Tag Archives: ΕΛΛΑΔΑ

FREE 5

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ 5 ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

1.
Την 1η Μαη 2015 μια μεγαλειώδης διαδήλωση λαμβάνει χώρα  στα πλαίσια της Εργατικής Πρωτομαγιάς στο Μιλάνο. Δεν ήταν απλά μια μέρα γενικής απεργίας, αλλά μια μέρα Πανιταλικής συνάντησης των κινημάτων (σωματεία βάσης, κοινωνικά κέντρα, φοιτητικές και μαθητικές ομάδες, επιτροπές αγώνα για τη στέγη, μεταναστευτικές κοινότητες, το κίνημα No Tav κλπ) ενάντια στα μέτρα λιτότητας που περνούσε το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση Ρέντσι. ‘Hταν επίσης και το αποκορύφωμα ολόκληρου του κινήματος ΝO EXPO ενάντια στην παγκόσμια επιχειρηματική έκθεση EXPO 2015 με συμμετοχή κόσμου από πολλές χώρες της Ευρώπης και τα προκλητικά χλιδάτα εγκαίνιά της, την ημέρα εκείνη. Η μαζικότητα και η δυναμική της διαδήλωσης ήταν το αποκορύφωμα ενός κινήματος επτά χρόνων που έθεσε σε αμφισβήτηση την έκθεση και την πολιτική εκστρατεία γύρω από αυτήν, φέρνοντας σε κρίση τις πολιτικές καριέρες των κυβερνητικών αξιωματούχων και τοπικών “αρχόντων”.
Επτά χρόνια πριν, το 2008, ο δήμος του Μιλάνου αναλαμβάνει να φιλοξενήσει την έκθεση. Για χάρην αυτής, τσιμεντοποιούνται 1100 στρέμματα γης, αποφασίζεται ο εκτοπισμός ντόπιων με σκοπό την αρπαγή των κατοικιών και της γης τους, ώστε να υποταχθούν στα  αναπτυξιακά σχέδια αλλά και στην ισοπεδωτική εμπορευματοποίησή τους. Τα αφεντικά βάζουν στοίχημα το Μιλάνο να γίνει η πιο ελκυστική για τα κεφάλαια πόλη, προσπαθούν να την αναδείξουν σαν επιχειρηματική πρωτεύουσα και να την προμοτάρουν σαν το 8ο θαύμα για την ντόπια εργατική τάξη, στην οποία υπόσχονται ανάπτυξη και νέες θέσεις εργασίας. Μια ολόκληρη πόλη στιλιζάρεται από πολυτελή κτίρια, νέους αυτοκινητόδρομους και φαντασμαγορικά έργα. Πίσω από τις αναπτυξιακές βιτρίνες οι μίζες πέφτουν σαν ντόμινο η μια μετά την άλλη, οι τράπεζες δανείζουν, διαχειρίζονται και ξεπλένουν χρήμα για τους υπολοίπους, οι εργολάβοι φροντίζουν να καθυστερούν τα έργα για να έρθουν υπερτιμολογήσεις και φυσικά, ανάμεσα στους υπερεργολάβους εμπλέκονται και μαφιόζοι με τις εταιρείες τους.
Αυτός ο κύκλος κερδοφορίας των αφεντικών που ξεκίνησε το 2008 στήθηκε και ολοκληρώθηκε πάνω στη στυγνή εκμετάλλευση κακοπληρωμένης αλλά και εθελοντικής εργασίας χιλιάδων νέων, εξοικονομώντας ακόμα περισσότερες χιλιάδες ευρώ για τις τσέπες των αφεντικών. Παράλληλα με την οικοδόμηση της έκθεσης, πραγματοποιείται μια επιχείρηση εκκαθάρισης των όσων μπορούσαν να θεωρηθούν επικίνδυνοι για τη μακιγιαρισμένη εικόνα της πόλης. Μεγάλες αστυνομικές επιχειρήσεις πραγματοποιούνται στις γειτονιές με εξώσεις εργατικών κατοικιών ντόπιων και μεταναστών, εκκενώσεις κοινωνικών κέντρων και επιστράτευση απεργιών με αποκορύφωμα την απεργία των εργαζομένων στο μετρό λίγες μέρες πριν τα εγκαίνια.

2.
Και ενώ 6 μήνες μετά πέφτει η αυλαία της έκθεσης, τα αποτελέσματα και οι συνέπειες μένουν. Η EXPO κλείνει και αφήνει πίσω της 1,5 δις έλλειμμα που θα πληρωθεί μέσω των αυξημένων δημοτικών τελών και φόρων, αναγκάζοντας τους προλετάριους κάτω από τη «συλλογική ευθύνη» των χρεών να πληρώσουν τα σπασμένα και να πουν κι ευχαριστώ γι’ αυτή τη φαντασμαγορική γιορτή. Αφήνει πίσω της λεηλατημένη γη, ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, εγκαθίδρυση του εθελοντισμού, καταστολή. Μετά από 6 μήνες λοιπόν, από την προσαγωγή μας στο Μιλάνο, και στην αυλαία της διεθνούς έκθεσης, οι ιταλικές αρχές ξεκινάνε ένα κυνήγι μαγισσών κατασκευάζοντας κατηγορητήρια, και εκδίδουν ένταλμα σύλληψης για 5 Ιταλούς διαδηλωτές, ενώ παράλληλα εκδίδεται και Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για εμάς τους 5. Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως οι εκ των υστέρων διώξεις μας καθώς και των 5 ιταλών διαδηλωτών κρύβουν πολιτική σκοπιμότητα, και αυτό όχι μόνο γιατί ποινικοποιούν την ίδια τη συμμετοχή σε μια διαδήλωση βάση ενός φασιστικού νόμου που θεσπίστηκε επί Μουσολίνι και ισχύει μέχρι και σήμερα, αλλά και γιατί οι Ιταλικές αρχές ξεκινάνε μια επιχείρηση συγκάλυψης και αποσιωποίησης της “καμένης” γης που άφησε πίσω της η EXPO, στρέφοντας την προσοχή της κοινής γνώμης από τα σκάνδαλα στους διαδηλωτές, ώστε να σώσουν, να χτίσουν και να εξαργυρώσουν τις πολιτικές τους καριέρες. Η δίωξη μας αποτελεί για τις ιταλικές αρχές την ιδανική ευκαιρία για να τιμωρήσει και να παραδειγματίσει εμάς και όσες/όσους βρέθηκαν εκείνες τις μέρες στους δρόμους. Είναι η ιδανική ευκαιρία για να δείξει τι μέλλον επιφυλάσσεται στον καθένα και στην καθεμία που επιλέγει να αγωνιστεί και να συναντηθεί με άλλα κινήματα σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η έκδοση του Ευρωεντάλματος, τα γελοία κατηγορητήρια, η ποινικοποίηση της συμμετοχής σε διαδηλώσεις, οι πολιτικές δίκες που κατά καιρούς έχουν οδηγήσει στις φυλακές αγωνιστές για 15 χρόνια, στέλνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα πως όσο οι από τα κάτω συνεβρίσκονται στους δρόμους και ενώνουν τις φωνές τους, η καταστολή θα μένει και θα εντείνεται.

3.
Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ενεργοποιείται για πρώτη φορά (μέχρι τώρα έχει χρησιμοποιηθεί μόνο για βαριά ποινικά αδικήματα όπως εμπορία ναρκωτικών, σωματεμπορία, ξέπλυμα μαύρου χρήματος κλπ) για να διώξει διαδηλωτές. Αποτελεί ξεκάθαρα μια προσπάθεια αναβάθμισης της διεθνοποιημένης καταστολής και μια απόπειρα ποινικοποίησης των κοινωνικών αγώνων και της συνάντησης των κινημάτων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ταυτόχρονα αποτελεί ένα στοίχημα όλων των κομματιών του ευρωπαϊκού – ανταγωνιστικού κινήματος να μπεί ένα φρένο σε αυτές τις κατασταλτικές μεθοδεύσεις μπλοκάροντας στην πράξη τις εκδόσεις.
Την περίοδο 2008-2010, με το ξέσπασμα της ύφεσης λόγω της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης στις ευρωπαϊκές οικονομίες, τα κράτη-μέλη της ΕΕ για να σώσουν το (διεθνές) χρηματοπιστωτικό σύστημα έτρεξαν να πάρουν μέτρα για να κρατικοποιήσουν την μεγάλη χασούρα του. Πρώτο το ελληνικό κράτος και έπειτα και άλλα κράτη της Ευρωζώνης. Βέβαια, αυτό από μόνο του δεν θα έλυνε τίποτα, επειδή η «κρίση του χρηματοπιστωτισμού» δεν εκφράζει παρά μια κρίση της παραγωγής κι αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Οπότε το πρόβλημα έπρεπε να χτυπηθεί στη ρίζα του: η υποτίμηση της εργατικής δύναμης και το σακάτεμα της ζωής των προλετάριων, με σκοπό το ξεπέρασμα της κρίσης με πιο ευνοϊκούς όρους κερδοφορίας για το κεφάλαιο.
Έτσι, οι ντόπιοι και διεθνείς καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους, ξεκίνησαν να εφαρμόζουν μέτρα λιτότητας ή να μπαίνουν σε αυστηρά προγράμματα δομικής προσαρμογής. Μέτρα, που είναι γνωστά σε εμάς εδώ ως «μνημόνια» και που συνεχίζει να ψηφίζει και να εφαρμόζει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όπως οι περικοπές των μισθών, συντάξεων κι επιδομάτων, οι μειώσεις των δημοσίων δαπανών, η αύξηση της φορολογίας σε τρόφιμα κι είδη πρώτης ανάγκης, οι ιδιωτικοποιήσεις κι η απελευθέρωση των απολύσεων, η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης κλπ.

4.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να επιβληθούν μόνο μέσα από μια μόνιμη «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», που εκτός από την πολιτική του «δημόσιου χρέους» ως μοχλό επιβολής και τρομοκρατίας έρχεται και μέσα από την απόσυρση του «κράτους πρόνοιας» και την αντικατάστασή του με ένα «κράτος ασφάλειας». Πτυχές της ίδιας στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης από το κεφάλαιο για την επιβολή νέων κανόνων πειθάρχησης και εκμετάλλευσης των «από τα κάτω».
Ένα γενικευμένο «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» επιβάλλεται βήμα βήμα σε όλη την Ευρώπη με αφορμή την απειλή της «ισλαμικής τρομοκρατίας», με μια ευρεία στρατικοποίηση των δυτικών μητροπόλεων. Μια μεγάλη σε κλίμακα εκστρατεία φόβου και απόλυτου ελέγχου που ξεκινάει από εφόδους σε σπίτια ακτιβιστών, απαγόρευση διαδηλώσεων, θέσπιση νέων αντιτρομοκρατικών νόμων και καταλήγει σε περιπολίες στρατών στους δρόμους. Κι είναι γνωστό ότι όλο αυτό το πολεμικό περιβάλλον δεν στρέφεται μόνο ενάντια στους μετανάστες/στριες που καταφέρνουν και καταφθάνουν στην Ευρώπη από τις εμπόλεμες ζώνες της Αφρικής και της Ασίας, αλλά και σε όλους εκείνους που επιλέγουν σήμερα και αύριο να βγουν στους δρόμους και να διαδηλώσουν κόντρα στις πολιτικές λιτότητας και υποτίμησης, στην Ευρώπη-φρούριο, στη σιγή νεκροταφείου που πάει να επιβληθεί και να γίνει ο κανόνας.

5.
Στις 7,8 και 11 Ιανουαρίου καλούμαστε να δώσουμε τη μάχη ενάντια στις εκδόσεις αυτές. Ο αγώνας για το μπλοκάρισμά τους, αποτελεί κομμάτι ενός ευρύτερου ψηφιδωτού αγώνων που στέκονται ανάχωμα στην συνεχιζόμενη υποτίμηση των ζωών μας. Αποτελεί κομμάτι εκείνων των αγώνων των φοιτητών/φοιτητριών ενάντια στην αύξηση του κόστους φοίτησης στα πανεπιστήμια, των καθημερινών εργατικών κοντρών με τα αφεντικά και τις απεργιακές περιφρουρήσεις στους χώρους δουλειάς, των κινήσεων άρνησης πληρωμών πάνω στις βασικές ανάγκες από συνελεύσεις γειτονιών, των διεκδικήσεων των επισφαλών-πρεκάριων ενάντια στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα-“κοινωφελή προγράμματα”, των εξεγέρσεων μεταναστών/στριων στα σύνορα και τα κέντρα κράτησης της χώρας και κάθε κοινότητας αγώνα που ξεπηδά στη δημόσια σφαίρα κόντρα στις καπιταλιστικές προσταγές και την κρατική καταστολή.
Καλούμε όλους τους συναδέλφους, τους συμφοιτητές, τους συντρόφους και όλο τον κόσμο του αγώνα να κάνουν δική τους την υπόθεση των διώξεων, να πάρουν θέσεις μάχης, να μπλοκάρουν τις εκδόσεις στην πράξη.

“Ένα χτύπημα σε έναν από μας, είναι χτύπημα σε όλους μας”
OΛΟΙ ΚΑΙ ΟΛΕΣ ΣΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ 7, 8 ΚΑΙ 11 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Οι 5 εκζητούμενοι από τις Ιταλικές αρχές
2/1/2016

Το χρονικό μιας ήττας

Αναδημοσιεύουμε παρακάτω το ομότιτλο ενδιαφέρον κείμενο από το Κενό Δίκτυο, μια ειλικρινή επισκόπηση του κινήματος των τελευταίων χρόνων. Πάντα έχει σημασία να αναζητούνται οι αιτίες… Φουλ Céline λοιπόν…

 

290309_2785905041945_1087847126_33051490_424072371_o

 

“Η μεγάλη ήττα, σε όλα τα πράγματα, είναι να ξεχνάς προπαντός τι σε έκανε να ψοφήσεις […] Άμα βρεθούμε στο χείλος της τρύπας, δεν πρέπει να κάνουμε ούτε τους καμπόσους, ούτε όμως να ξεχάσουμε, πρέπει να τα διηγηθούμε όλα κατά λέξη…”
Céline, Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας

 

Κάθε κατάτμηση της ιστορίας σε περιόδους είναι ριψοκίνδυνη και, έως ένα βαθμό, αυθαίρετη. Παρόλα αυτά, η υπογραφή ενός νέου Μνημονίου από μια κυβέρνηση που αποκλείεται να συγκυβερνούσε έξω από την αξίωση πολιτικής εκπροσώπησης των αγώνων ενάντια στο μνημόνιο και η συνακόλουθη προκήρυξη εκλογών ώστε να συγκροτηθεί μια νέα κυβέρνηση που θα υλοποιήσει τις προβλεπόμενες πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης, δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι κλείνει μια περίοδος κατά την οποία ο κοινωνικός και πολιτικός ανταγωνισμός συμπυκνώθηκε και σφραγίστηκε από το δίπολο “μνημόνιο/αντιμνημόνιο”. Εκ των πραγμάτων, για όποιον επηρεάζεται από τις “μνημονιακές” πολιτικές, και ακόμα περισσότερο για όποιον βρέθηκε στο δρόμο απέναντι στην υλοποίηση τους, ένας απολογισμός του τι έγινε παίρνει τη μορφή της εξιστόρησης μιας ήττας. Επειδή όμως το κλείσιμο μιας περιόδου υπονοεί άνοιγμα μιας άλλης, ένας τέτοιος απολογισμός δεν κοιτάει μόνο πίσω αλλά και μπροστά, μεταβαίνοντας από αυτό-που-έγινε σε αυτό-που-μπορεί-να-γίνει.

Μέσα στους κύκλους της αναρχίας, της αυτονομίας και της άκρας αριστεράς είναι διαδεδομένη η απαξίωση του αντιμνημονιακού κινήματος ως “μικροαστικού όχλου” ή “διαταξικού χυλού”. Φυσικά, καθαυτό το γεγονός της “διαταξικότητας” όχι μόνο δεν είναι ιστορικά πρωτότυπο – το κάθε άλλο – αλλά ήταν και πλήρως αναμενόμενο. Το Μνημόνιο (από το “1” έως το “3”) αποτελεί απαραίτητη νομική έκφραση μιας καθόλα πραγματικής διαδικασίας, “αληθινό” όσο και η κατά 25% πτώση του βιοτικού επιπέδου που επικύρωσε. Στο βαθμό που αυτή η πτώση δεν αφορούσε μόνο μια τάξη αλλά διάφορες κοινωνικές ομάδες – ιδιαίτερα τα λεγόμενα “λαϊκά στρώματα” (μισθωτούς, ανέργους, ελεύθερους επαγγελματίες, συνταξιούχους, μικροϊδιοκτήτες) – ήταν αναπόφευκτο ότι οι ροές άρνησης των πολιτικών λιτότητας και υποτίμησης θα έπαιρναν τη μορφή μιας ετερογενούς – ή αλλιώς “διαταξικής” – συνάρμοσης.[1] Έπεται ότι ως εμπειρική διαπίστωση η κατηγορία της διαταξικότητας στερείται νοήματος.

Φυσικά, επειδή κάτι παράγεται ιστορικά, εν προκειμένω το αντιμνημονιακό κίνημα, (ή πιο συγκεκριμένα το περιλάλητο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου) δεν σημαίνει ότι πρέπει και να το αποδεχτούμε. Οφείλουμε εν τούτοις να κατανοήσουμε τα γιατί του. Επειδή, όμως, δεν είμαστε ουδέτεροι θεατές αλλά επιθυμητικά υποκείμενα που εμπλέκονται σε αυτό που προσπαθούν να κατανοήσουν υπάρχει πάντα μπροστά μας η παγίδα να εντάσσουμε και εξηγήσουμε αυτό που έγινε μέσα από τις προϋποθέσεις της δικής μας επιθυμίας· φερειπείν, αν θεωρούμε προϋπόθεση για να γίνει αυτό που θέλουμε την “ορθή” ταξική συνείδηση, η έλλειψη της να εξηγεί το ότι δεν έγινε αυτό που θέλαμε. Μέσω αυτής της κυκλικής – και εντελώς αντί-διαλεκτικής – λογικής, που συγχέει είναι και δέον, πραγματικό και επιθυμία, δεν αποτυγχάνουμε μόνο να κατανοήσουμε επαρκώς γιατί έγινε αυτό που έγινε -δηλαδή πως παράχθηκε ιστορικά· εξίσου σημαντικά, όσοι αγώνες δεν εναρμονίζονται στα “πρέπει” μας ερμηνεύονται με αρνητικούς όρους, με βάση αυτό που τους λείπει. Έτσι, η ιστορία μετατρέπεται σε θλιμμένο χρονικό μιας Έλλειψης ενώ στην πορεία εξαφανίζεται η όποια θετικότητα των αγώνων, οι μικρές αρνήσεις και οι μεγάλες προσδοκίες, οι γραμμές έντασης και φυγής που παρήχθησαν, οι μορφές παρέμβασης και επιρροής στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

Υπονοούν, άραγε, αυτές οι παραδοχές κάποια άκριτη αποδοχή των αντιμνημονιακών αγώνων; Καθόλου. Αν η διαταξικότητα ως εμπειρική διαπίστωση δεν έχει κριτικό χαρακτήρα, ως πολιτική κριτική ενέχει πολλά βάσιμα στοιχεία· πάνω από όλα, η πολιτική αφήγηση που επικράτησε σε διάφορες αποχρώσεις – δεξιές και αριστερές – εντός της αντιμνημονιακής συνάρμοσης χαρακτηριζόταν από έναν εθνολαϊκισμό που αφενός νομιμοποιούσε τα συμφέροντα κοινωνικών ομάδων που ωφελήθηκαν τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης και του εκσυγχρονισμού μέσω των προνομιακών (πελατειακών) σχέσεων που απέκτησαν με το κράτος-κόμμα και αφετέρου εμπόδιζε την παραγωγή εσωτερικών αποκλίσεων που θα προέκριναν τα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και πολιτικού μετασχηματισμού προς όφελος των υποτελών τάξεων. Τα προβλήματα με την κριτική ξεκινάνε όταν αρχίζει να τίθεται ως έπρεπε των αγώνων άρα και ως βασική έλλειψη τους, η (μη) πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης και η (μη) κάθοδος της στους δρόμους ως συνειδητή και αυτόνομη δύναμη.[2] Για να αποφευχθεί εδώ μια ιδεαλιστική συνάρθρωση επιθυμίας και πραγματικού πρέπει να απαντηθούν ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα. Γιατί η προοπτική μιας πολιτικά συγκροτημένης εργατικής τάξης εμφανίστηκε μόνο ως μειοψηφική προτροπή χωρίς αποδέκτη και όχι ως πρακτική δυνατότητα που εγγραφόταν σε μια μαζική ροή; Γιατί σήμερα ο μόνος δημοφιλής πολιτικά αντί-λόγος στον νεοφιλελευθερισμό είναι ο (αριστερός ή δεξιός) λαϊκισμός ενώ όσο πιο εργατιστικός ένας λόγος τόσο πιο περιθωριακός είναι; Ελλιπής ταξική συνείδηση, είναι η εύκολη απάντηση. Τι σημαίνει όμως ακριβώς αυτό; Αν αφορά μια προβληματική κατανόηση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, είναι δύσκολο όντως να αρνηθεί κανείς τη φτώχεια και το χαμηλό επίπεδο του δημόσιου λόγου. Αν από την άλλη υπονοείται κάποια “προλεταριακή αυθεντικότητα” σε αντιπαραβολή με τον “μικροαστισμό” του αντιμνημονιακού όχλου, κινούμαστε στα πλαίσια ενός κανονιστικού ιδεαλισμού. Όσοι κατέβηκαν στο δρόμο μια χαρά “συνείδηση” των συμφερόντων τους είχαν είτε ως μικροϊδιοκτήτες, μισθωτοί ή άνεργοι· δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις κορυφώσεις του αντιμνημονιακού αγώνα, που μορφολογικά θα μπορούσε να αποτελεί το ξέσπασμα μιας μαζικής εξέγερσης, – η 12η Φεβρουαρίου – συνέβη τη μέρα ψήφισης της μείωσης του βασικού μισθού και του επιδόματος ανεργίας. Αυτή όμως η συνείδηση εντάσσεται και διαχέεται στις ροές όπου τα εργατικά στρώματα συναρμόζονται με αυτό το ετερογενές πλήθος που μοιράζεται μεταξύ του πολλά (χρέη, υποχρεώσεις, εξαρτήσεις, επισφάλεια, ματαιωμένες προσδοκίες) αλλά και που το χωρίζουν αρκετά ώστε να μη συγκροτεί (πολιτική) τάξη όσο μια “αόρατη πλειοψηφία” – την οποία και η έννοια του Λαού προσπαθεί να φέρει στη δημόσια σφαίρα, με όλα τα προβλήματα και τους αποκλεισμούς που περιέχονται.[3]

Φυσικά, η ποσότητα δεν είναι και ποιότητα. Ακόμα περισσότερο, εφόσον η επιθυμία είναι μια παραγωγική διαδικασία τίποτα δεν εμποδίζει να επιχειρηθεί αυτό που τώρα μοιάζει ανέφικτο να γίνει εφικτό. Αυτή δεν είναι και η ουσία κάθε πολιτικής χειραφέτησης; Από την άλλη, επειδή δεν μπορούμε να υπερπηδήσουμε την ιστορία – δηλαδή τις υλικές συνθήκες στις οποίες ζούμε – η “πολιτική ανασυγκρότηση της τάξης”[4] δεν μπορεί να γίνει με όρους του παρελθόντος αλλά πρέπει να αντιμετωπίσει μια πολύ συγκεκριμένη πραγματικότητα: τον κατακερματισμό και τη διαφοροποίηση των εργατικών τάξεων που έχει προσλάβει διεθνή έκταση, τη διευρυμένη επισφάλεια, την εξάπλωση δουλειών που δεν παράγουν κανένα “class-pride”, την παρακμή του κοινωνικού κόσμου της εργασίας και των κοινοτήτων που τον αναπαρήγαγαν, τις σύγχρονες μορφές και τεχνικές εξουσίας, εξάρτησης και υποκειμενικοποίησης που τέμνουν παραδοσιακούς ταξικούς διαχωρισμούς, τη σύμφυση ανθρώπινου/τεχνικού και υποκειμένου/αντικειμένου σε ροές και μορφές που δυσκολεύουν τη θεμελίωση ενός πολιτικού προτάγματος στη “ζωντανή εργασία” κ.α. Σε κάθε περίπτωση, η “συνείδηση” είναι μια υλική διαδικασία συμμετοχής σε έναν δεδομένο κόσμο· εφόσον αυτός ο κόσμος δεν αποτελεί στατική διαρρύθμιση πραγμάτων αλλά ροές έντασης (συλλογικών και ατομικών, οργανικών και ανόργανων) σωμάτων, η συνείδηση, ως μια τέτοια σωματική ροή, υπόκειται σε διαδικασίες μεταλλαγής και ριζοσπαστικοποίησης οι οποίες όμως συντελούνται μόνο εν τω γίγνεσθαι του κόσμου άρα και των αγώνων που παράγονται ιστορικά. Έξω από αυτό το πλαίσιο, κάθε αναφορά σε “ταξική συνείδηση” ως αυτό-αναγνώριση που εμπεριέχει αυταπόδεικτες αλήθειες και κανονιστικές συμπεριφορές είναι απλά ιδεαλισμός (είτε ρομαντικής είτε ορθολογικής απόχρωσης) που έρχεται από τον 19ο αιώνα.

Επιστρέφοντας λοιπόν στους αντιμνημονιακούς αγώνες, στη δεδομένη συγκυρία της ελληνικής κοινωνίας όπως έβγαινε από 20 χρόνια “εκσυγχρονισμού”, δεν θα μπορούσε να παραχθεί ιστορικά κάτι άλλο από ένα κοινωνικά και πολιτικά ετερογενές κίνημα που συναρμοζόταν στη βάση ενός αρνητικού παρανομαστή – ενάντια δηλαδή στο Μνημόνιο. Συγχρόνως, επειδή ένα σημαντικό κομμάτι αυτών που βγήκαν στους δρόμους ήταν υλικά και ψυχικά προσδεμένοι στους όρους ζωής τους, αναμενόμενα ήθελαν να τους υπερασπίσουν ή να τους αποκαταστήσουν.[6] Ο αναγκαστικά αμυντικός χαρακτήρας που προσέλαβε το αντιμνημονιακό κίνημα όμως δεν εξάντλησε τη δυναμική του· επειδή οι πολιτικές διαμεσολαβήσεις που επικύρωναν τους υπάρχοντες όρους ζωής διαλύονταν μέσα από το Μνημόνιο – με πλέον χτυπητό παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ – μια τέτοια υπεράσπιση/αποκατάσταση απαιτούσε και έναν μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος, ανοίγοντας έτσι ένα ορίζοντα αλλαγής.

Εντός αυτού του δυναμικού πεδίου αναδείχθηκαν μειοψηφικά κομμάτια που επένδυσαν την επιθυμία για άρνηση και αλλαγή με ριζοσπαστικό και συγκρουσιακό περιεχόμενο, συντελώντας, ειδικά όσον αφορά το συγκρουσιακό στοιχείο, ώστε και η μάζα των αγωνιζομένων να πάει πολύ πέρα από την αφετηρία της. Δεν πρέπει να υποτιμάμε την παρουσία αυτών των μειοψηφιών ούτε τις εκτεταμένες συγκρούσεις ως υλική υπενθύμιση και κατώφλι μιας δυνατότητας· ποτέ δεν συναρμόστηκε όμως μια πολιτική δύναμη ικανή να γίνει φορέας ενός επαναστατικού μετασχηματισμού. Στην κρίσιμη μάζα του το αντιμνημονιακό κίνημα διατήρησε τον συντηρητικό (υπό την έννοια της επιθυμίας συντήρησης μιας υπάρχουσας συνθήκης) και ρεφορμιστικό χαρακτήρα του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτα άλλο από αυτό που έγινε, ούτε είναι άχρηστες τέτοιες υποθέσεις στο πλαίσιο επινόησης νέων πολιτικών ακολουθιών, στρατηγικών και τακτικών. Όσο όμως ανοιχτοί και αν ήταν οι αγώνες σε περαιτέρω ροές ριζοσπαστικοποίησης οι ψυχικές, υλικές και πολιτικές συνθήκες για μια κοινωνική (και δη ελευθεριακή-κομμουνιστική) επανάσταση απλά δεν υπήρχαν.

Η όποια δυναμική μετασχηματισμού συνεπώς παρέμεινε κατά βάση ενταγμένη στο τρίπτυχο άρνησης/ αποκατάστασης/αλλαγής, το οποίο, διαποτισμένο με όλα τα σχετικά (μίκρο- ή μάκρο-) συμφέροντα και προσδοκίες, όριζε τις ροές επιθυμίας που συνέθεταν το αντιμνημονιακό κίνημα, όπως και τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, εντάσεις και αντιφάσεις του. Αυτό το τρίπτυχο μπορεί να ανιχνευθεί σε όλα τα ορόσημα του κινήματος: στην αγριεμένη μάζα της 5ης Μάη του ΄11, στις πλατείες της αγανάκτησης[7] αλλά και της δημοκρατικής παραγωγής (όπως και του διαχωρισμού “πάνω και “κάτω” Συντάγματος), στην εξεγερτική έκρηξη της 12ης Φεβρουάριου του ΄12, στο Όχι του δημοψηφίσματος. Από αυτά τα “μεγάλα” συμβάντα μέχρι τις “μικρές” αντιστάσεις – τις αρνήσεις αξιολόγησης και πληρωμών, τις επανασυνδέσεις κλπ – το εν λόγω τρίπτυχο παρήχθη ως υλική δύναμη που παρεμπόδιζε την υλοποίηση του Μνημονίου και που δεν προκάλεσε απλά τεράστια κρατική καταστολή αλλά ώθησε το ντόπιο και διεθνές κατεστημένο σε συνεχείς πολιτικούς ελιγμούς και αναδιατάξεις.

Εδώ εντάσσεται και η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Όσοι λένε ότι η “πρώτη φορά Αριστερά” ήταν ένα αποκούμπι του συστήματος έχουν δίκιο. Ήταν όντως μόνο μια κυβέρνηση με βάση ένα αριστερό κόμμα που (θα) μπορούσε να συνεχίσει την αναδιάρθρωση μέσω της υπογραφής ενός τρίτου Μνημονίου. Αλλά αν μια διαλεκτική ανάλυση προσπαθεί να κατανοήσει το δομικό και το υποκειμενικό ως τροπικές εκφάνσεις της ίδιας πραγματικότητας και όχι ως διακριτούς παράγοντες, δεν πρέπει να τα συγχέει μεταξύ τους, καταλήγοντας έτσι να αναγιγνώσκει πολιτικές διαδικασίες και γεγονότα -όπως τη διαβόητη διαπραγμάτευση- ως φαινομενικότητες που κρύβουν σκοτεινά σχέδια “των εξουσιαστών”. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στην κυβερνητική εξουσία δεν ήταν καθόλου μέρος κάποιου πλάνου των διεθνών ελίτ και της ντόπιας ολιγαρχίας και για αυτό άλλωστε επί της ουσίας δεν έγινε – όσον αφορά ό, τι αντιπροσώπευε και την έφερε εκεί – ποτέ αποδεκτή. Αν, λοιπόν, στην Ελλάδα, μόνο η “αριστερά του κεφαλαίου” μπορούσε να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο αυτό δείχνει όχι μόνο το βάρος της ιστορίας αλλά και τη δύναμη του αντιμνημονιακού κινήματος. Υπό αυτή την έννοια, η 25η Ιανουαρίου ήταν σαφέστατα μια νίκη του τελευταίου, αφού σηματοδότησε την άνοδο στην κυβέρνηση πολιτικών δυνάμεων που από τα Αριστερά και τα Δεξιά διαμεσολαβούσαν και εξέφραζαν την επιθυμία άρνησης/ αποκατάστασης/αλλαγής.

Το γεγονός όμως, τότε, ότι η κυβέρνηση που εξέλεξε η αντιμνημονιακή συνάρμοση υπέγραψε ένα νέο μνημόνιο, χρησιμοποιώντας μάλιστα όλα τα αντιδημοκρατικά τρικ που υπάρχουν στη φαρέτρα του κοινοβουλευτισμού, συμπυκνώνει αυτό που φάνηκε σε όλες τις άλλες στιγμές-ορόσημα, με τελευταίο πάλι το δημοψήφισμα, δηλαδή την αδυναμία αποτροπής των πολιτικών λιτότητας και υποτίμησης. Υπό αυτή την έννοια, όλες οι εκδηλώσεις της δύναμης του αντιμνημονιακού κινήματος ως συνάρμοση άρνησης/αποκατάστασης/αλλαγής ήταν συγχρόνως εκδηλώσεις της αδυναμίας του και των ορίων του. Το θέμα εδώ δεν είναι να δικαιολογηθεί η κυβέρνηση ρίχνοντας την ευθύνη στο κίνημα, κατά το κλασικό “αυτό θέλει ο κόσμος”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατατρόπωση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, και ειδικότερα της προοπτικής μιας αριστερής κυβερνητικότητας που κόμιζε ο ΣΥΡΙΖΑ, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη μη-επιθυμία ρήξης και σύγκρουσης των κυβερνόντων, μια μη-επιθυμία που είναι συνυφασμένη με τον πολιτικό ρεφορμισμό. Με άλλα λόγια, στον πυρήνα της υπογραφής του νέου Μνημονίου υπάρχει μια χαμηλής έντασης επιθυμία, κάτι που δεν πρέπει να προσληφθεί ως ψυχολογικοποίηση αλλά ως ρητή πολιτική κριτική. Η ίδια όμως πολιτική κριτική αφορά και το αντιμνημονιακό κίνημα. Η “μνημονιακή συμμόρφωση” του ΣΥΡΙΖΑ, συνεπώς, είναι κάτι παραπάνω από ήττα της επίδοξης νέας σοσιαλδημοκρατίας, του αριστερού κυβερνητισμού και του πολιτικού ρεφορμισμού. Μαζί με όλα αυτά είναι και ήττα των αντιμνημονιακών αγώνων, μια ήττα που αντανακλά την αδυναμία (πραγμάτωσης) της επιθυμίας άρνησης/αποκατάστασης/αλλαγής. Το αντιμνημονιακό κίνημα δεν μπορούσε να αρνηθεί το Μνημόνιο διότι η αλλαγή που επέφερε δεν μπορούσε να υπερασπιστεί και να αποκαταστήσει αυτό που υπήρχε.

Αυτή η ήττα του ρεφορμισμού όχι μόνο ως πολιτική προοπτική αλλά και ως ψυχική επένδυση, είναι επίπονη στις άμεσες επιπτώσεις της αλλά από την άλλη ανοίγει νέους ορίζοντες. Δυστυχώς, στον α/α χώρο και στην άκρα αριστερά υπάρχει η τάση να σταματά η ανάλυση εδώ και να αποδίδεται πλήρως η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ και του αντιμνημονιακού κινήματος στον ρεφορμισμό τους (ή ακόμα χειρότερα όσον αφορά τον πρώτο στις δόλιες του εξουσιαστικές προθέσεις). Το πρόβλημα με αυτό είναι ότι, χωρίς να αναγνωρίζεται, διαπράττεται το σφάλμα που κάνει από τη δική του σκοπιά ο συντηρητικός αναθεωρητισμός αναφορικά με την επαναστατική παράδοση: διαγιγνώσκει ένα φαινόμενο ως εγγενές αποτέλεσμα της εσωτερικής λογικής μιας πολιτικής και ιδεολογικής προοπτικής αγνοώντας έτσι τις ιστορικές συνθήκες.[8] Από μια διαλεκτική σκοπιά, φυσικά, οι τελευταίες δεν είναι καθαρή εξωτερικότητα, αλλά ένα πεδίο που περιέχει τη δράση των υποκειμένων. Από αυτή τη σκοπιά, είναι η εξαρχής συγκαταβατική στάση της κυβέρνησης που συντέλεσε να οδηγηθεί η κατάσταση σε τόσο οριακό σημείο. Ήταν όμως το ενδεχόμενο οικονομικής ασφυξίας και κοινωνικής κατάρρευσης απλά ιδεολογήματα; Όσο σημαντικό και αν είναι να τονίζεται ότι η κρίση δεν αποτελεί φυσικό γεγονός την κάνει αυτό λιγότερο αντικειμενική; Ο κόσμος, πάντως, μπορεί να έχει έλλειμμα κριτικής κατανόησης και μπόλικες αυταπάτες αλλά δεν είναι μπούφοι: κατάλαβαν ότι μια μη-συμφωνία είναι άλμα στην αβεβαιότητα και για αυτό δεν αντέδρασαν μετά τη σύναψη συμφωνίας παρόλο που την είχαν καταψηφίσει στο δημοψήφισμα. Αυτό δεν ακυρώνει το Όχι αλλά το βάζει στη σωστή του διάσταση: ήταν μια στιγμή συλλογικής άρνησης, σημαντική αν ληφθεί υπόψη η περιρρέουσα τρομοκρατία αλλά χωρίς τη δύναμη να πάρει τη μορφή κατάφασης άρα και (τη δεδομένη στιγμή) έναν αντικυβερνητικό χαρακτήρα. Όταν η ρήξη επενδύεται τόσο ώστε να γίνει πυρηνική έννοια του φαντασιακού είναι εύκολο να υποβαθμίζονται οι πραγματικές επιπτώσεις όπως και ότι δεν είναι όλοι πρόθυμοι να τις αντιμετωπίσουν, ειδικά όταν οι εναλλακτικές που προσφέρονται αδυνατούν να εμπνεύσουν ή να πείσουν ότι θα επιφέρουν κάποια σημαντική βελτίωση της ζωής.

Εδώ βρίσκεται, από τη σκοπιά μιας ριζικής κριτικής στο υπάρχον και η ουσία του ζητήματος: όχι μόνο το ότι οι αγώνες ενάντια στη λιτότητα και την υποτίμηση δεν αποτέλεσαν μονάδες παραγωγής μιας συνολικής εναλλακτικής αλλά και η μεγάλη αδυναμία των διάφορων ριζοσπαστικών/επαναστατικών τάσεων να γίνουν κομιστές μιας τέτοιας εναλλακτικής και να πάνε πέρα από τη συνθηματολογία, μια παθιασμένη όσο και αφηρημένη ρητορική καταστροφής ή μια ρομαντική και αισθητικοποιημένη “άρνηση”.

Υπάρχει πχ. μια επένδυση στους “αδιαμεσολάβητους” ταξικούς αγώνες, ιδιαίτερα στον μαχητικό συνδικαλισμό. Το ερώτημα εδώ δεν είναι αν ο τελευταίος είναι εφικτός, κάτι που άλλωστε απαντιέται καταφατικά στο πρακτικό επίπεδο μέσα στους αγώνες που δίνονται. Όμως ως συνδικαλισμός – ως αγώνας επί των όρων διεξαγωγής της μισθωτής εργασίας – εγγράφεται, αναδύεται και καθορίζεται από μια δεδομένη οικονομική-νομική-πολιτική συνθήκη. Η εντατικοποιημένη διεθνοποίηση των ροών του κεφαλαίου, η χρηματιστικοποίηση, οι διεθνείς θεσμοί και δομές εξουσίας με τους μηχανισμούς επιβολής που διαθέτουν, η κρίση και η υπέρ-συσσώρευση, η υποτίμηση και η λιτότητα ως νομικό-υλική οργάνωση τους, ορίζουν την οικονομική συγκυρία και το δικαιϊκό-πολιτικό πλαίσιο, δηλαδή την πραγματικότητα των όποιων εργατικών αγώνων. Αν ο “αγώνας ενάντια στα αφεντικά” δεν λάβει υπόψη του αυτές τις προκείμενες είναι απλά μια αφαίρεση που υποδύεται το υπέρ-ιστορικό αξίωμα. Πως μέσα στις συνθήκες επιθετικής αναδιάρθρωσης που έχουν παραχθεί στην Ελλάδα, και αδιαφορώντας για το γενικό καθεστώς λιτότητας και ύφεσης που έχει επιβληθεί, είναι δυνατόν να επιτευχθεί μια μη-αποσπασματική ανατίμηση της εργατικής δύναμης; Μπορεί επιμέρους αγώνες να νικήσουν και να δικαιωθούν αλλά ο συνδικαλισμός αναπόφευκτα αναδύεται σε μια πραγματικότητα όπου πολύ χειρότερο από το να σε εκμεταλλεύονται είναι το να μην σε εκμεταλλεύονται.[9] Σε τέτοιες συνθήκες η ανάδυση ενός προωθητικού μαζικού εργατικού κινήματος είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ακόμα όμως και αν αναπτυσσόταν ένα τέτοιο εργατικό κίνημα αδυνατώ να δω πως μια βαθιά κοινωνική μεταρρύθμιση υπέρ της εργασίας θα μπορούσε να ευδοκιμήσει έξω από την εγγραφή της σε μια συνολικότερη εναλλακτική στο νεοφιλελεύθερο καθεστώς συσσώρευσης και κυβερνολογικής.

Ως μέρος μιας τέτοιας συνολικότερης εναλλακτικής προτάσσεται η δημιουργία και επέκταση αυτόνομων αντί-δομών έξω από τα υπάρχοντα θεσμικά πλαίσια. Τι ακριβώς όμως οργανώνουν, διαχειρίζονται και αρνούνται αυτές οι (αντί)δομές; Οι συλλογικές κουζίνες μαγειρεύουν προϊόντα που ακόμα και αν απαλλοτριωθούν έχουν παραχθεί ως εμπορεύματα. Οι καταλήψεις κλέβουν ρεύμα το οποίο παράγεται σε εργοστάσια. Αρνούμαστε να πληρώσουμε εισιτήρια σε μεταφορικά μέσα που θέλουν καύσιμα για να κινηθούν· και ούτω καθεξής. Ακόμα και η επέκταση στην παραγωγή, όπως δείχνει η ΒΙΟ.ΜΕ, με κανένα τρόπο δεν αποσπά μια δομή αυτοδιαχείρισης από την αγορά και τους καταναγκασμούς της πχ. την ανάγκη εύρεσης κεφαλαίου κίνησης. Εδώ ενυπάρχουν δυο κρίσιμα συμπεράσματα: στην παρούσα συγκυρία οι αντί-δομές (α) προϋποθέτουν μια στοιχειωδώς λειτουργική οικονομία άρα και ένα λειτουργικό κράτος· (β) αποτελούν εναλλακτική μορφή αντιμετώπισης της λιτότητας. Υπάρχουν, φυσικά, ποιοτικές διαφορές με άλλες μορφές διαχείρισης της φτώχειας, πχ. αυτές της οργανωμένης φιλανθρωπίας, διαφορές που διακρίνουν τις κινηματικές αντί-δομές ως ανταγωνιστικά εγχειρήματα. Αλλά πρέπει να έχουμε ένα μέτρο των πραγμάτων και του μεγέθους τους. Σημαντικά ως πειραματισμοί, αλλά για κανένα λόγο ακόμα στο επίπεδο διευρυμένης ροής κοινωνικής μεταρρύθμισης ή μετασχηματισμού, τα όποια αυτό-οργανωμένα εγχειρήματα είναι αναγκασμένα να διαπραγματεύονται συνεχώς με τα όρια και τις αντιφάσεις τους.

Φυσικά, η επανάσταση υποτίθεται ότι είναι η λύση σε αυτά τα ζητήματα, το ποιοτικό άλμα που θα ξεπεράσει καταστρέφοντας τις μορφές πραγμάτωσης του κεφαλαίου άρα και τους καταναγκασμούς που προκύπτουν εξ αυτών. Έξω όμως από έναν άκρατο βολονταρισμό ή το αποκαλυπτικό όραμα της παγκόσμιας ανάφλεξης που θα κάψει τον “παλιό κόσμο”, ένα επαναστατικό ξέσπασμα, ακόμα και αν εξελιχθεί σε διεθνές επαναστατικό κύμα, δεν μπορεί να παρακάμψει την ιστορική του πραγματικότητα πχ. το ρόλο που έχει σήμερα το χρήμα στην αναπαραγωγή της (κοινωνικής) ζωής. Είναι ενδιαφέρον εδώ ότι ενώ ενίοτε τονίζεται ως παραδειγματική η μονομερής διαγραφή του χρέους από τους Μπολσεβίκους δεν αποδίδεται το ίδιο βάρος στο ότι μετέπειτα αναγκάστηκαν να ψάξουν νέα δάνεια (αλλά και τεχνογνωσία) από τις καπιταλιστικές δυνάμεις. Στη σημερινή εποχή ηγεμονίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, όπου οι ροές παραγωγής εγγράφονται σε και διαμεσολαβούνται από ροές πίστωσης που εμπλέκουν κάθε επιμέρους δραστηριότητα (είτε παραγωγική είτε καταναλωτική) στα παγκόσμια κυκλώματα του κεφαλαίου, η ανάγκη για δανεισμό θα ήταν ακόμα επιτακτικότερη για μια επαναστατημένη επικράτεια, εφόσον φυσικά δεν θα ήθελε να γνωρίσει καταστάσεις που θα κάνανε το “Μεγάλο Άλμα Εμπρός” να μοιάζει με σχολική εκδρομή. Φυσικά, αυτό θα σηματοδοτούσε εγγραφή σε μια σχέση χρέους, ενώ αντιστρόφως όσο περιοριζόταν ο δανεισμός και επιχειρείτο κάποια μορφή παραγωγικής αυτοδυναμίας θα αναπαραγόταν και κάποια μορφή λιτότητας. Προφανώς, αυτή η λιτότητα δεν θα ήταν ίδια με τη λιτότητα που επιβάλλεται σήμερα ως τεχνική νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της κρίσης υπέρ του κεφαλαίου. Αλλά θα παρέμενε μια τεχνητή εν σχέση με τις υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, με όλες τις εντάσεις που αναπόφευκτα αυτό θα παρήγαγε. Κάτι τέτοιο, εν τέλει, σημαίνει ότι όπως και ο ρεφορμισμός έτσι και η επανάσταση (θα) μετέχει σε μια εκ των βασικών αντιφάσεων της εποχής: ενώ υπάρχουν τεράστιες παραγωγικές και τεχνικές δυνατότητες ο ιστορικός ορίζοντας καθορίζεται από τη διευρυμένη αναπαραγωγή χρέους και λιτότητας.

Όλα αυτά δεν ταυτίζουν την επανάσταση με τον ρεφορμισμό, απλά τονίζουν ότι οι δυο αυτές πολιτικές προοπτικές μοιράζονται την ίδια πραγματικότητα άρα μετέχουν των αντιφάσεων της. Κατά τον ίδιο τρόπο, η παραδοχή ότι η επανάσταση δεν μπορεί απλά να παρακάμψει με μια πράξη βούλησης τον κύκλο της λιτότητας και του χρέους δεν σημαίνει ότι είναι εξ ορισμού καταδικασμένη. Αντιθέτως, ο (ελευθεριακός) κομμουνισμός είναι μια αντικειμενική δυνατότητα της εποχής που όχι μόνο πιστοποιείται ως γίγνεσθαι σε πλείστες διαδικασίες αλλά σχετίζεται άμεσα με την προαναφερθείσα αντίφαση και τις εντάσεις που τη συνοδεύουν και παράγει. Η πραγμάτωση, όμως, μια τέτοιας δυνατότητας δεν μπορεί παρά να αφορά μια μακρά και αβέβαιη διαδικασία που θα πρέπει να διαβεί την ιστορική συγκυρία χωρίς να στηρίζεται μόνο σε ένα ηρωικό ήθος διαρκούς επαναστατικής επιστράτευσης.

Για την ώρα, πάντως, βρισκόμαστε στο χείλος της τρύπας· εκτείνοντας το βλέμμα φαίνεται μια παγκόσμια οικονομία σε κατάσταση νευρικής κρίσης ενώ η εξαθλίωση, η βαρβαρότητα και το κοινωνικό χάος ως αποτελέσματα αλλά και τεχνικές διαχείρισης των παγκόσμιων ροών του κεφαλαίου διευρύνονται. Επικεντρώνοντας στον ελλαδικό χώρο διακρίνεται ο ορίζοντας μιας μακράς λιτότητας και κάμποσα ατομικά και συλλογικά αδιέξοδα. Η εκτίμηση μου είναι ότι, έξω από μια σταθεροποίηση και ανάκαμψη της οικονομίας, ο εσωτερικός ανταγωνισμός θα συμπυκνωθεί σταδιακά στο δίπολο “μέσα/έξω από την Ε.Ε.”, άρα και στο δίπολο Ευρώ/Δραχμή. Όπως και με το “μνημόνιο/αντιμνημόνιο” είναι δεδομένο ότι αυτό το δίπολο εμπεριέχει πολλές παγίδες και όρια όσον αφορά τη βελτίωση της ζωής των υποτελών τάξεων. Αλλά αν όντως παραχθεί ιστορικά θα πρέπει να το διαβούμε προσπαθώντας να διαπραγματευτούμε με αυτά του τα όρια, ανιχνεύοντας τις όποιες δυνατότητες και ορίζοντες (θα) ανοίγονται. Ό, τι όμως και αν βρίσκεται μπροστά μας θα κουβαλάει τις (θετικές και αρνητικές) παρακαταθήκες του αντιμνημονιακού κινήματος, αρνήσεις που αναζητούν τις καταφάσεις τους και ήττες που ζητάνε τη δικαίωση τους, από τη μακρινή 5η Μάη μέχρι την όψιμη 5η Ιούλη.

(Και κάτι σαν) Επίλογος

“Ακόμα και ένα αδιέξοδο είναι καλό αν αποτελεί μέρος ενός ριζώματος”.

G. Geleuze & F. Guattari, Κάφκα: Προς μια ελάσσων λογοτεχνία

Η μη-ανταπόκριση μεταξύ πραγματικού και επιθυμίας αποτελεί οντολογική προϋπόθεση κάθε κοινωνικού μετασχηματισμού άρα και καταστατική συνθήκη της ανθρώπινης ιστορικότητας. Αποτελεί όμως και γενεσιουργό συνθήκη εντάσεων και αντιφάσεων. Όσοι ειδικά επενδύουν σε ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνικής πραγματικότητας καλούνται να ισορροπήσουν στο χάσμα επιθυμίας και πραγματικού, αντιμετωπίζοντας ή απωθώντας το δυσάρεστο (;) γεγονός ότι οι υποτελείς τάξεις συνήθως δεν δρουν όπως θέλουμε. Το ζήτημα εδώ δεν είναι να αντιπαραβληθεί κάποιο “αγνό” κοινωνικό υποκείμενο ή μια “αδιαμεσολάβητη” κοινωνική παρουσία σε “παραμορφωτικές” πολιτικές μεσολαβήσεις και ιδεολογίες με το (υποτίθεται) καταπιεστικό πάθος τους για ολότητα. Τίποτα από ό, τι ειπώθηκε δεν αναιρεί την επιθυμία αλλά και ανάγκη να υποβάλουμε τον κόσμο σε συνολική κριτική, να οραματιζόμαστε έναν άλλο κόσμο και να τον προετοιμάζουμε πρακτικά. Αλλά πρέπει να το κάνουμε χωρίς έπαρση, αναγνωρίζοντας τον περιθωριακό χαρακτήρα των φορέων επαναστατικής ιδεολογίας όπως και το ότι ούτε κατά διάνοια δεν έχουμε επεξεργαστεί επαρκώς τρόπους επίλυσης των τεράστιων δυσκολιών που θέτει η συγκυρία. Ακόμα γονιμότερο, όμως, θα ήταν να αναγνωριστεί ο προβληματικός χαρακτήρας της κατάστασης, καθώς ένα πρόβλημα δεν αποτελεί μια δυσκολία – την οποία απλά πρέπει να ξεπεράσουμε για να φτάσουμε κάπου που γνωρίζουμε – αλλά μια ανοιχτή διαδικασία της οποίας την απάντηση δεν ξέρουμε εκ των προτέρων. Μια τέτοια έλλειψη απάντησης αναπόφευκτα θα βιώνεται ενίοτε με όρους αδυναμίας και αδιεξόδου. Αλλά δεν υπονοεί παραίτηση. Αντιθέτως ίσως επιτρέψει την παραγωγή ενός προγράμματος που θα θεμελιώνεται στην ιστορική συγκυρία αλλά και στις υγιείς και δημιουργικές δυνάμεις που δρουν εντός της χωρίς να αυταπατάται ότι όλα τα φλέγοντα ζητήματα που τίθενται μπορεί να επιλυθούν εκ των προτέρων.

Στο κατώφλι που ο πραγματισμός συναντά την ουτοπία…

 

[1] Η ορολογία δεν είναι τυχαία. Το αντιμνημονιακό μπλοκ ήταν μια συνάρμοση και όχι μια “συμμαχία”. Η τελευταία αποτελεί μια πολιτική πράξη μεταξύ δυο ή περισσότερων συλλογικών φορέων στη βάση κάποιων ρητά διατυπωμένων συμφωνιών ή στόχων. Η συνάρμοση αποτελεί μια πιο γενική κατηγορία που αφορά την παραγωγή ιστορικών μορφών μέσα από δυναμικές ροές έντασης και η οποία δεν είναι απαραίτητα προϊόν συνειδητού υπολογισμού και στοχοθεσίας. Ενώ λοιπόν η σύναψη μιας συμμαχίας παράγει μια νέα συνάρμοση δεν είναι κάθε συνάρμοση και μια συμμαχία.

[2] Κάποιες τάσεις φυσικά όταν μιλάνε για την “τάξη μας” και την ανάγκη πολιτικής της συγκρότησης δεν αναφέρονται στην εργατική τάξη αλλά γενικότερα στους “καταπιεσμένους”. Δυστυχώς εδώ τα πράγματα είναι ακόμα δυσκολότερα, καθώς η καταπίεση, υπαρκτή όσο και αν είναι, είναι τόσο γενική σαν κατηγορία και περιέχει τόσες διαφοροποιήσεις που δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσει ένα ταξικό ανήκειν, εφόσον φυσικά δεν χρησιμοποιούμε τον όρο “τάξη” με ένα εντελώς αφηρημένο ή βολονταριστικό τρόπο π.χ. “όσοι αγωνίζονται ενάντια στο κεφάλαιο”. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξουν κοινότητες αγώνα μεταξύ των υποτελών τάξεων, αλλά επειδή μιλάμε πάντα για μια πολλαπλότητα αυτή δεν μπορεί να συγκροτηθεί κάτω από μια υποτιθέμενη ταυτότητα συμφερόντων.

[3] Ο μεγάλος απών από το σχήμα του (εθνικού) Λαού είναι φυσικά και ο μεγάλος απών του αντιμνημονιακού κίνηματος, οι μετανάστες, μια απουσία που καταδεικνύει από μόνη τα όρια αυτού του κινήματος. Πρόκειται για ένα μεγάλο ζήτημα το οποίο δεν ξεμπερδεύεται σε μια υποσημείωση.

[4] Παρεμπιπτόντως, είναι ενδιαφέρον ότι όταν μιλάμε για πολιτική συγκρότηση χρησιμοποιείται πάντα ο ενικός ενώ ιστορικά όταν παράχθηκε ένα ισχυρό ταξικό ανήκειν μέσα στα εργατικά στρώματα, η εργατική τάξη διαφοροποιήθηκε πολιτικά. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.

[6] Ούτε αυτό είναι καινοφανές, όπως και δεν αναιρεί την παραγωγή ριζοσπαστικών χαρακτηριστικών και τάσεων εντός ενός τέτοιου κινήματος υπεράσπισης/αποκατάστασης. Πρβλ., πχ., την μελέτη των λαϊκών κινημάτων της πρώιμης βιομηχανικής περιόδου από τον Craig Calhoun, The Question of Class Struggle: Social Foundations of Popular Radicalism during the Industrial Revolution, (Chicago: The University of Chicago Press, 1982)

[7] Η ονομασία “Αγανακτισμένοι” προκάλεσε αρκετά επικριτικά και ειρωνικά σχόλια, ως σύμπτωμα υποτίθεται του μικροαστισμού και της ελλειμματικής πολιτικής συγκρότησης και ταξικής συνείδησης των συμμετεχόντων. Όμως, όπως ο Σπινόζα έχει προ πολλού παρατηρήσει, η αγανάκτηση δεν είναι ένα ποταπό ατομικό ή ηθικό συναίσθημα αλλά ένα πολιτικό πάθος ικανό να κινητοποιήσει και εγγραφεί σε συλλογικές διαδικασίες εξέγερσης ή μετασχηματισμού. Για όποιον θέλει να το επιβεβαιώσει αυτό θα συνιστούσα απλά να δει το Θωρηκτό Ποτέμκιν.

[8] Πρβλ. την εξαιρετική μελέτη του Domenico Losurdo, War and Revolution: Rethinking the 20th Century, (London and New York: Verso, 2015).

[9] Σύμφωνα με την ρήση ενός στοχαστή, Γάλλου νομίζω, το όνομα του οποίου τώρα δεν θυμάμαι. Φυσικά αυτή η αντίφαση είναι εγγενής στον καπιταλισμό, αλλά εντείνεται όσο βαθαίνει η πραγματική υπαγωγή της ζωής στο κεφάλαιο.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ: Silence_Infinis / Κενό Δίκτυο

ΑΚΤΙΒΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ (ΑΤΟΜΙΚΟΙ) ΕΡΓΑΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Αναδημοσιεύεται (με δικό μας υπέρτιτλο) η τοποθέτηση της συλλογικότητας …σε τροχιά σύγκρουσης, η οποία κατατέθηκε σε πρωθύστερο χρόνο κατά τη διάρκεια δημόσιας εκδήλωσης σε κεντρική πλατεία του Αμαρουσίου το περασμένο φθινόπωρο και αφορά τη γνωστή υπόθεση του καφέ Scherzo στο Μαρούσι.

cropped-cafe4


 

Τοποθέτηση συλλογικότητας σε τροχιά σύγκρουσης για την εκδήλωση:

«νέες συνθήκες εκμετάλλευσης και εργοδοτική τρομοκρατία στους χώρους εργασίας, η περίπτωση των μεταναστ(ρι)ών εργατ(ρι)ών και σύγχρονοι εργατικοί αγώνες: Με αφορμή την υπόθεση του Scherzo καφέ στο Μαρούσι»

Το παρόν κείμενο αποτελεί τη βιωμένη εμπειρία μας από τον αγώνα που ξεκίνησε ο Γιασίρ τον περασμένο χειμώνα (2014) μετά τον ξυλοδαρμό του, την κλοπή μέρους των δεδουλευμένων του και την άρνηση καταβολής των χρωστούμενων από το αφεντικό της καφετέριας Scherzo στο Μαρούσι, Δ. Τυρολόγο. Η απόφασή μας να ασχοληθούμε με την υπόθεση της καφετέριας Scherzo δεν εξαντλείται σε συγκινησιακούς λόγους (ο ξυλοδαρμός του Γ.), αν και έπαιξαν το ρόλο τους, ούτε επειδή μας το επέβαλε αποκλειστικά η πολιτική μας ταυτότητα. Απορρέει και από το γεγονός ότι το ίδιο το υποκείμενο Γ. – όντας μέρος του πιο υποτιμημένου κομματιού του προλεταριάτου και της κοινωνικής ομάδας με τις λιγότερο σημαντικές να βιωθούν ζωές – επέλεξε να συγκρουστεί με το σύγχρονο καθεστώς παρανομοποίησης των μεταναστ(ρι)ών, διεκδικώντας με πολύ υλικούς όρους (ένσημα, μισθοί, αποζημίωση) την ορατότητά του στο δημόσιο πεδίο. Αφενός, δηλαδή, μέσω του αγώνα του Γ. έγιναν ορατές οι πτυχές της καταπίεσής του οι οποίες μέχρι τότε δεν εμφανίζονταν ως τέτοιες αφετέρου η ορατότητά του επιβεβαιώθηκε όταν έγινε μέλος του σωματείου του. [1]

Η οργανωτική μορφή του αγώνα αποτέλεσε ένα επιπλέον έναυσμα για τη στήριξη και συμμετοχή μας σε αυτόν. Συστάθηκε μια ανοιχτή συνέλευση αλληλεγγύης που έτρεξε και οργάνωσε τον αγώνα (με εβδομαδιαίο ραντεβού)· μια ανοιχτή συνέλευση που λάμβανε χώρα εντός μιας κατάληψης (και όχι σε μία κλειστή αίθουσα της ΓΣΕΕ!) και, αρχικά, απαρτιζόταν από πολιτικές συλλογικότητες, από καταλήψεις και στέκια, από μία λαϊκή συνέλευση και από μεμονωμένα άτομα, από το σωματείο βάσης στον κλάδο του επισιτισμού και από τον Γ. Η παντελής, δε, απουσία της αριστεράς –τόσο ως διαμεσολαβητή μεταξύ αφεντικού και εργάτη όσο και ως επιδίωξη άντλησης πολιτικής υπεραξίας –άφησε το πεδίο ανοιχτό ώστε να τεθούν με κινηματικό τρόπο τα διακυβεύματα του αγώνα.

Ξεκινώντας από αυτές τις πρώτες παρατηρήσεις ή/και διαπιστώσεις, είναι σημαντικό να πούμε ότι ο δηλωμένος στόχος που ένωσε (και συσπείρωσε) όλα αυτά τα ετερόκλητα υποκείμενα στον αγώνα αυτόν ήταν να κερδηθεί ο αγώνας του Γ. (αρχικά) μέσω των παρεμβάσεων στην καφετέρια Scherzo και (στη συνέχεια μέσω) των δράσεων στο πεδίο του Αμαρουσίου. Αυτό που εννοούμε είναι πως δεν έγινε κάποια προσπάθεια να συγκλίνουν τα πολιτικά σκεπτικά των συλλογικοτήτων και να σχεδιαστεί μια κοινή στρατηγική σε βάθος χρόνου αλλά συν-λειτουργήσαμε στη βάση της δράσης. Η οπτική μας διερευνά τον αγώνα αυτόν σαν ένα κομμάτι, (ιστορικό) αποτέλεσμα των ακηδεμόνευτων και αιτηματικών αγώνων των μεταναστ(ρι)ών που διεξάγονται τα τελευταία χρόνια (300 μετανάστες απεργοί πείνας, εργατικός αγώνας μεταναστών αλιερ-γατών στη Ν. Μηχανιώνα, διεκδίκηση δεδουλευμένων στη Μανωλάδα, εξέγερση στο στρατόπεδο κράτησης της Αμυγδαλέζας, απεργία μεταναστών εργατών γης στη Σκάλα Λακωνίας, αγώνες μεταναστών μικροπωλητών πέριξ της Ασοεε) και διαπλέκονται με ή/και συναντούν τις πολιτικές μας διαδικασίες ως α/α/α χώρου. Μέσα στη σχέση αυτή μεταβάλλονται οι αντιλήψεις και οι πρακτικές μας γύρω από μια σειρά ζητημάτων.

Όταν μιλάμε για έναν αγώνα με συνέχεια (εβδομαδιαίες παρεμβάσεις/ αποκλεισμοί του μαγαζιού και συνελεύσεις) και αρκετούς μήνες διάρκεια είναι προφανές ότι θα υπάρξουν “λαμπρές” στιγμές από άποψη μαζικότητας, διαθεσιμότητας και όρεξης του κόσμου, και στιγμές ύφεσης. Στην περίπτωση του αγώνα στο Scherzo, οι καλές του στιγμές (πορεία, πρώτοι αποκλεισμοί, παρέμβαση αντιπληροφόρησης στη γειτονιά που μένει ο Τ.) ήταν κυρίως στην αρχή του, αν εξαιρέσουμε την μοτοπορεία της Πρωτομαγιάς που μάζεψε πολύ κόσμο, μετά και το συμβάν με τους πυροβολισμούς του Τ. στην πίσω αυλή του μαγαζιού. Πολύ γρήγορα, η μαζικότητα υποχώρησε καταλήγοντας οι δράσεις να αφορούν στενά τον κόσμο γύρω από τη συνέλευση αλληλεγγύης. Παράλληλα και οι ίδιες οι δράσεις περιορίστηκαν στους αποκλεισμούς/ παρουσία κάποιων από εμάς, κάθε Σάββατο έξω από το μαγαζί για κάποιες ώρες.

Ψηλαφίζοντας τους λόγους που οδήγησαν τον περισσότερο αλληλέγγυο κόσμο να σταματήσει να έρχεται, καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα: πρώτον, η έλλειψη άμεσου διακυβεύματος για τους/τις αλληλέγγυους/αλληλέγγυες. Με άλλα λόγια, το ότι ούτε υπήρξε άμεση και σύντομη δικαίωση[2], κυρίως για την πράξη του ξυλοδαρμού, ούτε (υπήρξε) μία συγκρουσιακή απάντηση από εμάς (σαμποτάζ, φάπες στον Τυρολόγο[3]), θεωρούμε ότι έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο. Δεύτερον, και σε συνάρτηση με το πρώτο, η αμφιθυμία απέναντι σε ό, τι έγινε αντιληπτό ως δίπολο «παρανομίας-νομιμότητας», όπου ως «νομιμότητα» κωδικοποιήθηκε η εργατική διεκδίκηση (και) μέσω της δικαστικής οδού, ενώ ως «παρανομία» παρουσιάστηκε η έκφραση άμεσης ταξικής οργής. Η φαινομενική[4]σύγκρουση «παρανομία-νομιμότητα» ήταν εξαιρετικά καθοριστική για τον αγώνα που διεξήχθη ακριβώς επειδή είναι σαφές ότι (εξακολουθεί να) συντηρεί την πολιτική αντίληψη ότι οι νόμοι έρχονται μόνο από τα πάνω. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, το κράτος και η “κοινωνία” είναι δύο εντελώς ασύνδετοι πόλοι, όπου ό,τι κάνει ο καθένας δεν επηρεάζει τον άλλο –ή τον επηρεάζει με ένα μαγικό τρόπο.[5] Αντίθετα, βάσει της δικής μας οπτικής, οι νόμοι συνιστούν αποτυπώσεις των συσχετισμών των κοινωνικών ανταγωνισμών. Και από τη στιγμή που το κράτος διαμεσολαβεί όλες τις κοι-νωνικές σχέσεις, θεωρούμε ότι, δεν μπορούν οι όποιες εκφράσεις ταξικού ανταγωνι-σμού να αποφύγουν το «δικαστικό κομμάτι», δηλαδή την εμπλοκή του ελληνικού κρά-τους.[6] Για εμάς, δηλαδή, ενώ η σύγκρουση και η διεκδίκηση εμφανίζονται ως διαχωρισμένα το ένα από το άλλο, είναι/ ήταν ένα διακύβευμα το να προσπαθήσουμε να τα συνδέσουμε. Την ίδια στιγμή, κρίνουμε ότι αρκετός κόσμος περιχαρακώθηκε στον έναν από τους δύο πόλους, ενώ ούτε η ίδια η συνέλευση αλληλεγγύης μπόρεσε να ξεφύγει από αυτό το διπολισμό – παρότι έγιναν κάποιες προσπάθειες κυρίως μέσω συγκεκριμένων δράσεων. Τέλος – και σε σχέση με το ίδιο ζήτημα – αποφασίσαμε να παραμείνουμε ως συλλογικότητα στη συνέλευση και να στηρίζουμε τις παρεμβάσεις, παρότι είχαμε (και στο εσωτερικό μας) διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με το πώς θα έπρεπε να συμμετέχουμε στον αγώνα· βάρυναν ως πολύ σημαντικά και η σχέση που χτίσαμε με το Γ. και ο ίδιος ο αγώνας ως προοπτική.

Και στην περίπτωση του αγώνα στο Scherzo, η διεκδίκηση και με νομικά μέσα, αποτέλεσε ένα εργαλείο με άμεσα αποτελέσματα για το Γ., που δεν ήταν η νικηφόρα προοπτική του αγώνα με χρηματικούς ή/και ηθικούς όρους, αλλά η ορατότητα της εργασίας του (και της ύπαρξής του). Με άλλα λόγια, αποτελεί μία πράξη καταστροφής (μία ρήξη) της στρατηγικής που στήνουν οι από τα πάνω (κράτος, αφεντικά, μπάτσοι, δικαστές, κλπ) με τους από κάτω (ρατσιστές, αγανακτισμένοι πολίτες, έλληνες μικροαστοί) γύρω από την παραγωγή, διακίνηση και χρήση της «παρανομοποιημένης» εργασίας.[7] Για εμάς, δεν τίθεται ζήτημα ρεφορμισμού του αγώνα (επειδή αντί να τα κάνουμε γης μαδιάμ πήγαμε στην επιθεώρηση εργασίας) και ούτε αυτός (ο αγώνας) μπορεί να ταυτίζεται με τους ρεφορμιστικούς αγώνες της ΓΣΕΕ και της αριστεράς, για τους λόγους που εξηγήσαμε.

Ένα ακόμη σημείο αφορά τα υποκείμενα (δηλαδή όλους και όλες εμάς) που συμμετείχαν στον αγώνα και τις πρακτικές τους. Είναι σαφές ότι δεν μιλάμε για έναν αποκλειστικά συνδικαλιστικό αγώνα καθώς η σύνθεση του αλληλέγγυου κόσμου δεν εξαντλήθηκε στην ταυτότητα του/της εργάτη/εργάτριας και επειδή οι δράσεις δεν πε-ριορίστηκαν στον εργασιακό χώρο. Αντίθετα, ο αγώνας διαχύθηκε στο δημόσιο χώρο, σε τοπικό επίπεδο αλλά και σε κεντρικό (μέσω της μοτοπορείας της Πρωτομαγιάς και της παρέμβασης που ακολούθησε) ενώ κατάφερε να συσπειρώσει διαφορετικές ταυτότητες. Ο αγώνας αυτός μπορούμε να πούμε ότι ήταν αφενός «υβριδικός», με την έννοια πως η συνάρθρωση[8] των ταυτοτήτων του εργάτη και του μετανάστη ήταν εκείνη που μπόρεσε να βάλει τον Γ. σε μια τόσο υποτιμημένη θέση και επέτρεψε στον Τ. να ασκήσει τέτοια εξουσία πάνω στον Γ· αφετέρου ήταν και «συγκεκριμένος», γιατί συγκρούστηκε τόσο με τα αφεντικά αυτού του κόσμο, όσο και με ένα συγκεκριμένο ρατσιστή, ελληνά-ρα, μαφιόζο και σεξιστή: τον Τυρολόγο.

Ο αγώνας αυτός είναι ενδεικτικός μιας σειράς από σύγχρονους αγώνες που λαμβάνουν χώρα σε όλη την (αυτοαποκαλούμενη) ελλαδική επικράτεια. Στους αγώνες αυτούς αναδεικνύεται μια διαπλοκή των σχέσεων εξουσίας/ αντίστασης – στα πεδία του έθνους, της τάξης, της σεξουαλικότητας[9], και χωρίς να περιορίζεται σ’ αυτά – που συνθέτουν τα υποκείμενα που τους διεξάγουν (μετανάστες, αλληλέγγυες/οι). Παράλληλα, φανερώνονται οι προοπτικές, οι αδυναμίες και οι προβληματισμοί που πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσα από την όξυνση και διεύρυνση των πεδίων των κοινωνικών ανταγωνισμών.

… σε τροχιά σύγκρουσης
10/2014

 

Σημειώσεις:

[1] Παρουσιάζοντας τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στους αγώνες και την ορατότητα/αναγνώριση. Εδώ, βέβαια, αναδεικνύονται και οι πτυχές της επιλογής του Γ. να “τρέξει” με αυτό το συγκεκριμένο τρόπο τον αγώνα και να μην απευθυνθεί λ.χ. σε κάποια μ.κ.ο. αναθέτοντας εκεί τη “λύση” των προβλημάτων του.

[2] Στο σημείο αυτό έχει μια σημασία να αναφερθεί ότι εντός της συλλογικότητάς μας έχει εκφραστεί και η αντίληψη που υποστηρίζει ότι η ηθική δικαίωση του Γ. δεν θα επέλθει μέσω ενός οικονομικού αντιτίμου· πόσο μάλλον αν λανθασμένα θεωρηθεί ότι η αστική δικαιοσύνη –που εξαρχής είναι εχθρι-κή απέναντί μας – θα δικάσει το δίκιο του Γ. – και μέσω αυτού, το “δικό μας”. Σύμφωνα με τη θέση αυτή, η οποία κεντράρει στην αξιοπρέπεια του εργάτη Γ., ο πρώτος στόχος (θα έπρεπε να) είναι το να έχει υλικές ζημιές/απώλειες το αφεντικό του και στη συνέχεια να υπάρξουν οι όποιες διεκδικήσεις.

[3] Θυμίζουμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο ίδιος ρατσιστής-αφεντικό έχει δράσει ξανά στο παρελθόν με παρόμοιο τρόπο, όταν είχε εκβιάσει και τραμπουκίσει δημόσια Αλβανό εργάτη που δού-λευε στο μαγαζί του.

[4] Στις σχετικές συζητήσεις που κάναμε (ως συλλογικότητα) διατυπώθηκε η άποψη πως ενώ αντιλαμβανόμαστε ως ψευδές το δίλημμα για τους λόγους που θα εξηγηθούν αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει πραγματικές συνέπειες ως δίλημμα. Κάτι που οφείλεται στο γεγονός πως ο διαχωρισμός αυτός έχει διαμορφωθεί κοινωνικά και ιστορικά ως κυρίαρχη πραγματικότητα.

[5] Άμεσο αποτέλεσμα της άποψης αυτής είναι και το ότι οι διεκδικητικοί αγώνες θεωρούνται ρεφορμιστικοί, αφού δεν οδηγούν σε μια άμεση κατάργηση του υπάρχοντος.

[6] Ακόμη και στην υποθετική περίπτωση όπου είχε υπάρξει μόνο μια φυσική-υλική σύγκρουση το κράτος δεν θα εμφανιζόταν εκ των υστέρων εκεί για να προσπαθήσει να επικυρώσει την ισχύ του (που για λίγο θα είχε χάσει);

[7] Αυτή η διαχείριση της εργασίας εντάσσεται στη σύγχρονη βιοπολιτική συνθήκη, όπου οι σχέσεις εξουσίας δεν είναι μόνο κατασταλτικές αλλά και παραγωγικές: διαμορφώνουν, δηλαδή, τα υποκείμενα και δεν τα αποκλείουν.

[8] Η εικόνα των εθνικά άλλων, με κατώτερη ταξική θέση, να εξεγείρονται είναι εκείνη που τρομάζει τόσο. Αυτό φαίνεται από το μένος με το οποίο αντιμετωπίζονται από τα αφεντικά οι μετανάστες που τολμούν να σηκώσουν κεφάλι και να ζητήσουν τα αυτονόητα. Στην ΟΙΚΟΜΕΤ που επιτέθηκαν με βιτριόλι στην Κ. Κούνεβα, στη Σαλαμίνα που ξυλοκόπησαν και βασάνισαν τον μετανάστη υπάλληλο που ζητούσε τα δεδουλευμένα του, στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας που επιτέθηκαν με πυροβολισμούς στους απεργούς μετανάστες, στη Σκάλα Λακωνίας που απάντησαν με πογκρόμ μπάτσων στην απεργία των εργατών γης, δεν συνέβη τίποτε άλλο παρά η επιβεβαίωση των κυρίαρχων ταυτοτήτων απέναντι στην έμπρακτη αμφισβήτησή τους από τους αγώνες των μεταναστών.

[9]Στη συζήτηση εντός της συλλογικότητάς μας η σεξουαλικότητα ως πεδίο σχέσεων εξουσίας/ αντίστασης τέθηκε ως εξής: ο Τ. ξυλοκοπώντας το Γ. (μέσα από τη χρήση σωματικής βίας, δηλαδή) επιτέλεσε την ανωτερότητα της αρρενωπότητάς του. Η εργασία που εκτελούσε ο Γ. στο Scherzo (λάντζα), που κατατάσσεται στα επαγγέλματα αναπαραγωγής, σε συνδυασμό με το γεγονός πως εκείνος έφαγε το ξύλο τον καθιστά λιγότερο αρρενωπό. Μια αναπαράσταση που συναρθρώνεται με την ταξική του κατωτερότητα και την εθνικά υποτιμημένη του ύπαρξη. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο διαπλέκονται οι ταυτότητες του Γ. (εθνικά άλλος – λιγότερο αρρενωπός – προλετάριος) σε σχέση με την αντίστοιχη άρθρωση των ταυτοτήτων του Τ. (έλληνας – άνδρας – αφεντικό) εγγράφει τη ζωή του Γ. ως μια ζωή που αξίζει λιγότερο να βιωθεί. Ο αγώνας του Γ. και η διεκδικητικότητά του μετέβαλαν την αναπαράσταση της αρρενωπότητάς του· αφού από μια υποδεέστερη θέση μπόρεσε να αντιπαρατεθεί στο αφεντικό του. Η αναταραχή της αρρενωπότητας του αφεντικού του δημιούργησε ένα τέτοιο άγχος ώστε ο μόνος τρόπος να το ξεπεράσει ήταν να το λύσει στο πεδίο που (σε τελική ανάλυση) φαίνεται ποιος-είναι-ο-άντρας. Έτσι, λοιπόν, ο Τ. μέσω του ξυλοδαρμού αποκατέστησε τη συμβολική τάξη που διαταράχθηκε από τον αγώνα του Γιασίρ: θέλησε να δείξει πώς επιβάλλονται οι άντρες. Ή τουλάχιστον αυτό προσπάθησε να κάνει. [Ας σημειωθεί εδώ ότι αυτή είναι μια θέση που δεν μας βρίσκει όλες και όλους σύμφωνες.]

Όλα πάνε καλά (για το κεφάλαιο)

Από τη σελίδα http://www.ioakimoglou.net, ένα διάγραμμα που δείχνει την ποσοτική διάσταση της αναδιάρθρωσης και την επιτυχή ως τώρα έκβαση της. Με άλλα λόγια δείχνει γιατί όλα πάνε καλά για το κεφάλαιο και (προσθέτω) όλα θα συνεχίσουν να πηγαίνουν καλά για το κεφάλαιο όσο δεν βγαίνουμε ξανά στο δρόμο να κάνουμε περισσότερα από όσα κάναμε το ’11 και το ’12 αφού η ιστορία μας αποδεικνύει ότι δεν ήταν αρκετά.

W.

5122E7F0-The Shameful Link

 

 

 

 

 

Τ. Θεοφίλου: Για τη δημιουργία του ελληνικού Guantanamo

“Το νομοσχέδιο στοχεύει στην εμπέδωση της απόλυτης κτηνώδους καταστολής που αποτελεί το σύγχρονο μοντέλο πολιτικής διαχείρισης”

[youtube]https://www.youtube.com/watch?v=zXJZOm254lc[/youtube]

Διαβάστε επίσης:  “Μια φυλακή μέσα στη φυλακή” & “Σχετικά με την επικείμενη αναδιάρθρωση- ιδιωτικοποίηση των ελληνικών φυλάκων

Ο «χρυσαβγιτισμός» του δημοκρατικού κράτους μέσα στη δυναμική της αναδιάρθρωσης

Ernst-Europe-after-the-rain1

Αδειάσανε τα σύννεφα αυτές τις μέρες καθώς αποκαλύφηκαν ταυτόχρονα διάφορα πράγματα: Ο Σαμαράς είναι φιλοχρυσαβγίτης, ο Μπαλτάκος είναι κανονικός χρυσαβγίτης και «το κράτος μας» είχε έτοιμες μονάδες στρατού να επέμβουν στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου του 2012 μη τυχόν και ξαναπάθει τα ίδια με την παρέλαση της εθνικής ημών εορτής του 2011. Όλα αυτά παρουσιάζονται ως «εκτροπή», αρκετοί επιβεβαιώνουν ο ένας στον άλλον ότι πλέον έχουμε «κράτος έκτακτης ανάγκης» και μεταξύ άλλων όλοι δυσκολεύονται πια να λένε ότι οι Ουκρανοί μνημονιακοί είναι ναζί και ο Πούτιν δημοκράτης, γιατί δεν μπορούν να απαντήσουν στην ερώτηση γιατί δεν έλεγαν από την αρχή ότι ο Σαμαράς είναι ναζί (και ότι ο Πούτιν είναι ο μόνος δημοκράτης στον πλανήτη). Βέβαια, κάτι εθνίκια που παριστάνουν τους συντρόφους θα πουν «εμείς το λέγαμε».

Το ζήτημα είναι να αναρωτηθούμε «εκτροπή από τι;». Ή «αφού έχουμε κράτος έκτακτης ανάγκης ποιο ήταν το ‘κράτος δικαίου’; Εκείνο που σκότωνε τον Καλτεζά και τον Τεμπονέρα, εκείνο που έμπαινε στην κατάληψη του Πολυτεχνείου το ’95, εκείνο που δολοφονούσε κόσμο που δεν σταματούσε στα μπλόκα, εκείνο που έχει δολοφονήσει χιλιάδες προλετάριους που προσπαθούσαν να μπουν στη χώρα ή όταν μπήκαν γιατί δεν του άρεσε το χρώμα ή η γλώσσα που μιλούσαν, που έχει βγάλει μίζες από το trafficking χιλιάδων γυναικών;

Οι ερωτήσεις αυτές για όλους τους συντρόφους και συντρόφισσες που είναι ακόμη μέσα στο δίπολο «φασισμός-αντιφασισμός» είναι δύσκολο να απαντηθούν. Τώρα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο καθώς όπως ο αντιφασισμός ήταν η δύναμη αλλά και το όριο του κινήματος μέχρι τη διάλυση της Χρυσής Αβγής, έτσι και ο «χρυσαβγιτισμός» του δημοκρατικού κράτους υπόκειται στη δυναμική της ταξικής πάλης, δηλαδή, της αναδιάρθρωσης και των ταξικών αγώνων που την αντιμάχονται.  Επιπλέον ο «χρυσαβγιτισμός» δεν είναι φαινόμενο του 2012 αλλά ξεκινάει αρκετά νωρίτερα όπως έχει δείξει και το κείμενο Μορφή και περιεχόμενο της κρατικής καταστολής στις καταλήψεις.

Η δυσκολία στην ερώτηση «γιατί δε λέγατε από την αρχή ότι ο Σαμαράς είναι ναζί” (κάτι που τόσο εύκολα ειπώθηκε για τον Ουκρανο πρωθυπουργό, ευκολότερα με τη βοήθεια της παραποίησης μιας φωτογραφίας στην οποία  δήθεν χαιρετάει ναζιστικά) βρίσκεται στο ότι η ειλικρινής απάντηση είναι ότι ο Σαμαράς (ως πολιτική πρακτική και όχι ως πρόσωπο) ΔΕΝ είναι ναζί. Ακόμη πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα όταν παραδεχτούμε ότι δεν υπάρχει ναζισμός σήμερα, ο φασισμός και ο ναζισμός ήταν ένα ιστορικό κίνημα καταστολής των ταξικών αγώνων των δεκαετιών του ’20 και του ’30. Αυτό που γίνεται όταν ο λόγος του κινήματος σήμερα μιλάει για φασισμό και ναζισμό είναι μια μετωνυμία. Ονομάζει ναζισμό ή ακόμη συχνότερα φασισμό τη σύγχρονη μορφή καταστολής των ταξικών αγώνων, αλλά και γενικότερα τη μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού που βρίσκεται σε φάση ταχύτατης αναδιάρθρωσης, μορφή για την οποία δεν έχει βρει ακόμη όνομα της εποχής μας και χρησιμοποιεί ένα παλιό.

Το να μιλάμε για μετωνυμία και να επιμένουμε ότι δεν υπάρχει σήμερα φασισμός, ή καλύτερα ότι αυτό που υπάρχει ως πολιτική μορφή πρέπει να το διακρίνουμε από το φασισμό για να μπορέσουμε να του ασκήσουμε ριζική κριτική, δεν είναι σχολαστικισμός. Το πρόβλημα δε βρίσκεται στην ακρίβεια ή μη των όρων που χρησιμοποιούνται στα συνθήματα και στις αφίσες αλλά στο περιεχόμενο που παίρνει η κριτική της πραγματικότητας της ταξικής πάλης με τη χρήση των όρων αυτών. Αν η σημερινή κατάσταση ορίζεται ως φασισμός (πιο εύκολα στην Ουκρανία, πιο δύσκολα εδώ) τότε απευθείας η άρνηση της είναι ο αντιφασισμός, δηλαδή, για να μην κοροιδευόμαστε μεταξύ μας, η δημοκρατία, ένας καπιταλισμός χωρίς απαγόρευση κυκλοφορίας, στρατοκρατία, εξορίες, πολιτικές καταδίκες κτλ. Oπως αναφέρεται και στο κείμενο Φασισμός και Εκπαίδευση όμως, «ένα φασιστικό καθεστώς σήμερα δεν μπορεί να είναι ίδιο με αυτά του μεσοπολέμου, τα οποία μοιράζονταν με τις δημοκρατίες της εποχής τον ορίζοντα του προνοιακού κράτους και της αναγνώρισης της εργατικής τάξης ως συλλογικό υποκείμενο, φαινόμενα που ο «νεοφιλελευθερισμός» αρνείται. Σήμερα παράγεται μια μορφή ολοκληρωτισμού που για την ώρα δεν χρειάζεται να οδηγήσει σε μια αναίρεση της δημοκρατίας, όσο και να ξευτελίζεται κατά την πορεία αυτός ο όρος».

Η σημερινή πολιτική μορφή της καταστολής της ταξικής πάλης λοιπόν αλλά και η μορφή που παίρνει η διαδικασία αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης είναι δημοκρατική. Η έξωση των θεσμών της εργατικής τάξης από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων αλλά και από το κράτος γενικά, το καθεστώς μηδενικής ανοχής διεκδικήσεων, η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας, η αύξηση των κάθε είδους μπάτσων κατά 25-30% από το 2009 μέχρι το 2013, η αναγωγή του μάχιμου ακτιβισμού σε επίσημο εσωτερικό εχθρό, οι μαζικές φυλακίσεις και δολοφονίες πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, οι εισβολές στα σπίτια αναρχικών, όλα αυτά προέκυψαν μέσα από τη δημοκρατία (όπως άλλωστε είχε προκύψει και ο ναζισμός το ’30) αλλά το κυριότερο είναι ότι παρέμειναν μέσα στη δημοκρατία. Ο «ελληνικός λαός», αυτή η διαταξική εθνική κοινότητα που ψηφίζει αποφάσισε το 2012 μέσα στα όρια του παιχνιδιού της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας η κατασταλτική μορφή του κράτους να είναι αυτή που είναι σήμερα, της Χρυσής Αβγής συμπεριλαμβανομένης. Δημοκρατία είναι αυτό που ζούμε σήμερα. Αν είχαμε δικτατορία θα το ξέραμε πολύ καλά και αυτό το κείμενο δε θα μπορούσε να γραφτεί εδώ.

Αυτή η «χρυσαβγίτικη» μορφή της δημοκρατίας ήταν απολύτως απαραίτητη για να προωθηθεί η τρέχουσα φάση της αναδιάρθρωσης. Οι χρυσαβγίτες με στολή ή χωρίς έπρεπε να ξαμολυθούν, σα μαντρόσκυλα των αφεντικών που είναι, και να τσακίσουν μετανάστες, να χτυπήσουν ακτιβιστές, να τραμπουκίσουν συνδικαλιστές, να προσπαθήσουν να παίξουν έναν ειδικό κατασταλτικό ρόλο στη ζώνη που δραστηριοποιείται το εφοπλιστικό κεφάλαιο το οποίο επένδυσε απευθείας επάνω τους. Κρίθηκε από τους μηχανισμούς του κράτους σκόπιμο να βγει η συμμορία στο φως και πήρε το κράτος το ρίσκο να δημιουργηθεί χρυσαβγίτικο προλεταριακό κίνημα, κάτι που βέβαια δεν έγινε ποτέ.

Continue reading

Αναδιάρθρωση και αυτοδιαχείριση

σκακι

Ταυτόχρονα με την είδηση για την ιδιωτικοποίηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης “σκάει” και η είδηση για την “επιδότηση των συνεταιρισμών” από το κράτος. Όπως σωστά διαπιστώνει και το άρθρο που ακολουθεί τίποτα ριζοσπαστικό δεν υπάρχει σ’αυτήν την εξέλιξη. Αντίθετα, αποτελεί μια ακόμη όψη της διαδικασίας αναδιάρθρωσης, η οποία περιλαμβάνει και την ιδιωτικοποίηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η επιδότηση συνδέεται ευθέως με τα διαβόητα τοπικά σύμφωνα απασχόλησης τα οποία ονομάζονται έτσι γιατί πλέον οι “ειδικές οικονομικές ζώνες” δεν θεωρούνται καλαίσθητο όνομα στην πιάτσα. Με τα σύμφωνα αυτά θα μπορεί το κράτος να διαμορφώνει την τιμή της εργασιακής δύναμης στο επίπεδο που απαιτείται για να “πέσει το ποσοστό ανεργίας”. Πολύ απλά δηλαδή, θα δίνει κίνητρο σε εταιρείες να δραστηριοποιούνται με χαμηλότερο μισθολογικό, φορολογικό και ασφαλιστικό κόστος. Ποιος καλύτερος τρόπος υπάρχει για να γίνει αποδεκτή αυτή η εξέλιξη από το να συνδεθεί με την τάση που παρατηρείται από τα κάτω για δημιουργία συνεταιρισμών; Σου λέει το κράτος: Δεν είσαι προλετάριος, επιχειρηματίας είσαι, δικός μας. Αν έχεις αναδουλειές, μην πληρώνεις εφορία και ασφαλιστικές εισφορές (πώς θα ζήσεις χωρίς περίθαλψη δεν ξέρω, ψόφα καλύτερα). Αν έχεις δουλειά μας δίνεις εμάς μέρος της υπεραξίας που έβγαλες από τη δική σου εργασιακή δύναμη με βάση το επιτόκιο που συμφωνήσαμε και όλα καλά. Βέβαια θα σε αφήσουμε να ανοίξεις επιχείρηση μόνο αν κοστολογήσεις την τιμή της (δικής σου κορόιδο!) εργασιακής δύναμης … αρκετά χαμηλά. Ταυτόχρονα δώσε και άλλο ένα μέρος της υπεραξίας στα κάθε λογής λαμόγια συμβούλους και με ότι ψίχουλα σου μείνουν … ζήσε. Ή τέλος πάντων γίνε πιο ελαστικός, πιο πειθήνιος, πιο … εργατικός για να πάει καλά η οικονομία και εσύ μαζί (κορόιδο).

Περισσότερα για το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην αυτοδιαχείριση και την αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού εδώ.

Διαβάστε το φανταστικό προπαγανδιστικό άρθρο τους (κάτι στο υποσυνείδητο τους έκανε να συντομεύσουν τις κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις ως ΚΥΝΣΕΠ, σκυλο-επιχειρήσεις, δηλαδή, όπως είναι άλλωστε στην πραγματικότητα):

Επιστρέφουν οι συνεταιρισμοί μέσω των Βρυξελλών

Με «όχημα» τα τοπικά σύμφωνα απασχόλησης, το ΕΣΠΑ επιδοτεί με κεφάλαια 80 εκατ. ευρώ τη νέα μορφή μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Οι συνεταιρισμοί… ξανάρχονται. Δεν τους φέρνει κάποια νέα «ριζοσπαστική» πρωτοβουλία της κυβέρνησης, όπως εκείνη της δεκαετίας του ΄80 στον αγροτικό τομέα, αλλά αυτήν τη φορά η ίδια η Κομισιόν. Ο κοινοτικός προϋπολογισμός όχι μόνο επιδοτεί πλέον τον σχηματισμό συνεταιρισμών, προωθώντας την απασχόληση των πτυχιούχων νέων, αλλά παράλληλα τους παρέχει μια ιδιότυπη φορολογική ασυλία. «Πλάτη» σε αυτό βάζουν οι οργανώσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αλλά και οι δήμοι της χώρας, παρέχοντας τεχνογνωσία και τον χώρο για την πραγματοποίηση τέτοιου τύπου εγχειρημάτων.

Continue reading

Σε ιδιωτικές εταιρείες φύλαξης περνούν τα κέντρα κράτησης μεταναστών

kentro_metanaston_532_355

Να λοιπόν πώς η κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού οδηγεί το κεφάλαιο σε νέα πεδία παραγωγής υπεραξίας. Στο θαυμαστό κόσμο της κοινωνίας του κεφαλαίου μπορεί να συμβεί οτιδήποτε μετατρέπει το Χ σε Χ’ αρκεί το Χ’ να είναι τόσο μεγαλύτερο του Χ ώστε να “αξίζει τον κόπο” η επένδυση. Ο κλάδος των ανθρωποφυλάκων είναι ένας αναπτυσσόμενος κλάδος που αν τον εκμεταλλευτεί “η πατρίδα μας θα γίνει ιδιαίτερα ανταγωνιστική και θα έλθει επιτέλους η πολυπόθητη ανάπτυξις”! Αν μάλιστα αυτός ο κλάδος καθοδηγήσει την ανάπτυξη μπορεί να οδηγήσει στη νέα σύνθεση της εργατικής τάξης στην “πατρίδα μας”: Οι μισοί μπάτσοι ή/και ανθρωποφύλακες και οι μισοί στη φυλακή. Αυτά είναι!

Εδώ πώς παρουσιάζει την είδηση ο τύπος τους (σχεδόν μας λένε ότι κάνουν χάρη στους φυλακισμένους προλετάριους):

Σε ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας θα ανατεθεί η φύλαξη των Κέντρων Κράτησης Αλλοδαπών, σε Παρανέστι Δράμας, Κορίνθου και Ορεστιάδας.

Σύμφωνα με έκθεση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, στα κέντρα αυτά αναδεικνύονται τα προβλήματα που προκύπτουν από την ανεπαρκή παροχή ιατρικών υπηρεσιών–συμπεριλαμβανομένης της αρχικής ιατρικής εκτίμησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, άνθρωποι που πάσχουν από σοβαρά ιατρικά προβλήματα να παραμένουν σε κράτηση ή ακόμα και να διακόπτουν τη θεραπεία τους λόγω της κράτησης.

Continue reading