπαλτά, σημερινού Υπουργού Παιδείας και επικεφαλή της επιτροπής που συνέταξε το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτή τη συνέντευξη, η οποία δόθηκε στα τέλη του 2012, ο Μπαλτάς περιγράφει ποιες ήταν οι πολιτικές δυνάμεις που έδωσαν ώθηση στον ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές των Μαη-Ιούνη του 2012, ποιο ήταν το προφίλ κι η εσωτερική δομή του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος που συνίστατο από μια δεκάδα περίπου ξεχωριστές οργανώσεις/κόμματα (τις λεγόμενες “συνιστώσες”) των οποίων ηγείται ο Συνασπισμός, μιλάει για τη σύγχρονη έννοια του σοσιαλισμού σε μία χώρα (sic) και σκιαγραφεί τον τρόπο με τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα μεταχειριζόταν τα κοινωνικά κινήματα κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού του σε σοσιαλιστική κυβέρνηση[2].

 

Κάνοντας την εισαγωγή στη συζήτηση, προτείναμε πως τα λεγόμενα του Μπαλτά πρέπει να παίρνονται στα σοβαρά, με την έννοια πως μετά τις εκλογές του Γενάρη 2015, μετά από 5 συνεχόμενα χρόνια λιτότητας και κρίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρούσε πως η εφαρμογή ενός τύπου μεταβατικού προγράμματος και η συμφωνία με τους “θεσμούς” (ΕΚΤ, ΕΕ, ΔΝΤ) ήταν και τα δύο πιθανά. τουλάχιστον ως ηγέτες μια σοσιαλιστικής κυβέρνησης. Από την αρχή όμως, το ζήτημα της διαχείρισης της λεγόμενης “ανθρωπιστικής κρίσης” κι η υιοθέτηση σοσιαλιστικών μέτρων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ζήτημα της σύγχρονης περιφεριοποίησης του κεφαλαίου, δηλαδή της επιλογής του ποιο καπιταλιστικό μπλοκ αποδεικνύεται καταλληλότερο γι’αυτή τη δουλειά και το κατά πόσον η έξοδος από το ευρώ προωθεί αυτό το πλάνο. Ακόμα και στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ έχουν υπάρξει βαθιές διαφωνίες σχετικά με αυτή την προοπτική, η οποία τώρα (ξεκινώντας από τον Ιούνη του 2015) έρχεται βιαστικά στο προσκήνιο. Η μετατόπιση των αντιφάσεων στο πολιτικό επίπεδο, η συνέχιση και ανάδυση του διλλήματος “εντός ή εκτός της ΕΕ” δεν έχει παράξει μαζικές πολώσεις σε επίπεδο δρόμου ακόμα, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: κάθε πιθανή δημόσια διαδήλωση υπέρ της ΕΕ θα έχει να αντιμετωπίσει την ισχυρή αντιπαράθεση των “ειδικών του δρόμου”, την υπέρ της Ρωσίας ακροαριστέρα και τους “μεταμοντέρνους” αναρχικούς. Τώρα που έχει γίνει ξεκάθαρο στον καθένα πως το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να εκπληρώσει τις βασικές λειτουργίες του χωρίς εξωτερική χρηματική βοήθεια, παραμένει ζωτικής σημασίας να βρεθεί τι είδους κοινωνικές συμμαχίες θα παραχθούν καθώς οι ελάχιστες κι απομονωμένες απεργίες του Μάη δεν φαίνονται ικανές να δράσουν ως κοινωνικοί καταλύτες προς καμία κατεύθυνση. Αυτός είναι ο λόγος που, μετά την εισήγηση, θέσαμε ρητά το ερώτημα του ποιες θα μπορούσαν να είναι οι πιθανές κοινωνικές αντιδράσεις ενάντια στην υπογραφή ενός νέου (τρίτου) μνημονίου, και τι μορφές θα μπορούσαν να πάρουν. Μένει να φανεί αν η διαδικασία της αποεθνικοποίησης συγκεκριμένων κομματιών του ελληνικού κρατικού μηχανισμού μπορούν να αντιστραφούν υπέρ ενός πίσω-στην-εθνική-μας-κυριαρχία προγράμματος. μια διαδικασία η οποία, κατά την άποψή μας, χρειάζεται πολλά περισσότερα από την “αθώα” διέγερση του εθνικού αισθήματος.

 

Η απάντηση στη τελευταία ερώτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πως αντιλαμβάνεται κανείς τη σχέση ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τον προηγούμενο κύκλο αγώνων: τα κινήματα δεν παράγουν τον εαυτό τους από το μηδέν. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, έγινε ξεκάθαρο πως μερικές σοβαρές διαφωνίες υπήρξαν, όχι μόνο επειδή κάποιοι σύντροφοι δεν θεωρούν τον ΣΥΡΙΖΑ να είναι κάποιου είδους σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, παλιού ή νέου τύπου, αλλά αυστηρώς νεοφιλελεύθερο[3], αλλά ακόμα επειδή προσπαθούν να προσεγγίσουν την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στη κρατική εξουσία μέσω του διπόλου του ΣΥΡΙΖΑ ως την “νίκη/ήττα των κινημάτων”. Για εμάς, είναι αρκετά παραπλανητική η χρήση τέτοιων αντιλήψεων, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ ως τέτοιος δεν είχε σοβαρές σχέσεις με τα κινήματα της περιόδου 2008-2012 εκτός από το κίνημα των πλατειών και μόνο ύστερα από τις εκλογές του 2012 προσπάθησε να μεσολαβήσει τα συμφέροντα μεγάλων κομματιών του δημόσιου τομέα. οι εργάτες στον ιδιωτικό τομέα έχουν αφεθεί στην μοίρα τους εδώ και πάρα πολλα χρόνια[4].

 

Παρόλο που σχεδόν τέσσερα χρόνια δεν είναι καθόλου αμελητέο χρονικό διάστημα, το κύριο μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στους αγανακτισμένους, την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος και τον πολλαπλασιασμό των τοπικών συνελεύσεων στα προάστια της Αθήνας. έτσι οι παρευρισκόμενοι εμμέσως παραδέχτηκαν πως αυτή είναι η πιο πιθανή προοπτική μιας μελλοντικής επανεμφάνισης των κινημάτων. Πολλοί σύντροφοι μίλησαν ξανά για το Σύνταγμα, τον τρόπο με τον οποίο συμμετείχαν σε αυτό και για αρκετή ώρα έγινε μια αναβίωση της δημόσιας διαμάχης σχετικά με το κατά πόσον οι επαναστάτες θα πρέπει παρεμβαίνουν ή όχι σε τέτοιες περιπτώσεις. Ορισμένοι επεσήμαναν πως εμείς, ως ο “κομμουνιστικός χώρος”, δεν έχουμε πραγματικά συζητήσει για τους λόγους που το κίνημα των πλατειών ηττήθηκε και έκαναν μια σύγκριση ανάμεσα στον τρόπο που οι Μπολσεβίκοι σφετερίστηκαν το κίνημα των σοβιέτ και τον τρόπο που μέλη του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησαν να παρουσιαστούν ως η πραγματική έκφραση του κινήματος των πλατειών. Η συζήτηση στάθηκε για κάποια ώρα στον τρόπο που ο ΣΥΡΙΖΑ ως καπιταλιστικό κόμμα χρειάζεται να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανάγκες του κεφαλαίου και τις ανάγκες της εργατικής τάξης. και υπό μία έννοια είναι παγιδευμένος σε αυτή την κατάσταση. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το μόνο κόμμα που στάθηκε, λεκτικά τις περισσότερες φορές, υπέρ σχεδόν όλων των κοινωνικών αγώνων. Από εδώ, ίσως, προκύπτει η ανάγκη να εξηγηθεί ποια είναι τα σύγχρονα θεμέλια του κράτους ως μηχανισμού που επιβάλλει την ισορροπία στο πλαίσιο μιας κρίσης, η οποία πρώτα εμφανίστηκε απαραίτητα ως οικονομική, αλλά μετά απέκτησε μια σημαντική πολιτική διάσταση. Για περισσότερους από τέσσερις μήνες, ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί το προπαγανδιστικό χαρτί της “σκληρής διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς” ως το απαραίτητο ενωτικό στοιχείο, εκπέμποντας ταυτόχρονα ένα ισχυρό κύμα εθνικής ενότητας. Επιπλέον, στην ίδια γραμμή σκέψης, ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε έχει αυξήσει τα μέλη του τα τελευταία τρία χρόνια ούτε σταθεροποίησε τον κομματικό μηχανισμό του μετά την ενσωμάτωση πολλών τοπικών κλάδων του ακρωτηριασμένου ΠΑΣΟΚ τόσο στις γειτονιές όσο και στον δημόσιο τομέα. όπου, ας το τονίσουμε, ο ΣΥΡΙΖΑ προσφέρει την υπόσχεση ενός συγκεκριμένου κοινοβουλευτικού τρόπου αντιμετώπισης των εργασιακών ζητημάτων[5].

 

Κλείνοντας, κάναμε κάποιες παρατηρήσεις που δεν αφορούν μόνο στη συγκεκριμένη συζήτηση, αλλά που προσπαθούν να γενικεύσουν κατά την αντιμετώπιση της τωρινής συγκυρίας:

  • Ο τρόπος που ο ραδιοφωνικός σταθμός του ΣΥΡΙΖΑ “Στο κόκκινο” προσπάθησε να στρέψει τις μόνιμες καθαρίστριες του Υπουργείου Οικονομικών ενάντια στις προσωρινές[6], οι οποίες έχουν προσληφθεί μέσω υπεργολαβίας, μαζί με την πρόταση για πρόσληψη άνεργων εργατών οι οποίοι έχοντας κάμερες θα καταγράφουν τη φοροδιαφυγή και άλλες παράνομες συναλλαγές σε εστιατόρια, αποκαλύπτουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ διαπρέπει στις εφαρμοσμένες νεοφιλελεύθερες τακτικές.
  • Στις αρχές του Φλεβάρη 2012 έλαβε χώρα μια διαδήλωση οργανωμένη από αναρχικούς ενάντια στο επιβαλλόμενο κράτος έκτακτης ανάγκης και τουλάχιστον 3.000 άτομα συμμετείχαν. Αμέσως μετά τις εκλογές στις 25 Γενάρη 2015, και φυσικά μέχρι και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, έχει πραγματοποιηθεί μια αναρχική αντικρατική διαδήλωση στην Αθήνα μόλις 200 ανθρώπων, στη διοργάνωση της οποίας σχεδόν καμία οργανωμένη ομάδα δεν είχε συμμετάσχει, η κάθε μία για τους δικούς της λόγους.
  • Στις θεωρητικές καταβολές του εργατισμού και της γαλλικής υπεραριστεράς, πίσω στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, και ίσως πέρα από πολύ λίγες εξαιρέσεις, δεν μπορούμε να βρούμε κανένα ίχνος μιας ειδικής θεωρίας του κράτους. Πιθανόν, αυτό καταδεικνύει την ανεπάρκεια των θεωρητικών μας εργαλείων που θα μπορούσαν να βοηθήσουν να καταπιαστούμε με το κίνημα των πλατειών και την αραβική άνοιξη. Μόνο ο Νέγκρι προσπάθησε να ιστορικοποιήσει και περιοδολογήσει όχι μόνο το εργατικό υποκείμενο, αλλά και την ίδια τη μορφή κράτος.
  • Σε αντίθεση με όσα συνέβησαν στην πλατεία Ταχρίρ, στο πάρκο Γκεζί, ακόμα και στο Μαϊντάν, καμία γυναικεία ομάδα δε σχηματίστηκε κατά τη διάρκεια της κατάληψης της πλατείας Συντάγματος. για να μη μιλήσουμε για την παρουσία μεταναστών.
  • Η κεντρικότητα του εργατικού υποκειμένου σαφώς αμφισβητήθηκε κατά τη διάρκεια του κινήματος των πλατειών. και, γενικότερα, σχεδόν σε όλες τις διαδηλώσεις στις μεγάλες ελληνικές πόλεις, και πέρα από αυτές. Η συνύπαρξη και η παράλληλη παρουσία διαφορετικών κοινωνικών ομάδων στον ίδιο ιστορικό χώρο, όταν δεν είναι ανοιχτά αντιθετική, είναι ένας ισχυρός δείκτης της διαρκής χρησιμότητας του θεωρητικού σχήματος του “μη υποκειμένου”, επεξεργασμένη από τον Woland και τους Blaumachen η οποία φυσικά δεν κατόρθωσε να παράσχει μια ανάλυση του κράτους ως κεντρομόλου παράγοντα. και, γενικότερα, να αντιμετωπίσει σοβαρά την πραγματικότητα της διαστρωμάτωσης των κινημάτων των πλατειών[7]. Κάθε προσπάθεια δυσφήμισής του θεωρητικού σχήματος λόγω της αποστασίας του Woland είναι άχρηση και μόνο για εσωτερική κατανάλωση.
  • Η πολιτική θέση, που προωθείται από κάπους συντρόφους εδώ[8], σύμφωνα με την οποία μόνο οι αγώνες της ντόπιας εργατικής τάξης μπορούν να τραβήξουν προς τα πάνω την υπόλοιπη τάξη είναι υπόλειμμα των παλιών εποχών κατά τις οποίες η (ντόπια) εργατική ταυτότητα ακόμα αναγνωριζόταν από το κράτος. για να μην αναφερθούμε ότι ξεκάθαρα υποτιμά το πραγματικό διακύβευμα της επανεισαγωγής της σύγκρουσης εντός του ενδεχόμενου μελλοντικού κινήματος των πλατειών. Πέρα από αυτό το σημείο, θα μπορούσε ένα κίνημα πλατειών που γρήγορα θα διαδιδόταν σε πολλές πόλεις και θα ενέπλεκε πολλούς προλετάριους -ανεξαρτήτως χώρας καταγωγής, φύλου και φυλης- να μοιάζει με το πρόσφατο κίνημα; Δεν θα γινόταν η αυτοεπιβεβαίωση της (ντόπιας) εργατικής τάξης πραγματικό εμπόδιο για τον ίδιο τον αγώνα;

 

Παρακάτω, με μερικές κυρίως στυλιστικές διορθώσεις, παρατίθεται ένα εσωτερικό κείμενο, το οποίο γράφτηκε μερικούς μήνες νωρίτερα και το οποίο είναι κάπως επηρεασμένο από τη γενίκευση των φιλοΣΥΡΙΖΑ αισθημάτων μετά τις εκλογές. Σε αυτό, ο αναγνώστης μπορεί να βρει μερικά ακόμα στοιχεία αναφορικά με τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τους αγώνες των προηγούμενων ετών, καθώς και την επεξεργασία της θέσης πως, παρόλες τις συνέπειες, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με την πλειοψηφία των μελών του τελικά θα καταλήξει σε συμφωνία με τους ξένους δανειστές της χώρας. κι αυτό έχει να κάνει με τη θέση της Ελλάδας εντός του ευρωπαϊκου καταμερισμού της εργασίας όσον αφορά τη διαχείριση των προλεταριακών μεταναστευτικών ροών. Αν, αντιθέτως, δεν φτάσει σε συμφωνία κι η Ελλάδα αναγκαστεί να φύγει από την Ευρωζώνη (πιθανόν και από την ΕΕ) αυτός ο παράγοντας -ο οποίος συχνά παραβλέπεται προς όφελος μιας περισσότερο διανοουμενίστικης και με κύρος θεωρητικής ανάλυσης- θα καταδείξει ρητά το βάρος της επιρροής του στις τωρινές και μελλοντικές συνθήκες καπιταλιστικής συσσώρευσης, μαύρης ή λευκής. και, πάνω απ’όλα, στη μορφή-κράτος.

 

Αθήνα, 7/6/2015

Α.

 

 

 

***

 

JE NE SUIS PAS SYRIZA

 

Μετά τις διαδηλώσεις στην Αθήνα και σε μερικές άλλες ελληνικές πόλεις στις 15 Φλεβάρη 2015, οι οποίες που δεν απεύθυναν κανένα αίτημα προς τη νεοεκλεχθείσα κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ -όντας η πλήρης ιστορική αντιστροφή της εξέγερσης του Δεκέμβρη 2008 η οποία επίσης δεν είχε κανένα αίτημα αλλά άσκησε κριτική στα πάντα- είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε τον τρόπο που ο ΣΥΡΙΖΑ βρήκε τον δρόμο προς την κοινοβουλευτική πολυτέλεια μέσω των κινημάτων της προηγούμενης περιόδου και προσποιήθηκε πως είναι δυνατό να “φέρει τον αέρα της επανάστασης” στον σύγχρονο καπιταλιστικό κρατικό μηχανισμό σε κρίση. Από αυτή την άποψη, η ανάλυση, κατά το δυνατόν βαθύτερη, της διαλεκτικής της κρατικοποίησης των κινημάτων αυτών, τουλάχιστον ως έναν βαθμό, θα ήταν περισσότερο αποσαγηνευτική για τις προσδοκίες που οφείλουν να συνοδεύουν την “ελπίδα που έρχεται”.

 

Με πιο σοφιστικέ ορολογία, επιτρέπεται να αποκαλέσεις όσα ακολουθούν ως μια πρώτη απόπειρα παραγωγικής εννοιολογικής διαμεσολάβησης για ένα πιθανό ανταγωνιστικό κίνημα απέναντι στο νέο καθεστώς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είσαι φιλο-σύριζα ακαδημαϊκός. Σε αυτή την περίπτωση, έχε το νου σου: οι λίστες προγραφών μας είναι είναι πιστό αντίγραφο του κατά Σύλλα πρωτοτύπου…

 

Σε μερικούς συντρόφους εδώ στην Αθήνα, πολλά από τα επιχειρήματα που εκφράζονται εδώ μπορεί να ακουστούν περισσότερο από οικεία. Αυτό δεν αποτελεί σύμπτωση, αλλά ρητή τακτική συγγραφής ενός πολεμικού κειμένου συνθέτοντας κρίσιμες παρατηρήσεις και ακριβείς συλλήψεις από διαφορετικές τρέχουσες συζητήσεις οι οποίες δεν λαμβάνουν χώρα απαραίτητα στα ίδια δωμάτια και περιοδικά ή στις ίδιες mailing-lists. είναι σαν πολλά νήματα να εισέρχονται στον ίδιο αργαλειό. H aτομική υπογραφή δε σημαίνει θόλωση των ορίων του “ποιος λέει τι” και οπωσδήποτε δεν αναιρεί τον αδιαμφισβήτητο συλλογικό χαρακτήρα των θέσεων που ακολουθούν.

 

 

 

“Το ελληνικό κράτος έχει συνέχεια, η αυτοτροφοδοτούμενη κρίση των τελευταίων χρόνων όχι.”

Ο Υπουργός Οικονομικών, Γιάννης Βαρουφάκης, στην ομιλία του

κατά τη τελετή ορκωμοσίας, 28 Γενάρη 2015

 

 

 

Η κίνηση του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, η οποία απλά δεν μπορεί να ελεγχθεί από το κράτος, είναι πάντα πέρα από τις πολιτικές του έθνους-κράτους. πιο συγκεκριμένα, η αύξηση της κρατικής ρύθμισης είναι ακριβώς συνέπεια της παγκόσμιας γενίκευσης της σχέσης κεφάλαιο και της λειτουργίας του νόμου της αξίας σε παγκόσμια κλίμακα η οποία συνδεεται με αυτή τη γενίκευση. Η διείσδυση του κράτους στο ευρύτερο πλαίσιο της κοινωνικής αναπαραγωγής και η πλήρης επιβεβαίωση της σχέσης κεφάλαιο σχηματίζουν μια ενότητα. Η “κρατικοποίηση” αποτελεί ακριβώς το όχημα μέσω του οποίου το κεφάλαιο διατηρεί τον εαυτό του και μέσω του οποίου συγκεκριμενοποιούνται κοινωνικά τα αποτελέσματα του γενικού πλαισίου της αξίας. Γι’αυτό το κράτος εμφανίζεται… ιδεατά ως η στιγμή υπό τους όρους της οποίας -στο πλαίσιο της κοινωνικής διαδικασίας αναδιάρθρωσης και τροφοδοτούμενη από τον ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά- ο νόμος της αξίας πραγματοποιείται στο εσωτερικό: μέσω της απαξίωσης κεφαλαίου έπειτα από κρατικές ρυθμίσεις, δομικές προσαρμογές, διορθώσεις του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας κλπ. Είναι αδιαμφισβήτητο πως με αυτή τη διαδικασία, η επιβολή του νόμου της αξίας τροποποιείται “πολιτικά” με συγκεκριμένο τρόπο. Μόνο μια “καθαρή” λειτουργία του νόμου της αξίας δεν μπορεί να υπάρξει και ποτέ δεν έχει υπάρξει. παντα τροποποιείται μέσω πολιτικών δομών και σχέσεων εξουσίας. Η θέση σχετικά με την αναστολή του νόμου της αξίας μέσω της παρέμβασης του κράτους παραβλέπει το γεγονός πως το κράτος, στην ίδια τη μορφή του, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού πλαισίου αναπαραγωγής της εργασίας. οι καπιταλιστικοί νόμοι -με μια ειδικά μεσολαβημένη περιβολή- ενεργοποιούνται κατευθείαν μέσω του κράτους και υπο τους όρους της δραστηρίοτητάς του.

Joachim Hirsch, Der Sicherheitsstaat: Das “Modell Deutschland”,

seine Krise und die neuen soziale Bewegungen

 

 

1.

 

Οπωσδήποτε χρειάζεται να δίνουμε προσοχή στις βεντέτες του θεάματος: όχι μόνο για να γελάμε με τη γελοιοτητά τους ως λακέδες των αφεντικών, αλλά και επειδή με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αναπαριστούν τις σύγχρονες αντιφάσεις σε συμπαγή σωματική μορφή. Με μια φράση, στην τελική παρατήρηση της πρώτης ομιλίας του μόλις τρεις μέρες μετά τις εκλογές, ο έλληνας υπουργός παραδέχεται πως παρόλη τη κρίση, κάποια πράγματα πρέπει να παραμείνουν συνεχή. Αλλά πώς μπορεί να συμβεί αυτό; Δεν ήταν ο ελληνικός καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός και το κράτος που του αντιστοιχεί γεμάτα αντιφάσεις όλα αυτά τα χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της υποχώρησης των κινημάτων τα τελευταία χρόνια; Πώς μπορεί το καπιταλιστικό κράτος, παρόλη την κρίση του τόσο ως καπιταλιστικό όσο και ως κράτος, να ισχυριστεί πως έχει παραμείνει συνεχές, δηλαδή: ανέπαφο; Θα έπρεπε να αποφύγουμε να εκλάβουμε αυτή τη δήλωση ως αφέλεια ενός νεοδιορισμένου φιλόδοξου ανδρείκελου, και θα έπρεπε χωρίς χωρίς συμβιβασμούς να το αποκαλέσουμε με το πραγματικό του όνομα: καθησυχασμό όλων των μερών, τα οποία εμπλέκονται στην απόσπαση υπεραξίας σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή του πλανήτη, πως η νέα κυβέρνηση θα ακολουθήσει τα βήματα των προδρόμων της όσον αφορά την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης κεφάλαιο και τη σταθερότητα του κοινωνικού σχηματισμού. Όσοι συγκαλύπτουν αυτή τη στάση κάτω από τα συνθήματα περί “επιστροφής της ελπίδας”, “σεβασμού της αξιοπρέπειας του λαού”, “ανάγκης για ανάσα” κλπ είναι απλά υποκριτές.

 

2.

 

Αμέσως μετά τις ταραχές τον Δεκέμβρη του 2008, πολλοί εικονοποίησαν το κράτος ως συμμορία μπάτσων. Αυτό αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι (κυρίως νέοι) προλετάριοι που βγήκαν στον δρόμο αντιλήφθηκαν εμπειρικά το ποιοτικό άλμα της καταστολής που επιβλήθηκε εξαιτίας του εύρους της πολυεθνικής κοινωνικής έκρηξης. Αλλά το κράτος δεν μπορεί, και δεν πρέπει, να εξισώνεται με την καταστολή όσο εξελιγμένη ή υποστηριζόμενη από λεπτολόγους δικαστές κι αν είναι: δε ζούμε στη δεκαετία του ’20. Η έλευση της αστυνομίας ως απαραίτητης λειτουργίας του κράτους και η μελλοντική ανάπτυξή της ως θεμελιώδη διαμεσολάβηση σχεδόν κάθε κοινωνικής αντιπαράθεσης -ένα αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό του κράτους ασφαλείας της τρέχουσας περιόδου- προκειμένου να γίνει πλήρως αντιληπτές, απαιτούν την ακριβή γνώση των μεσολαβήσεων που το κράτος ανέπτυξε με την πάροδο του χρόνου, γιατί αυτές εξασθένησαν και γιατί ήταν απαραίτητο να αντικατασταθούν από την αστυνομία. Ποια ήταν τα μειονεκτήματα κι οι ατέλειες των υπαρκτών πολιτικών κομμάτων, των συνδικάτων, του σχολικού θεσμικού πλαισίου, των μεταναστευτικών πολιτικών, της διαχείρισης σε επίπεδο δήμου κλπ; Γιατί όλα αυτά δεν έδρασαν αρκετά προληπτικά ώστε να αποτρέψουν μια τέτοιου είδους ανταρσία; Γιατί το ελληνικό κράτος απέδειξε ότι είναι πολύ κάτω από το επίπεδο αποτροπής που απαιτεί ο σύγχρονος καπιταλισμός; Αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα -που θα βαρύνουν στις μελλοντικές πολιτικές στρατηγικές αναδιάρθρωσης της σχέσης κεφάλαιο και του κράτους της εν μέσω του ξεσπάσματος της κρίσης τα επόμενα χρόνια- δε σπαζοκεφάλιασαν μόνο τους κρατικούς υπαλλήλους εκείνης της περιόδου. αλλά επιπλέον βρίσκονται στις ρίζες της στρατηγικής αναγέννησης αυτού του κομματιού της “αριστεράς της ευθύνης” που μερικοί αφελείς(;) πολιτικάντηδες ακόμα λανθασμένα θεωρούν πως είναι “το μόνο κόμμα που δεν καταδίκασε τις ταραχές” -όταν συγκεκριμένα παραδείγματα όχι μόνο της απουσίας τους αλλά επίσης της επιθετικότητάς τους προς την επέκταση των ίδιων των ταραχών παραβλέπονται- δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ.

 

3.

 

Αδιαμφισβήτητα, παρόλα αυτά, κάποια μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως νεολαίοι, ήταν παρόντες στους δρόμους εκείνες τις ημέρες και σχημάτισαν ένα περιθωριακό αλλά μη αμελητέο, κρίνοντας αναδρομικά, κομμάτι της γενικής συνάντησης που παράχθηκε εκείνες τις ημέρες ανάμεσα σε τμήματα του πολυεθνικού προλεταριάτου. Αυτοί οι φιλόδοξοι καινούριοι πολιτικοί στοχάστηκαν σοβαρά πάνω στην εξέγερση του Δεκέμβρη και σκέφτηκαν πως επικεντρώνοντας τις προσπάθειές τους στην αναδιοργάνωση του κόμματός-ως-κίνημα, ήταν ένα στοίχημα που άξιζε να παρθεί. Αλλά παρόλο που αυτό οδήγησε σε μια κάπως σημαντική αλλαγή του κομματικού μηχανισμού, ήταν τελείως ανεπαρκές όσον αφορά την πιθανή αύξηση των εκλογικών ποσοστών: το μόνο πράγμα που έχει σημασία για κάθε αριστερό κόμμα άξιου του ονόματός του. Η πρώτη συμμετοχή του Τσίπρα στις εκλογές του 2009 ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ -θεαματική κορύφωση της προηγούμενης διαδικασίας και ξεκάθαρος δείκτης της επιρροής των στελεχών που είναι υπεύθυνα για τη στρατητική του κόμματος- δεν έφερε τα προβλεπόμενα αποτελέσματα: η νεολαία δεν μπορούσε να ψηφίσει μαζικά το κόμμα, τουλάχιστον εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο. Ο μέχρι και σήμερα “αέρας νεανικής αναζωογόνησης” του ΣΥΡΙΖΑ είναι απομεινάρι αυτών των εκλογικών τακτικών που συντηρούνται από τους image makers του κόμματος-ως-μηχανισμός. Η πολιτική έμφαση στη “γενιά των 700 ευρώ” των ντόπιων προλετάριων -που, υποτίθεται, ήταν το κύριος φορέας της εξέγερσης του Δεκέμβρη- δεν μπορούσε να αντιστοιχηθεί θεσμικά, δεν μπορούσε να αναδιατυπωθεί με θεσμική ορολογία. Η εξέγερση του Δεκέμβρη δεν είχε αιτήματα: αυτό αποτελούσε σίγουρα ένα συμπέρασμα, όσο προσωρινό κι αν ήταν.

 

4.

 

Το κράτος, θεωρούμενο εδώ ως ο συλλογικός καπιταλιστής, κατάλαβε καλύτερα από τον καθένα πως η πραγματική απειλή της εξέγερσης δεν ήταν οι σπασμένες βιτρίνες των τραπεζών καθαυτές, αλλά η δυνατότητα της αμοιβαίας αναγνώρισης μιας κοινής μοίρας ανάμεσα στους ντόπιους και τους μετανάστες προλετάριους που κατέβηκαν στους δρόμους της Αθήνας. Αυτό δεν μπορούσε να αφεθεί να συμβεί, ειδικά υπό την προοπτική της συνεχούς αύξησης του υπερπληθυσμού. Η κοινωνική στρατηγική της αντι-εξέγερσης, που ξεκίνησε αμέσως μετά τις πρώτες πράξεις της εξέγερσης με τη μορφή αντισυγκεντρώσεων σε συγκεκριμένες ελληνικές πόλεις, υλοποιήθηκε παραδειγματικά στην περίπτωση του Αγίου Παντελεήμονα, μιας φτωχής γειτονιά στο κέντρο της Αθήνας, όπου μια πραγματική κατάσταση εξαίρεσης για τους μετανάστες προλετάριους ξεκίνησε να ξεδιπλώνεται από τις αρχές του 2009 και μετά. αποκαλύπτοντας σταδικά όλες τις δυνατές χρήσεις και πρακτικότητές της. Έτσι, κράτος και κοινωνία των πολιτών με την μορφή ρατσιστικών επιτροπών κατοίκων, εγκατέστησαν τη δική τους διαλεκτική, πολύ πριν το κίνημα των πλατειών, στην κατεύθυνση της εξάλειψης από τον δημόσιο χώρο ενός σημαντικού τμήματος του προλεταριάτου. Από εκείνο το σημείο και μετά, και υπό την απειλή κυρώσεων από την πλευρά του κράτους, αυτή η εξάλειψη επρόκειτο να γίνει ο μόνος άξονας γύρω από τον οποίο θα έπρεπε να περιστρέφονται οι ευϋπόλυπτες πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων και των αριστερών.

 

5.

 

Οποιαδήποτε αναφορά στη μορφή και το περιεχόμενο της κρατικής καταστολής αναπόφευκτα συνεπάγεται μια αντίληψη όχι μόνο για το ποιος είναι ο ρόλος του κράτους στην παρούσα συγκυρία, αλλά και για το από που μπορεί να εξαχθεί η αναγκαία ύπαρξή του σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Πριν την άνοιξη του 2010 και την επίσημη είσοδο του ελληνικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού στο μνημόνιο –κομμένου και ραμμένου από το ΔΝΤ, την ΕΚΤ, την ΕΕ και τους έλληνες καπιταλιστές– η στάση του κράτους προς τα κοινωνικά κινήματα εντασσόταν στην κατηγορία της μηδενικής ανοχής: το καλοκαίρι του 2008, η αστυνομία μπορούσε να σκοτώσει μια 43χρονη γυναίκα στην Κέρκυρα εν μέσω συμπλοκών με ντόπιους ενάντια στην προοπτική της κατασκευής χωματερής. το καλοκαίρι του 2009, η αστυνομία μπορούσε να επιτεθεί άγρια σε ντόπιους στο Γραμματικό Αττικής για τον ίδιο λόγο. Αυτά, πριν και μετά τη δολοφονία του Αλέξη. Για τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν αδύνατο να κεφαλαιοποιήσει αυτούς τους αγώνες πολιτικά, τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο όπως προσπάθησε με την εξέγερση του Δεκέμβρη. Όταν στις 7/7/2009, η αστυνομία επιτέθηκε στην αναρχική/αντιεξουσιαστική διαδήλωση που πορευόταν προς τον Άγιο Παντελεήμονα, με φασίστες να ρίχνουν μολότωφ πίσως από τις αστυνομικές γραμμές, κανένα μέλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν εκεί επειδή καμία παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ανεκτή.

 

6.

 

Αν και θεωρητικά χρήσιμη, η έννοια της μηδενικής ανοχής αντιμετωπίζεται τις περισσότερες φορές ως συνέπεια της κυριαρχίας του δόγματος της ασφάλειας και υποβάλλει την εντύπωση πως ο κρατικός μηχανισμός είναι πλήρως στρατιωτικοποιημένος κι επομένως αδιαπέραστος στην ταξική πάλη και τις κοινωνικές αντιθέσεις εν γένει. Μετά την υιοθέτηση του μνημονίου τον Μάη του 2010 και την άνοδο του κοινωνικού θερμομέτρου έκτοτε, ο ελληνικός καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η σχέση κεφάλαιο θα αναπαράγεται μέσω πολιτικής κρίσης.

 

7.

 

Υιοθετώντας μια πιο διαλεκτική προσέγγιση όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στο κράτος και τις μορφές της ταξικής πάλης, θα μπορούσε να ειπωθεί πως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού που επικράτησε να αποκαλείται “κράτος έκτακτης ανάγκης” είναι να ορίζει (και να ορίζεται από) τον υπερπληθυσμό. Διαχωρισμός, κατακερματισμός, στιγματισμός, ταξινόμηση, περιθωριοποίηση, αποκλεισμός, καταστολή αυτού που είναι κατάλληλο για καπιταλιστική χρήση και αυτού που δεν είναι, συνιστούν τις κύριες λειτουργίες του. Αυτά τα γνωρίσματα δεν πρέπει να θεωρούνται αφηρημένες ιδέες που ίπτανται στο κενό. εκφρασμένο με βαρύτερους θεωρητικούς όρους, το κράτος έκτακτης ανάγκης έχει μια απαραίτητη βιοπολιτική διάσταση υπό συνθήκες πραγματικής υπαγωγής όχι μόνο της εργασίας αλλά και ολόκληρου του κοινωνικού σχηματισμού υπό το κεφάλαιο.

 

8.

 

Στις 31 Μαρτίου 2009, 150 μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, με τον Τσίπρα στις γραμμές τους, καταλαμβάνουν για μια ώρα τα κεντρικά γραφεία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της μεγαλύτερης ελληνικής τράπεζας, στη Σταδίου και μετά αποχωρούν από τη σκηνή με πολύ περισσότερη έμπνευση και αυτοπεποίθηση. στις 14 Φλεβάρη του 2013, οι μπάτσοι χτυπάνε ανελέητα μέλη της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ που αποπειράθηκαν να καταλάβουν το γραφείο του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών το οποίο βρίσκεται μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω στον ίδιο δρόμο. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται στην προσπάθεια ανακατάληψης του κτιρίου της κατάληψης Σκαραμαγκά -που καταλήφθηκε άμεσα μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη- στο κέντρο της Αθήνας, τον Ιούλη του 2011 και τον Γενάρη του 2013 αντίστοιχα. Τι κείτεται ανάμεσα στις δύο αυτές στιγμές; Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια αντιφατική κίνηση που παράχθηκε ιστορικά χοντρικά τη διετία 2010-2012 η οποία όχι μόνο προκάλεσε την αυταρχική στροφή του κράτους, αλλά ταυτόχρονα αύξησε σταθερά την απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο προς την εργατική τάξη αλλά γενικότερα σε όσους “χτυπήθηκαν από το μνημόνιο”, ως το αυτοαποκαλούμενο κόμμα-κίνημα.

 

9.

 

Με το ρίσκο να υπεραπλουστευθεί ένα σύνθετο και απολύτως μη ομογενές κίνημα, είναι δυνατό να συγκεκριμενοποιηθεί αυτή η διαδικασία με έναν προτιμητέο τρόπο αν κάποιος επικεντρωθεί στον τρόπο με τον οποίο η κρατική καταστολή αντιμετώπισε τις καταλήψεις ως κεντρική μορφή αγώνα. Μιλώντας ποιοτικά, μια μεγάλη ποικιλία στόχων επιλέχθηκε από τα “αντιμνημονιακά” υποκείμενα των οποίων η ταξική σύνθεση ήταν τα πάντα εκτός από σταθερή, μολονότι με μια αδιαμφισβήτητη γεύση εργατικής και μεσαίας/μικροαστικής τάξης: στη Νέα Ευκαρπία κάτοικοι μαζί με τις δημοτικές αρχές καταλαμβάνει τον ΧΥΤΑ. η ΠΟΕ-ΟΤΑ, το συνδικάτο των δημοτικών υπαλλήλων, πραγματοποιεί διάφορες καταλήψεις δημαρχείων. η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, το συνδικάτο των εργατών της ΔΕΗ, καταλαμβάνει το Κέντρο Μηχανογράφησης στον Χολαργό. η πολιτική πρωτοβουλία «Δεν Πληρώνω» καταλαμβάνει τα δημόσια γραφεία της ΔΕΗ στην Καλλιθέα. το Υπουργείο Υγείας καταλαμβάνεται από τους ίδιους τους δημόσιους υπαλλήλους του. το Ταμείο Ασφαλίσεως Μηχανικών καταλαμβάνεται από τους ίδιους τους εργαζομένους σε αυτό. συμβασιούχοι εργάτες του δήμου καταλαμβάνουν το δημαρχείο Αθηνών. κατάληψη του λογιστικού κέντρου της επιχείρησης Γερολυμάτος στη βιομηχανική ζώνη στα Οινόφυτα ως διαμαρτυρία για απλήρωτους μισθούς. απόστρατοι αξιωματικοί προσπαθούν να εισβάλλουν στο Γενικό Επιτελείο στην Αθήνα διαμαρτυρόμενοι ενάντια στις περικοπές του εισοδήματός τους. ντόπιοι κλείνουν την είσοδο στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας διαμαρτυρόμενοι για την παρουσία μεταναστών στην περιοχή. ένα μείγμα στρατιωτικών έφεδρων αξιωματικών, αριστερών πολιτικοποιημένων, μιας μειοψηφίας χούλιγκανς ποδοσφαιρικής ομάδας και “σύνηθεις” αγανακτισμένοι εισβάλλουν στην επίσημη στρατιωτική παρέλαση στη Θεσαλλονίκη διαμαρτυρόμενοι για τους “διεφθαρμένους πολιτικούς” κλπ. Αν κανείς λάβει υπόψη του πως αυτό το “υποκείμενο των καταλήψεων” δεν ήταν ποτέ πλήρως παρών στις πλατείες των μεγάλων ελληνικών πόλεων, όπου πολιτικοποιημένοι και φοιτητές υπερεκπροσωπήθηκαν, τότε κάποιος μπορεί πιθανόν να καταλάβει τον δυισμό από τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ κι οι ΑΝΕΛ -αντιστοίχως, η πολιτική ενσάρκωση της κάτω και πάνω πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα- αναδύθηκαν: επιτυγχάνοντας να τοποθετηθούν στο κέντρο των πλατειών, έγιναν οι πολιτικοί εκπρόσωποι ενός κινήματος που κανείς άλλος δεν ήταν εκεί να εκπροσωπήσει.

 

10.

 

Θα ήταν κρίσιμη αβλεψία να θεωρηθεί ότι η μορφή και το περιεχόμενο αυτών των καταλήψεων είναι είναι άνευ θεωρητικών επιπτώσεων. αντ’αυτού, είναι το ίδιο το γεγονός της κατάληψης ενός δημόσιου κτηρίου ή τμήματος ενός δημόσιου χώρου που χρειάζεται να ερμηνευτεί. Πέρα από την κρίσιμη αναγνώριση πως τμήματα του ντόπιου προλεταριάτου αμφισβήτησαν την τρέχουσα αναδιάρθρωση διεκδικώντας τουλάχιστον ένα τμήμα της ιδιοκτησίας του λεγόμενου “δημόσιου πλούτου”, το γεγονός πως διάφορες άλλες κοινωνικές ομάδες και τμήματα του προλεταριάτου επίσης επέλεξαν τις καταλήψεις ως μέσο άσκησης πίεσης προς το κράτος φανερώνει πρώτα απ’όλα την κεντρικότητα της γαιοπροσόδου στον ελληνικό καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό η οποία και καθορίζει τη σχέση του κάθε ατόμου με το κράτος. Πιο συγκεκριμένα, αυτή η σχέση ορίζεται από το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, αλλά επίσης από την κουλτούρα της μονιμότητας, η οποία συνδέεται τόσο με την εξαγωγή πολιτικής προσόδου στον δημόσιο τομέα όσο και με τη διαδεδομένη αγωνιστική στάση που είναι πολύ επηρεασμένη από την κυριαρχία της αριστερής κουλτούρας. Το σύγχρονο κίνημα καταλήψεων πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως της υποχώρισης του κράτους από την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και την ταυτόχρονη αμφισβήτηση του πολιτικού βάρους του μικροαστικού στρώματος εντός της κρατικής δομής. Οι διαδοχικές συγκυβερνήσεις των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να εμβαθυνθεί ο διαχωρισμός ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία των πολιτών. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία το 2015 υποσχόμενος τη συμφιλίωσή τους. και το σημαντικό μεταναστευτικό κίνημα καταλήψεων που κορυφώθηκε με την “απεργία πείνας των 300 μεταναστών” -οι οποίοι κατέλαβαν τη Νομική στην Αθήνα για μερικές μέρες αψηφώντας το καθεστώς της αφάνειας στο οποίο οι μετανάστες είναι καταδικασμένοι- είχε ήδη πεταχτεί στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.

 

11.

 

Καμία ουσιαστική συζήτηση δεν μπορεί να γίνει σχετικά με την εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, και τους πιθανούς ταξικούς αγώνες του μέλλοντος, αν κάποιος δε λάβει σοβαρά υπόψη του την ιστορική ιδιαιτερότητα των τοπικών συνελεύσεων που σχηματίστηκαν αμέσως μετά το κινήμα των πλατειών το καλοκαίρι του 2011. Μολονότι κανείς μπορεί να θυμηθεί διάφορα παραδείγματα τοπικών κινητοποιήσεων σε αστικές περιοχές όλα αυτά τα χρόνια, αυτές πάντα γίνονταν προωθώντας συγκεκριμένα αιτήματα τα οποία συνήθως αφορούσαν την ποιότητας ζωής στη γειτονιά ή τα προάστια: ενάντια στην περιβαλλοντική μόλυνση και υποβάθμιση, ακτιβισμοί για ελεύθερους δημόσιους χώρους κλπ. Το ίδιο ισχύει και για τις τοπικές κινητοποιήσεις σε μη αστικές περιοχές, όπου γίνονται σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα σε ντόπιους και μπάτσους, καθώς οι πρώτοι διαδηλώνουν συνήθως ενάντια σε ένα μεγάλο καπιταλιστικό πρότζεκτ. σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, δε δημιουργούνται από τους συμμετέχοντες τυπικά οργανωμένες και σταθερές συνελεύσεις. Στην περίπτωση των τοπικών συνελεύσεων που προέκυψαν από την πλατεία Συντάγματος, μιλάμε για συνελεύσεις οργανωμένες γύρω από το προάστιο που απαιτούν από το κράτος την απόσυρση του μνημονίου. Θα πρέπει να έχει γίνει φανερό μέχρι τώρα ότι, συγκρινόμενο με τα συγκεκριμένα αιτήματα γύρω από την ποιότητα ζωής, το ίδιο το επίπεδο συνάρθρωσης των αιτημάτων έχει μετατοπιστεί κι έχει γίνει περισσότερο άμεσα πολιτικό.

 

12.

 

Είναι σε όλους γνωστό πως το πρώτο αίτημα το οποίο μπήκε μπροστά από τις συνελεύσεις γειτονιών, κι αυτό στο οποίο ο “λαός” ανταποκρίθηκε περισσότερο από κάθε άλλο, ήταν η απόσυρση του “χαρατσιού”, του νεοεπιβληθέντος φόρου κατοικίας. Αλλά κάποιος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη συνέχειας ανάμεσα στα κινήματα γειτονιάς του παρελθόντος και του σήμερα υποδεικνύοντας μόνο τη σταθερή κεντρικότητα της γαιοπροσόδου. παρά το γεγονός πως οι ελληνικές οικογένειες πάντα θεωρούσαν την ιδιοκατοίκηση ιερή. Μια τέτοια οπτική χάνει τον μετασχηματισμό της αιτηματικής δομής. Στην περίπτωση με το χαράτσι, οι συνελεύσεις απευθύνουν το αίτημα κατ’ευθείαν στην κρατική διοίκηση χωρίς την παρεμβολή ή τη μεσολάβηση των τοπικών δημοτικών αρχών. Με αυτό τον τρόπο, καταστρατηγώντας και αποφεύγοντας την αντιπαράθεση με τους κρατικούς θεσμούς σε τοπικό επίπεδο, δημιουργείται ο μύθος πως η παρουσία του κράτους εκεί δεν αποτελεί απειλή για την αυτονομία του κινήματος. και, ακόμα χειρότερα, πως μπορεί να υπάρχει συνεργασία ανάμεσα στις συνελεύσεις και τις (αριστερές) τοπικές αρχές. Αυτή η άμεση πολιτικοποίηση των αιτημάτων δημιούργησε το έδαφος για την μελλόντική εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοτικές εκλογές του 2014 ακριβώς στα προάστια όπου ήταν παρούσες ενεργές τοπικές συνελεύσεις. Μερικοί αναρχικοί, που αποτέλεσαν την πλειοψηφία των ιδρυτών αυτών των συνελεύσεων, ακόμα αναρωτιούνται πως αυτό κατέστη δυνατόν, μιας και εκείνη την περίοδο μέλη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήτανε καν παρόντα στις συνελεύσεις…

 

13.

 

Αυτή η μετατόπιση στο πεδίο της διεκδίκησης, κι ως εκ τούτου στη μορφή και το περιεχόμενο της λεγόμενης “τοπικής δράσης”, δεν πρέπει να θεωρείται ως άμεση συνέπεια της νέας μορφής οργάνωσης καθεαυτής, επειδή δεν μπορεί να εξηγήσει το πως, για παραδείγμα, έγινε δυνατό μια τοπική συνέλευση να μπει στα τοπικά γραφεία της ΔΕΗ και άμεσα να απειλήσει τον διοικητή να σταματήσει να εκτελεί διακοπές ηλεκτροδότησης. Όμως, η προσπέραση των υπάρχουσων μεσολαβήσεων -κανένα κόμμα ή συνδικάτο δεν ήταν ικανό να παρέμβει σε αυτό το επίπεδο και να εκτελέσει τον παραδοσιακό του ρόλο της μεσολάβησης του αγώνα- δεν είναι εξαρχής ταυτόσημη με την παραγωγή της αποδυνάμωσής τους.

 

14.

 

Μιλώντας για τις συνθήκες που κατέστησαν ικανή την ανάπτυξη μητροπολίτικών κινημάτων στην Αθήνα, οι οποίες μέχρι πρόσφατα δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές, ο κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος Καβουλάκος[9] γράφει:

 

“Οι συνθήκες, που επικρατούσαν γενικά στην ελληνική κοινωνία και πιο συγκεκριμένα στην πόλη των Αθηνών, εμπόδιζαν την ανάπτυξη μητροπολιτικών κινημάτων. Η υπετροφία του πολιτικού, η κυριαρχία της πολιτικής ζωής και της δημόσιας σφαίρας από τα κόμματα, το χαμηλό επίπεδο της ανάπτυξης της κοινωνίας των πολιτών κι οι πελατειακές σχέσεις αποτελούσαν, και μέχρι ένα ορισμένο επίπεδο ακόμα αποτελούν, ένα αρνητικό πλαίσιο για την ανάπτυξη κινημάτων. Την ίδια στιγμή, το μοτίβο της ανάπτυξης της πόλης των Αθηνών ευνόησε ατομικές-οικογενειακές στρατηγικές και περιόρισε την πιθανότητες αύξησης της συλλογικής συνείδησης και δράσης. Μητροπολιτικοί αγώνες που αναπτύχθηκαν με την πάροδο του χρόνου δεν απέκτησαν ένα κεντρικό πολιτικό χαρακτήρα και στην ουσία δεν υποστηρίχτηκαν από κεντρικούς πολιτικούς παράγοντες της χώρας. Σε μερικές περιπτώσεις,“δικαιώθηκαν” μέσω αποσπασματικών μεταρρυθμίσεων ή μέσω της πολιτικής της ανοχής από το κράτος οδηγώντας στην ενίσχυση του πατερναλιστικού ρόλου του κράτους και της εξάρτησης των πολιτών από δίκτυα πελατειακών σχέσεων.

 

Με αυτή την έννοια, η ανάδυση και εξέλιξη των τοπικών συνελεύσεων γειτονιών δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να ερμηνευτεί με όρους συνέχειας της προηγούμενης φάσης των μητροπολιτικών κινημάτων. η ατροφία του παρελθόντος δεν μπορεί να αποτελέσει αιτία από μόνη της. Αυτή η ασυνέχεια ανάμεσα στις παρελθοντικές και παρούσες μορφές μητροπολιτικών κινημάτων αρχικά παράχθηκε κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη το 2008 και μετά, σε πιο γενικό επίπεδο, κατά τη διάρκεια του κινήματος των αγανακτισμένων το 2011. δηλαδή, μέσω ενός συγκρουσιακού πλαισίου κρίσης.

 

Η μετατόπιση της αιτηματικής δομής αποτελεί ιστορικό προϊόν της ασυνέχειας που παράχθηκε εντός της κρίσης και μπορεί κανείς να καταλάβει τις πλήρεις επιπτώσεις της αν, και μόνο αν, λάβει υπόψη του ορισμένες από τις θεμελιώδεις αντιστροφές που έλαβαν χώρα από τότε που γράφει ο Καβουλάκος (2008):

  • Η κυριαρχία της πολιτικής ζωής και της δημόσιας σφαίρας από τα κόμματα και τα συνδικάτα υπόκειται σε βαθιά κρίση.
  • Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και, πιο γενικά, το ίντερνετ έχουν καθιερώσει μια ιδιαίτερα καινούρια δημόσια σφαίρα και “κοινωνία των πολιτών”.
  • Η ύφεση έχει σοβαρά κλονίσει τις προϋπάρχουσες ατομικές και κοινωνικές στρατηγικές επιβίωσης σε μη αμελητέα τμήματα του πληθυσμού της εργατικής και μεσαίας τάξης.
  • Το κράτος έχει αποτινάξει τον πατερναλιστικό του ρόλο καθώς κάθε διεκδίκηση γύρω από τη αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης έχει παντελώς απονομιμοποιηθεί.
  • Τελευταίος, αλλά όχι ασήμαντος παράγοντας, ο τεράστιος αντίκτυπος των κοινωνικών κινημάτων που ανεπαρκώς κατηγοριοποιούνται κάτω από την ταμπέλα “αραβική άνοιξη”.

 

15.

 

Ανάμεσα σε άλλα, το άλλο πρόσωπο της σύγκλισης αυτών των αντιστροφών -οι οποίες αποτέλεσαν ιστορικές αντιφάσεις με την ευρύτερη έννοια και παρήγαγαν την ανάδυση των τοπικών συνελεύσεων γειτονιών- ήταν η κατάδειξη των δημοτικών αρχών ως ο αδύναμος κρίκος του κρατικού μηχανισμού. Και με αυτή την έννοια, είναι κάθε άλλο παρά τυχαίο πως ένα συγκεκριμένο κομμάτι της αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα, που προβλεπόταν από την εφαρμογή του μνημονίου, πράγματι επηρέασε το “τοπικό κράτος” εκείνη τη χρονική στιγμή. Αλλά, προκειμένου να εκτιμηθεί με σωστό τρόπο τον ΣΥΡΙΖΑ ως τη νέα μεσολάβηση που παράχθηκε από αυτό το κίνημα, πρέπει να καταδειχθεί ο διπλός χαρακτήρας αυτού του κινήματος. Με άλλα λόγια, το κράτος μεταρρυθμίστηκε και εξορθολογίστηκε τόσο από τα πάνω όσο κι από τα κάτω: η στήριξη της παροχής δωρεάν μαθημάτων για μαθητές από εθελοντές άνεργους καθηγητές και η επαναδιατύπωση της διαχείρισης της ανεργίας αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

 

16.

 

“Οι άντρες [κι οι γυναίκες] φτιάχνουν τη δική τους ιστορία, αλλά δεν τη φτιάχνουν όπως θέλουν: δεν την φτιάχνουν υπό συνθήκες που διαλέγουν οι ίδιοι, αλλά υπό συνθήκες που υπάρχουν ήδη, δοσμένες και κληρονομημένες από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σαν εφιάλτης τα μυαλά των ζωντανών. Κι όπως μοιάζουν να ασχολούνται με την επαναστατικοποίηση των εαυτών τους και των πραγμάτων, δημιουργώντας κάτι που δεν υπήρχε πριν, ακριβώς τέτοιες εποχές επαναστατικής κρίσης εναγωνίως καλούν τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανειζόμενοι από αυτούς ονόματα, συνθήματα μάχης και στολές ώστε να παρουσιάσουν αυτή τη νέα σκηνή στην παγκόσμια ιστορία σε από καιρό καθιερωμένη μεταμφίεση και δανεισμένη γλώσσα.”

Καρλ Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

 

Αν κανείς μπορεί να βρει κάποια ίχνη συνέχειας με το πρόσφατο παρελθόν, αυτά σίγουρα θα εντοπίζονται στην λεγόμενη “υπερτροφία του πολιτικού”, δηλαδή ότι το καπιταλιστικό κράτος είναι η μόνη δυνατή έκφραση, και εγγύηση, του συλλογικού συμφέροντος και με αυτή την έννοια της δημοκρατίας (συμπεριλαμβανομένης και της άμεσης) ως του μόνου δυνατού ορίζοντα συλλογικής δράσης. Η πόλωση ανάμεσα σε “αριστερά” και “δεξιά” βαραίνει πάρα πολύ στην ιστορία της πολιτικοποίησης και της εξουδετέρωσης των ταξικών αγώνων στην Ελλάδα. Η απαίτηση προς το κράτος να ακυρώσει τον φόρο κατοικίας ή το μνημόνιο δεν ήταν μόνο αντανάκλαση της διαταξικής σύνθεσης των πρώτων, και πολύ μεγαλύτερων σε μέγεθος, τοπικών συνελεύσεων, αλλά επίσης επαλήθευση του γεγονότος πως ακόμα κι η υπεράσπιση των συμφερόντων της ατομικής ιδιοκτησίας μπορεί ακόμα να γίνει υπό την αιγίδα της αριστεράς. Στα μυαλά των εμψυχωτών των τοπικών συνελεύσεων –των οποίων, ας το ξαναπούμε, ένα πλειοψηφικό κομμάτι αποτελείτο από αναρχικούς, αντιεξουσιαστές κι ανθρώπους που δεν ανήκαν σε κάποιο συγκεκριμένο κόμμα- η εξέλιξη των κοινωνικών κινημάτων είναι μη αναγώγιμα συνδεδεμένη με μια αριστερή αγωνιστική στάση που συνδέεται με την κυριαρχία της αριστερής κουλτούρας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την πλήρη έκφραση αυτής της στάσης στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως, πέρα από τις βίαιες συγκρούσεις το καλοκαίρι του 2011 γύρω από την πλατεία Συντάγματος, οι πιο βίαιες αντιδράσεις ενάντια στην επιβολή του μνημονίου ήταν: αυτές των ταξιτζήδων που όχι μόνο συγκρούστηκαν με την αστυνομία στους δρόμους κοντά στο κοινοβούλιο αλλά επίσης απέκλεισαν συντονισμένα λιμάνια κι αεροδρόμια σε όλη τη χώρα. αυτές των φορτηγατζήδων που δεν απέφυγαν ακόμα και να πυροβολήσουν απεργοσπάστες με κανονικές σφαίρες. και πάνω από όλα ο αγώνας στην Κερατέα που έπειτα από βίαιες πολύμηνες συγκρούσεις αποδείχτηκε το μόνο κοινωνικό κίνημα που αντέκρουσε τα προγραμματισμένα σχέδια κατασκευής ενός ΧΥΤΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί οποιαδήποτε σχέση με την εξέλιξη αυτών των κινημάτων, τα οποία κατευθύνθηκαν από τα συμφέροντα των μικροϊδιοκτητών. όσον αφορά τη δεξιά, ποτέ δεν είχε μια ξεκάθαρη ιστορική σύνδεση με ένα μαζικό κίνημα στην Ελλάδα. Η απουσία ξεκάθαρης έκφρασης ενός δεξιού πολιτικού σημείου – απομεινάρι του εμφυλίου και του γεγονότος πως η δεξιά και το κράτος πάντα υπήρξαν άρρηκτα συνδεδεμένα- έχει οδηγήσει στον μύθο πως όλα τα κινήματα μπορούν να μεσολαβηθούν και αντιπροσωπευτούν από την αριστερά. Και φυσικά δημιουργεί τη ψευδαίσθηση -που προάγεται από αρκετές εκατοντάδες αριστερούς ακαδημαϊκούς παγκοσμίως, των οποίων η επαγγελματική καριέρα είναι ακόμα συνυφασμένη με αυτή την “ηγεμονία της αριστερής κουλτούρας”- πως η εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2015 ήταν η πολιτική έκφραση των αντιμνημονιακών κινημάτων γενικά.

 

17.

 

Απαραιτήτως, το να λες πως η αριστερά είναι η αριστερά του κεφαλαίου περνά μέσα από την υπόδειξη της ταύτισής της με το κράτος τόσο ως μηχανισμό όσο κι ως σχέση. λέγοντας δηλαδή πως η αριστερά είναι η αριστερά του κράτους. Όσοι δοξάζουν τα κινήματα των συνελεύσεων, χωρίς να τα θέτουν σε αμφισβήτηση, συνήθως ξεχνούν το γεγονός πως οι τοπικές συνελεύσεις δημιουργήθηκαν μετά το “διάταγμα” της κεντρικής συνέλευσης της κάτω πλατείας Συντάγματος για επέκταση του κινήματος στις γειτονιές της Αθήνας. οι ελάχιστες προϋπάρχουσες συνελεύσεις γειτονιών, ήδη υποδηλώνοντας ένα πιο διάχυτο μοντέλο, δεν μπόρεσαν να προσανατολίσουν το κίνημα όπως έκανε η, σε μικρογραφία υβριδική κρατική δομή, της πλατείας Συντάγματος. Η κρατικοποίηση ενός κινήματος είναι μια διαδικασία που ξεκινά ήδη εσωτερικά με τον σχηματισμό της διάκρισης ανάμεσα σε πολιτική εκπροσώπηση και σε απλούς συμμετέχοντες πολύ πριν φτάσει στα κοινοβουλευτικά έδρανα. Πέρα από αυτό το πρώτο βήμα σε επίπεδο βάσης προς την ταυτοποίηση της αριστεράς με το κράτος, οι περισσότερο εμφανείς σχέσεις του κινήματος των συνελεύσεων με τον ΣΥΡΙΖΑ σπάνια έρχονται στο προσκήνιο: πέρα από τις δημοτικές εκλογές του 2014 που αναφέρθηκαν νωρίτερα, δεν ήταν οι κοινοβουλευτικές εκλογές τον Μάη του 2012 η νέα μάχη που έπρεπε να δωθεί, που προκάλεσε την απότομη παρακμή του πρότζεκτ των συνελεύσεων; Τι πραγματικά προκάλεσε την εγκατάλειψη του κεντρικού συντονισμού των συνελεύσεων γειτονιών που έγινε στην Πάντειο τον Γενάρη του 2012, με περισσότερες από 45 συνελεύσεις και περισσότερους από 500 συμμετέχοντες, αν όχι η προοπτική μιας εκλογικές επιτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ;

 

18.

 

Σε κάθε περίπτωση, το κράτος κι οι μηχανισμοί του ένιωσαν την πίεση από τις κινητοποιήσεις ενάντια στον φόρο κατοικίας και προσπάθησαν να απορροφήσουν τους διαταξικούς κλυδωνισμούς με διάφορες κατασταλτικές τακτικές. Υπό μια έννοια, η τρέχουσα αναδιάρθρωση του κράτους εν μέσω κρίσης, αυτό που έχει αποκαλεστεί “κράτος έκτακτης ανάγκης”, θα μπορούσε να ταυτοποιηθεί ως η αντίδραση του κεφαλαίου σε αυτού του είδους τα διαταξικά κινήματα. Το πρωτοφανές επίπεδο της βίας ενάντια στο ντόπιο πληθυσμό στις Σκουριές και την Κερατέα, όπου ένα συμπαγές τοπικό διαταξικό μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων αναμετρήθηκε με την αστυνομία του κεφαλαίου, θα πρέπει να τονίσει επιπλέον τη βαρύτητα αυτού του συγκεκριμένου ερωτήματος και να βοηθήσει να επικεντρώσουμε στην αναγκαιότητα της τρέχουσας αναδιάρθρωσης της σχέσης κεφάλαιο. αναδιάρθρωσης που εμπεριέχει την καταστροφή, αν είναι αναγκαίο, την αξιολόγηση, τον μετασχηματισμό και την αναδημιουργία του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων που θα συμπεριληφθούν στο νέο μοντέλο συσσώρευσης. Αλλά αν κανείς πρέπει να δράσει στο εσωτερικό ενός διαταξικού κινήματος, η όξυνση ποιου είδους κοινωνικών αντιφάσεων συνδέεται με την προοπτική της επανάστασης αν όχι αυτή ανάμεσα σε εργάτες κι αφεντικά; Η τεράστια και πολύμορφη συμμετοχή μελών του ΣΥΡΙΖΑ, και βουλευτών φυσικά μετά τις εκλογές του 2012, στο κίνημα στις Σκουριές από το 2011 κι έπειτα, συνιστά το πραγματικό έδαφος όπου αρχίζουν να δίνονται οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Αλλά αυτές δεν είναι υπέρ των εργατών. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να αναδυθεί ως ο πολιτικός υπερασπιστής των διαταξικών κινημάτων μόνο πάνω στο πτώμα της εργατικής ταυτότητας: το ίδιο πτώμα που οι εργάτες του χρυσωρυχείου -οι οποίοι επιτέθηκαν, μαζί με την αστυνομία, σε απλούς κατοίκους της περιοχής, αλληλέγγυους αριστεριστές και αναρχικούς και αφεντικά της τοπικής τουριστικής βιομηχανίας για να υπερασπιστούν τις θέσεις εργασίας “τους”- κλώτσησαν για άλλη μια φορά στο κεφάλι.

 

19.

 

Σίγουρα, κι εντός συγκεκριμένων ορίων, αυτή η αντίφαση ανάμεσα στη διαταξική σύνθεση και την ανάγκη για έναν ταξικό προσανατολισμό παίχτηκε στις εσωτερικές διαδικασίες των τοπικών συνελεύσεων με περισσότερο ή λιγότερο τεταμένο τρόπο. Ακριβώς επειδή ήταν ριζωμένες στο αστικό περιβάλλον της αθηναϊκή μητρόπολης κι όχι στο τελείως διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον της ελληνικής επαρχίας -όπου επικρατούν οι σχέσεις γης και αίματος κι όπου οι κοινωνικές ιεραρχίες είναι πολύ περισσότερο έντονες- οι συνελεύσεις γειτονιών αναγκάστηκαν γρήγορα να επεκτείνουν τον κατάλογο των δραστηριοτήτων τους και να θέσουν την αναγκαιότητα ικανοποίησης των αναγκών εργαζόμενων και ανέργων. Θέτοντας, όμως, προλεταριακές ανάγκες στο προσκήνιο και ξεκινώντας να οργανώνουν ανταλλακτικά παζάρια, τράπεζες χρόνου, ανταλλαγή υπηρεσιών, συλλογικές κουζίνες κλπ -και ταυτόχρονα έχοντας να αντιμετωπίσουν τον άμεσο ανταγωνισμό της εκκλησίας, των media, καθώς και συγκεκριμένων πρωτοβουλιών από κάποιους δημάρχους όσον αφορά την “ανακούφιση όσων χτυπήθηκαν από την κρίση”- αποδείχτηκε ως το γεγονός που πυροδότησε τη σταδιακή παρακμή του κινήματος των πλατειών. επειδή η προαναφερθείσα αντίφαση δεν μπορούσε να βρει χώρο να κινηθεί. Μόνο πολιτικά κόμματα μπορούν να ισχυριστούν ότι καλύπτουν τις ανάγκες των πάντων. Γι’αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού απέτυχε να φτιάξει τις δικές του συνελεύσεις γειτονιών, επέλεξε να στηρίξει κοινωνικά παντοπωλεία, που πουλούσαν αγροτικά προϊόντα χωρίς μεσάζοντες πριν παρέμβει άμεσα στην υποστήριξη συσσιτίων για τους ανέργους. Τον Σεπτέμβρη του 2011, αμέσως μετά την ανάδυση του κινήματος των αγανακτισμένων στην Ελλάδα, το ίδιο το κράτος που κατηγορείτο για βαριά καταστολή πέρασε το νόμο 4019/2011 εισάγοντας τη βάση της νομοθεσίας σχετικά με την κοινωνική οικονομία και την κοινωνική επιχειρηματικότητα. το απαραίτητο πλαίσιο για τη νομική διαχείριση όλων των αυτοοργανωμένων δραστηριοτήτων. Αυτό το μακρόπνοο σχέδιο αντιμετώπισης των νεοαναδυόμενων κινημάτων, όσο κι αν περιορίστηκε η εφαρμογή του, αναμένεται να επεκταθεί από την παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ώστε να αντιμετωπιστεί η συνέχιση των μέτρων λιτότητας μετά τη πρόσφατη προσωρινή συμφωνία με την ΕΕ, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ τον Φλεβάρη του 2015. Και φυσικά, όλοι οι άκριτοι υποστηρικτές της “υπαρκτής αυτοδιαχείρισης” από όλο το αριστερό πολιτικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών -αυτοί οι ίδιοι που μερικά χρόνια πριν οργάνωναν ολόκληρα εναλλακτικά φεστιβάλ για “την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία”- παρέλειψαν εκείνη την περίοδο να γιορτάσουν την ψήφιση αυτού του νόμου ως μια επιτυχία του κινήματος της αυτοοργάνωσης. για τις θεωρίες που εξαίρουν την αυτοδιαχείριση ως την προτιμότερη οδό προς την επανάσταση, είναι αναγκαίο να θεωρούν το χρήμα και το κράτος ως αντικείμενα κι όχι ως τρόπους συσχέτισης των ανθρώπων μεταξύ τους, ως μορφές κοινωνικοποίησης.

 

20.

 

Στις 29 Μάη 2011, και ταυτόχρονα με μία από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις μπροστά από το ελληνικό κοινοβούλιο, ένα άλλο ρατσιστικό πογκρόμ ενάντια σε μετανάστες λάμβανε χώρα λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά, γύρω από την πλατεία Ομονοίας. Οι ναζί της Χρυσής Αυγής, πολιτικά αποκλεισμένοι από την αγανακτισμένη δημοκρατία, πέρασαν μέσα από της αστυνομικές γραμμές κι έκαναν ακόμη μία προσπάθεια να επιβάλλουν την ατζέντα τους σχετικά με το μέλλον του κέντρου της Αθήνας και ακόμη παραπέρα. Αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για τον οποίο το κίνημα των πλατειών δεν μπορεί να θεωρείται πως αποτελεί κομμάτι της κληρονομιάς της εξέγερσης του Δεκέμβρη είναι πως με κανέναν τρόπο δεν επέτρεψε στους κοινωνικά αποκλεισμένους, κυρίως μετανάστες, να ενσωματωθούν σε αυτό -πέρα από το να πουλάνε νερό, καπέλα και πράσινα laser. Περιττό, πιθανόν, να πούμε πως οι αποκλεισμοί ποτέ δεν αποτέλεσαν εμπόδιο στις δημοκρατικές διαδικασίες, όσο “επαναστατικές” κι αν ισχυρίστηκαν πως είναι.

 

21.

 

Η κριτική που ασκήθηκε στο κίνημα των αγανακτισμένων ότι υπήρξε ουσιώδης έκφραση της τρέχουσας εθνικής ενότητας συνήθως συνήθως παραλείπει να καταδείξει τις συγκεκριμένες πτυχές του κινήματος που υποδεικνύουν κάτι τέτοιο. ο απλός εντοπισμός και η καταμέτρηση ελληνικών σημαιών μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή δεν αποτελεί κάτι παραπάνω από ένα παιχνίδι για βαριεστημένους πολιτικάντηδες. Αυτό που χρειάζεται να εξηγηθεί είναι γιατί η πλατεία Συντάγματος έπρεπε να διαχωριστεί σε πάνω και κάτω πλατεία. μια πόλωση που υπερβαίνει τη διάκριση δεξιάς-αριστεράς που προαναφέρθηκε. Διαιρεμένη με αυτό τον τρόπο και ειδωμένη στο σύνολό της, η πλατεία Συντάγματος προσπάθησε προσωρινά να αποτελέσει τη μεσολάβηση όλων των μεσολάβησεων, δηλαδή ένα κράτος σε φευγαλέα μορφή. με την έννοια πως αποκάλυψε την κρυμμένη πόλωση, τον κρυμμένο οργανωτικό πυρήνα όλων των μεσολάβησεων που είχαν καταρρεύσει εκείνη την περίοδο. Μιλώντας συγκεκριμένα, είναι η απόλυτη κατάρρευση του παλιού δημοκρατικού κόμματος του ΠΑΣΟΚ που ενεργοποίησε τη μαζική παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στους δρόμους σε διάφορες περιστάσεις και για μεγάλο χρονικό διάστημα. και που συνεπώς συνοψίζει καλύτερα την προαναφερθείσα πόλωση: αναγνώριση της ταυτότητας της ντόπιας εργατικής τάξης εντός του κράτους και από το κράτος σημαίνει να είσαι ταυτόχρονα και υπέρ του εθνικισμού και υπέρ του σοσιαλισμού. Η κρίση επιτάχυνε την διαδικασία κατακερματισμού της εργατικής τάξης που λαμβάνει χώρα εδώ και δεκαετίες και με αυτό τον τρόπο ώθησε τους εξατομικευμένους εργάτες, και τις πολιτικές μεσολαβήσεις που ισχυρίζονται πως αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα του λαού εν γένει, να αναπαραχθούν στην πλατεία Συντάγματος. Γι’αυτό και η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι μόνο αυτή που σχηματίστηκε από τα κόμματα που επωφελήθηκαν περισσότερο απο το κίνημα της πλατείας Συντάγματος, αλλά και η κυβέρνηση που αυτή τη στιγμή εξισορροπεί ανάμεσα σε κράτος και κοινωνία, κράτος και κίνημα, επειδή ως ενότητα δεν μπορεί να μιλήσει πολιτικά με άλλον τρόπο.

 

22.

 

“Η Ελλάδα είναι η χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας και παράνομης μετανάστευσης… υπάρχουν τόσοι άνεργοι όσοι παράνομοι μετανάστες κι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί”.

Αντώνης Σαμαράς, πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας

κατά την επίσκεψη του στη Μάλτα, 21.10.2013

 

Προς το παρόν, το ελληνικό κράτος έχει παγιδευτεί σε μια θεμελιωδη αντίφαση: ενώ κατά τις περασμένες δεκαετίες έχει συγκροτηθεί στη βάση της “εξαγωγής αντιφάσεων”. Δηλαδή, όταν ο προλεταριακός πληθυσμός που οριοθετείτο από τα σύνορα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ήταν περισσότερο από τον αναγκαίο ή πολύ “ανήσυχος” για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης, η μετανάστευση αποτέλεσε πάντα έναν βασικό μηχανισμό εξασθένησης της ταξικής πάλης μέσω της αποσύνδεσης σημαντικών κομματιών του πληθυσμού μεταξύ τους. Σήμερα, αυτή η λύση δεν μπορεί να επιλεχθεί όχι μόνο επειδή, λόγω της παγκόσμιας ύφεσης παρέχεται μια διέξοδος στις ξένες αγορές εργασίας αποκλειστικά σε ένα μικρό κομμάτι της ντόπιας ειδικευμένης εργατικής τάξης, αλλά επίσης επειδή η χρόνια εκμετάλλευση αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων, αν όχι μερικών εκατομμυρίων, “ανειδίκευτων” μεταναστών εργάτων είναι βαθιά ριζωμένη στον κύκλο αξιοποίησης πάρα πολλών μικρών και μεσαίων κεφαλαίων. κι ως αποτέλεσμα, κανείς δεν μπορεί να θέσει σοβαρά το ζήτημα μαζικών απελάσεων των “παράνομων μεταναστών”. Ούτε καν ο πρώην πρωθυπουργός. Αν κανείς προσθέσει σε αυτή τη δομική αδυναμία του ελληνικού κράτους την τεράστια αύξηση των αιτημάτων, που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση, για περισσότερο “αποτελεσματική” συνοριακή αστυνόμευση -ειδικές υπηρεσίες του ευρωπαϊκού κεφαλαίου για τις οποίες το ελληνικό κράτος έχει λάβει πολλά χρήματα- λόγω του πολέμου στη Συρία και τις γενικευμένες αναταραχές στη βόρεια Αφρική μετά την αραβική άνοιξη, τότε ίσως γίνεται πιο καθαρό γιατί η θέση της Ελλάδας εντός του ευρωπαϊκού καταμερισμού της εργασίας δε θα αλλάξει δραστικά και μόνο μια ακραία κατάσταση θα οδηγήσει στο πολυσυζητημένο εικαζόμενο Grexit. Για να εφαρμοστεί μια συνεκτική στρατηγική καπιταλιστικής συσσώρευσης, ένα κράτος πρέπει πρώτα να καθορίσει το προφίλ του εργαζόμενου πληθυσμού, της μεγαλύτερης από όλες τις παραγωγικές δυνάμεις, εντός του κοινωνικού σχηματισμού που τελεί υπό την κυριαρχία του. Είναι σημαντικό το ελληνικό κράτος να μην εγκαταλείψει τη θεμελιώδη λειτουργία της αστυνόμευσης των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανεξαρτήτως του πόσα πολλά χρόνια θα ασφυκτιά μια “σοβαρή” στρατηγική ενδογενούς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η σημασία αυτή τονίζεται αντιστρόφως από το γεγονός πως κανείς δεν την ανέφερε κατά τη διάρκεια του θεάτρου των πρόσφατων διαπραγματεύσεων στο Eurogroup.

 

23.

 

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από ένα ναζιστικό κάθαρμα στο Κερατσίνι στις 17 Σεπτεμβρίου 2013 αποτέλεσε πραγματικό σημείο καμπής για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος θα επαναπροσδιόριζε τον εσωτερικό εχθρό. Σύμφωνα με ορισμένες δημοσκοπήσεις εκείνης της περιόδου, η Χρυσή Αυγή -από το 2009, προωθημένη φουλ από τα mainstream media και την ενεργή υποστήριξη της αστυνομίας στον δρόμο προκειμένου να φέρει σε πέρας το “ανεπίσημο” κομμάτι της στρατηγικής της αντιεξέγερσης- επρόκειτο να κερδίσει διψήφιο ποσοστό των ψήφων: μια καθαρά ανοδική πορεία ύστερα από το σεβαστό 6,92% των εκλογών του Ιούνη 2012. τις ίδιες εκλογές όπου, ανάμεσα σε άλλους αγχωμένους αριστερούς, πολλοί αναρχικοί ανοιχτά υποστήριξαν και ψήφισαν τους “συντρόφους” του ΣΥΡΙΖΑ με τη δικαιολογία πως “κάποιος πρέπει να αντισταθμίσει την αυξανόμενη επιρροή της ΧΑ”. Ακόμα και το ενδεχόμενο κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ ΝΔ και μιας “σοβαρής” ΧΑ αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης σε συγκεκριμένους κύκλους υψηλά ιστάμενων Ελλήνων καπιταλιστών εκείνο το φθινόπωρο. Αλλά ξαφνικά τα πάντα άλλαξαν: η ηγετική ομάδα του ναζιστικού κόμματος μπήκε στη φυλακή, σταδιακά όλοι οι βουλευτές του ακολούθησαν την ίδια πορεία, οι επιδοτήσεις που λάμβανε από το κράτος κοπήκαν, πολλά κομματικά γραφεία έκλείσαν και τα περιουσιακά στοιχεία ορισμένων καπιταλιστών που το στήριζαν μπλοκαρίστηκαν. Σήμερα, αυτοί που είναι ακόμα ερωτευμένοι με την ΕΣΣΔ, το ΕΑΜ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τους σταλινιστές του ΚΚΕ της εποχής που υποτίθεται δημιουργούν ΤΗΝ ελληνική επαναστατική παράδοση –άσχετα με το αν αυτοαποκαλούνται αναρχικοί ή όχι- δεν αναγνωρίζουν στην πλήρη του έκταση το γεγονός πως κανένα πολιτικό κόμμα, οργάνωση ή χώρος δεν έχει υποστεί ποτέ τέτοιο επίπεδο καταστολής μετά τη χούντα των συνταγματαρχών.

 

24.

 

Καθώς το κράτος γινόταν αντιναζιστικό και στην πραγματικότητα ικανοποιούσε ένα κεντρικό αίτημα του αντιφασιστικού κινήματος των τελευταίων δύο χρόνων τουλάχιστον -το ίδιο κράτος υπό την κυριαρχία του οποίου είχαν πολλαπλασιαστεί τα στρατόπεδα κράτησης για τους “παράνομους” μετανάστες, μετανάστες συλλαμβάνονταν και δέρνονταν για πλάκα στο κέντρο της Αθήνας, οροθετικές σεξεργάτριες και αναρχικές-αντιεξουσιαστικές καταλήψεις είχαν διαπομπευτεί στα media ως “υγειονομική βόμβα” και “κέντρα ανομίας” αντιστοίχως, και Ρομά είχαν υποστεί μια σειρά από κτηνώδεις αστυνομικές εισβολές στους καταυλισμούς τους – η συνήθης συζήτηση της δεκαετίας του ’80 περί “ενσωμάτωσης”, “αφομοίωσης” κλπ απλά δεν έλαβε χώρα. Με το κοινωνικό χαλί να τραβιέται κάτω από τα πόδια σου, η τότε πραγματικά ισχυρή αίσθηση πως ένα άλλο κοινωνικό πεδίο δράσης ήδη αφηνόταν να ρυθμιστεί από το νόμο σύντομα αντικαταστάθηκε από το τακτικό συμπέρασμα πως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως “νίκη του κινήματος” όταν το κράτος δρα εκ μέρους σου. αυτός είναι ο λόγος που καμιά πραγματική συνάντηση δεν παράχθηκε ανάμεσα στο αντιφασιστικό κίνημα και τους έντονους αγώνες ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας που ξεκίνησαν μετανάστες στη Μανωλάδα, στην Αμυγδαλέζα και στη Σκάλα Λακωνίας. Αυτό το εξωστρεφές αίσθημα πως “το κράτος μπορεί να γίνει δικό μας” και την ίδια στιγμή η ειλικρινής γονυκλισία μπροστά στη στρατηγική σύνδεση του αντιφασισμού με τις επαναστατικές τακτικές της αριστεράς, ο μόνος ιστορικά συνεπής, αποτέλεσαν ένα σημαντικό μονοπάτι για την νομιμοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ ως το νέο Λαϊκό Μέτωπο παρόλο το γεγονός πως τα μέλη του ποτέ του δεν έχουν αντιμετωπίσει φασίστες στους δρόμους. Όταν στις 31 Γενάρη 2015 πραγματοποιήθηκε η πρώτη διαδήλωση μετά τις εκλογές στο κέντρο της Αθήνας, οργανωμένη από μερικές αναρχικές και μερικές κομμουνιστικές ομάδες με την αντιφασιστική πρόθεση να μπλοκάρουν την ετήσια συγκέντρωση των ναζι της ΧΑ, δεν αποτέλεσε έκπληξη που η παρουσία της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν παραπάνω από ανεκτή, ως εκ τούτου αποδεχόμενοι πως το κράτος μπορούσε να είναι παρών και στις δύο πλευρές του οδοφράγματος.

 

25.

 

Βήμα-βήμα, η ΧΑ προώθησε την πολιτική της ατζέντα και επιβεβαίωσε τον εαυτό της τόσο στο επίπεδο του δρόμου όσο και στο κοινοβουλεύτικο επίπεδο. και, με την αναμφισβήτη στήριξη από τους μπάτσους, αμφισβήτησε τη σύνδεση που ποτέ κανείς δεν παραδέχτηκε –η οποία στις Σκουριές για παράδειγμα άγγιξε το επίπεδο του αντικειμενικού συνασπισμού- ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρος ως αντίστοιχα το κοινοβουλεύτικο και το δρομίσιο τμήμα “ενός” ενιαίου κόμματος. Όμως δε συνιστά σύμπτωση το γεγονός ότι το κράτος αποφάσισε να την μεταχειριστεί ως εγκληματική οργάνωση μόνο όταν έγινε παράγοντας αποσταθεροποίησης που οι δημοκρατικές δυνάμεις έπρεπε να αντιμετωπίσουν ώστε να εξαλειφθεί κάθε εμπόδιο στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Κοιτώντας αναδρομικά, η ΧΑ είχε συνεισφέρει στην αύξηση της κοινωνικής έντασης χωρίς κάποια συγκεκριμένη χρησιμότητα για το κυβερνόν καθεστώς: χρειάζεται απλώς να θυμηθούμε των πόλεμο ανακοινώσεων ανάμεσα στο ναζιστικό κόμμα και τους συνδέσμους της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ, δύο από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές ομάδες, ύστερα από κάποιες αντιναζιστικές επιθέσεις. Αλλά το ίδιο το γεγονός πως μετά τη δολοφονία του Φύσσα οι ναζί έκαναν δημόσιο πως ένας βίαιος εμφύλιος πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, ειδικά μετά τον θάνατο ενός νεαρού προλετάριου στο Περιστέρι ύστερα από συμπλοκή με ελεγκτή εισιτηρίων μερικές εβδομάδες νωρίτερα, αρκεί για το κράτος για να επιτεθεί στον πρώην συνεργάτη του.

 

26.

 

Ο αντιναζισμός έγινε η κυρίαρχη κρατική ιδεολογία όχι απλά επειδή ένα σημαντικό κομμάτι των ψηφοφόρων πρέπει να αποθαρρυνθεί να ξαναψηφίσει τους ναζί: κάθε πολιτικός παράγοντας που ισχυρίζεται πως είναι γνησιότερος εκπρόσωπος του εθνικού αισθήματος -και με αυτό τον τρόπο να αμφισβητήσει το μονοπώλιο του ορισμού του έθνους, δηλαδή του λαού, από το κράτος- υπονομεύει τον ίδιο τον ορισμό του έθνους-κράτους και δείχνει την τρέχουσα αποεθνικοποίηση του κράτους στην εποχή της κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου. Και, ως συνέπεια, βλάπτει την ικανότητα της κυβέρνησης να κινητοποιεί τον πληθυσμό στο όνομα του εθνικού συμφέροντος. Η διαχείριση του κινήματος PEGIDA στη Γερμανία και η διαδήλωση για το Charlie στα Ηλίσια Πεδία, και τα δύο έδειξαν προς το ίδιο διακύβευμα: το κράτος χρειάζεται να προωθεί την ιδεολογία της ανοχής, του πολυπολιτισμού, των δικαιωμάτων για τον σκοπό της διαφύλαξης της κοινωνικής συνοχής από απρόβλεπτες κινητοποιήσεις βάσης εμπνευσμένες από την δεξιά πτέρυγα του πολιτικού φάσματος. πως η μόνη έγκυρη ερμηνεία του εθνικού συμφέροντος είναι το συμφέρον του καπιταλιστικού καθεστώτος της συσσώρευσης. Όταν οι περισσότεροι από τους μικρότερους καπιταλιστές, μαζί με ευρεία τμήματα της μεσαίας τάξης και φυσικά σημαντικά κομμάτια της εργατικής τάξης, είναι ανίκανα να ενεργοποιήσουν τις προϋποθέσεις του νέου καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης το οποίο θα περιλαμβάνει ατομικά κεφάλαια, προσδοκίες κοινωνικής ανέλιξης και προσδοκίες μιας καλύτερης ζωής -όλα αυτά πακεταρισμένα μαζί σε ένα διαταξικό μπλοκ- και το κράτος θεωρείται πως ευθυγραμμίζεται με συγκεκριμένα συμφέροντα, τότε η κοινωνία των πολιτών αυτονομείται. ελλείψει επαναστατικής διαδικασίας, προκύπτει η αναγκαιότητα ανάδυσης κοινωνικών κινημάτων που τείνουν να αναπαράγουν τους δεσμούς μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών. κινήματα τα οποία είναι τα ίδια κράτος και κοινωνία των πολιτών μαζί. Αυτός είναι ο λόγος που η πιθανή συμμετοχή του ακροδεξιού, ανοιχτά ρατσιστικού και ομοφοβικού κόμματος των ΑΝΕΛ σε μια μελλοντική κυβέρνηση υπό την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ είχε ανακοινωθεί σχεδόν ένα χρόνο νωρίτερα και δε συνιστά μαϊντανό ή έναν “αναπόφευκτο συμβιβασμό” της τελευταίας στιγμής ώστε να σχηματιστεί κυβέρνηση με κάθε κόστος. Οι καιροί αλλάζουνε: το 2007, ένας αναρχικός, περισσότερο πολιτικοποιημένος και λιγότερο επισφαλής εργάτης, ντυμένος με κουστούμι μπορούσε πολύ εύκολα να ξεγελάσει τους προσωπικούς φρουρούς ασφαλείας και να δείρει τον μελλοντικό πρόεδρο των ΑΝΕΛ με το πρόσχημα πως είναι η προσωποποίηση της ακροδεξιάς και του ίδιου του βαθέους κράτους -ας μην ξεχνάμε πως ο Καμμένος ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στη μυστική μεταφορά του Οτσαλάν στην Κένυα πριν το ελληνικό κράτος τον παραδώσει στις τούρκικες μυστικές υπηρεσίες. το 2015, ένας αναρχικός, περισσότερο επισφαλής εργαζόμενος και λιγότερο πολιτικοποιημένος, μπόρεσε να επιλέξει τον “ρεαλισμό” και, ύστερα από μερικά χρόνια ύφεσης και της αδάμαστης πίεσης της επιβίωσης, να ψηφίσει τον ΣΥΡΙΖΑ προσδοκώντας μια μικρή βελτίωση του/της ζωής του σηκώνοντας τους ώμους σχετικά με την παρουσία του Καμμένου στην κυβέρνηση.

 

27.

 

Το 2012, κατά την εννιάμηνη απεργία με παράλληλο αποκλεισμό του εργοστασίου της Ελληνικής Χαλυβουργίας στην Αθήνα, κανένας υπουργός δεν ασχολήθηκε να επισκεφτεί τους απεργούς πριν στείλει τις αστυνομικές δυνάμεις. αντιθέτως, το 2013, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης ταξίδεψε άμεσα στην Μανωλάδα να μιλήσεις στους μετανάστες εργάτες γης που απεργούσαν στα φραουλοχώραφα -αφήνοντας στην άκρη το γεγονός πως τα μισθολογικά αιτήματα δεν ικανοποιήθηκαν σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις. Σε μια άβολη αναλογία για το διεθνές fan club των Βαρουφάκη, Τσίπρα και της παρέας τους, ο υποστηριζόμενος από τον ΣΥΡΙΖΑ υπουργός Εργασίας ανέβαλε μέχρι τα τέλη του 2016 την εκπλήρωση της υπόσχεσης που δώθηκε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας περί αύξηση του μισθού στα 751 ευρώ συζητώντας αποκλειστικά με την οργάνωση των μικροαφεντικών. μερικές μέρες νωρίτερα, ο καινούριος, υποστηριζόμενος από τον ΣΥΡΙΖΑ, υπουργός Δικαιοσύνης άμεσα επισκέφθηκε το στρατόπεδο κράτησης στην Αμυγδαλέζα, όπου μετανάστες είχαν βάλει φωτιά σε κάποια κοντέινερς όταν ένας από αυτούς αυτοκτόνησε. Η μη συστημικότητα της μισθολογικής διεκδίκησης χρείαζεται να βρει της έκφρασή της στη μορφή του κράτους, σε αυτή τη περίπτωση συνοδευόμενη από τον ανελαστικό χαρακτήρα της αναδιάρθρωσης και της συνέχισης του δυαδικού κράτους.

 

28.

 

Κατά την απεργία πείνας του αναρχικού κρατούμενου Νίκου Ρωμανού ανάμεσα στα τέλη του Νοέμβρη 2014 και τις αρχές Δεκέμβρη 2014, πιθανώς η κυρίαρχη ατάκα ήταν πως στον Ρωμανό έπρεπε να δωθούν οι άδειες για εκπαιδευτικούς λόγους επειδή “χρειάζεται ανάσες ελευθερίας”. Κατά τη διάρκεια των φιλοκυβερνητικών συγκέντρωσεων μπροστά από το κοινοβούλιο στις 15 Φλεβάρη 2015, όπως και καθόλη τη διάρκεια των εβδομάδων που το θέατρο των διαπραγματεύσεων με την ΕΕ λάμβανε χώρα, το κεντρικό σύνθημα ήταν ότι “ο ελληνικός λαός χρείαζεται μια ανάσα αξιοπρέπειας”. Δεν πρέπει απλά να γελάμε με την ετοιμότητα του γραφείου προπαγάνδας της κυβέρνησης στην υιοθέτηση κάθε διαθέσιμου συμβολικού μηνύματος. η ενσωμάτωση στην επικοινωνιακή σου στρατηγική σημαινόντων από κάθε χρησιμοποιήσιμη κυκλοφορία ιδεών, αισθημάτων, παθών κλπ δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής δύναμης, αλλά κοινωνικής αδυναμίας. Σήμερα ήταν οι αναρχικοί, αλλά αύριο; Η πρόκληση πανικού στο χρηματιστήριο Αθηνών, ο δείκτης του οποίου συνέχιζε να ανεβαίνει για δύο συνεχόμενες μέρες μετά τις εκλογές της 25 Γενάρη 2015 πριν μειωθεί λίγο την τρίτη μέρα και, υποθέτουμε, μόνο ύστερα από τις σκληρές ανακοινώσεις ενάντια στην τρόικα και τη Γερμανία από συγκεκριμένα μεγαλοστελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι τακτική που μπορεί πραγματικά να έχει μεσοπρόθεσμη χρησιμότητα: η εμφάνιση του χρηματικού κεφαλαίου με τη μορφή τη πίστωσης δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να παρέχει στον εαυτό του συγκεκριμένους μηχανισμούς ακριβής αξιολόγησης της αστάθειας και του ρίσκου συγκεκριμένων κοινωνικών καταστάσεων. και, περαιτέρω, σίγουρα δεν του λείπει η συμπαγής κοινωνικής υποστήριξη. Αλλά ο κύβος ερρίφθη: για τη νέα κυβέρνηση υπό την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πολύ δύσκολο να αποσαγηνεύσει τη μάζα των αντιμνημονιακών ψηφοφόρων της πουλώντας τους τα αποτελέσματα της παρούσας διαπραγμάτευσης, κόβωντας έτσι τόσο γρήγορα τα σχοινιά του κοινωνικού ανελκυστήρα ο οποίος τον σήκωσε στα σαλόνια της παγκόσμιας καπιταλιστικής διαχείρισης. Το παιχνίδι με την διαλεκτική του κινήματος δεν υπήρξε ποτέ ακίνδυνο.

 

29.

 

La formation des deux faces d’une médaille – d’une part le régime du refus de droits à l’égard de certains réfugiés, d’autre part la nouvelle alliance au niveau de l’Etat et de la société – fait penser à l’évolution qui a conduit à „ l’Etat double “. C’est par ce terme qu’Ernst Fraenkel a caractérisé en 1941 la division de l’Allemagne – au début des années 30 – en un „Etat des mesures d’urgence“ (« Maßnahmenstaat ») et un „Etat des normes“ (« Normenstaat »). „L’Etat des mesures d’urgence“, Fraenkel l’a vu se constituer dans les décrets d’urgence, dans le recours renforcé à la „détention préventive“, dans les mesures arbitraires, à base politique, contre les opposants et les émigrés juifs venus de l’Est. En accentuant „l’Etat des mesures d’urgence“, le national-socialisme a, aux yeux de Fraenkel, adopté la voie de l’arbitraire et de la radicalisation. „L’Etat des normes“, en revanche, était, selon Fraenkel, le visage que le national-socialisme naissant montrait à la population non persécutée. Vis-à-vis de cette partie de la population, l’Etat de droit avait fait place à la garantie de la normalité, garantie permettant à la société, au travail et à la sécurité sociale de fonctionner comme auparavant. „L’Etat des mesures d’urgence“ et „l’Etat des normes“ auraient, selon Fraenkel, évolué en symbiose.

Helmut Dietrich, Le territoire de l’action humanitaire.

La frontière extérieure de l’espace Schengen

 

Είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε πως σχεδόν όλα τα κόμματα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στήριξαν τα διαδοχικά μνημόνια που επιβλήθηκαν από τη διεθνή του κεφαλαίου αντιμετώπισαν την καταστροφή: το παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του ΠΑΣΟΚ ήταν το πρώτο που υπέστη σχεδόν πλήρη διάλυση. η ΝΔ ακόμα κρατάει ένα σεβαστό σκληρό πυρήνα ψηφοφόρων, αλλά έχει ξεκάθαρα μειωθεί σε μέγεθος και κοινωνική επιρρόη καθώς η εκλογική της βάση είναι η πιο ηλικιωμένη όλων. το ακροδεξιό ΛΑΟΣ εξαφανίστηκε από τον πολιτικό χάρτη μαζί με την κεντροαριστερή ΔΗΜΑΡ η οποία τόλμησε να πάρει τη θέση του ΛΑΟΣ στη κυβέρνηση συνεργασίας των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ μετά τις εκλογές του Ιούνη 2012 κι αποχώρησε ύστερα από μερικούς μήνες. Είναι θεμιτό να αμφισβητήσουμε την ικανότητα και των δύο παρόντων κυβερνητικών κομμάτων να αντισταθούν στη κοινωνική πίεση σε μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο επίπεδο, ειδικά μετά την αποτυχία του θεάτρου για πολλαπλούς ρόλους που έλαβε χώρα στις Βρυξέλες, καθώς κανένα από τα δύο δεν μπορεί νηφάλια να ισχυριστεί ότι μπορεί να διαχειριστεί και να απορροφήσει την κοινωνική αντίδραση στα επερχόμενα μέτρα λιτότητας. ειδικά τώρα που η πλήρης αξιολόγηση των προηγούμενων μνημονιακών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαιότητας της αναδιάρθρωσης του ίδιου του κρατικού μηχανισμού, βρίσκεται προ των πυλών. Οι “αναρχικοί ενάντια στην ΕΕ” και οι τροτσκιστές του ΕΕΚ, που και οι δύο παραστάθηκαν για πρώτη φορά στις αντιμερκελικές φυλοκυβερνητικές συγκέντρωσεις στην πλατεία Συντάγματος στις 15 Φλεβάρη, μαζί με τους αριστερούς της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να έχουν κάτι παραπάνω από μια αίσθηση του χιούμορ ώστε πραγματικά να πιστεύουν πως θα μπορούσαν να ηγηθούν της κοινωνικής δυσαρέσκειας ενάντια στην παρούσα κυβέρνηση. η ψευδαίσθηση πως κανείς μπορεί πραγματικά να παίξει κατά βούληση με την υλική πραγματικότητα της εθνικής προτίμησης έχει αποδειχτεί πως είναι μεταδοτική σε ολόληρο το πολιτικό φάσμα και αιματηρά καταστροφικό στο τέλος. Αλλά ποιος άλλος μένει να ασχοληθεί με ένα πιθανότατα αποσαγηνεύμενου διαταξικού μπλοκ; Οι υποστηρικτές της προοπτικής μιας μελλοντικής παρέμβασης του στρατού πραγματικά υποτιμούν τόσο την κοινωνική αντοχή των νεοφιλελεύθερων επιταγών ύστερα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες ύπαρξης όσο και την κεντρικότητα της ταξικής σύνθεσης του προλεταριάτου, καθώς ασχολούνται με το ζήτημα της μορφής του κράτους εξαίρεσης. Στρατιωτικές χούντες έχουν επιβληθεί μόνο όπου η εργατική τάξη είναι περισσότερο ή λιγότερο εθνικά ομοιογενής και συνέδεσαν την επιβίωσή τους με την κλιμάκωση της οικονομικής ανάπτυξης. Αυτή ξεκάθαρα δεν είναι η περίπτωση της Ελλάδας όπου όχι μόνο είναι αδύνατο να εγκαθιδρυθεί μια αναπτυξιακή δικτατορία -η ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση της εργασιακής δύναμης για το ξεπέρασμα της κρίσης κερδοφορίας δεν απαιτεί την παρέκλιση από την κοινοβουλευτική δημοκρατία: η Βουλγαρία και τα Βαλκάνια είναι πολύ κοντά για να ξεχαστούν- αλλά επίσης περισσότερο από ένα εκατομμύριο μετανάστες είναι παρόν και υπάρχουν ισχυρά μαφιόζικα κυκλώματα που αποκτούν τεράστια κέρδη από το trafficking. Πιθανόν, η εσωτερική σταθερότητα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών όπου επικρατούν νεοφιλελεύθερες επιταγές είναι, μεταξύ άλλων, περισσότερο εξαρτημένο από την ενδυνάμωση των διαιρέσεων εντός του πολυεθνικού προλεταριάτου παρά από την απλή ενοποίησή του υπό ένα δικτατορικό καθεστώς, το οποίο μπορεί να ρισκάρει να διαχειριστεί όλους τους εργάτες το ίδιο. Η πρόσφατη εκλογή του δεξιού χεριού ενός πολύ γνωστού μαφιόζου εφοπλιστή ως δημάρχου Πειραιά, του μεγαλύτερου ελληνικού λιμανιού, και η μερική ιδιωτικοποίηση της κρατικής εξουσίας που υπονοεί, ίσως προσφέρει μια πιο παραγωγική λύση στο πρόβλμα.

 

30.

 Δυστυχώς, είμαστε ακόμα προλετάριοι…

 

Αθήνα, 24/2/2015

Α.

 

 

[1] Πίσω στο 1989, όταν η εργατική τάξη ήταν ακόμα αναγνωρισμένη ως εταίρος εντός του κράτους, και γενικότερα εντός της σχέσης κεφάλαιο, και τα συνδικάτα και τα αριστερά κόμματα ακόμα διατηρούσαν μεγάλο μέρος της ιδεολογικής τους αύρας ως φορείς των εργατικών επαναστάσεων, ο νεοσυσταθείς συνασπισμός κομμάτων “Συνασπισμός” (του οποίου ένα από τα ιδρυτικά μέλη ήταν το τότε ΚΚΕ) αντιμετώπισε μια τεράστια εσωτερική πολιτική κρίση όταν συνεργάστηκε με τη δεξιά ΝΔ για να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας -η πρώτη “κυβέρνηση εθνικής ενότητας” ύστερα από την πτώση της χούντας το 1974 κι η πρώτη που περιλάμβανε αριστερό κόμμα- ωθώντας ένα μεγάλο μέρος των μελών του να αποχωρήσουν. Οι συνέπειες του διπολισμού ανάμεσα σε “αριστερά” και “δεξιά”, τόσο χαρακτηριστικού του ελληνικού πολιτικού περιβάλλοντος σε όλες τις διαστάσεις του, ήταν ακόμα ισχυρές. Τώρα, 26 χρόνια αργότερα, και με την προφανή υποχώρηση της εργατικής ταυτότητας, μοιάζει φυσιολογικό να στηρίζει κανείς μια αριστερή-ακροδεξιά κυβέρνηση. Κατά τη γνώμη μας, το μόνο ασφαλές μέτρο της ιστορικής απόστασης ανάμεσα σε αυτές τις δύο στιγμές είναι η εκτενής αναδιάρθρωση των παραγωγικών σχέσεων και η πολύ σημαντική αλλαγή της σύνθεσης της εργασιακής δύναμης έκτοτε.

[2] Όσοι θέλουν να μάθουν περισσότερα γι’αυτή τη συνέντευξη, η οποία δυστυχώς δεν μπορεί να αναπαραχθεί πλήρως εδώ, μπορούν να τη βρουν στο παρακάτω link: https://www.youtube.com/watch?v=I8V1-2hLFlc.

[3] Αυτό το σημείο είναι σημαντικό επειδή δίνει ένα άλλο νόημα στους αγώνες που μόνο τώρα έρχονται στο προσκήνιο, όσο αδύναμα κι αν συμβαίνει αυτό, και διεκδικούν κάτι από την κυβέρνηση. Η θεώρηση του ΣΥΡΙΖΑ ως νεοφιλελεύθερο κόμμα αποκλείει εξαρχής την πιθανότητα πως το κυβερνόν κόμμα θα μπορούσε να επιδιώξει την ενσωμάτωση/αφομοίωση των αγώνων ως κίνητρο για την ατζέντα μιας νεοδιορισθείσας κυβέρνησης παρόλο το αδύνατο ενός τέτοιου ενδεχόμενου. Η απόδειξη από τους πρώτους τέσσερις μήνες δείχνουν το αντίθετο: ο ΣΥΡΙΖΑ πραγματικά προσπαθεί να καθιερώσει μια διαλεκτική ανάμεσα στο κόμμα και τα κινήματα, όσο κατακερματισμένα και εξατομικευμένα κι αν εμφανίζονται. το τελευταίο γεγονός αντανακλάτει στην ίδια τη δομή του ως κόμμα και στα στελέχη τα οποία επιλέγει για ευαίσθητες και χαρακτηριστικές κυβερνητικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένου του Woland. Για παράδειγμα, μετά τον θάνατο των τεσσάρων εργατών κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης στα “Ελληνικά Πετράλαια” μερικές εβδομάδες πριν -μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες η οποία αποτελεί συνιδιοκτησία του ελληνικού κράτους και του Λάτση, νούμερο 782 στη λιστα Forbes, και όπου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πρόσφατα αποκαταστήσει στενές σχέσεις με το συνδικάτο- ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο ανέχεται μερικές συμβολικές επιθέσεις αναρχικών στα κεντρικά γραφεία των ΕΛΠΕ, στην κατοικία του Λάτση και στο φιλανθρωπικό ίδρυμα του Λάτση, αλλά τα μέλη του με κομματικά πανό επισήμως συμμετείχαν στη διαδήλωση ενάντια στα ΕΛΠΕ στη Θεσσαλονίκη. Ένα από τα επιχειρήματα υπέρ της θεώρησης του ΣΥΡΙΖΑ ως νεοφιλελεύθερο κόμμα υπογραμμίζει το μείγμα τακτικών καταστολής και διαίρεσης που ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί από τη στιγμή που κατέλαβε κυβερνητικές θέσεις και την αναπόφευκτη ανάγκη να κατευθύνει κι ακόμα καταστρέψει κάθε κοινωνική αντίσταση στη λιτότητα ακόμα κι αν έρχεται από ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα του μικροαστικού στρώματος ή/και της μεσαίας τάξης.

Η έλλειψη ενός μαζικού (εργατικού) υποκειμένου δε σημαίνει πως η προοπτική μιας καινούριας, όσο ασταθής κι είναι, κοινωνικής δημοκρατίας έχει γίνει παρωχημένη μια και για πάντα. Αλλά χρειάζεται να συνυπολογίσουμε πως το ζήτημα της περιφεριοποίησης διαπερνά και μετακινεί σε διαφορετικό επίπεδο τη διάκριση μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και κοινωνικής δημοκρατίας.

[4] Φυσικά, στην πολύ μεγάλη απεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ στην εργατική τάξη ειδικά μετά τις εκλογές του 2015, κανείς πρέπει να προσθέσει τη ψήφο των επίσης μεγάλων κομματιών της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης και των αγροτών.

[5] Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να σημειώσουμε πως μερικοί σύντροφοι δεν πιστεύουν πραγματικά πως τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που πήραν μέρος στους αγώνες του 2010-2012 στ’ αλήθεια είχαν στο μυαλό του&si