ιδιότροπα ερείπια και ανέλπιστοι ορίζοντες

10177023_669478703118437_1480042236_o

κείμενο το οποίο μοιράστηκε από την Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας στην εκδήλωση με θέμα ‘Ποίηση και Εξέγερση’ που έγινε στο αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο ΕΜΠΡΟΣ

ιδιότροπα ερείπια και ανέλπιστοι ορίζοντες:

ένα μικρό σχόλιο για το τυχαίο που δεν έχει ακόμα συνθηκολογήσει

«Η χαρμόσυνη έξαρση που το προλεταριάτο βιώνει καθώς αγωνίζεται∙ οι κλονισμοί και οι καταρρεύσεις που ένα πνεύμα βιώνει καθώς αφήνεται στις δικές του αβύσσους: απ’ τη δική μας μεριά θα ήταν εντελώς άσκοπο να μην προσπαθήσουμε να συνδυάσουμε αυτά τα δύο διακριτά δράματα. Σε αυτό το πεδίο, μην περιμένει κανείς από εμάς να κάνουμε την παραμικρή παραχώρηση»

André Breton

 

Τι έκαναν οι ποιητές το Δεκέμβρη του 2008;  Ως επί το πλείστον, έμειναν στα σπίτια τους, αν δεν συντάχθηκαν με όλους εκείνους τους ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων που καταδίκασαν τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται», δηλαδή τη βία των εξεγερμένων, και ζήτησαν να αποκατασταθεί πάραυτα η τάξη στον αστεακό χώρο, δηλαδή να επιβληθεί, ως κάτι το κανονικό, η βία των αφεντικών. Θα ήταν μάλλον ορθότερο να ρωτήσουμε: τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν οι ποιητές, όσο ακόμα αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως ποιητές, ως φορείς ενός συνόλου από δεξιότητες, το οποίο αντιστοιχεί σε μια καθορισμένη θέση στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, σε ένα συγκεκριμένο, και καλά περιφραγμένο, διαμέρισμα της πολιτισμικής βιομηχανίας;

Τον Δεκέμβρη του 08 υπήρχε ποίηση στους δρόμους, αλλά δεν υπήρχε χώρος για ποιητές, παρά μόνο αν ήταν διατεθειμένοι/ες να θέσουν υπό δοκιμασία στην ανάσα του δρόμου την ατομική τους υπόσταση ως μία από τις πολλές εκδοχές της κυρίαρχης σήμερα βαρβαρότητας, ως ενσάρκωση, παρόλα τα φτιασίδια και τις ιδιοτροπίες της, ενός καλά προσδιορισμένου κοινωνικού ρόλου στην καθημερινά επαναλαμβανόμενη διαδικασία αναπαραγωγής του υπάρχοντος υπό τη μορφή του μοναδικού, αυτονόητα αναγκαίου και καλύτερου δυνατού, κόσμου.

Είναι πολύ παλιά, και κάπως τετριμμένη, η διερώτηση για το ποια θα έπρεπε να είναι η σχέση των ποιητών με τα οδοφράγματα. Να γίνεις ένα με το εξεγερμένο πλήθος ή να μείνεις κάπου απόμερα εξιστορώντας τι επί της ουσίας συνέβη, κινητοποιώντας τις κατάλληλες τεχνικές για την παραγωγή ενός λόγου προορισμένου να αφυπνίζει πάθη και συγκινήσεις, να μεταβιβάζει συναισθηματική ενέργεια, να εμβαπτίζει τη βιωμένη εμπειρία στη διάσταση του άχρονου; Το ίδιο το δίλημμα αποσοβεί την επίγνωση του κόμπου που πρέπει σε πραγματικό χρόνο να αντιμετωπιστεί, όποτε θραύεται ο καθρέφτης της κοινωνικής κανονικότητας. Η εξέγερση δεν είναι μόνο μια εκστατική γιορτή. Η ποίηση δεν είναι μόνο μια καταγραφή φευγαλέων εντάσεων.

Τόσο τις στιγμές της εξεγερσιακής παραφοράς όσο και σ’ εκείνες της υποκειμενικής δημιουργικής έκφρασης αυτό που κρίνεται είναι η διάρκεια μιας μεταμόρφωσης καθώς διανύεται το βάθος του ορίζοντα που έχει μόλις διανοιχθεί μέσα από τις ρηγματώσεις του παρόντος. Βυθομετρώντας τον εαυτό, πάνω σε μια κόλλα από χαρτί ή μια λευκή οθόνη, καμιά/κανείς αρνείται τον εαυτό, αναμετριέται με τα σκοτάδια του και αναδέχεται ή επινοεί την ετερότητά του: όπως και στις ονειρικές αφηγήσεις το υποκείμενο που πρωταγωνιστεί στα θραύσματα του ποιητικού λόγου είναι πάντοτε ένα Εγώ που έχει βγει εκτός εαυτού. Όχι κάτι το λησμονημένο ή απωθημένο, αλλά κάτι που δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί. Αμφισβητώντας και ανατρέποντας τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας, μπροστά σε μια πάνοπλη διμοιρία του εσωτερικού στρατού καταστολής ή μέσα σ’ ένα κατειλημμένο κρατικό κτίριο, καμιά/κανείς αρνείται την υπόστασή του ως άρθρωση του υπάρχοντος κόσμου, της δεδομένης κοινωνικής πραγματικότητας: δεν είναι μόνο η αποποίηση ενός κοινωνικού ρόλου, η απέκδυση ενός εξωτερικού περιβλήματος ή μιας ανυπόφορης μάσκας, αλλά η άρνηση μιας υποκειμενικής ζωής που έχει διαπλαστεί για να συμπλέει με, και να αναπαράγει, τη ζωή όπως συνήθως είναι.

Ο επίκαιρος αγώνας για την αλλαγή της ζωής, η ελευθερία ως θραύση πραγματικών αλυσίδων και συνάντηση με τον άγνωστο ή απειλητικό μέχρι πρότινος Άλλο, ως αμφίρροπη κατάσταση και όχι ως εκτυφλωτικό ιδεώδες, αυτό είναι που συνέχει, ή τουλάχιστον που μπορεί να φέρει κοντά, την εμπειρία της κοινωνικής εξέγερσης με τις μοναχικές, πάντοτε αποσπασματικές, εκροές του σκοτεινού λόγου που η ποίηση είναι. Κι οι ζώνες όπου αυτός ο επίκαιρος αγώνας διεξάγεται είναι ανεξαιρέτως γκρίζες, μεθοριακές. Η μέθη, η έκσταση, και η χαρά δεν αρκούν για να απαλειφθούν οι κίνδυνοι μιας τέτοιας διάπλευσης προς το μη-ακόμα-γενόμενο. Η ενεργοποίηση της δυνατότητας να παράγονται πραγματικές δυνατότητες, ως τότε μη διαθέσιμες ή και ουτοπικές, δε συνεπάγεται μόνο την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής, αλλά και το φόβο μιας κατακρήμνισης στο παρόν ως ανοιχτό χάσμα, της καθήλωσης στην εξεγερση ως βίαιη ρήξη, της προσαρμογής σε όσα η αντι-εξέγερση επιβάλλει (στρατιωτικοποίηση για να αντιμετωπιστεί ο στρατός καταστολής, αποκατάσταση των ιεραρχιών, εκ νέου εμπέδωση της αρχής της αποδοτικότητας κ.ο.κ.), ή, στο άλλο άκρο, της καθήλωσης στην ποίηση ως εκφραστική μανιέρα, της μετατροπής της σε κατάφαση ενός αναντίστρεπτα αποσυντεθειμένου εαυτού μέσω από ιδεατές μονάχα, σπασμωδικές και αυστηρά προσωπικές, αρνήσεις.

Το ζήτημα δεν είναι να πάνε οι ποιητές στα οδοφράγματα, ούτε οι εξεγερμένοι να μάθουν να γράφουν ή να διαβάζουν ποίηση ανάμεσα στις φλόγες. Είναι να επινοηθούν, και να οικοδομηθούν τόσο στέρεα ώστε να είναι ανθεκτικές στους πραγματικούς κινδύνους της κατακρήμνισης, όλες εκείνες οι γέφυρες που θα ενοποιούν τους σημερινούς αφανείς σκλάβους του κεφαλαίου (του μόνου θεού που έχει απομείνει), στην πολλαπλότητα των αρνήσεών τους, ως χειραφετημένη ανθρωπότητα, ως μια κοινότητα εν τω γίγνεσθαι. Κι αυτό δεν είναι υπόθεση κανενός προγράμματος. Διακυβεύεται, αντίθετα, σ’ ένα πεδίο συλλογικού πειραματισμού, όπου η ζωή, είτε στη ‘χαρμόσυνη έξαρση’ του προλεταριακού αγώνα είτε στους κλονισμούς του πνεύματος που βυθίζεται στις δικές του αβύσσους, αρχίζει να αλλάζει εδώ, αρχίζει να αλλάζει τώρα.

Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας

Απρίλης 14