Author Archives: simeioseis

ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά του κράτους

Λάβαμε και δημοσιεύουμε προς συζήτηση και κριτική αντιπαράθεση το παρακάτω κείμενο του συντρόφου Lenorman:

ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά του κράτους

Αν όχι στο όνομα των μεγάλων ιδανικών, τουλάχιστον στο όνομα του ωμού πολιτικού ρεαλισμού[1]

Εμείς κάναμε όλα τα βήματα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός κατέθεσε μία υπόθεση εργασίας, ένα σενάριο. Είναι το μόνο που μπορεί να εφαρμοστεί. Με πολύ πόνο και πάρα πολύ αίμα[2]

 

Σε ποιον πλανήτη αλήθεια ζούμε;

Ένας από τους πιο προβεβλημένους αρθρογράφους της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο, μόλις ο κ. Τσίπρας εξήγγειλε το δημοψήφισμα για το αν «πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.06.2015» (όπως διατυπώνεται το ερώτημα στα ψηφοδέλτια που θα τυπωθούν), έγραψε ότι «ο ελληνικός λαός ξύπνησε σε έναν άλλο πολιτικό πλανήτη». Όταν, στις 6 Ιουλίου, θα έχει πια βγει το αποτέλεσμα της κάλπης, «θα βρεθούμε, ούτως ή άλλως, σε μια άλλη Ελλάδα, με μια άλλη Αριστερά και έναν άλλο λαό – για το καλύτερο ή το χειρότερο». Ξέρουμε ήδη, ωστόσο, και γι’ αυτό μπορούμε να ελπίσουμε για το καλύτερο, ότι αυτός ο λαός είναι ένα «απείθαρχο στρατιωτάκι που δε λέει να κάτσει στη σειρά του και βάζει τρελές ιδέες ανυπακοής και ανταρσίας στους υπόλοιπους υποτελείς»[3]. Ένας άλλος, μεγαλύτερος ακόμα, star της αριστερής δημοσιογραφίας έγραψε ότι η απόφαση του κ. Τσίπρα απέδειξε, μια και καλή, για όποιαν/ον είχε αμφιβολίες, ότι «αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας [σ.σ. δηλ. το στελεχιακό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ και γενικότερα το ασκέρι της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο] είναι ζόρικο σινάφι». Πια, το μάθαμε από πρώτο χέρι, «η πατρίδα [sic] δεν είναι μόνη στα χέρια των τοκογλύφων [sic]» και «το δημοψήφισμα μπορεί να γίνει η μεγάλη έφοδος στον ουρανό για έναν ρημαγμένο και ταπεινωμένο λαό»[4]. Στον πλανήτη που ξυπνήσαμε το πρωί του περασμένου Σαββάτου κατοικεί ένας ξεχωριστός, ανυπότακτος λαός που σήμερα καθοδηγείται από μια ζόρικη, αποφασισμένη να κρατήσει γερά στο ταμπούρι της, ηγεσία. Απέναντί του έχει αιμοσταγείς τοκογλύφους και όλους τους δαίμονες των αγορών, δαίμονες που ασκούν την κακοποιό επίδρασή τους έξωθεν και άνωθεν, αλλά αντιστέκεται και, όπως μας εξήγησε ο ίδιος ο κ. Τσίπρας στο διάγγελμά του, σε αυτά τα λευκά μάρμαρα «ξέρουμε να πολεμάμε και να νικάμε»[5]. «Αμήν», όπως θα συμπλήρωνε ο κ. Καρτερός[6], και πιθανόν και ο Άνθιμος Θεσσαλονίκης.

Το αφήγημα που μας πλασάρει αυτές τις μέρες η αριστερά του ελληνικού κράτους, γιατί αυτό, και τίποτα παραπάνω, δεν είναι η (συγ-)κυβερνώσα (με την άκρα δεξιά) αριστερά-με-άλφα-κεφαλαίο, μέσα από έναν καταιγισμό δημόσιων τοποθετήσεων, συντονισμένων στο ίδιο κλειδί, από ντροπαλούς ή μη οπαδούς και συνοδοιπόρους, επιφυλακτικούς ή μη σχολιαστές παντός καιρού, προσωρινά παρατημένους ή μη γαμπρούς[7] της πρώην άκρας αριστεράς (στρατηλάτες εν αναμονή στρατού, που λειτουργούν ως ‘ΣΥΡΙΖΑ εξωτερικού’ και δραστήρια μέλη του ευρύτερου ‘κόμματος Λαφαζάνη’, πιέζοντας για στροφή προς τη δραχμή και τη Ρωσία), αριστερόστροφους ή δεξιόστροφους γαλονάδες του κομματικού μηχανισμού, διαλλακτικά ή μη μέλη των ελληνικών διαπραγματευτικών ομάδων, ευσυγκίνητους ή μη υπουργούς, αυτό το αφήγημα, λοιπόν, που ένας ολόκληρος στρατός από εμπόρους ελπίδας μας (ξανα)πουλάει σε τιμή ευκαιρίας, είναι χτυπητά κοινότοπο. Υπό άλλες συνθήκες, θα αρκούσε απλά κανείς να επισημάνει τη συνάφειά του με τις ανοησίες που εδώ και πολλές δεκαετίες διακινεί και ανακυκλώνει η εγχώρια άκρα δεξιά, εντός και εντός του κόμματος της ΝΔ, και για μία περίοδο υιοθετούσε επίσης μια πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, εκείνη που κυκλοφορούσε στην κωλότσεπη με την Αυριανή, και είχε ως κύριο πολιτικό εκφραστή τον κ. Κουτσόγιωργα ή τον κ. Αθανασόπουλο (έναν «σοσιαλιστή αγωνιστή» ελληνικού DNA, που ενώ δικαζόταν για μια κοινή υπόθεση απάτης δήλωνε περήφανα ότι διώκεται γιατί είναι ένας απείθαρχος έλληνας που τόλμησε να σηκώσει το ανάστημά του μπροστά στους Ευρωπαίους, με τους οπαδούς του έξω από το δικαστήριο να τραγουδούν, τι άλλο;, το Πότε θα κάνει ξαστεριά). Θα αρκούσε, επίσης, κανείς να σημειώσει ότι υπό ένα τέτοιο αφήγημα ακόμα και οι έλληνες Ναζί μπορούν να συστρατευτούν, όχι μόνο χωρίς αναστολές, αλλά και με το αίσθημα ότι κολυμπούν στα δικά τους νερά, εκεί όπου η κύρια αντίφαση που καθορίζει τι συμβαίνει στον πλανήτη γη είναι όντως αυτή ανάμεσα στους ξένους «τοκογλύφους» και τους αντιστεκόμενους «Έλληνες». Κι αυτό ακριβώς συνέβη, αφού στις 178 ψήφους με τις οποίες εγκρίθηκε η πρόταση για διενέργεια δημοψηφίσματος από το κοινοβούλιο περιλαμβάνονταν και οι ψήφοι του Λαγού και όλων των υπόλοιπων εκλεγμένων ομοϊδεατών του. Η συστράτευση, μάλιστα, της κοινοβουλευτικής ομάδας των Ναζί στο νέο μεγάλο ελληνικό «Όχι» δε σχολιάστηκε καν, ως ένα κάποιου είδους πρόβλημα, από τα μπουλούκια των αριστερών διαδικτυακών και τηλεοπτικών αγκιτατόρων, ούτε οι ψήφοι τους διαχωρίστηκαν ως ανεπιθύμητοι: αντίθετα, η κ. Κωνσταντοπούλου, το ίδιο βράδυ, εξέφρασε με ένα πλατύ χαμόγελο την ικανοποίησή της για την ευρεία πλειοψηφία, ενώ στο Πριν διαβάσαμε απλά ότι το «Όχι» των Ναζί σημαίνει, κατά βάθος, «Ναι»[8], πράγμα περίεργο, δεδομένου ότι οι ίδιοι οι Ναζί ισχυρίζονται πως το δικό τους «Όχι» αφορά κάθε πρόταση για νέο μνημόνιο, και επιμένουν ότι αποτελεί λογική απόρροια της γενικής αντιμνημονιακής τους στάσης. Πουθενά στο δημοψήφισμα, εξάλλου, ούτε στον, παραγόμενο μέσα στην ευρύχωρη συριζαίϊκη πολιτική πιάτσα, δημόσιο λόγο που το συνοδεύει και το νοηματοδοτεί ως συγκεκριμένο ιστορικό συμβάν, δεν τίθεται, έστω και έμμεσα, κάποιο ζήτημα διαφορετικό ή βαθύτερο από το ζήτημα των σχέσεων του ελληνικού κράτους με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά.

Εξίσου εύλογη θα ήταν και η γενικότερη παρατήρηση ότι τα δημοψηφίσματα που θέτουν, σε πολύ μικρά χρονικά περιθώρια δημόσιας διαβούλευσης, τεχνικού τύπου ερωτήματα, χωρίς να θίγουν πραγματικές διαζεύξεις και να αφήνουν περιθώριο για εναλλακτικές κοινωνικές επιλογές, μολονότι επενδύονται παράπλευρα με το δραματικό αίσθημα της επιλογής μεταξύ ζωής και θανάτου, αντί να παραπέμπουν σε δοκιμές άμεσης δημοκρατίας συνιστούν κόλπα προσφιλή σε αυταρχικές πολιτικές διοικήσεις για την επίτευξη νομιμοποίησης υπό ελεγχόμενες συνθήκες αντιπαράθεσης. Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις θα μπορούσαν να γίνουν, χωρίς να εκλαμβάνονται ως συμπτώματα «ελιτισμού», σεκταρισμού ή κρυπτο-φιλελευθερισμού. Υπό διαφορετικές, όμως, συνθήκες. Γιατί, όπως είπαμε ήδη, πια έχουμε περάσει «σε έναν άλλον πολιτικό πλανήτη». Μόνο που αυτή η διέλευση δεν έγινε, ξαφνικά, το περασμένο Σάββατο, αλλά ήδη από το 2012, όταν σύσσωμη, και χωρίς εσωτερικές διαφοροποιήσεις, η ηγεσία και η βάση του ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να προετοιμάζεται πυρετωδώς για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και την επικείμενη άνοδο στην εξουσία της «Αριστεράς», για «πρώτη φορά».

Πικρά, ώριμα φρούτα

Τότε, το 2012, ήταν που δρομολογήθηκε η «βίαιη ωρίμανση» του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα εξουσίας, καταπώς προέτρεπε τους συντρόφους του ένας πεπειραμένος μετρ της πολιτικής ως τέχνης του εφικτού, ο κ. Δραγασάκης, και η δημιουργία μιας «νέας μεγάλης συνθετικής Αριστεράς»[9], που δε χρειάζεται πια επιθετικούς προσδιορισμούς γιατί χωράει τα πάντα και εκκενώνει τα πάντα από το μέχρι πρότινος νόημά τους. Τότε ήταν που οι δρόμοι άρχισαν να αδειάζουν και οι κομματικοί διάδρομοι ή παράδρομοι να γεμίζουν. Τότε ήταν που η ρητορική περί νεοφιλελευθερισμού αντικαταστάθηκε από τη ρητορική περί «ανθρωπιστικής κρίσης». Τότε ήταν, επίσης, που στήθηκε όλο αυτό το δίκτυο επαφών με το ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο και το ελληνικό βαθύ κράτος που απαιτούνταν ώστε σήμερα ο ΣΕΒ, εν μέσω bank holidays, να τηρεί μια στάση σχεδόν συγκατάβασης (αρκούμενος σε μια δήλωση η οποία καλεί μεν σε καταφατική ψήφο στο δημοψήφισμα, χωρίς όμως να καταγγέλλει τη διενέργειά του, όπως π.χ. έκαναν διάφοροι άλλοι μηχανισμοί αναπαραγωγής του σημερινού καθεστώτος, μεταξύ των οποίων και η ΓΣΕΕ), και ο Άνθιμος να κάνει, εδώ και μήνες, εκκλήσεις για στήριξη της κυβέρνησης στη διαπραγματευτική της προσπάθεια. Αυτές τις επαφές και γειώσεις στο πραγματικό σύμπαν της ελληνικής αστικής τάξης και των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών του ελληνικού κράτους είναι που αντανακλά η ομαλότατη μέχρι σήμερα, και προσυμφωνημένη καιρό πριν τις εκλογές του 2015, συνύπαρξη, σε επίπεδο διακυβέρνησης, με τους ΑΝΕΛ, ένα κόμμα επιθετικού εθνικισμού, ρατσισμού, μιλιταρισμού και ομοφοβίας. Και σε αυτήν τη «βίαιη ωρίμανση» είναι που ταιριάζει γάντι αυτός ο δύσοσμος ιδεολογικός βούρκος, αυτή η αχανής θάλασσα από επαναλαμβανόμενες μπαρούφες, ετοιματζίδικους δεκάρικους, γλυκανάλατες ατάκες τύπου άρλεκιν, χυδαίους δημαγωγικούς μελοδραματισμούς[10], και κλισέ της αστικής ιδεολογίας ντυμένα με τσιτάτα του Μπένγιαμιν (!!!), του Γκράμσι ή ακόμα και του Λένιν, μέσα στον οποίο πλατσουρίζουν, ήδη από το 2010, χαρωπά άπαντες στη βάση και στην ηγεσία της «Αριστεράς», εντός και πέριξ του ΣΥΡΙΖΑ, παράγοντας και καταναλώνοντας ασταμάτητα επιφυλλίδες που μετά από μια βδομάδα, αν όχι την επόμενη μέρα, δεν αξίζει καν να διαβαστούν, πατώντας ‘like’ σε οικονομικές, πολιτικές ή θεωρητικές αναλύσεις που δεν πληρούν στοιχειώδεις κανόνες ορθολογικής επιχειρηματολογίας, χειροκροτώντας παθητικά σεσημασμένους κενολόγους πανελίστες[11] και κάθε λογής πριμαντόνες της «πολιτικής για μεγάλα παιδιά», θαυμάζοντας αυταρχικές προσωπικότητες και «μάγκες» που «ταπώνουν» τους αντιπάλους τους στην τηλεόραση ή στο κοινοβούλιο, υιοθετώντας γελοία σενάρια συνωμοσίας ή διαδίδοντας φτηνές κινδυνολογίες (οι «τοκογλύφοι» επιβουλεύονται τον πλούτο της χώρας, «ακραίοι κύκλοι» [sic] στην Ευρώπη «τορπίλισαν» [sic] τη συμφωνία γιατί θέλουν να ρίξουν τον Τσίπρα), και κυρίως κάνοντας την πάπια για τη σωρεία εξόφθαλμων γεγονότων που αποδεικνύουν, ακόμα και στον πιο αφελή, ότι η σημερινή αριστερο-ακροδεξιά κυβέρνηση στην πραγματικότητα συνεχίζει το έργο των προκατόχων της, αξιοποιώντας τα ίδια μέσα, δηλαδή, το θεσμικό οπλοστάσιο που συγκροτήθηκε τα τελευταία χρόνια, αν και με πιο κόσμιο τρόπο.

Για τον μέσο σύγχρονο αριστερό, ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, τον μέσο οπαδό της Αριστεράς, το ότι σήμερα η Αμυγδαλέζα είναι ακόμα ανοιχτή, αποτελεί μια ασήμαντη λεπτομέρεια, κάτι το τυχαίο, κάτι που δεν είναι καθοριστικό για το τι κανείς διαλέγει να υποστηρίξει πολιτικά. Μια κυβέρνηση που κρατάει ανοιχτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, ενώ παράλληλα αρνείται να φορολογήσει, έστω και λίγο, τους έλληνες εφοπλιστές ή να μειώσει δραστικά τις στρατιωτικές δαπάνες (αυτά τα ελληνικά «όχι» στην κατάργηση της φορολογικής ασυλίας για τις ναυτιλιακές εταιρείες, και στη δραστική μείωση των δαπανών για τον στρατό ήταν δύο από τα σημεία διαφωνίας στη διαπραγμάτευση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη), και γενικότερα καλλιεργεί συστηματικά την παθητικότητα, εκτός κι αν πρόκειται για ελεγχόμενες από την ίδια συναθροίσεις (όπως η γιορτή εθνικο-λαϊκής «υπερηφάνειας» του Καμμένου στις 25 του Μάρτη ή οι συγκεντρώσεις στήριξης της «εθνικής διαπραγματευτικής προσπάθειας»), την εθνική ομοψυχία και την ταξική συνεργασία, μπορεί κάλλιστα να είναι «δική μας», ή μια κυβέρνηση με την οποία κριτικά μπορούμε να συνταχθούμε όταν κινδυνεύει από τον Σαμαρά, τον Θεοδωράκη ή την Μέρκελ και τον Σόϊμπλε: ένα τέτοιο σκεπτικό μοιράζονται σήμερα χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι προτιμούν να φαντάζονται ότι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι κάτι ιστορικά ανάλογο με την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης του 1944 ή με την κυβέρνηση Κερένσκι, αν όχι με την κυβέρνηση Allende στην Χιλή, από το να καθίσουν, έστω και για λίγο, να αναλογιστούν πώς και γιατί μετά τους κοινωνικούς αγώνες της προηγούμενης περιόδου προέκυψε μια τέτοια εκδοχή διαχείρισης, ή μάλλον διάσωσης, του ελληνικού καπιταλισμού. Βέβαια, στο σύμπαν της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο δεν υπάρχουν περιθώρια για να αναλογιστεί κανείς/καμιά κάτι. Δεν γίνονται ποτέ αποτιμήσεις. Ακόμα χειρότερα: κάθε αποτίμηση οφείλει να είναι και μια ένεση αυτοπεποίθησης – όλα πήγαν καλά, συνεχίζουμε, ετοιμαζόμαστε για την επόμενη μάχη, και κάθε μάχη είναι μια μάχη των μαχών, και συνεπώς όλες οι μάχες είναι το ίδιο αδιάφορες, πεδία εφαρμογής όσων ήδη ξέρουμε να κάνουμε, όσων ήδη έχουμε συνηθίσει να λέμε. Ο αναστοχασμός, η ικανότητα να σκέφτεται και να διερωτάται καμιά/κανείς για το νόημα όσων συμβαίνουν και όσων η/ο ίδια/ος πράττει, είναι δείγμα αδυναμίας, υποχώρησης, έλλειψης πίστης. Και στην αριστερά-με-άλφα-κεφαλαίο πιστεύουν πολύ, και το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία, οργανώνοντας πανηγυρικές εκδηλώσεις κάθε λογής. Πρόκειται για εκείνη την τυφλή πίστη που πάντα αποτελεί την άλλη όψη του πιο αβυσσαλέου μηδενισμού. Γιατί σε αυτόν τον πολιτικό χώρο αν πιστεύουν πολύ και το δείχνουν, είναι γιατί στην τελική δεν πιστεύουν, έχουν πάψει οριστικά να πιστεύουν ή δεν πίστεψαν ποτέ, στη δυνατότητα μιας ριζικής κοινωνικής αλλαγής, και πιο συγκεκριμένα ακόμα στην ικανότητα των υπό εκμετάλλευση και καταπίεση ανθρώπινων όντων να αυτοχειραφετούνται, να σπάνε τις αλυσίδες τους και να αίρουν τις συνθήκες υποκειμενοποίησής τους, διακινδυνεύοντας να χάσουν τα πάντα για να κερδίσουν ένα μέλλον που στο παρόν προδιαγράφεται μονάχα μέσα από αρνήσεις και μικρές, πάντα έτοιμες να κλείσουν, ρωγμές.

Χρειάζεται καλύτερη απόδειξη από τη στάση των μεγάλων και μικρών ηγητόρων και συνολικά του «λαού της αριστεράς» αυτές τις μέρες; Οι ίδιοι άνθρωποι που μιλάνε για ρήξη με τους «δανειστές», για την ανάγκη των ηχηρών και μεγάλων «Όχι», δε βγάζουν κιχ για το πώς το προλεταριάτο θα αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη κατάσταση οικονομικής κατάρρευσης, έλλειψης τροφίμων, φαρμάκων κ.ο.κ. Δε θέτουν κανένα τέτοιου είδους ερώτημα. Στη μακράν καλύτερη, και ακραία μειοψηφική, περίπτωση (που μάλλον οριακά μπορεί να καταχωρηθεί στην «Αριστερά»), θα βρούμε ένα κάλεσμα για «προλεταριακή άμυνα στο αστικό σαμποτάζ» και «επιτροπές δράσης» που θα απαιτούν «από την κυβέρνηση να εξασφαλίσει και να εγγυηθεί» την επιβίωση του προλεταριάτου[12]. Κατά κανόνα, όμως, οι αριστεροί εθνοσωτήρες και οπαδοί εθνοσωτήρων με το που πάει να τεθεί αυτό το ερώτημα απλά αλλάζουν θέμα, και πότε-πότε το ρίχνουν σε ποιητικές αποστροφές γεμάτες συναισθηματικούς πλεονασμούς: θα βρεθούμε (ως «ελληνικός λαός», μην ξεχνιόμαστε … ) στο τιμόνι, θα πλεύσουμε σε αχαρτογράφητα νερά, θα ζήσουμε με αξιοπρέπεια, θα δώσουμε ένα μάθημα δημοκρατίας, «γυρίζω την πλάτη μου στο μέλλον», εμείς δεν θα γίνουμε οι «χέστηδες του 2015»[13] κλπ., κλπ., λες και μιλάνε στο προαύλιο της ΕΡΤ, υπό τους ήχους της ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης». Ενώ τόσα χρόνια οι αριστερότεροι εξ αυτών δήλωναν με ύφος εκατό καρδιναλίων ότι η ειδοποιός διαφορά της «Αριστεράς» από τον αναρχικό και αυτόνομο χώρο είναι η επίγνωση της σημασίας του «συνειδητού παράγοντα», της ευχέρειας δηλαδή οργάνωσης και χάραξης στρατηγικών σχεδιασμών σε επίπεδο κινηματικής δράσης, τώρα όποτε μιλάνε για «σχεδιασμό των επόμενων βημάτων» αυτό που εννοούν είναι τον σχεδιασμό των βημάτων ενός κράτους, ή των κομμάτων που θα διοικούν το κράτος (χωρίς καν να επιχειρούν να μετασχηματίσουν το κράτος). Η συντριπτική τους πλειοψηφία, ξεκαθαρίζει ήδη ότι δεν υπάρχει κάτι πέραν μιας καλύτερης, «για τα συμφέροντα της χώρας», διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και τους ευρωπαίους εταίρους του. Μια μειοψηφία, ιδίως εκείνη που συσπειρώνεται γύρω από το όραμα της δραχμής, θα αραδιάσει, αντίθετα, με ευκολία κάμποσα bullets περί «εθνικοποίησης τραπεζών», «μονομερούς διαγραφής του χρέους» και διάφορων άλλων μέτρων που το κράτος της επόμενης μέρας μπορεί να λάβει, αλλά δε θα βρει να πει το παραμικρό για το τι το προλεταριάτο, ως ενεργή κοινωνική δύναμη, ως υποκείμενο που δεν είναι ήδη εκεί έξω περιμένοντας το νεύμα των wannabe καθοδηγητών του, αλλά παράγεται μέσα στην ταξική πάλη, μπορεί να κάνει και πώς, για το πώς ο κόσμος του αγώνα, όσοι/ες βρίσκονται ή θα βρεθούν στο δρόμο, θα οργανώσουν τις αρνήσεις τους, θα ανοίξουν διόδους πέρα από το υπάρχον, θα αρχίσουν να καταργούν τις εκμεταλλευτικές σχέσεις και το δεδομένο σήμερα μωσαϊκό σχέσεων εξουσίας. Μόνο τα κράτη και τα κόμματα είναι υποκείμενα που παράγουν ιστορία. Το προλεταριάτο μπορεί μόνο να ζητάει, να στηρίζει, να ανταποκρίνεται στις προστακτικές του κράτους και του κόμματος που προετοιμάζεται να αναλάβει, ή έχει ήδη αναλάβει, κυβερνητικά καθήκοντα, να είναι ο δεδομένος «λαός» που θα ζυμωθεί καταλλήλως και θα οδηγηθεί στο σωστό δρόμο: η σύγχρονη χωρίς προσδιορισμούς αριστερά έχει εμπεδώσει πολύ καλά αυτό το απόσταγμα σταλινικής και σοσιαλδημοκρατικής σοφίας.

Γενεαλογώντας το αριστερό εμπόριο ελπίδας

Στο ευρύτερο κοινό της αριστεράς του κράτους, της «νέας μεγάλης συνθετικής Αριστεράς» που οραματίστηκε ο κ. Δραγασάκης και σήμερα είναι κάτι χειροπιαστά πραγματικό, η ιδεολογία που γενικά δεσπόζει είναι ένα μίγμα σταλινικού κρατισμού και σοσιαλδημοκρατικού ταξικού συμφιλιωτισμού αραιωμένο με μεγάλες ποσότητες μικροαστικού εθνικιστικού λαϊκισμού. Τα ανέκδοτα του Ζίζεκ, η οντολογία του συμβάντος του Μπαντιού, και οι υπογραφές στήριξης της Μπάτλερ ή της Σάσκια Σάσεν δε χρησιμεύουν παρά ως καρυκεύματα για να χωνεύεται ευκολότερα από τους αριστερούς υποψήφιους διδάκτορες ή πανεπιστημιακούς καθηγητές αυτή η ιδεολογία, και να αναπαράγεται αποενοχοποιημένα η κυριαρχία της[14]. Αρκεί, όμως, να ξύσουμε λίγο κάτω από τα post-modern φιλοσοφικά κλισέ ή τους αφόρητους μελοδραματισμούς, για να αντιληφθούμε ότι όσα πράγματι ιδεολογικά πρεσβεύει ένας μέσος οπαδός της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο είναι πολύ λιγότερο εκλεπτυσμένα και φανερώνουν πολύ λιγότερο ανεπτυγμένη κριτική σκέψη απ’ ό,τι αυτά που σήμερα πρεσβεύει ένας μέσος Κνίτης. Μπροστά π.χ. στα περισσότερα από όσα γράφονται στον ιστότοπο iskra ή στο left.gr τα γραπτά του Στάλιν και του Δημητρόφ μοιάζουν με διαμάντια της πολιτικής σκέψης: τουλάχιστον στα τελευταία αναγνωριζόταν ακόμα η ύπαρξη αγεφύρωτων ταξικών αντιθέσεων και η έννοια του κράτους εξακολουθούσε να αποτελεί ένα πρόβλημα, όχι τον αυτονόητο όρο κάθε δυνατής λύσης. Παρ’ όλα αυτά, η μήτρα αμφότερων είναι πράγματι κοινή. Γι’ αυτό και οι πιο σοβαροί, οι λιγότερο κυνικοί (και ασφαλώς, οι περισσότερο αφελείς), από τους θεωρητικούς της αριστεράς του κράτους είναι εκείνοι που επικαλούνται ευθέως τις ιδεολογικές παρακαταθήκες του Στάλιν και του Δημητρόφ, ιδίως για τα διαταξικά, «λαϊκά μέτωπα», τη στάση απέναντι στους μικροαστούς και στο μεσαίο κεφάλαιο, την οικειοποίηση του εθνικισμού (ή όπως οι ίδιοι προτιμούν του «πατριωτισμού»), τη διάκριση ανάμεσα σε μια αριστερή και μια επαναστατική κυβέρνηση[15]. Κι εδώ γίνονται ορατά κάποια από τα γενεαλογικά ίχνη της αριστεράς του κράτους, τα οποία ενώ φαίνονται να είναι προφανή, σπάνια εξετάζεται η ιδιαιτερότητα της ιστορικής υφής τους.

Παρά τις μεγάλες μεταξύ τους διαφορές, ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία είχαν ως κοινό παρονομαστή το γεγονός ότι ήταν ρεύματα αντεπαναστατικά εντός του εργατικού κινήματος, ότι εξέφρασαν την άρνηση της επανάστασης μέσα στην ίδια την επανάσταση ως ιστορική διαδικασία. Ο αντεπαναστατικός τους χαρακτήρας δεν οφείλεται μονάχα στο ότι αναχαίτισαν ή κατέστειλαν μια σειρά από επαναστατικές τάσεις και απόπειρες, αλλά και στο ότι συνέβαλαν σε σημαντικό βαθμό στη διαμόρφωση του σύγχρονου κράτους, προπάντων στο σκέλος των τεχνολογιών διαχείρισης και διευρυμένης αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τους μετασχηματισμούς του κράτους από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά λέγοντας ότι είναι μετασχηματισμοί που κατέτειναν στη συγκρότηση ενός κράτους κατάλληλου να οργανώνει την πραγματική υπαγωγή της ζωντανής εργασίας στο κεφάλαιο, να διαπλάθει, δηλαδή, εκ των προτέρων, τα σώματα των προλεταρίων ως αντικείμενα υπό εκμετάλλευση. Χάρη σε αυτούς τους μετασχηματισμούς, οι ολοκληρωτικές τάσεις που ενυπάρχουν σε κάθε μορφή, ακόμα και την πιο δημοκρατική, του καπιταλιστικού κράτους άρχισαν να βγαίνουν στο προσκήνιο και να κρυσταλλώνονται ως πτυχές μιας αυτονόητης κανονικότητας. Το κράτος δε χρειαζόταν πια να εξαπολύει μαζικούς διωγμούς. Αντίθετα, χωρίς καν να τεθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αποκτούσε ως πάγιο, κανονικό του χαρακτηριστικό την πολεμική επαγρύπνηση έναντι του εσωτερικού εχθρού: η εγγραφή του προλεταριάτου στην ισχύουσα πολιτική διάταξη, η πολιτική αναγνώρισή του ως κοινωνικής δύναμης, ήταν και μια διαδικασία κατάτμησης σε ομάδες ιδιαίτερων συμφερόντων, αποδιοργάνωσης, καθολικού καθημερινού ελέγχου, πειθάρχησης και προληπτικής καταστολής. Αν εξακολουθεί να μοιάζει παράξενο το ότι τα τελευταία χρόνια στις προλεταριακές εξεγέρσεις τα γραφεία προνοιακών υπηρεσιών ή εύρεσης εργασίας καθώς και τα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς γίνονται στόχος επιθέσεων είναι γιατί έχουμε μάθει να παραβλέπουμε ότι η κατασταλτική όψη της κρατικής παρέμβασης ήταν πάντοτε παρούσα σε όλες αυτές τις μορφές μέριμνας για την παραγωγή και κυκλοφορία του εμπορεύματος-εργασιακή δύναμη. Οι σοσιαλδημοκρατικές και ο σταλινικές γραφειοκρατίες επινόησαν, δοκίμασαν με επιτυχία στην πράξη, και προσέφεραν, ως υλοποιημένη συλλογική γνώση, στο οπλοστάσιο του κράτους μια πληθώρα νέων τρόπων πολιτικό-αστυνομικής διαχείρισης και κοινωνικού ελέγχου της ζωντανής εργασίας. Χωρίς αυτήν τη γενναιόδωρη συνεισφορά, ο καπιταλισμός σήμερα θα ήταν πιθανόν πολύ πιο ασταθής, ενώ εκείνες οι στρατηγικές ταξικής καθυπόταξης, με τη μετατροπή του κράτους σε μια πολεμική μηχανή για την απαξίωση της ζωντανής εργασίας, που εφαρμόστηκαν από τη δεκαετία του 1970 και συνήθως αποδίδονται με τους όρους «νεοφιλελευθερισμός» και «ορντοφιλελευθερισμός» (Ordoliberalismus), θα ήταν αδιανόητες. Η αριστερά του κράτους αποτελεί καρπό της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού από αυτήν κυρίως την άποψη.

Κι οι ίδιοι, όμως, οι μετασχηματισμοί του κράτους επέδρασαν καταλυτικά στη σοσιαλδημοκρατία και τον σταλινισμό. Όπως είχε πολύ εύστοχα περιγράψει, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο Νίκος Πουλαντζάς, ένας μαρξιστής στοχαστής το όνομα του οποίου σήμερα, κατά τρόπο ειρωνικό, χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για τους απολογητές της αριστεράς του ελληνικού κράτους (όπως συμβαίνει με το όνομα της Λούξεμπουργκ για τους απολογητές της αριστεράς του γερμανικού κράτους), οι αναδιαρθρώσεις του κεφαλαίου και η συνεπαγόμενη ενίσχυση των οικονομικών λειτουργιών του κράτους, της παρεμβατικότητάς του ως εγγυητή για την ομαλή παραγωγή και κυκλοφορία του εμπορεύματος-εργασιακή δύναμη, επέφεραν δραστικές αλλαγές στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Πριν, ήταν το κοινοβούλιο που διατηρούσε τον ρόλο του εκφραστή των συμφερόντων των υποτελών κοινωνικών τάξεων μέσω των κομμάτων που αντιπροσώπευαν αυτές τις τάξεις. Η νομιμοποίηση του κράτους έναντι του προλεταριάτου κρινόταν στα κοινοβουλευτικά έδρανα, ήταν υπόθεση της νομοθετικής εξουσίας. Εφεξής, αυτός ο ρόλος, της οργάνωσης της συναίνεσης, θα μονοπωλούνταν από την εκτελεστική εξουσία και την κρατική διοίκηση: «Η διοίκηση δεν είναι πια ο μηχανισμός που, με κάποιες πρωτοβουλίες ή αντιστάσεις, ήταν κυρίως επιφορτισμένος με την εκτέλεση της πολιτικής γραμμής. Η κρατική γραφειοκρατία, κάτω από την επιβολή των κορυφών της εκτελεστικής εξουσίας, γίνεται όχι μόνο ο τόπος, αλλά και ο πρωτουργός της εκπόνησης της κρατικής πολιτικής»[16]. Τα πολιτικά κόμματα, με τη σειρά τους, ιδίως τα λεγόμενα κόμματα εξουσίας, και αυτό ισχύει και για τα σοσιαλδημοκρατικά και για τα κομμουνιστικά κόμματα που είχαν βρει μια σχετικά σταθερή θέση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και ενίοτε (όπως π.χ. στην Ιταλία) διεκδικούσαν, δια της κοινοβουλευτικής οδού, την πολιτική εξουσία, από «τόποι όπου διαμορφώνεται η πολιτική και καταστρώνονται οι συμβιβασμοί και οι συμμαχίες με βάση λίγο ή πολύ συγκεκριμένα προγράμματα», από «οργανισμοί που διατηρούν ουσιαστικούς δεσμούς αντιπροσώπευσης με τις κοινωνικές τάξεις», έτειναν να γίνουν «πραγματικοί ιμάντες μεταβίβασης των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας». Στην προγενέστερη δημοκρατική μορφή του καπιταλιστικού κράτους, τα κόμματα «παρέμεναν βασικά δίκτυα διαμόρφωσης της πολιτικής ιδεολογίας και της συναίνεσης». Στον «αυταρχικό κρατισμό», που κατά τον Πουλαντζά αποτελεί τη νεώτερη δημοκρατική μορφή του καπιταλιστικού κράτους, «η νομιμοποίηση μετατοπίζεται προς τα δημοψηφισματικά και καθαρά χειραγωγικά κυκλώματα (μέσα ενημέρωσης) που κυριαρχούνται από τη διοίκηση και την εκτελεστική εξουσία»[17]. Αν πάρουμε τοις μετρητοίς όσα γράφονται στην τελευταία πρόταση, ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί σήμερα η αριστερά του ελληνικού κράτους καταφεύγει σε ένα δημοψήφισμα όπου το δίλημμα αφορά διαφορετικές εκβάσεις της ίδιας τεχνικής διαδικασίας διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε κράτη, με το πολιτικό πλαίσιο της διαπραγμάτευσης να τίθεται εκτός δημόσιας διαβούλευσης.

Χωρίς στρατούς, εκτός και εναντίον

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο περίγυρός του, το ισπανικό PODEMOS, και το γερμανικό κόμμα Die Linke, διαφέρουν σε πάρα πολλά σημεία από τα σοσιαλδημοκρατικά και σταλινικά κόμματα. Οι σημαντικότερες, ωστόσο, διαφορές έχουν να κάνουν ακριβώς με τους δεσμούς αντιπροσώπευσης της εργατικής τάξης, και αντίστροφα με τη σχέση προς το κράτος. Τα κόμματα της «Αριστεράς» δεν είναι μαζικά κόμματα, ούτε κόμματα που έχουν οργανικές σχέσεις με το εργατικό κίνημα. Δε συγκροτούνται μέσα στην ταξική πάλη, αλλά πλάι σε, και πάνω από αυτήν: μπροστά από το κοινοβούλιο, ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων. Είναι εκλογικοί μηχανισμοί και ταυτόχρονα τείνουν να εμφανιστούν ως κόμματα εξουσίας, ή λειτουργούν, από την ίδρυσή τους, ως προσομοιώσεις των κομμάτων εξουσίας. Οι γραφειοκρατίες που τα διοικούν αντί να προέρχονται από το εσωτερικό του εργατικού κινήματος ή να έχουν αναδειχθεί μέσα από κοινωνικούς αγώνες, για να αυτονομηθούν σε δεύτερο χρόνο ασκώντας την πολιτική ως επάγγελμα, είτε έχουν, από την αρχή, δεσμούς με την κρατική διοίκηση (επαγγελματίες πολιτικοί, εκλεγμένοι σε διάφορα επίπεδα του κράτους) είτε εμφανίζονται, από την αρχή, ως φορείς μιας εναλλακτικής πρότασης κρατικής διαχείρισης, αποκτώντας τη συνοχή τους στη βάση της προοπτικής της διακυβέρνησης ή της συμμετοχής στη διακυβέρνηση. Δεν προδίδουν τίποτα, σε σχέση με τους προλετάριους στους οποίους απευθύνονται ως κομμάτι της εκλογικής μάζας, ακόμα κι αν αθετήσουν ορισμένες από τις προεκλογικές τους υποσχέσεις, γιατί εκ προοιμίου τοποθετούνται στο πεδίο της κρατικής διοίκησης, όχι ως εκπρόσωποι της εργατικής τάξης αλλά ως υποψήφιοι κρατικοί λειτουργοί που θα ενσωματώσουν και θα ελέγξουν καλύτερα το πόπολο που από κάτω διαμαρτύρεται, «ζητάει», «διεκδικεί», «πιέζει». Εξού και η τόσο έντονη έμφαση στη λαϊκή ή εθνική «ενότητα», στην αποκατάσταση του «διαρρηγμένου κοινωνικού ιστού», στην επιστροφή στην ομαλότητα: ο κ. Τσίπρας, όπως και ο κ. Iglesias ηγούνται κομμάτων που είναι ιμάντες μεταβίβασης της εκτελεστικής εξουσίας, μηχανισμοί που συντονίζουν και διευθετούν την κρατικοποίηση των κοινωνικών αγώνων, όχι ως έκφραση του κοινωνικού στο πολιτικό, αλλά ως προβολή του πολιτικού στο κοινωνικό. Η αριστερά του κράτους δεν είναι αυτό που παλιότερα προσδιοριζόταν τοπολογικά ως αριστερά, αν και αποτελεί, αναμφισβήτητα, απόφυση της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού. Αποτελεί το ιστορικό προϊόν της μετάλλαξης των σοσιαλδημοκρατικών και σταλινικών κομμάτων καθώς το καπιταλιστικό κράτος μετασχηματιζόταν, και εξακολουθεί να μετασχηματίζεται, σε ένα κράτος ελέγχου και διαρκούς ταξικού πολέμου, σε συνδυασμό με την ανάδυση διαταξικών μπλοκ μέσα στους ίδιους τους κοινωνικούς αγώνες, την αποσύνθεση της εργατικής ταυτότητας, τις διαδοχικές ήττες του εργατικού κινήματος στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, τη συντριβή, τέλος, και την ενσωμάτωση της Νέας Αριστεράς και των ιστορικών αριστερών αντιπολιτεύσεων στα ΚΚ, μετά τη δεκαετία του 1960.

Το δεύτερο κομμάτι του ορισμού της αριστεράς του κράτους, που μόλις προσπαθήσαμε να δώσουμε, σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Και είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, ως και επείγουσα, μια τέτοια αποτίμηση: πρέπει να δούμε πώς και γιατί ήδη από τη δεκαετία του 1970, με την πτώση των δικτατοριών στον ευρωπαϊκό Νότο συγκροτούνται, σε επίπεδο δρόμου, συμμαχίες ανάμεσα στο προλεταριάτο, τη μικροαστική τάξη και τμήματα ακόμα του μεγάλου κεφαλαίου, πώς και γιατί στον πρόσφατο κύκλο αγώνων ο εθνικισμός της μικροαστικής τάξης έδωσε από ένα σημείο και μετά τον τόνο στις μαζικές εκδηλώσεις εναντίωσης των ευρωπαίων προλεταρίων, πώς και γιατί ο διεθνής μαοϊσμός, ο διεθνής τροτσκισμός, η παλιά οργανωμένη αυτονομία βρέθηκαν να μετράνε τα συντρίμμια τους ή να σπεύδουν να βρουν μια θέση υπό τη σκιά κομμάτων τύπου ΣΥΡΙΖΑ, πώς και γιατί, αυτήν την ώρα, με το «Ναι» στο δημοψήφισμα συντάσσεται δημόσια η πλειοψηφία του οργανωμένου εργατικού κινήματος στην ελλάδα (η ΓΣΕΕ, το ΕΚΘ, η ΟΤΟΕ), μαζί με κάποιους αφιονισμένους πολεμοχαρείς αστούς, και με το «Όχι» ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό αφεντικών[18], μαζί με πολλούς απελπισμένους προλεταρίους. Σκοπός, όμως, του κειμένου αυτού δεν είναι να θίξει όλα αυτά τα ζητήματα, παρά μόνο έμμεσα.

Εκεί που θέλουμε, προς το παρόν, να εστιάσουμε είναι στην ιδιοσυστασία της αριστεράς του κράτους, ως τμήματος, οιονεί ή ενεργού, της κρατικής διοίκησης. Πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες του α/α χώρου, του μόνου πολιτικού περιβάλλοντος στο οποίο σήμερα μπορεί κανείς να ακούσει κάτι που να διαθλά, χωρίς να εξουθενώνει μέσα σε ένα κυκεώνα από κοινοτοπίες και ζωτικά ψέματα, την ένταση και το βάθος των εμπειριών ταξικής αντιπαράθεσης που συσσωρεύτηκαν από το 2007 ως το 2012, πιστεύουν ότι είναι αρκετό να υπογραμμιστεί η λέξη «διαχείριση» ώστε να χαραχθεί μια ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους δορυφόρους του, που προσδιορίζονται, σχεδόν αντανακλαστικά, ως ο υπαρκτός αστερισμός της σύγχρονης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Σχεδόν ποτέ δε γίνεται αντιληπτή η ουσιώδης διαφορά της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο, της αριστεράς ως φράξιας του ελληνικούς κράτους, από την αριστερά ως τοπολογικό προσδιορισμό, από τα ιστορικά κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, του σταλινισμού, και τα θραύσματά τους. Η χρόνια απουσία μιας θεωρητικής κουβέντας για το κράτος, η εμμονή σε μια απλουστευτική άποψη που εμφανίζει το κράτος ως μια εξωτερική δύναμη καταναγκασμού, και όχι ως μια κοινωνική σχέση και μια θεσμική υλικότητα, που επικαλύπτει και ορίζει το πεδίο του πολιτικού, φαίνεται, εδώ ακριβώς, πόσο σοβαρές συνέπειες έχει. Γιατί σήμερα η «διαχείριση» του ελληνικού καπιταλισμού δεν είναι μόνο διάσωση, εν μέσω μιας παρατεταμένης κρίσης, ενός πλέγματος κοινωνικών σχέσεων ή των τρόπων με τον οποίους αυτές οι σχέσεις διαρθρώνονται. Είναι, επίσης, και αναδιάρθρωση, συνέχιση της αναδιάρθρωσης των εκμεταλλευτικών σχέσεων, απαξίωση της ζωντανής εργασίας, καθώς και μετασχηματισμός του καπιταλιστικού κράτους σε ένα κράτος εγγυητή των γενικών όρων της καπιταλιστικής παραγωγής μέσω του διαρκούς, αυτήν τη φορά, ταξικού πολέμου και της καθυπόταξης του πλεονάζοντος πληθυσμού, της αντιμετώπισής του άλλοτε ως αντικειμένου ανοιχτά αστυνομικής μεταχείρισης και άλλοτε ως στόχου τεχνοκρατικών πολιτικών ελέγχου, ζωνοποίησης, επιλεκτικής ανθρωπιστικής ανακούφισης και συστηματικού αποκλεισμού. Η διαχείριση, σήμερα, είναι και διαχείριση των στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους παρανομοποιημένους μετανάστες, των ποικίλων ειδικών αστυνομικών σωμάτων για την καταστολή των περιθωριοποιημένων προλεταρίων, των μυριάδων εκλεπτυσμένων τεχνολογιών κοινωνικού ελέγχου για όσες και όσους πρέπει να μάθουν να πουλάνε αποτελεσματικά τους εαυτούς τους για να επιβιώσουν. Το κρίσιμο δεν είναι να στιγματιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα διαχείρισης, γενικώς και αορίστως, αλλά να διατηρήσει το πιο μαχητικό κομμάτι του προλεταριάτου την αυτοτέλειά του από, και να οξύνει την εναντίωσή του σε, κάθε επιχείρηση διάσωσης-διαχείρισης του ελληνικού καπιταλισμού, είτε έχει το πάνω χέρι η δεξιά είτε η αριστερά του κράτους.

Οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι από τον α/α χώρο που συντάχθηκαν με το «Όχι» στο δημοψήφισμα το οποίο επέλεξε, αιφνιδιαστικά και μάλλον τυχοδιωκτικά, να κάνει η αριστερά του ελληνικού κράτους, για να επιλύσει μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικά, στις τεχνικές τους λεπτομέρειες, σενάρια συνέχισης της αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στην ελλάδα, κρατούν αυτήν τη στάση ακριβώς επειδή εντάσσουν τους εαυτούς τους στο πιο μαχητικό τμήμα του προλεταριάτου και επειδή επιδιώκουν να διευρύνουν τους δεσμούς τους μέσα σε αυτό το τμήμα. Ίδιο είναι και το κίνητρο εκείνων των συλλογικοτήτων του α/α χώρου που υιοθετούν μια αντιΕΕ πολιτική γραμμή, αποφασίζοντας έτσι να τοποθετηθούν σε ορισμένα κομβικά ερωτήματα που τίθενται στον δημόσιο λόγο, έτσι μάλιστα όπως αυτά τίθενται, κατά τρόπο ώστε να προϋποθέτουν μόνο κράτη και κόμματα-φράξιες της κρατικής διοίκησης ως φορείς των νοητών απαντήσεων (ποιος, τι είδους υποκείμενο είναι αυτό που θα αποφασίσει την έξοδο από την ΕΕ.; Και αυτή η έξοδος τίνος πάλι πράξη θα είναι; Της «χώρας»; Του «ελληνικού λαού»; Όπου και να στρέψουμε αυτόν τον κόμπο, έτσι όπως αρθρώνεται, μόνο από κράτη ή κόμματα που διοικούν κράτη μπορεί να κοπεί). Κάθε πολιτική στάση, ακόμα και αν μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι εσφαλμένη, πρέπει να κρίνεται και με βάση τα κίνητρα που την υποκινούν. Αν δεν το κάναμε αυτό, θα έπρεπε να τσουβαλιάσουμε συντρόφισσες και συντρόφους που παίρνουν σοβαρά όσα πιστεύουν, και αγωνίζονται για την ανατροπή των εκμεταλλευτικών σχέσεων σε ενεστώτα χρόνο, με τους ψηφοθήρες ηγέτες π.χ. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή τους επαγγελματίες αγύρτες της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, που αντιμετωπίζουν κάθε κινητοποίηση ως ευκαιρία ανέξοδων δημαγωγικών επιδείξεων[19]. Αλλά το γεγονός ότι αυτή η πολιτική στάση σήμερα συνοδεύεται, όλο και συχνότερα, από μια ρητορική του τύπου «όποιος δεν είναι μαζί μας, παίζει το παιχνίδι της αστικής αντεπανάστασης» αποτρέπει τόσο την αμοιβαία ισότιμη κριτική όσο και τον αναστοχασμό για το τι έχει μέχρι τώρα γίνει, τι μπορεί σήμερα να γίνει, και τι θα μπορούσε, αύριο, να αρχίσει να γίνεται. Η αξιοποίηση, επίσης, ενός μιλιταριστικού φαντασιακού, όπου στη θέση του επαναστατικού κόμματος τοποθετείται ένας επαναστατικός στρατός, το μόνο που υπόσχεται είναι μια επανάληψη καταστροφικών πρακτικών, πέρα από το ότι αποτελεί ένδειξη μια άκριτης οικειοποίησης ορισμένων από τα χειρότερα χαρακτηριστικά της πάλαι πότε ελληνικής άκρας αριστεράς.

Η αριστερά του κράτους σήμερα φαίνεται να κυριαρχεί συντριπτικά στο κομμάτι εκείνο του δημόσιου χώρου που διανοίχθηκε από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου. Τείνει, επίσης, να δώσει τον τόνο και στο μικρότερο εκείνο κομμάτι, τη μη κρατική δημόσια σφαίρα από εγχειρήματα έμπρακτης αμφισβήτησης του υπάρχοντος που αναδύθηκε μετά τον Δεκέμβρη του 08 και αναπτύχθηκε όταν η ταξική αντιπαράθεση είχε οξυνθεί τόσο ώστε να προκληθεί κρίση του ίδιου του κράτους. Η αποχή από το δημοψήφισμα είναι μια χειρονομία που, ενώ όλα φαίνεται να περιστρέφονται γύρω από δύο αντιπαρατιθέμενες αστικές επιλογές συντριβής της τάξης μας και περαιτέρω εξαθλίωσης των ζωών μας, υπερασπίζεται κάπως την εμπειρία συνάντησης, μέσα στους αγώνες, υποκειμένων που δεν είναι, ούτε μπορούν να γίνουν, κόμματα ή κράτη: μεταναστών, επισφαλών προλεταρίων, προλεταρίων που αμφισβητούν την ίδια την υπόστασή τους, σωμάτων που κινούνται πέρα από την κανονικότητα για την οποία έχουν διαπλαστεί. Μια τέτοια χειρονομία ομολογουμένως δε μπορεί να αποβεί ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο. Αυτό ακριβώς, όμως, της προσδίδει τη σημασία της, εδώ και τώρα, ως λιγότερο εσφαλμένης επιλογής. Όχι μόνο γιατί όλα θα κριθούν στο δρόμο, αλλά και γιατί δεν πρέπει να υποχωρήσουμε από την έμπρακτη κριτική, που έχει ήδη γίνει στο δρόμο, της πολιτικής ως άθλιας τέχνης προσαρμογής στην αθλιότητα του υπάρχοντος.

 

Lenorman

03/07/15

 

[1] Π. Κοσμάς, «Ούτε ‘υπογραφή’ ούτε ‘κρίση λόγω αδιεξόδου’, αλλά συνειδητό σχέδιο ρήξης!», στον ιστότοπο: http://rproject.gr/article/oyte-ypografi-oyte-krisi-logo-adiexodoy-alla-syneidito-shedio-rixis.

[2] «Ξυδάκης: Ενώπιον της ιστορίας του ο ελληνικός λαός», στον ιστότοπο: http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22767&subid=2&pubid=64208311.

[3] Π. Παπακωνσταντίνου, «Δημοψήφισμα: Επτά κρίσιμες μέρες», στον ιστότοπο: http://kommon.gr/i/286-epta-krisimes-meres-petros-papakonstantinou.

[4] Θ. Καρτερός, «Αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας», στον ιστότοπο: https://left.gr/news/aytos-o-kosmos-o-mikros-o-megas.

[5] «Τσίπρας: Ο ελληνικός λαός θα σταθεί στο ύψος της ιστορίας του και θα πει το μεγάλο όχι», στον ιστότοπο: http://www.alterthess.gr/content/tsipras-o-ellinikos-laos-tha-stathei-sto-ypsos-tis-istorias-toy-kai-tha-pei-megalo-ohi.

[6] Έτσι, με αυτήν τη λέξη κλείνει το άρθρο του! Θ. Καρτερός, «Αυτός ο κόσμος», ό.π. (σημ. 2).

[7] Χρησιμοποιούμε αυτόν τον πλεονασμό, γιατί όταν ένας ανώνυμος σχολιαστής στον Ριζοσπάστη μίλησε για «παρατημένες νύφες», αναφερόμενος στη στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά τις εκλογές, τέθηκε ζήτημα «αγοραίων επιχειρημάτων» (βλ. την απάντηση του γραφείου τύπου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στον ιστότοπο: <http://antarsya.gr/node/2934>. Πράγματι, αυτή η κριτική είναι σωστή. Επίσης ορθό θα ήταν να θυμίσει κανείς στους αρθρογράφους του Ριζοσπάστη ότι μάλλον η πιο θλιβερή παρατημένη νύφη των τελευταίων χρόνων είναι το ίδιο το μεταπολιτευτικό ΚΚΕ, σε σχέση με το ελληνικό κράτος, αφού πια έχουν παρέλθει οι μέρες όπου η κ. Παπαρήγα μπορούσε να εξέρχεται από το Μέγαρο Μαξίμου και να καταγγέλλει το εξεγερμένο προλεταριάτο στη βάση σεναρίων συνωμοσίας, όπως έκανε το 2008, παίζοντας με εντυπωσιακή προθυμία το ρόλο της υπεύθυνης καθεστωτικής δύναμης. Γι’ αυτό είναι καλύτερο, μιλώντας για τη στάση των περισσότερων από τα στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή για τις διάφορες πολιτικές, δημοσιογραφικές και ακαδημαϊκές «μούρες» που απαρτίζουν τον ευρύτερο περίγυρό της, να μιλάμε για «προσωρινά παρατημένους γαμπρούς». Αυτό είναι και πιο μετριοπαθές (αφού αναγνωρίζει την προσωρινότητα αυτής της κατάστασης), και πιο ταιριαστό στο είδος αρρενωπότητας που δίνει τον τόνο στον σύγχρονο ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, όπου πάντα υπάρχει, ως ελκυστής των ροών συναισθηματικής ενέργειας, ένας macho άνδρας ο οποίος κλαίγεται γιατί μια, εξ ορισμού αχάριστη, υποψήφια νύφη τον παράτησε.

[8] Κ. Μάρκου, « ‘Ναι’ ο Μιχαλολιάκος, βαθύ ‘Όχι’ η ανατρεπτική Αριστερά», στον ιστότοπο: http://prin.gr/?p=7653.

[9] Γ. Δραγασάκης, «[09/09/2012]Συνέντευξη στην εφημερίδα Τύπος της Κυριακής: Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συνεχίσει πιο εντατικά τη βίαιη ωρίμανσή του», στον ιστότοπο: http://www.dragasakis.gr/sinedeuxis.php?id=839.

[10] Η συνεχής επίκληση π.χ. των αυτοκτονιών εν μέσω κρίσης από το συριζαίϊκο κύκλωμα προπαγάνδας είναι ένα τυπικό τέτοιο παράδειγμα. Ο θάνατος χρησιμοποιείται ως αφορμή για πολιτική σπέκουλα. Με την ίδια επιπολαιότητα αντιμετωπίζεται και η πιο ακραία ιστορική εμπειρία μαζικής θανάτωσης στην μέχρι σήμερα ιστορία, η Shoah. Για πολλούς αριστερούς μπορεί κανείς να μιλάει, με την ίδια άνεση που ρουφάει το καλαμάκι στον καφέ του, για «ολοκαύτωμα» στην υγεία και την παιδεία ή να απεικονίζει, όπως έκανε ένας βουλευτής των ΑΝΕΛ, την είσοδο του Άουσβιτς με την επιγραφή «μένουμε Ευρώπη», χωρίς να αναλογίζεται ότι στο Άουσβιτς συνέβη κάτι για το οποίο το λιγότερο που θα έπρεπε καμιά/εις σήμερα να κάνει είναι είτε να σκεφτεί σοβαρά πώς αυτό έγινε δυνατό να συμβεί στην «πολιτισμένη Δύση», είτε να βγάζει το σκασμό, αν αδυνατεί να σκεφτεί τίποτα άλλο πέρα από τον ΕΝΦΙΑ, τον Πούτιν και τη νοσταλγικά ακτινοβολούσα δραχμή.

[11] Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι ο Βαρουφάκης και ο Λαπαβίτσας έγιναν μεγάλοι και τρανοί μέσα σε αυτόν τον ιδεολογικό βούρκο. Ένας άλλος, σήμερα κάπως ξεχασμένος, αστέρας, που το 2010 μεσουρανούσε στα πάνελ του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι ο αποτυχημένος εθνοσωτήρας Καζάκης, ο άνθρωπος που όταν έγινε η στραβή στην Κύπρο έγραφε ότι οι κυπριακές τράπεζες έκλεισαν γιατί τα «αρπακτικά της ευρωζώνης» τις είχαν βάλει στο μάτι, λόγω της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων τους εκτός ΕΕ (βλ. το άρθρο του «Γιατί έγινε η δήμευση των καταθέσεων στην Κύπρο;», στον ιστότοπο: http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_18.html.

[12] Κ. Μαραγκός, «Καμιά ακύρωση του δημοψηφίσματος. Όχι μέχρι το τέλος! Προλεταριακή άμυνα στο αστικό σαμποτάζ!», στον ιστότοπο: https://avantgarde2009.wordpress.com/2015/07/01/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B1%CE%BA%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BF%CF%87%CE%B9/. Η Κομμουνιστική Επαναστατική Δράση, μέλος της οποία είναι ο Κ. Μαραγκός, θα ήταν άδικο να παρουσιαστεί ως ένα κομμάτι ομαλά ενσωματωμένο στην αριστερά-με-άλφα-κεφαλαίο. Η αλήθεια είναι ότι σε πολλά ζητήματα βρίσκεται εγγύτερα προς ένα τμήμα του α/α χώρου. Απευθύνεται, παρόλα αυτά, προνομιακά στο κοινό του ΣΥΡΙΖΑ.

[13] Αυτό το δήλωσε ο τραγουδοποιός Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Βλ το σχετικό ρεπορτάζ στον κεντρικό συριζαίϊκο ιστότοπο προπαγάνδας: https://left.gr/news/thanasis-papakonstantinoy-na-mi-lene-oi-apogonoi-mas-gia-toys-hestides-toy-2015.

[14] Πρέπει, εν προκειμένω, να σημειωθεί ότι αυτή η χρήση κάθε άλλο παρά εν αγνοία γίνεται των ριζοσπαστών μαρξιζόντων ή μεταμαρξιστών στοχαστών, αφού όλες/οι στηρίζουν αναφανδόν ΣΥΡΙΖΑ, στο όνομα των δημοκρατικών παραδόσεων της Ευρώπης (!!!). Όταν κατεβαίνουν, επίσης, στην πεζή πραγματικότητα των επίκαιρων ταξικών αντιπαραθέσεων συνήθως λένε πράγματα τόσο κοινότοπα και βλακώδη που κάλλιστα θα μπορούσε να τα πει και ο Τράγκας χωρίς παραπομπές στον Μάρξ, τον Χάιντεγκερ ή τον Φρόιντ. Ο πολύς Αλέν Μπαντιού π.χ. έχει κάνει την εξής εντυπωσιακή δήλωση σε ελληνίδα δημοσιογράφο: «Η Ευρώπη χρειάζεται ηγέτες όπως ο Ντε Γκωλ», βλ. τη συνέντευξή του στην Αλεξία Κεφαλά της Καθημερινής [02/02/2014] στον ιστότοπο: <http://www.kathimerini.gr/751749/article/proswpa/geyma-me-thn-k/alen-mpantioy-h-eyrwph–xreiazetai-hgetes-opws-o-nte-gkwl>.

[15] Αναφερόμαστε εδώ στα πρώην μέλη του ΚΚΕ που συσπειρώνονται γύρω από τον Εργατικό Αγώνα. Μολονότι οι θεωρίες που υποστηρίζουν είναι ανοιχτά σταλινικές, τα κείμενά τους, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία των κειμένων που δημοσιεύονται στα αριστερά διαδικτυακά φόρα, φανερώνουν μια κάποια σοβαρή διανοητική εργασία, έχουν αρχή, μέση και τέλος, συνοχή, και πληρούν μερικά στοιχειώδη κριτήρια ορθολογικότητας. Πάσχουν επίσης σε πολύ μικρότερο βαθμό από το σύνδρομο του «επαναστατικού ψέματος».

[16] Ν. Πουλαντζάς, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, μετάφραση: Γ. Κρητικός, Αθήνα: Θεμέλιο, 1984, σελ. 322-323 (η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

[17] Ν. Πουλαντζάς, Το κράτος, ό.π., σελ. 330 (η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

[18] Στην πρώτη δημοσκόπηση για το δημοψήφισμα, που δημοσίευσε η Εφημερίδα των Συντακτών, το 46% των επιχειρηματιών και το 52% των ελεύθερων επαγγελματιών τάσσονταν με το «Όχι». Βλ. «Ψηφίζουν ‘Όχι’ στην πρόταση των θεσμών», στον ιστότοπο: https://www.efsyn.gr/arthro/psifizoyn-ohi-stin-protasi-ton-thesmon.

[19] Αξίζει εδώ να θυμηθούμε ότι την περίοδο που ο ελληνικός φασισμός έκανε μαζικά την εμφάνισή του στους δρόμους των ελληνικών πόλεων, και ιδίως της Αθήνας, πραγματοποιώντας εκατοντάδες επιθέσεις σε μετανάστες εργάτες μέσα σε λίγους μόνο μήνες, οι άνθρωποι αυτοί μιλάγανε για «παρασυρμένο λαό», θέλοντας, ακόμα και μπροστά στον πραγματικό πια κίνδυνο του εκφασισμού, να δημαγωγήσουν χυδαία ενώπιον του εθνικού ακροατηρίου. Αν εξαρτιόταν απ’ αυτούς ο αντιφασιστικός αγώνας, τώρα οι Ναζί θα είχαν κυριαρχήσει πολύ άνετα σε κάθε γειτονιά. Ευτυχώς, στη βάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (αν μπορούμε να μιλάμε για «βάση», και όχι απλά για «κοινό») υπήρξαν πολλοί που κατανόησαν τη σοβαρότητα της κατάστασης, σε αντίθεση με όσα ανεκδιήγητα έλεγε δημόσια η ηγεσία τους (με εξαίρεση το ΣΕΚ και την ΟΚΔΕ-Σπάρτακος). Στην αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχαν χρόνο για τέτοιες περισπάσεις, ούτε στη βάση, ούτε στην ηγεσία τους. Αργότερα, αφού οι εγχώριοι φασίστες αντιμετωπίστηκαν κυρίως από άλλους, η ηγεσία της ΑΝΤΡΑΣΥΑ, και οι συνδαιτυμόνες της από το ‘κόμμα Λαφαζάνη’ σκέφτηκαν πως ήρθε η ώρα να αποδείξουν τα αντιφασιστικά τους φρονήματα, όχι στην ελλάδα, αλλά … στην ουκρανία, υποστηρίζοντας ακροδεξιούς πολέμαρχους, όπως ο Μοζγκοβόι, και βαφτίζοντάς τους, μέσα από μια σωρεία αποσιωπήσεων και εσκεμμένων ψευδών, «αληθινούς αντιφασίστες» και περίπου «κομμουνιστές» (!!!).

Ανάφλεξη

Ανάφλεξη

 

Στις 8 Μάη 2015 στα διυλιστήρια του ομίλου των Ελληνικών Πετρελαίων στον Ασπρόπυργο σημειώνεται ανάφλεξη κατά τη διάρκεια επισκευαστικών εργασιών και τραυματίζονται βαριά έξι άτομα, τα οποία μεταφέρονται στις μονάδες εντατικής θεραπείας διάφορων νοσοκομείων, όπου και διαγνώζονται εγκαύματα έκτασης έως και 80%. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, καθ’όλα οριακή, η ζωή αυτών των ανθρώπων παύει να είναι πια η ίδια και μόνο όσοι επέζησαν θα μπορούν από τώρα και στο εξής να μιλάνε αξιόπιστα γι’ αυτή. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, το μίσος προς τους υπεύθυνους οφείλει να προσπαθήσει να διαχωριστεί από τη λογική του θεάματος που δημιουργεί μια δήθεν αξιόπιστη κλίμακα σημασίας ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο διαχωρίζοντας τους νεκρούς από τους ζωντανούς και αναγνωρίζοντας μόνο στους πρώτους μια θέση στη μηντιακή πραγματικότητα.

 

*

Αν η ανάφλεξη αποκάλυψε κάτι, καθόλου αυτονόητο σε πολλά μυαλά, είναι η στενή σύνδεση του εργοστασίου με τον θάνατο, εγγενή στην καπιταλιστική μηχανή. Όλα αυτά τα τελευταία χρόνια της κρίσης το εργοστάσιο προσεγγιζόταν μόνο μέσα από μια στενά οικονομική, και γι’ αυτό προκατειλλημένη, σκοπιά: τα εργοστάσια μπορούσαν να ανοίγουν με εγκαίνια και, κυρίως, να κλείνουν με λουκέτα, να «πετάνε ανέργους στον δρόμο», η παραγωγή τους να κινδυνεύει. Και φυσικά, από μια φιλόδοξη ανατρεπτική σκοπιά, να είναι εκ γενετής και πάντοτε έτοιμα για αυτοδιαχείριση. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, αντί να κλονιστούν, μάλλον εντάθηκαν οι φετιχισμοί που παράγονται από την ίδια τη σχέση κεφάλαιο και θέλουν το εργοστάσιο ως σύνθετο αντικείμενο να έχει ζωή από μόνο του. Το εργοστάσιο υποστασιοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό που ο ενδεχόμενος θάνατός του δεν έγινε ποτέ συνώνυμος με τη διαρκή ανθρώπινη εκμηδένιση.

*

Η ύπαρξη του εργοστασίου δεν οφείλεται στην ανάγκη ικανοποίησης οποιωνδήποτε «ανθρώπινων αναγκών»: καμία παραγωγική μονάδα δε θα κατασκευαζόταν αν δεν υπήρχε η αναγκαιότητα της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Για να μπορέσει επομένως να παραχθεί οτιδήποτε, από ένα σαπούνι μέχρι μερικά εκατομμύρια λίτρα βενζίνη, και να μπορούν τα Ελληνικά Πετρέλαια να χαρακτηρίζονται ως επιχείρηση «ζωτικής σημασίας» για την ελληνική οικονομία, κάποιες ζωές πρέπει να υποβιβάζονται διαρκώς και να βιώνονται διαρκώς ως υποβιβασμένες. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο του δεσποτισμού του εργοστασίου, ο οποίος ποτέ δεν εξαντλήθηκε στην επιβολή της θέλησης ενός προσώπου, είτε του ιδιοκτήτη είτε του επιστάτη.

*

Η πραγματική τιμωρία όλων των υπεύθυνων για τον θάνατο των τεσσάρων εργατών δεν είναι εύκολη υπόθεση και σε κάθε περίπτωση δεν εξαντλείται σε πρόσωπα: είναι πολύ δυσκολότερο να συντρίψει κανείς τις κοινωνικές σχέσεις που τους έφεραν σε αυτή τη θέση και θα αποκλείσουν στ’ αλήθεια το ενδεχόμενο να πάρουν κάποιοι άλλοι τη θέση τους. Αν έχει ένα ενδιαφέρον να ασχοληθεί κανείς ονομαστικά με τους ιδιοκτήτες και τους διοικούντες των Ελληνικών Πετρελαίων, αυτό έχει πρώτα και κύρια να κάνει με το γεγονός ότι αποτελούν προσωποποιήσεις των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Αυτή είναι η ελάχιστη συμβολή μιας κριτικής ανταγωνιστικής προς το υπάρχον. Όσο οι άμεσα εμπλεκόμενοι προλετάριοι δεν αναγνωρίζουν ανάμεσά τους μια κοινή μοίρα απέναντι σε ό,τι τους υποβιβάζει σε καμένη σάρκα μέσα σε μια δεξαμενή παράγοντας κινηματικά γεγονότα που δε θα μπορούσαν να ξεχαστούν εύκολα, τα ονόματά αυτών που κατέχουν τις κορυφαίες θέσεις στην ιεραρχία των ΕΛ.ΠΕ. έχουν σημασία μόνο προσωρινά: όσο διαρκεί η περιορισμένη αξία χρήσης τους στα πλαίσια της επιταχυνόμενης κυκλοφορίας τους ως μηντιακά εμπορεύματα.

 

*

Παρόλα αυτά, αν έχει ένα επιπλέον ενδιαφέρον να ασχοληθεί κανείς ειδικά με την οικογένεια Λάτση, αυτό σίγουρα έχει να κάνει με το γεγονός ότι αποτελεί σύμβολο του τι σημαίνει επιτυχημένος εγχώριος καπιταλιστής: πλήρης εκμετάλλευση της οικονομίας του πολέμου κατά τη διάρκεια της κατοχής, στενές σχέσεις με τον κρατικό μηχανισμό και τις προσοδικές δομές του, διακριτική μεταχείριση, ατιμωρησία. Σε αυτόν τον τιμημένο τόπο ο ηγεμόνας δεν μπορεί να νιώσει μοναξιά. Η στοιχειώδης γνώση της δομής του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού οδηγεί κατευθείαν στο συμπέρασμα πως ιστορικά υπήρξαν και υπάρχουν πάρα πολλές μικρότερες ή μεγαλύτερες οικογένειες Λάτση: αρκεί π.χ. να θέλει κανείς να δει τι σημαίνει, τηρουμένων των αναλογιών, πραγματικός πόλεμος σε βάρος του πολυεθνικού προλεταριάτου.

 

*

Τις περισσότερες φορές, εντούτοις, η κριτική εγκλωβίζεται μπροστά στο παρελθόν της οικογένειας Λάτση ως συνεργάτες των Γερμανών κάνοντας από εκεί το άλμα για να κατηγορήσει τον Λάτση ως μεγιστάνα, ως κάτοχο περιουσίας παραπάνω από το δέον –κάτι που σε κάθε περίπτωση προσδίδει έναν αέρα «εθνικής αντίστασης» στην ασκούμενη κριτική όσο σκληρή κι αν είναι. Η χρήση του όρου «απληστία» δεν είναι αθώα, η ανταγωνιστική κριτική δεν είναι κατηχητικό για να εγκαλεί τους καπιταλιστές στον σωστό δρόμο της αρετής, αλλά απόπειρα ψυχολογιοποίησης των εννοιών και των κοινωνικών ρόλων από τη στιγμή που δε βάζει στο στόχαστρο τις ίδιες τις εκμεταλλευτικές σχέσεις και το αναγκαίο τους υπόβαθρο, την ατομική ιδιοκτησία ως τέτοια.

 

*

Η ιστορία δείχνει πως πολλοί μπορεί να τεθούν εκτός διαδικασιών της ΓΣΕΕ, αλλά ΓΣΕΕ να παραμένει βαθιά μέσα τους. Όταν μιλάει κανείς για «υπερκμετάλλευση» και «υπερκέρδη» τόσο, άθελα ή μη, παρακάμπτει την κριτική στο συνολικό κύκλωμα της αξίας, που έχει εδώ και δεκαετίες αναπτυχθεί στην περιοχή. Καταρχήν, πολλοί από τους παλιότερους κατοίκους του Ασπροπύργου απέκτησαν τα οικόπεδα της περιοχής απευθείας από την κατοχική διοίκηση ως ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στο καθεστώς: πρόκειται για τη γη, η οποία τώρα παρέχεται στις επιχειρήσεις της περιοχής και η ενοικίαση της οποίας γεμίζει τα ταμεία του δήμου με δημοτικά τέλη, από τα υψηλότερα πανελλαδικά. Οι γαιπροσοδικές δομές, επομένως, είναι ίσως οι πρώτες που ενδιαφέρονται για την εύρυθμη λειτουργία των Ελληνικών Πετρελαίων. Ενδεχομένως, συγκαθορίζουν και τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού της ευρύτερης περιοχής, της οποίας τα Ελληνικά Πετρέλαια δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα μιας και είναι από τις επιχειρήσεις της περιοχής στην οποία οι ντόπιοι αποτελούν την πλειοψηφία. Η στενότατη σχέση με τις δομές πολιτικής προσόδου του ελληνικού κράτους είναι πιο εμφανής, μιας και εδώ και δεκαετίες οι μόνιμες, και γι’ αυτό ακριβοπληρωμένες, θέσεις εργασίας στα Ελληνικά Πετρέλαια αποτελούν αντικείμενο πολιτικής συναλλαγής μεταξύ των κομμάτων και της πελατείας τους. Επιπλέον, η συγκεκριμένη διεθνοποιημένη επιχείρηση επηρεάζεται εξίσου, αν όχι περισσότερο, από την ταξική πάλη που λαμβάνει χώρα στη χώρα παραγωγής του εμπορεύματος πετρέλαιο το οποίο επεξεργάζεται μετέχοντας άμεσα στην εκεί απόσπαση υπεραξίας. Δεδομένου ότι η προμήθεια του αργού γίνεται αυτονόητα από πετρελαιοπαραγωγικές χώρες -όπου de facto ο καθεστωτικός ολοκληρωτισμός είναι κυρίαρχος λόγω και των ημιφεουδαρχικών γαιοπροσοδικών δομών που σχετίζονται με την κεντρικότητα του «μαύρου χρυσού»- μπορεί ίσως να γίνει κατανοητό το συνδυαστικό αποτέλεσμα που έχουν τα παραπάνω στην αντίληψη, και την τσέπη, των διευθυντικών στελεχών των ΕΛ.ΠΕ. Για τους συνδικαλιστές κάθε βεληνεκούς, καθώς και για τους υπαλλήλους της επιθεώρησης εργασίας η σιωπή και συνεργασία ανταμείβονται εδώ και καιρό με κανένα ξεροκόμματο που και που. Η Πετρόλα του 1992 απέχει χρονικά πολύ μόνο για όσους υποκρίνονται ότι ένα τέτοιο κύκλωμα απλά δεν υπάρχει και ότι δεν αποτελεί τη μήτρα για την επανάληψη της συγκάλυψης παρόμοιων περιστατικών.

 

*

Ο Μπάμπης Δευτεραίος και ο Ραμαντάν Ντελιλάι, που τραυματίστηκαν στις εκρήξεις της 8ης Μάη, απεβίωσαν το απόγευμα της Τρίτης 19 Μάη, ο Αντώνης Αβράμπος κατέληξε το Σαββάτο 23 Μάη, ενώ την Κυριακή 31 Μάη, ο Κώστας Μαγγούρας υπέκυψε και αυτός στα τραύματά του. Η ονομαστική αναφορά τους αποτελεί μια ελάχιστη χειρονομία απείθιας απέναντι στο υπέρμετρο βάρος των τοίχων του εργοστασίου που συνθλίβει τα συγκεκριμένα πρόσωπα μετονομάζοντάς τα σε «θύματα» και «νεκρούς», μια ελάχιστη χειρονομία αλληλεγγύης απέναντι στην απότομη ταύτιση τους με την κοινωνική τους θέση ως εργάτες, στην απότομη αναγωγή τους σε εξαρτήματα μιας μηχανής εξαιτίας της ανάφλεξης.

 

*

«Ενημέρωση σε συνέχεια του δυστυχήματος της 08.05.2015

 

Μετά την ολοκλήρωση και παράδοση στις αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες του προκαταρκτικού Πορίσματος, σχετικά με το τραγικό δυστύχημα που συνέβη στις Βιομηχανικές Εγκαταστάσεις Ασπροπύργου, έχει ξεκινήσει και βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία απόδοσης ευθυνών, όπου αυτές υπάρχουν.

Ήδη, η Διοίκηση κίνησε τις προβλεπόμενες από τον Εσωτερικό Κανονισμό της Εταιρείας διαδικασίες για τους εννέα εμπλεκομένους υπαλλήλους και διευθυντικά στελέχη.

Παράλληλα, πέρα από την ύπαρξη των κατάλληλων κανονισμών και διαδικασιών, απαιτείται ριζική αλλαγή κουλτούρας μέσα και από την δρομολόγηση σημαντικών οργανωτικών αλλαγών, που θα ενισχύσουν ουσιαστικά την ασφάλεια και υγιεινή στις Βιομηχανικές Εγκαταστάσεις μας και θα δώσουν την αναγκαία ώθηση στην ψυχολογία του προσωπικού. Οι αλλαγές αυτές έχουν ήδη αποφασιστεί, προγραμματίστηκαν και βρίσκονται στο στάδιο της υλοποίησης.

Στόχος της νέας Διοίκησης του Ομίλου ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ είναι η απόλυτη διασφάλιση της καθημερινής ασφάλειας των εργαζομένων, πρωτίστως, αλλά και των εγκαταστάσεων, ώστε να αποτραπούν παρόμοια θλιβερά περιστατικά στο μέλλον.»

 

από το επίσημο site των Ελληνικών Πετρελαίων, 28.5.15 (η υπογράμμιση δική μας)

 

*

Ποτέ η ανωνυμία δεν είναι τυχαία· για παράδειγμα, τα πλήρη στοιχεία του οδηγού του τρόλεϊ και του ελεγκτή που προκά­λεσαν τον θάνατο του νεαρού Θανάση Καναούτη στο Περιστέρι δεν έφτασαν ποτέ στη μηντιακή και διαδικτυακή δημοσιότητα, εκτός ίσως από τα αφηρημένα αρχικά Ν.Π του ελεγκτή. Αντίστοιχα, πόσοι γνωρίζουν το όνομα του ιδιοκτήτη της εργολαβικής εταιρείας που είχε αναλάβει τη συντήρηση των Ελληνικών Πετρελαίων τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο που έγιναν τα ατυχήματα; Αυτό που πολλές φορές παρομοιάζεται με «πέπλο σιωπής» δεν είναι παρά συνέπεια της αιφνίδιας ανάδυσης μπροστά στα μάτια μας των εχθρικών πεδίων που υποτιμούν τη ζωή μας και που παραμέναν αδιαφανή μέχρι πρότινος. Η περίπτωση του χρυσαυγίτη δολοφόνου Γιώργου Ρουπακιά δεν είναι διαφορετική, παρόλο που η ευρύτατη δημοσιοποίηση του ονόματός του εμφανίζεται εκ των υστέρων να συνηγορεί για το αντίθετο. Κανένας λακές των μμε και των κουτσομπολίστικων μπλογκς δε θα έφτανε να πουλάει εκδού­λευση στα αφεντικά του και φτηνή ευαισθησία στο κοινό του, αν ο ίδιος ο Παύλος Φύσσας πρώτα δεν κράταγε μια αξιοπρεπή στάση στον δρόμο, το πραγματικό πεδίο που κρίνονται όλοι οι πραγματικοί συσχετισμοί. Και, ακολούθως, αν δεν στερούσε στον Ρουπακιά τη δυνατότητα να χαθεί ανώνυμα μέσα στη νύχτα έχοντας ισοφαρίσει με ένα εκ του ασφαλούς μαχαίρωμα την ήττα των υπολοίπων τραμπούκων. Και αν φυσικά τα συγκρουσιακά γεγονότα της επομένης μέρας –τα οποία έδειξαν τον τρόπο που είναι δυνατόν να βρεθεί στον δρόμο ένα σημαντικό κομμάτι του προλεταριάτου της ευρύτερης περιοχής, και όχι μόνο –και δεν απέτρεπαν όχι μόνο το θάψιμο του γεγονότος, αλλά και την περαιτέρω συγκάλυψη των κοινωνικών σχέσεων που οδήγησαν σε αυτό.

 

*

Όταν μετά το ατύχημα ο Λάτσης δήλωσε πως «η δωδεκάωρη εργασία αποτελεί πάγια πρακτική των διυλιστηρίων κατά τη διάρκεια γενικής συντήρησης», λίγοι τον πήραν στα σοβαρά, ενώ οι περισσότεροι έσπευσαν να καταγγείλουν τις αντεργατικές πρακτικές του ομίλου. Σωστό μέχρι εδώ, αλλά η κριτική ανάγνωση της πραγματικότητας δεν μπορεί να υποκασταθεί από καταγγελίες, μιας και είναι γνωστό σε όλους τους εμπλεκόμενους πως αυτά τα ωράρια έχουν ήδη παγιωθεί εδώ και πολύ καιρό ως τρέχουσα πρακτική. Δεν είναι μόνο η εκμετάλλευση ως τέτοια που έχει χαθεί από τον ορίζοντα, αλλά και η ιστορικότητά της. Όχι χωρίς συνέπειες, πρώτη εκ των οποίων είναι να θεωρείται δευτερεύουσας σημασίας η επισφάλεια και το ειδικό βάρος της στον καθορισμό των κοινωνικών σχέσεων μέσα και έξω από το εργοστάσιο. Ο πολυετής διαχωρισμός του εργατικού δυναμικού σε μόνιμους και προσωρινούς έχει ήδη καταστήσει «φυσικές» τις χειρότερες σχέσεις εργασίας για τους δεύτερους, και μέσα στα Ελληνικά Πετρέλαια, και αυτό είναι κάτι που κανένας δεν επιτρέπεται να αγνοεί. Η «διάσπαση» της εργατικής τάξης σε «μόνιμους» και «προσωρινούς» είναι μια συνθήκη που αναπαράγεται τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω, από τις συνδικαλιστικές πρακτικές μέχρι τις καθημερινές συμπεριφορές και δεν ανατρέπεται με ευχολόγια ή στρουθοκαμηλισμούς. Ειδικά, όταν αποτελεί και αναπόσπαστη εμπειρία μας ως αλληλέγγυοι-ες.

 

*

Όταν, μετά την επίσκεψή του στις εγκαταστάσεις των διυλιστηρίων, ο Λαφαζάνης δηλώνει ότι «Όλοι μαζί, Κυβέρνηση, Διοίκηση των ΕΛ.ΠΕ και εργαζόμενοι, χρειάζεται να προασπίσουμε την αξιοπιστία στην λειτουργία των ΕΛ.ΠΕ, να διασφαλίσουμε πλήρως την υγεία και την ζωή των εργαζομένων. Την ασφάλεια στην εργασία.» δε μιλάει μόνο ως εκπρόσωπος της πρώτης ιστορικά κυβέρνησης που χαίρει (εύθραυστης) υποστήριξης, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, από οργανωμένες δυνάμεις ολόκληρου του πολιτικού φάσματος. Χρειάζεται επιπλέον να γίνει η σύνδεση με τα λεγόμενα της γνωστότερης βεντέτας του θεάματος, όταν αυτός, τρεις μόλις μέρες μετά τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου κατά την τελετή ανάληψης των καθηκόντων του ως υπουργός οικονομικών, δηλώνει πως «το κράτος έχει συνέχεια». Το κράτος των ΕΛ.ΠΕ. είναι αυτό που πρέπει να έχει συνέχεια ως η μόνη διέξοδος από την κρίση, η ακόμα πιο στενή σύμπραξη κράτους και κεφαλαίου. Η συνέχιση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, είτε με το πιο κατασταλτικό είτε με το πιο ανθρωπιστικό της πρόσωπο, αποτελεί την ουσιαστική συμπύκνωση αυτής της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων και μετασχηματισμού του κοινωνικού σε έναν ενιαίο φορέα πειθαρχίας και συσσώρευσης κεφαλαίου.

 

 

Πρωτοβουλιακό κείμενο που αποτέλεσε την εισήγηση

στη σχετική συζήτηση στο Ρεσάλτο στις 12.6.15

ΣΥΡΙΖΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΥΡΙΖΟΠΟΙΗΣΗ

Ή ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΣΩ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Στις 25 Μάη 2015, στην κατάληψη κτήματος Πραποπούλου, οργανώσαμε μια δημόσια συζήτηση με τίτλο: “Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η σχέση της με τον προηγούμενο κύκλο αγώνων: σύγχρονες προοπτικές αντίστασης ενάντια στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση”. Αφετηρία αυτής της συζήτησης ήταν το γεγονός πως για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού μια κυβέρνηση απολαμβάνει την (εύθραστη) υποστήριξη ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, από [οργανωμένους] αναρχικούς έως [οργανωμένους] φασίστες[1]. Επιπλέον, σκοπός της συζήτησης ήταν να εισαχθεί το κράτος στον καμβά των εννοιών που χρειάζεται για να αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο τα προηγούμενα κινήματα της περιόδου 2008-2012 σταδιακά εξασθένησαν και υπό μια έννοια μεταμορφώθηκαν στη σημερινή συγκυβέρνηση μέσω των “μετατροπέων” του αντιφασισμού και αντιμνημονίου. Χωρίς να υποτιμούμε τη σπουδαιότητα του χρέους ως όργανο ανάλυσης της παρούσας κρίσης, προσπαθήσαμε να υπογραμμίσουμε ότι είναι σημαντικό να διακρίνουμε τον τρόπο με τον οποίο η αντίφαση ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία αναπαράγεται μέσα στα κινήματα. και, με αυτό τον τρόπο, να βοηθήσουμε στην ανάδυση του πολιτικού ως τρόπο κοινωνικοποίησης ξεχωριστό αλλά όχι ανεξάρτητο από την αξία, σχετιζόμενο αλλά όχι ταυτόσημο με αυτήν. Με άλλα λόγια, το κράτος παραμένει η πολιτική μορφή της καπιταλιστικής σχέσης, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να επιβάλλει τη δική του λογική ώστε να σταθεροποιήσει έναν κοινωνικό σχηματισμό σε κρίση. σε κάθε περίπτωση, η καπιταλιστική κοινωνική σχέση δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό.

 

Όσα ακολουθούν αποτελούν έναν προσωπικό απολογισμό και σχολιασμό με αφορμή αυτή τη συζήτηση.

 

Της συζήτησης, που διήρκησε 3,5 ώρες, προηγήθηκε ένα 35λεπτο βίντεο συνέντευξης του Αριστείδη Μπαλτά, σημερινού Υπουργού Παιδείας και επικεφαλή της επιτροπής που συνέταξε το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτή τη συνέντευξη, η οποία δόθηκε στα τέλη του 2012, ο Μπαλτάς περιγράφει ποιες ήταν οι πολιτικές δυνάμεις που έδωσαν ώθηση στον ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές των Μαη-Ιούνη του 2012, ποιο ήταν το προφίλ κι η εσωτερική δομή του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος που συνίστατο από μια δεκάδα περίπου ξεχωριστές οργανώσεις/κόμματα (τις λεγόμενες “συνιστώσες”) των οποίων ηγείται ο Συνασπισμός, μιλάει για τη σύγχρονη έννοια του σοσιαλισμού σε μία χώρα (sic) και σκιαγραφεί τον τρόπο με τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα μεταχειριζόταν τα κοινωνικά κινήματα κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού του σε σοσιαλιστική κυβέρνηση[2].

 

Κάνοντας την εισαγωγή στη συζήτηση, προτείναμε πως τα λεγόμενα του Μπαλτά πρέπει να παίρνονται στα σοβαρά, με την έννοια πως μετά τις εκλογές του Γενάρη 2015, μετά από 5 συνεχόμενα χρόνια λιτότητας και κρίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρούσε πως η εφαρμογή ενός τύπου μεταβατικού προγράμματος και η συμφωνία με τους “θεσμούς” (ΕΚΤ, ΕΕ, ΔΝΤ) ήταν και τα δύο πιθανά. τουλάχιστον ως ηγέτες μια σοσιαλιστικής κυβέρνησης. Από την αρχή όμως, το ζήτημα της διαχείρισης της λεγόμενης “ανθρωπιστικής κρίσης” κι η υιοθέτηση σοσιαλιστικών μέτρων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ζήτημα της σύγχρονης περιφεριοποίησης του κεφαλαίου, δηλαδή της επιλογής του ποιο καπιταλιστικό μπλοκ αποδεικνύεται καταλληλότερο γι’αυτή τη δουλειά και το κατά πόσον η έξοδος από το ευρώ προωθεί αυτό το πλάνο. Ακόμα και στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ έχουν υπάρξει βαθιές διαφωνίες σχετικά με αυτή την προοπτική, η οποία τώρα (ξεκινώντας από τον Ιούνη του 2015) έρχεται βιαστικά στο προσκήνιο. Η μετατόπιση των αντιφάσεων στο πολιτικό επίπεδο, η συνέχιση και ανάδυση του διλλήματος “εντός ή εκτός της ΕΕ” δεν έχει παράξει μαζικές πολώσεις σε επίπεδο δρόμου ακόμα, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: κάθε πιθανή δημόσια διαδήλωση υπέρ της ΕΕ θα έχει να αντιμετωπίσει την ισχυρή αντιπαράθεση των “ειδικών του δρόμου”, την υπέρ της Ρωσίας ακροαριστέρα και τους “μεταμοντέρνους” αναρχικούς. Τώρα που έχει γίνει ξεκάθαρο στον καθένα πως το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να εκπληρώσει τις βασικές λειτουργίες του χωρίς εξωτερική χρηματική βοήθεια, παραμένει ζωτικής σημασίας να βρεθεί τι είδους κοινωνικές συμμαχίες θα παραχθούν καθώς οι ελάχιστες κι απομονωμένες απεργίες του Μάη δεν φαίνονται ικανές να δράσουν ως κοινωνικοί καταλύτες προς καμία κατεύθυνση. Αυτός είναι ο λόγος που, μετά την εισήγηση, θέσαμε ρητά το ερώτημα του ποιες θα μπορούσαν να είναι οι πιθανές κοινωνικές αντιδράσεις ενάντια στην υπογραφή ενός νέου (τρίτου) μνημονίου, και τι μορφές θα μπορούσαν να πάρουν. Μένει να φανεί αν η διαδικασία της αποεθνικοποίησης συγκεκριμένων κομματιών του ελληνικού κρατικού μηχανισμού μπορούν να αντιστραφούν υπέρ ενός πίσω-στην-εθνική-μας-κυριαρχία προγράμματος. μια διαδικασία η οποία, κατά την άποψή μας, χρειάζεται πολλά περισσότερα από την “αθώα” διέγερση του εθνικού αισθήματος.

 

Η απάντηση στη τελευταία ερώτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πως αντιλαμβάνεται κανείς τη σχέση ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τον προηγούμενο κύκλο αγώνων: τα κινήματα δεν παράγουν τον εαυτό τους από το μηδέν. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, έγινε ξεκάθαρο πως μερικές σοβαρές διαφωνίες υπήρξαν, όχι μόνο επειδή κάποιοι σύντροφοι δεν θεωρούν τον ΣΥΡΙΖΑ να είναι κάποιου είδους σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, παλιού ή νέου τύπου, αλλά αυστηρώς νεοφιλελεύθερο[3], αλλά ακόμα επειδή προσπαθούν να προσεγγίσουν την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στη κρατική εξουσία μέσω του διπόλου του ΣΥΡΙΖΑ ως την “νίκη/ήττα των κινημάτων”. Για εμάς, είναι αρκετά παραπλανητική η χρήση τέτοιων αντιλήψεων, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ ως τέτοιος δεν είχε σοβαρές σχέσεις με τα κινήματα της περιόδου 2008-2012 εκτός από το κίνημα των πλατειών και μόνο ύστερα από τις εκλογές του 2012 προσπάθησε να μεσολαβήσει τα συμφέροντα μεγάλων κομματιών του δημόσιου τομέα. οι εργάτες στον ιδιωτικό τομέα έχουν αφεθεί στην μοίρα τους εδώ και πάρα πολλα χρόνια[4].

 

Παρόλο που σχεδόν τέσσερα χρόνια δεν είναι καθόλου αμελητέο χρονικό διάστημα, το κύριο μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στους αγανακτισμένους, την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος και τον πολλαπλασιασμό των τοπικών συνελεύσεων στα προάστια της Αθήνας. έτσι οι παρευρισκόμενοι εμμέσως παραδέχτηκαν πως αυτή είναι η πιο πιθανή προοπτική μιας μελλοντικής επανεμφάνισης των κινημάτων. Πολλοί σύντροφοι μίλησαν ξανά για το Σύνταγμα, τον τρόπο με τον οποίο συμμετείχαν σε αυτό και για αρκετή ώρα έγινε μια αναβίωση της δημόσιας διαμάχης σχετικά με το κατά πόσον οι επαναστάτες θα πρέπει παρεμβαίνουν ή όχι σε τέτοιες περιπτώσεις. Ορισμένοι επεσήμαναν πως εμείς, ως ο “κομμουνιστικός χώρος”, δεν έχουμε πραγματικά συζητήσει για τους λόγους που το κίνημα των πλατειών ηττήθηκε και έκαναν μια σύγκριση ανάμεσα στον τρόπο που οι Μπολσεβίκοι σφετερίστηκαν το κίνημα των σοβιέτ και τον τρόπο που μέλη του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησαν να παρουσιαστούν ως η πραγματική έκφραση του κινήματος των πλατειών. Η συζήτηση στάθηκε για κάποια ώρα στον τρόπο που ο ΣΥΡΙΖΑ ως καπιταλιστικό κόμμα χρειάζεται να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανάγκες του κεφαλαίου και τις ανάγκες της εργατικής τάξης. και υπό μία έννοια είναι παγιδευμένος σε αυτή την κατάσταση. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το μόνο κόμμα που στάθηκε, λεκτικά τις περισσότερες φορές, υπέρ σχεδόν όλων των κοινωνικών αγώνων. Από εδώ, ίσως, προκύπτει η ανάγκη να εξηγηθεί ποια είναι τα σύγχρονα θεμέλια του κράτους ως μηχανισμού που επιβάλλει την ισορροπία στο πλαίσιο μιας κρίσης, η οποία πρώτα εμφανίστηκε απαραίτητα ως οικονομική, αλλά μετά απέκτησε μια σημαντική πολιτική διάσταση. Για περισσότερους από τέσσερις μήνες, ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί το προπαγανδιστικό χαρτί της “σκληρής διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς” ως το απαραίτητο ενωτικό στοιχείο, εκπέμποντας ταυτόχρονα ένα ισχυρό κύμα εθνικής ενότητας. Επιπλέον, στην ίδια γραμμή σκέψης, ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε έχει αυξήσει τα μέλη του τα τελευταία τρία χρόνια ούτε σταθεροποίησε τον κομματικό μηχανισμό του μετά την ενσωμάτωση πολλών τοπικών κλάδων του ακρωτηριασμένου ΠΑΣΟΚ τόσο στις γειτονιές όσο και στον δημόσιο τομέα. όπου, ας το τονίσουμε, ο ΣΥΡΙΖΑ προσφέρει την υπόσχεση ενός συγκεκριμένου κοινοβουλευτικού τρόπου αντιμετώπισης των εργασιακών ζητημάτων[5].

 

Κλείνοντας, κάναμε κάποιες παρατηρήσεις που δεν αφορούν μόνο στη συγκεκριμένη συζήτηση, αλλά που προσπαθούν να γενικεύσουν κατά την αντιμετώπιση της τωρινής συγκυρίας:

  • Ο τρόπος που ο ραδιοφωνικός σταθμός του ΣΥΡΙΖΑ “Στο κόκκινο” προσπάθησε να στρέψει τις μόνιμες καθαρίστριες του Υπουργείου Οικονομικών ενάντια στις προσωρινές[6], οι οποίες έχουν προσληφθεί μέσω υπεργολαβίας, μαζί με την πρόταση για πρόσληψη άνεργων εργατών οι οποίοι έχοντας κάμερες θα καταγράφουν τη φοροδιαφυγή και άλλες παράνομες συναλλαγές σε εστιατόρια, αποκαλύπτουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ διαπρέπει στις εφαρμοσμένες νεοφιλελεύθερες τακτικές.
  • Στις αρχές του Φλεβάρη 2012 έλαβε χώρα μια διαδήλωση οργανωμένη από αναρχικούς ενάντια στο επιβαλλόμενο κράτος έκτακτης ανάγκης και τουλάχιστον 3.000 άτομα συμμετείχαν. Αμέσως μετά τις εκλογές στις 25 Γενάρη 2015, και φυσικά μέχρι και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, έχει πραγματοποιηθεί μια αναρχική αντικρατική διαδήλωση στην Αθήνα μόλις 200 ανθρώπων, στη διοργάνωση της οποίας σχεδόν καμία οργανωμένη ομάδα δεν είχε συμμετάσχει, η κάθε μία για τους δικούς της λόγους.
  • Στις θεωρητικές καταβολές του εργατισμού και της γαλλικής υπεραριστεράς, πίσω στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, και ίσως πέρα από πολύ λίγες εξαιρέσεις, δεν μπορούμε να βρούμε κανένα ίχνος μιας ειδικής θεωρίας του κράτους. Πιθανόν, αυτό καταδεικνύει την ανεπάρκεια των θεωρητικών μας εργαλείων που θα μπορούσαν να βοηθήσουν να καταπιαστούμε με το κίνημα των πλατειών και την αραβική άνοιξη. Μόνο ο Νέγκρι προσπάθησε να ιστορικοποιήσει και περιοδολογήσει όχι μόνο το εργατικό υποκείμενο, αλλά και την ίδια τη μορφή κράτος.
  • Σε αντίθεση με όσα συνέβησαν στην πλατεία Ταχρίρ, στο πάρκο Γκεζί, ακόμα και στο Μαϊντάν, καμία γυναικεία ομάδα δε σχηματίστηκε κατά τη διάρκεια της κατάληψης της πλατείας Συντάγματος. για να μη μιλήσουμε για την παρουσία μεταναστών.
  • Η κεντρικότητα του εργατικού υποκειμένου σαφώς αμφισβητήθηκε κατά τη διάρκεια του κινήματος των πλατειών. και, γενικότερα, σχεδόν σε όλες τις διαδηλώσεις στις μεγάλες ελληνικές πόλεις, και πέρα από αυτές. Η συνύπαρξη και η παράλληλη παρουσία διαφορετικών κοινωνικών ομάδων στον ίδιο ιστορικό χώρο, όταν δεν είναι ανοιχτά αντιθετική, είναι ένας ισχυρός δείκτης της διαρκής χρησιμότητας του θεωρητικού σχήματος του “μη υποκειμένου”, επεξεργασμένη από τον Woland και τους Blaumachen η οποία φυσικά δεν κατόρθωσε να παράσχει μια ανάλυση του κράτους ως κεντρομόλου παράγοντα. και, γενικότερα, να αντιμετωπίσει σοβαρά την πραγματικότητα της διαστρωμάτωσης των κινημάτων των πλατειών[7]. Κάθε προσπάθεια δυσφήμισής του θεωρητικού σχήματος λόγω της αποστασίας του Woland είναι άχρηση και μόνο για εσωτερική κατανάλωση.
  • Η πολιτική θέση, που προωθείται από κάπους συντρόφους εδώ[8], σύμφωνα με την οποία μόνο οι αγώνες της ντόπιας εργατικής τάξης μπορούν να τραβήξουν προς τα πάνω την υπόλοιπη τάξη είναι υπόλειμμα των παλιών εποχών κατά τις οποίες η (ντόπια) εργατική ταυτότητα ακόμα αναγνωριζόταν από το κράτος. για να μην αναφερθούμε ότι ξεκάθαρα υποτιμά το πραγματικό διακύβευμα της επανεισαγωγής της σύγκρουσης εντός του ενδεχόμενου μελλοντικού κινήματος των πλατειών. Πέρα από αυτό το σημείο, θα μπορούσε ένα κίνημα πλατειών που γρήγορα θα διαδιδόταν σε πολλές πόλεις και θα ενέπλεκε πολλούς προλετάριους -ανεξαρτήτως χώρας καταγωγής, φύλου και φυλης- να μοιάζει με το πρόσφατο κίνημα; Δεν θα γινόταν η αυτοεπιβεβαίωση της (ντόπιας) εργατικής τάξης πραγματικό εμπόδιο για τον ίδιο τον αγώνα;

 

Παρακάτω, με μερικές κυρίως στυλιστικές διορθώσεις, παρατίθεται ένα εσωτερικό κείμενο, το οποίο γράφτηκε μερικούς μήνες νωρίτερα και το οποίο είναι κάπως επηρεασμένο από τη γενίκευση των φιλοΣΥΡΙΖΑ αισθημάτων μετά τις εκλογές. Σε αυτό, ο αναγνώστης μπορεί να βρει μερικά ακόμα στοιχεία αναφορικά με τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τους αγώνες των προηγούμενων ετών, καθώς και την επεξεργασία της θέσης πως, παρόλες τις συνέπειες, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με την πλειοψηφία των μελών του τελικά θα καταλήξει σε συμφωνία με τους ξένους δανειστές της χώρας. κι αυτό έχει να κάνει με τη θέση της Ελλάδας εντός του ευρωπαϊκου καταμερισμού της εργασίας όσον αφορά τη διαχείριση των προλεταριακών μεταναστευτικών ροών. Αν, αντιθέτως, δεν φτάσει σε συμφωνία κι η Ελλάδα αναγκαστεί να φύγει από την Ευρωζώνη (πιθανόν και από την ΕΕ) αυτός ο παράγοντας -ο οποίος συχνά παραβλέπεται προς όφελος μιας περισσότερο διανοουμενίστικης και με κύρος θεωρητικής ανάλυσης- θα καταδείξει ρητά το βάρος της επιρροής του στις τωρινές και μελλοντικές συνθήκες καπιταλιστικής συσσώρευσης, μαύρης ή λευκής. και, πάνω απ’όλα, στη μορφή-κράτος.

 

Αθήνα, 7/6/2015

Α.

 

 

 

***

 

JE NE SUIS PAS SYRIZA

 

Μετά τις διαδηλώσεις στην Αθήνα και σε μερικές άλλες ελληνικές πόλεις στις 15 Φλεβάρη 2015, οι οποίες που δεν απεύθυναν κανένα αίτημα προς τη νεοεκλεχθείσα κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ -όντας η πλήρης ιστορική αντιστροφή της εξέγερσης του Δεκέμβρη 2008 η οποία επίσης δεν είχε κανένα αίτημα αλλά άσκησε κριτική στα πάντα- είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε τον τρόπο που ο ΣΥΡΙΖΑ βρήκε τον δρόμο προς την κοινοβουλευτική πολυτέλεια μέσω των κινημάτων της προηγούμενης περιόδου και προσποιήθηκε πως είναι δυνατό να “φέρει τον αέρα της επανάστασης” στον σύγχρονο καπιταλιστικό κρατικό μηχανισμό σε κρίση. Από αυτή την άποψη, η ανάλυση, κατά το δυνατόν βαθύτερη, της διαλεκτικής της κρατικοποίησης των κινημάτων αυτών, τουλάχιστον ως έναν βαθμό, θα ήταν περισσότερο αποσαγηνευτική για τις προσδοκίες που οφείλουν να συνοδεύουν την “ελπίδα που έρχεται”.

 

Με πιο σοφιστικέ ορολογία, επιτρέπεται να αποκαλέσεις όσα ακολουθούν ως μια πρώτη απόπειρα παραγωγικής εννοιολογικής διαμεσολάβησης για ένα πιθανό ανταγωνιστικό κίνημα απέναντι στο νέο καθεστώς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είσαι φιλο-σύριζα ακαδημαϊκός. Σε αυτή την περίπτωση, έχε το νου σου: οι λίστες προγραφών μας είναι είναι πιστό αντίγραφο του κατά Σύλλα πρωτοτύπου…

 

Σε μερικούς συντρόφους εδώ στην Αθήνα, πολλά από τα επιχειρήματα που εκφράζονται εδώ μπορεί να ακουστούν περισσότερο από οικεία. Αυτό δεν αποτελεί σύμπτωση, αλλά ρητή τακτική συγγραφής ενός πολεμικού κειμένου συνθέτοντας κρίσιμες παρατηρήσεις και ακριβείς συλλήψεις από διαφορετικές τρέχουσες συζητήσεις οι οποίες δεν λαμβάνουν χώρα απαραίτητα στα ίδια δωμάτια και περιοδικά ή στις ίδιες mailing-lists. είναι σαν πολλά νήματα να εισέρχονται στον ίδιο αργαλειό. H aτομική υπογραφή δε σημαίνει θόλωση των ορίων του “ποιος λέει τι” και οπωσδήποτε δεν αναιρεί τον αδιαμφισβήτητο συλλογικό χαρακτήρα των θέσεων που ακολουθούν.

 

 

 

“Το ελληνικό κράτος έχει συνέχεια, η αυτοτροφοδοτούμενη κρίση των τελευταίων χρόνων όχι.”

Ο Υπουργός Οικονομικών, Γιάννης Βαρουφάκης, στην ομιλία του

κατά τη τελετή ορκωμοσίας, 28 Γενάρη 2015

 

 

 

Η κίνηση του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, η οποία απλά δεν μπορεί να ελεγχθεί από το κράτος, είναι πάντα πέρα από τις πολιτικές του έθνους-κράτους. πιο συγκεκριμένα, η αύξηση της κρατικής ρύθμισης είναι ακριβώς συνέπεια της παγκόσμιας γενίκευσης της σχέσης κεφάλαιο και της λειτουργίας του νόμου της αξίας σε παγκόσμια κλίμακα η οποία συνδεεται με αυτή τη γενίκευση. Η διείσδυση του κράτους στο ευρύτερο πλαίσιο της κοινωνικής αναπαραγωγής και η πλήρης επιβεβαίωση της σχέσης κεφάλαιο σχηματίζουν μια ενότητα. Η “κρατικοποίηση” αποτελεί ακριβώς το όχημα μέσω του οποίου το κεφάλαιο διατηρεί τον εαυτό του και μέσω του οποίου συγκεκριμενοποιούνται κοινωνικά τα αποτελέσματα του γενικού πλαισίου της αξίας. Γι’αυτό το κράτος εμφανίζεται… ιδεατά ως η στιγμή υπό τους όρους της οποίας -στο πλαίσιο της κοινωνικής διαδικασίας αναδιάρθρωσης και τροφοδοτούμενη από τον ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά- ο νόμος της αξίας πραγματοποιείται στο εσωτερικό: μέσω της απαξίωσης κεφαλαίου έπειτα από κρατικές ρυθμίσεις, δομικές προσαρμογές, διορθώσεις του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας κλπ. Είναι αδιαμφισβήτητο πως με αυτή τη διαδικασία, η επιβολή του νόμου της αξίας τροποποιείται “πολιτικά” με συγκεκριμένο τρόπο. Μόνο μια “καθαρή” λειτουργία του νόμου της αξίας δεν μπορεί να υπάρξει και ποτέ δεν έχει υπάρξει. παντα τροποποιείται μέσω πολιτικών δομών και σχέσεων εξουσίας. Η θέση σχετικά με την αναστολή του νόμου της αξίας μέσω της παρέμβασης του κράτους παραβλέπει το γεγονός πως το κράτος, στην ίδια τη μορφή του, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού πλαισίου αναπαραγωγής της εργασίας. οι καπιταλιστικοί νόμοι -με μια ειδικά μεσολαβημένη περιβολή- ενεργοποιούνται κατευθείαν μέσω του κράτους και υπο τους όρους της δραστηρίοτητάς του.

Joachim Hirsch, Der Sicherheitsstaat: Das “Modell Deutschland”,

seine Krise und die neuen soziale Bewegungen

 

 

1.

 

Οπωσδήποτε χρειάζεται να δίνουμε προσοχή στις βεντέτες του θεάματος: όχι μόνο για να γελάμε με τη γελοιοτητά τους ως λακέδες των αφεντικών, αλλά και επειδή με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αναπαριστούν τις σύγχρονες αντιφάσεις σε συμπαγή σωματική μορφή. Με μια φράση, στην τελική παρατήρηση της πρώτης ομιλίας του μόλις τρεις μέρες μετά τις εκλογές, ο έλληνας υπουργός παραδέχεται πως παρόλη τη κρίση, κάποια πράγματα πρέπει να παραμείνουν συνεχή. Αλλά πώς μπορεί να συμβεί αυτό; Δεν ήταν ο ελληνικός καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός και το κράτος που του αντιστοιχεί γεμάτα αντιφάσεις όλα αυτά τα χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της υποχώρησης των κινημάτων τα τελευταία χρόνια; Πώς μπορεί το καπιταλιστικό κράτος, παρόλη την κρίση του τόσο ως καπιταλιστικό όσο και ως κράτος, να ισχυριστεί πως έχει παραμείνει συνεχές, δηλαδή: ανέπαφο; Θα έπρεπε να αποφύγουμε να εκλάβουμε αυτή τη δήλωση ως αφέλεια ενός νεοδιορισμένου φιλόδοξου ανδρείκελου, και θα έπρεπε χωρίς χωρίς συμβιβασμούς να το αποκαλέσουμε με το πραγματικό του όνομα: καθησυχασμό όλων των μερών, τα οποία εμπλέκονται στην απόσπαση υπεραξίας σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή του πλανήτη, πως η νέα κυβέρνηση θα ακολουθήσει τα βήματα των προδρόμων της όσον αφορά την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης κεφάλαιο και τη σταθερότητα του κοινωνικού σχηματισμού. Όσοι συγκαλύπτουν αυτή τη στάση κάτω από τα συνθήματα περί “επιστροφής της ελπίδας”, “σεβασμού της αξιοπρέπειας του λαού”, “ανάγκης για ανάσα” κλπ είναι απλά υποκριτές.

 

2.

 

Αμέσως μετά τις ταραχές τον Δεκέμβρη του 2008, πολλοί εικονοποίησαν το κράτος ως συμμορία μπάτσων. Αυτό αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι (κυρίως νέοι) προλετάριοι που βγήκαν στον δρόμο αντιλήφθηκαν εμπειρικά το ποιοτικό άλμα της καταστολής που επιβλήθηκε εξαιτίας του εύρους της πολυεθνικής κοινωνικής έκρηξης. Αλλά το κράτος δεν μπορεί, και δεν πρέπει, να εξισώνεται με την καταστολή όσο εξελιγμένη ή υποστηριζόμενη από λεπτολόγους δικαστές κι αν είναι: δε ζούμε στη δεκαετία του ’20. Η έλευση της αστυνομίας ως απαραίτητης λειτουργίας του κράτους και η μελλοντική ανάπτυξή της ως θεμελιώδη διαμεσολάβηση σχεδόν κάθε κοινωνικής αντιπαράθεσης -ένα αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό του κράτους ασφαλείας της τρέχουσας περιόδου- προκειμένου να γίνει πλήρως αντιληπτές, απαιτούν την ακριβή γνώση των μεσολαβήσεων που το κράτος ανέπτυξε με την πάροδο του χρόνου, γιατί αυτές εξασθένησαν και γιατί ήταν απαραίτητο να αντικατασταθούν από την αστυνομία. Ποια ήταν τα μειονεκτήματα κι οι ατέλειες των υπαρκτών πολιτικών κομμάτων, των συνδικάτων, του σχολικού θεσμικού πλαισίου, των μεταναστευτικών πολιτικών, της διαχείρισης σε επίπεδο δήμου κλπ; Γιατί όλα αυτά δεν έδρασαν αρκετά προληπτικά ώστε να αποτρέψουν μια τέτοιου είδους ανταρσία; Γιατί το ελληνικό κράτος απέδειξε ότι είναι πολύ κάτω από το επίπεδο αποτροπής που απαιτεί ο σύγχρονος καπιταλισμός; Αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα -που θα βαρύνουν στις μελλοντικές πολιτικές στρατηγικές αναδιάρθρωσης της σχέσης κεφάλαιο και του κράτους της εν μέσω του ξεσπάσματος της κρίσης τα επόμενα χρόνια- δε σπαζοκεφάλιασαν μόνο τους κρατικούς υπαλλήλους εκείνης της περιόδου. αλλά επιπλέον βρίσκονται στις ρίζες της στρατηγικής αναγέννησης αυτού του κομματιού της “αριστεράς της ευθύνης” που μερικοί αφελείς(;) πολιτικάντηδες ακόμα λανθασμένα θεωρούν πως είναι “το μόνο κόμμα που δεν καταδίκασε τις ταραχές” -όταν συγκεκριμένα παραδείγματα όχι μόνο της απουσίας τους αλλά επίσης της επιθετικότητάς τους προς την επέκταση των ίδιων των ταραχών παραβλέπονται- δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ.

 

3.

 

Αδιαμφισβήτητα, παρόλα αυτά, κάποια μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως νεολαίοι, ήταν παρόντες στους δρόμους εκείνες τις ημέρες και σχημάτισαν ένα περιθωριακό αλλά μη αμελητέο, κρίνοντας αναδρομικά, κομμάτι της γενικής συνάντησης που παράχθηκε εκείνες τις ημέρες ανάμεσα σε τμήματα του πολυεθνικού προλεταριάτου. Αυτοί οι φιλόδοξοι καινούριοι πολιτικοί στοχάστηκαν σοβαρά πάνω στην εξέγερση του Δεκέμβρη και σκέφτηκαν πως επικεντρώνοντας τις προσπάθειές τους στην αναδιοργάνωση του κόμματός-ως-κίνημα, ήταν ένα στοίχημα που άξιζε να παρθεί. Αλλά παρόλο που αυτό οδήγησε σε μια κάπως σημαντική αλλαγή του κομματικού μηχανισμού, ήταν τελείως ανεπαρκές όσον αφορά την πιθανή αύξηση των εκλογικών ποσοστών: το μόνο πράγμα που έχει σημασία για κάθε αριστερό κόμμα άξιου του ονόματός του. Η πρώτη συμμετοχή του Τσίπρα στις εκλογές του 2009 ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ -θεαματική κορύφωση της προηγούμενης διαδικασίας και ξεκάθαρος δείκτης της επιρροής των στελεχών που είναι υπεύθυνα για τη στρατητική του κόμματος- δεν έφερε τα προβλεπόμενα αποτελέσματα: η νεολαία δεν μπορούσε να ψηφίσει μαζικά το κόμμα, τουλάχιστον εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο. Ο μέχρι και σήμερα “αέρας νεανικής αναζωογόνησης” του ΣΥΡΙΖΑ είναι απομεινάρι αυτών των εκλογικών τακτικών που συντηρούνται από τους image makers του κόμματος-ως-μηχανισμός. Η πολιτική έμφαση στη “γενιά των 700 ευρώ” των ντόπιων προλετάριων -που, υποτίθεται, ήταν το κύριος φορέας της εξέγερσης του Δεκέμβρη- δεν μπορούσε να αντιστοιχηθεί θεσμικά, δεν μπορούσε να αναδιατυπωθεί με θεσμική ορολογία. Η εξέγερση του Δεκέμβρη δεν είχε αιτήματα: αυτό αποτελούσε σίγουρα ένα συμπέρασμα, όσο προσωρινό κι αν ήταν.

 

4.

 

Το κράτος, θεωρούμενο εδώ ως ο συλλογικός καπιταλιστής, κατάλαβε καλύτερα από τον καθένα πως η πραγματική απειλή της εξέγερσης δεν ήταν οι σπασμένες βιτρίνες των τραπεζών καθαυτές, αλλά η δυνατότητα της αμοιβαίας αναγνώρισης μιας κοινής μοίρας ανάμεσα στους ντόπιους και τους μετανάστες προλετάριους που κατέβηκαν στους δρόμους της Αθήνας. Αυτό δεν μπορούσε να αφεθεί να συμβεί, ειδικά υπό την προοπτική της συνεχούς αύξησης του υπερπληθυσμού. Η κοινωνική στρατηγική της αντι-εξέγερσης, που ξεκίνησε αμέσως μετά τις πρώτες πράξεις της εξέγερσης με τη μορφή αντισυγκεντρώσεων σε συγκεκριμένες ελληνικές πόλεις, υλοποιήθηκε παραδειγματικά στην περίπτωση του Αγίου Παντελεήμονα, μιας φτωχής γειτονιά στο κέντρο της Αθήνας, όπου μια πραγματική κατάσταση εξαίρεσης για τους μετανάστες προλετάριους ξεκίνησε να ξεδιπλώνεται από τις αρχές του 2009 και μετά. αποκαλύπτοντας σταδικά όλες τις δυνατές χρήσεις και πρακτικότητές της. Έτσι, κράτος και κοινωνία των πολιτών με την μορφή ρατσιστικών επιτροπών κατοίκων, εγκατέστησαν τη δική τους διαλεκτική, πολύ πριν το κίνημα των πλατειών, στην κατεύθυνση της εξάλειψης από τον δημόσιο χώρο ενός σημαντικού τμήματος του προλεταριάτου. Από εκείνο το σημείο και μετά, και υπό την απειλή κυρώσεων από την πλευρά του κράτους, αυτή η εξάλειψη επρόκειτο να γίνει ο μόνος άξονας γύρω από τον οποίο θα έπρεπε να περιστρέφονται οι ευϋπόλυπτες πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων και των αριστερών.

 

5.

 

Οποιαδήποτε αναφορά στη μορφή και το περιεχόμενο της κρατικής καταστολής αναπόφευκτα συνεπάγεται μια αντίληψη όχι μόνο για το ποιος είναι ο ρόλος του κράτους στην παρούσα συγκυρία, αλλά και για το από που μπορεί να εξαχθεί η αναγκαία ύπαρξή του σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Πριν την άνοιξη του 2010 και την επίσημη είσοδο του ελληνικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού στο μνημόνιο –κομμένου και ραμμένου από το ΔΝΤ, την ΕΚΤ, την ΕΕ και τους έλληνες καπιταλιστές– η στάση του κράτους προς τα κοινωνικά κινήματα εντασσόταν στην κατηγορία της μηδενικής ανοχής: το καλοκαίρι του 2008, η αστυνομία μπορούσε να σκοτώσει μια 43χρονη γυναίκα στην Κέρκυρα εν μέσω συμπλοκών με ντόπιους ενάντια στην προοπτική της κατασκευής χωματερής. το καλοκαίρι του 2009, η αστυνομία μπορούσε να επιτεθεί άγρια σε ντόπιους στο Γραμματικό Αττικής για τον ίδιο λόγο. Αυτά, πριν και μετά τη δολοφονία του Αλέξη. Για τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν αδύνατο να κεφαλαιοποιήσει αυτούς τους αγώνες πολιτικά, τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο όπως προσπάθησε με την εξέγερση του Δεκέμβρη. Όταν στις 7/7/2009, η αστυνομία επιτέθηκε στην αναρχική/αντιεξουσιαστική διαδήλωση που πορευόταν προς τον Άγιο Παντελεήμονα, με φασίστες να ρίχνουν μολότωφ πίσως από τις αστυνομικές γραμμές, κανένα μέλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν εκεί επειδή καμία παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ανεκτή.

 

6.

 

Αν και θεωρητικά χρήσιμη, η έννοια της μηδενικής ανοχής αντιμετωπίζεται τις περισσότερες φορές ως συνέπεια της κυριαρχίας του δόγματος της ασφάλειας και υποβάλλει την εντύπωση πως ο κρατικός μηχανισμός είναι πλήρως στρατιωτικοποιημένος κι επομένως αδιαπέραστος στην ταξική πάλη και τις κοινωνικές αντιθέσεις εν γένει. Μετά την υιοθέτηση του μνημονίου τον Μάη του 2010 και την άνοδο του κοινωνικού θερμομέτρου έκτοτε, ο ελληνικός καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η σχέση κεφάλαιο θα αναπαράγεται μέσω πολιτικής κρίσης.

 

7.

 

Υιοθετώντας μια πιο διαλεκτική προσέγγιση όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στο κράτος και τις μορφές της ταξικής πάλης, θα μπορούσε να ειπωθεί πως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού που επικράτησε να αποκαλείται “κράτος έκτακτης ανάγκης” είναι να ορίζει (και να ορίζεται από) τον υπερπληθυσμό. Διαχωρισμός, κατακερματισμός, στιγματισμός, ταξινόμηση, περιθωριοποίηση, αποκλεισμός, καταστολή αυτού που είναι κατάλληλο για καπιταλιστική χρήση και αυτού που δεν είναι, συνιστούν τις κύριες λειτουργίες του. Αυτά τα γνωρίσματα δεν πρέπει να θεωρούνται αφηρημένες ιδέες που ίπτανται στο κενό. εκφρασμένο με βαρύτερους θεωρητικούς όρους, το κράτος έκτακτης ανάγκης έχει μια απαραίτητη βιοπολιτική διάσταση υπό συνθήκες πραγματικής υπαγωγής όχι μόνο της εργασίας αλλά και ολόκληρου του κοινωνικού σχηματισμού υπό το κεφάλαιο.

 

8.

 

Στις 31 Μαρτίου 2009, 150 μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, με τον Τσίπρα στις γραμμές τους, καταλαμβάνουν για μια ώρα τα κεντρικά γραφεία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της μεγαλύτερης ελληνικής τράπεζας, στη Σταδίου και μετά αποχωρούν από τη σκηνή με πολύ περισσότερη έμπνευση και αυτοπεποίθηση. στις 14 Φλεβάρη του 2013, οι μπάτσοι χτυπάνε ανελέητα μέλη της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ που αποπειράθηκαν να καταλάβουν το γραφείο του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών το οποίο βρίσκεται μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω στον ίδιο δρόμο. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται στην προσπάθεια ανακατάληψης του κτιρίου της κατάληψης Σκαραμαγκά -που καταλήφθηκε άμεσα μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη- στο κέντρο της Αθήνας, τον Ιούλη του 2011 και τον Γενάρη του 2013 αντίστοιχα. Τι κείτεται ανάμεσα στις δύο αυτές στιγμές; Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια αντιφατική κίνηση που παράχθηκε ιστορικά χοντρικά τη διετία 2010-2012 η οποία όχι μόνο προκάλεσε την αυταρχική στροφή του κράτους, αλλά ταυτόχρονα αύξησε σταθερά την απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο προς την εργατική τάξη αλλά γενικότερα σε όσους “χτυπήθηκαν από το μνημόνιο”, ως το αυτοαποκαλούμενο κόμμα-κίνημα.

 

9.

 

Με το ρίσκο να υπεραπλουστευθεί ένα σύνθετο και απολύτως μη ομογενές κίνημα, είναι δυνατό να συγκεκριμενοποιηθεί αυτή η διαδικασία με έναν προτιμητέο τρόπο αν κάποιος επικεντρωθεί στον τρόπο με τον οποίο η κρατική καταστολή αντιμετώπισε τις καταλήψεις ως κεντρική μορφή αγώνα. Μιλώντας ποιοτικά, μια μεγάλη ποικιλία στόχων επιλέχθηκε από τα “αντιμνημονιακά” υποκείμενα των οποίων η ταξική σύνθεση ήταν τα πάντα εκτός από σταθερή, μολονότι με μια αδιαμφισβήτητη γεύση εργατικής και μεσαίας/μικροαστικής τάξης: στη Νέα Ευκαρπία κάτοικοι μαζί με τις δημοτικές αρχές καταλαμβάνει τον ΧΥΤΑ. η ΠΟΕ-ΟΤΑ, το συνδικάτο των δημοτικών υπαλλήλων, πραγματοποιεί διάφορες καταλήψεις δημαρχείων. η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, το συνδικάτο των εργατών της ΔΕΗ, καταλαμβάνει το Κέντρο Μηχανογράφησης στον Χολαργό. η πολιτική πρωτοβουλία «Δεν Πληρώνω» καταλαμβάνει τα δημόσια γραφεία της ΔΕΗ στην Καλλιθέα. το Υπουργείο Υγείας καταλαμβάνεται από τους ίδιους τους δημόσιους υπαλλήλους του. το Ταμείο Ασφαλίσεως Μηχανικών καταλαμβάνεται από τους ίδιους τους εργαζομένους σε αυτό. συμβασιούχοι εργάτες του δήμου καταλαμβάνουν το δημαρχείο Αθηνών. κατάληψη του λογιστικού κέντρου της επιχείρησης Γερολυμάτος στη βιομηχανική ζώνη στα Οινόφυτα ως διαμαρτυρία για απλήρωτους μισθούς. απόστρατοι αξιωματικοί προσπαθούν να εισβάλλουν στο Γενικό Επιτελείο στην Αθήνα διαμαρτυρόμενοι ενάντια στις περικοπές του εισοδήματός τους. ντόπιοι κλείνουν την είσοδο στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας διαμαρτυρόμενοι για την παρουσία μεταναστών στην περιοχή. ένα μείγμα στρατιωτικών έφεδρων αξιωματικών, αριστερών πολιτικοποιημένων, μιας μειοψηφίας χούλιγκανς ποδοσφαιρικής ομάδας και “σύνηθεις” αγανακτισμένοι εισβάλλουν στην επίσημη στρατιωτική παρέλαση στη Θεσαλλονίκη διαμαρτυρόμενοι για τους “διεφθαρμένους πολιτικούς” κλπ. Αν κανείς λάβει υπόψη του πως αυτό το “υποκείμενο των καταλήψεων” δεν ήταν ποτέ πλήρως παρών στις πλατείες των μεγάλων ελληνικών πόλεων, όπου πολιτικοποιημένοι και φοιτητές υπερεκπροσωπήθηκαν, τότε κάποιος μπορεί πιθανόν να καταλάβει τον δυισμό από τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ κι οι ΑΝΕΛ -αντιστοίχως, η πολιτική ενσάρκωση της κάτω και πάνω πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα- αναδύθηκαν: επιτυγχάνοντας να τοποθετηθούν στο κέντρο των πλατειών, έγιναν οι πολιτικοί εκπρόσωποι ενός κινήματος που κανείς άλλος δεν ήταν εκεί να εκπροσωπήσει.

 

10.

 

Θα ήταν κρίσιμη αβλεψία να θεωρηθεί ότι η μορφή και το περιεχόμενο αυτών των καταλήψεων είναι είναι άνευ θεωρητικών επιπτώσεων. αντ’αυτού, είναι το ίδιο το γεγονός της κατάληψης ενός δημόσιου κτηρίου ή τμήματος ενός δημόσιου χώρου που χρειάζεται να ερμηνευτεί. Πέρα από την κρίσιμη αναγνώριση πως τμήματα του ντόπιου προλεταριάτου αμφισβήτησαν την τρέχουσα αναδιάρθρωση διεκδικώντας τουλάχιστον ένα τμήμα της ιδιοκτησίας του λεγόμενου “δημόσιου πλούτου”, το γεγονός πως διάφορες άλλες κοινωνικές ομάδες και τμήματα του προλεταριάτου επίσης επέλεξαν τις καταλήψεις ως μέσο άσκησης πίεσης προς το κράτος φανερώνει πρώτα απ’όλα την κεντρικότητα της γαιοπροσόδου στον ελληνικό καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό η οποία και καθορίζει τη σχέση του κάθε ατόμου με το κράτος. Πιο συγκεκριμένα, αυτή η σχέση ορίζεται από το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, αλλά επίσης από την κουλτούρα της μονιμότητας, η οποία συνδέεται τόσο με την εξαγωγή πολιτικής προσόδου στον δημόσιο τομέα όσο και με τη διαδεδομένη αγωνιστική στάση που είναι πολύ επηρεασμένη από την κυριαρχία της αριστερής κουλτούρας. Το σύγχρονο κίνημα καταλήψεων πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως της υποχώρισης του κράτους από την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και την ταυτόχρονη αμφισβήτηση του πολιτικού βάρους του μικροαστικού στρώματος εντός της κρατικής δομής. Οι διαδοχικές συγκυβερνήσεις των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να εμβαθυνθεί ο διαχωρισμός ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία των πολιτών. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία το 2015 υποσχόμενος τη συμφιλίωσή τους. και το σημαντικό μεταναστευτικό κίνημα καταλήψεων που κορυφώθηκε με την “απεργία πείνας των 300 μεταναστών” -οι οποίοι κατέλαβαν τη Νομική στην Αθήνα για μερικές μέρες αψηφώντας το καθεστώς της αφάνειας στο οποίο οι μετανάστες είναι καταδικασμένοι- είχε ήδη πεταχτεί στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.

 

11.

 

Καμία ουσιαστική συζήτηση δεν μπορεί να γίνει σχετικά με την εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, και τους πιθανούς ταξικούς αγώνες του μέλλοντος, αν κάποιος δε λάβει σοβαρά υπόψη του την ιστορική ιδιαιτερότητα των τοπικών συνελεύσεων που σχηματίστηκαν αμέσως μετά το κινήμα των πλατειών το καλοκαίρι του 2011. Μολονότι κανείς μπορεί να θυμηθεί διάφορα παραδείγματα τοπικών κινητοποιήσεων σε αστικές περιοχές όλα αυτά τα χρόνια, αυτές πάντα γίνονταν προωθώντας συγκεκριμένα αιτήματα τα οποία συνήθως αφορούσαν την ποιότητας ζωής στη γειτονιά ή τα προάστια: ενάντια στην περιβαλλοντική μόλυνση και υποβάθμιση, ακτιβισμοί για ελεύθερους δημόσιους χώρους κλπ. Το ίδιο ισχύει και για τις τοπικές κινητοποιήσεις σε μη αστικές περιοχές, όπου γίνονται σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα σε ντόπιους και μπάτσους, καθώς οι πρώτοι διαδηλώνουν συνήθως ενάντια σε ένα μεγάλο καπιταλιστικό πρότζεκτ. σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, δε δημιουργούνται από τους συμμετέχοντες τυπικά οργανωμένες και σταθερές συνελεύσεις. Στην περίπτωση των τοπικών συνελεύσεων που προέκυψαν από την πλατεία Συντάγματος, μιλάμε για συνελεύσεις οργανωμένες γύρω από το προάστιο που απαιτούν από το κράτος την απόσυρση του μνημονίου. Θα πρέπει να έχει γίνει φανερό μέχρι τώρα ότι, συγκρινόμενο με τα συγκεκριμένα αιτήματα γύρω από την ποιότητα ζωής, το ίδιο το επίπεδο συνάρθρωσης των αιτημάτων έχει μετατοπιστεί κι έχει γίνει περισσότερο άμεσα πολιτικό.

 

12.

 

Είναι σε όλους γνωστό πως το πρώτο αίτημα το οποίο μπήκε μπροστά από τις συνελεύσεις γειτονιών, κι αυτό στο οποίο ο “λαός” ανταποκρίθηκε περισσότερο από κάθε άλλο, ήταν η απόσυρση του “χαρατσιού”, του νεοεπιβληθέντος φόρου κατοικίας. Αλλά κάποιος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη συνέχειας ανάμεσα στα κινήματα γειτονιάς του παρελθόντος και του σήμερα υποδεικνύοντας μόνο τη σταθερή κεντρικότητα της γαιοπροσόδου. παρά το γεγονός πως οι ελληνικές οικογένειες πάντα θεωρούσαν την ιδιοκατοίκηση ιερή. Μια τέτοια οπτική χάνει τον μετασχηματισμό της αιτηματικής δομής. Στην περίπτωση με το χαράτσι, οι συνελεύσεις απευθύνουν το αίτημα κατ’ευθείαν στην κρατική διοίκηση χωρίς την παρεμβολή ή τη μεσολάβηση των τοπικών δημοτικών αρχών. Με αυτό τον τρόπο, καταστρατηγώντας και αποφεύγοντας την αντιπαράθεση με τους κρατικούς θεσμούς σε τοπικό επίπεδο, δημιουργείται ο μύθος πως η παρουσία του κράτους εκεί δεν αποτελεί απειλή για την αυτονομία του κινήματος. και, ακόμα χειρότερα, πως μπορεί να υπάρχει συνεργασία ανάμεσα στις συνελεύσεις και τις (αριστερές) τοπικές αρχές. Αυτή η άμεση πολιτικοποίηση των αιτημάτων δημιούργησε το έδαφος για την μελλόντική εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοτικές εκλογές του 2014 ακριβώς στα προάστια όπου ήταν παρούσες ενεργές τοπικές συνελεύσεις. Μερικοί αναρχικοί, που αποτέλεσαν την πλειοψηφία των ιδρυτών αυτών των συνελεύσεων, ακόμα αναρωτιούνται πως αυτό κατέστη δυνατόν, μιας και εκείνη την περίοδο μέλη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήτανε καν παρόντα στις συνελεύσεις…

 

13.

 

Αυτή η μετατόπιση στο πεδίο της διεκδίκησης, κι ως εκ τούτου στη μορφή και το περιεχόμενο της λεγόμενης “τοπικής δράσης”, δεν πρέπει να θεωρείται ως άμεση συνέπεια της νέας μορφής οργάνωσης καθεαυτής, επειδή δεν μπορεί να εξηγήσει το πως, για παραδείγμα, έγινε δυνατό μια τοπική συνέλευση να μπει στα τοπικά γραφεία της ΔΕΗ και άμεσα να απειλήσει τον διοικητή να σταματήσει να εκτελεί διακοπές ηλεκτροδότησης. Όμως, η προσπέραση των υπάρχουσων μεσολαβήσεων -κανένα κόμμα ή συνδικάτο δεν ήταν ικανό να παρέμβει σε αυτό το επίπεδο και να εκτελέσει τον παραδοσιακό του ρόλο της μεσολάβησης του αγώνα- δεν είναι εξαρχής ταυτόσημη με την παραγωγή της αποδυνάμωσής τους.

 

14.

 

Μιλώντας για τις συνθήκες που κατέστησαν ικανή την ανάπτυξη μητροπολίτικών κινημάτων στην Αθήνα, οι οποίες μέχρι πρόσφατα δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές, ο κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος Καβουλάκος[9] γράφει:

 

“Οι συνθήκες, που επικρατούσαν γενικά στην ελληνική κοινωνία και πιο συγκεκριμένα στην πόλη των Αθηνών, εμπόδιζαν την ανάπτυξη μητροπολιτικών κινημάτων. Η υπετροφία του πολιτικού, η κυριαρχία της πολιτικής ζωής και της δημόσιας σφαίρας από τα κόμματα, το χαμηλό επίπεδο της ανάπτυξης της κοινωνίας των πολιτών κι οι πελατειακές σχέσεις αποτελούσαν, και μέχρι ένα ορισμένο επίπεδο ακόμα αποτελούν, ένα αρνητικό πλαίσιο για την ανάπτυξη κινημάτων. Την ίδια στιγμή, το μοτίβο της ανάπτυξης της πόλης των Αθηνών ευνόησε ατομικές-οικογενειακές στρατηγικές και περιόρισε την πιθανότητες αύξησης της συλλογικής συνείδησης και δράσης. Μητροπολιτικοί αγώνες που αναπτύχθηκαν με την πάροδο του χρόνου δεν απέκτησαν ένα κεντρικό πολιτικό χαρακτήρα και στην ουσία δεν υποστηρίχτηκαν από κεντρικούς πολιτικούς παράγοντες της χώρας. Σε μερικές περιπτώσεις,“δικαιώθηκαν” μέσω αποσπασματικών μεταρρυθμίσεων ή μέσω της πολιτικής της ανοχής από το κράτος οδηγώντας στην ενίσχυση του πατερναλιστικού ρόλου του κράτους και της εξάρτησης των πολιτών από δίκτυα πελατειακών σχέσεων.

 

Με αυτή την έννοια, η ανάδυση και εξέλιξη των τοπικών συνελεύσεων γειτονιών δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να ερμηνευτεί με όρους συνέχειας της προηγούμενης φάσης των μητροπολιτικών κινημάτων. η ατροφία του παρελθόντος δεν μπορεί να αποτελέσει αιτία από μόνη της. Αυτή η ασυνέχεια ανάμεσα στις παρελθοντικές και παρούσες μορφές μητροπολιτικών κινημάτων αρχικά παράχθηκε κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη το 2008 και μετά, σε πιο γενικό επίπεδο, κατά τη διάρκεια του κινήματος των αγανακτισμένων το 2011. δηλαδή, μέσω ενός συγκρουσιακού πλαισίου κρίσης.

 

Η μετατόπιση της αιτηματικής δομής αποτελεί ιστορικό προϊόν της ασυνέχειας που παράχθηκε εντός της κρίσης και μπορεί κανείς να καταλάβει τις πλήρεις επιπτώσεις της αν, και μόνο αν, λάβει υπόψη του ορισμένες από τις θεμελιώδεις αντιστροφές που έλαβαν χώρα από τότε που γράφει ο Καβουλάκος (2008):

  • Η κυριαρχία της πολιτικής ζωής και της δημόσιας σφαίρας από τα κόμματα και τα συνδικάτα υπόκειται σε βαθιά κρίση.
  • Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και, πιο γενικά, το ίντερνετ έχουν καθιερώσει μια ιδιαίτερα καινούρια δημόσια σφαίρα και “κοινωνία των πολιτών”.
  • Η ύφεση έχει σοβαρά κλονίσει τις προϋπάρχουσες ατομικές και κοινωνικές στρατηγικές επιβίωσης σε μη αμελητέα τμήματα του πληθυσμού της εργατικής και μεσαίας τάξης.
  • Το κράτος έχει αποτινάξει τον πατερναλιστικό του ρόλο καθώς κάθε διεκδίκηση γύρω από τη αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης έχει παντελώς απονομιμοποιηθεί.
  • Τελευταίος, αλλά όχι ασήμαντος παράγοντας, ο τεράστιος αντίκτυπος των κοινωνικών κινημάτων που ανεπαρκώς κατηγοριοποιούνται κάτω από την ταμπέλα “αραβική άνοιξη”.

 

15.

 

Ανάμεσα σε άλλα, το άλλο πρόσωπο της σύγκλισης αυτών των αντιστροφών -οι οποίες αποτέλεσαν ιστορικές αντιφάσεις με την ευρύτερη έννοια και παρήγαγαν την ανάδυση των τοπικών συνελεύσεων γειτονιών- ήταν η κατάδειξη των δημοτικών αρχών ως ο αδύναμος κρίκος του κρατικού μηχανισμού. Και με αυτή την έννοια, είναι κάθε άλλο παρά τυχαίο πως ένα συγκεκριμένο κομμάτι της αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα, που προβλεπόταν από την εφαρμογή του μνημονίου, πράγματι επηρέασε το “τοπικό κράτος” εκείνη τη χρονική στιγμή. Αλλά, προκειμένου να εκτιμηθεί με σωστό τρόπο τον ΣΥΡΙΖΑ ως τη νέα μεσολάβηση που παράχθηκε από αυτό το κίνημα, πρέπει να καταδειχθεί ο διπλός χαρακτήρας αυτού του κινήματος. Με άλλα λόγια, το κράτος μεταρρυθμίστηκε και εξορθολογίστηκε τόσο από τα πάνω όσο κι από τα κάτω: η στήριξη της παροχής δωρεάν μαθημάτων για μαθητές από εθελοντές άνεργους καθηγητές και η επαναδιατύπωση της διαχείρισης της ανεργίας αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

 

16.

 

“Οι άντρες [κι οι γυναίκες] φτιάχνουν τη δική τους ιστορία, αλλά δεν τη φτιάχνουν όπως θέλουν: δεν την φτιάχνουν υπό συνθήκες που διαλέγουν οι ίδιοι, αλλά υπό συνθήκες που υπάρχουν ήδη, δοσμένες και κληρονομημένες από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σαν εφιάλτης τα μυαλά των ζωντανών. Κι όπως μοιάζουν να ασχολούνται με την επαναστατικοποίηση των εαυτών τους και των πραγμάτων, δημιουργώντας κάτι που δεν υπήρχε πριν, ακριβώς τέτοιες εποχές επαναστατικής κρίσης εναγωνίως καλούν τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανειζόμενοι από αυτούς ονόματα, συνθήματα μάχης και στολές ώστε να παρουσιάσουν αυτή τη νέα σκηνή στην παγκόσμια ιστορία σε από καιρό καθιερωμένη μεταμφίεση και δανεισμένη γλώσσα.”

Καρλ Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

 

Αν κανείς μπορεί να βρει κάποια ίχνη συνέχειας με το πρόσφατο παρελθόν, αυτά σίγουρα θα εντοπίζονται στην λεγόμενη “υπερτροφία του πολιτικού”, δηλαδή ότι το καπιταλιστικό κράτος είναι η μόνη δυνατή έκφραση, και εγγύηση, του συλλογικού συμφέροντος και με αυτή την έννοια της δημοκρατίας (συμπεριλαμβανομένης και της άμεσης) ως του μόνου δυνατού ορίζοντα συλλογικής δράσης. Η πόλωση ανάμεσα σε “αριστερά” και “δεξιά” βαραίνει πάρα πολύ στην ιστορία της πολιτικοποίησης και της εξουδετέρωσης των ταξικών αγώνων στην Ελλάδα. Η απαίτηση προς το κράτος να ακυρώσει τον φόρο κατοικίας ή το μνημόνιο δεν ήταν μόνο αντανάκλαση της διαταξικής σύνθεσης των πρώτων, και πολύ μεγαλύτερων σε μέγεθος, τοπικών συνελεύσεων, αλλά επίσης επαλήθευση του γεγονότος πως ακόμα κι η υπεράσπιση των συμφερόντων της ατομικής ιδιοκτησίας μπορεί ακόμα να γίνει υπό την αιγίδα της αριστεράς. Στα μυαλά των εμψυχωτών των τοπικών συνελεύσεων –των οποίων, ας το ξαναπούμε, ένα πλειοψηφικό κομμάτι αποτελείτο από αναρχικούς, αντιεξουσιαστές κι ανθρώπους που δεν ανήκαν σε κάποιο συγκεκριμένο κόμμα- η εξέλιξη των κοινωνικών κινημάτων είναι μη αναγώγιμα συνδεδεμένη με μια αριστερή αγωνιστική στάση που συνδέεται με την κυριαρχία της αριστερής κουλτούρας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την πλήρη έκφραση αυτής της στάσης στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως, πέρα από τις βίαιες συγκρούσεις το καλοκαίρι του 2011 γύρω από την πλατεία Συντάγματος, οι πιο βίαιες αντιδράσεις ενάντια στην επιβολή του μνημονίου ήταν: αυτές των ταξιτζήδων που όχι μόνο συγκρούστηκαν με την αστυνομία στους δρόμους κοντά στο κοινοβούλιο αλλά επίσης απέκλεισαν συντονισμένα λιμάνια κι αεροδρόμια σε όλη τη χώρα. αυτές των φορτηγατζήδων που δεν απέφυγαν ακόμα και να πυροβολήσουν απεργοσπάστες με κανονικές σφαίρες. και πάνω από όλα ο αγώνας στην Κερατέα που έπειτα από βίαιες πολύμηνες συγκρούσεις αποδείχτηκε το μόνο κοινωνικό κίνημα που αντέκρουσε τα προγραμματισμένα σχέδια κατασκευής ενός ΧΥΤΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί οποιαδήποτε σχέση με την εξέλιξη αυτών των κινημάτων, τα οποία κατευθύνθηκαν από τα συμφέροντα των μικροϊδιοκτητών. όσον αφορά τη δεξιά, ποτέ δεν είχε μια ξεκάθαρη ιστορική σύνδεση με ένα μαζικό κίνημα στην Ελλάδα. Η απουσία ξεκάθαρης έκφρασης ενός δεξιού πολιτικού σημείου – απομεινάρι του εμφυλίου και του γεγονότος πως η δεξιά και το κράτος πάντα υπήρξαν άρρηκτα συνδεδεμένα- έχει οδηγήσει στον μύθο πως όλα τα κινήματα μπορούν να μεσολαβηθούν και αντιπροσωπευτούν από την αριστερά. Και φυσικά δημιουργεί τη ψευδαίσθηση -που προάγεται από αρκετές εκατοντάδες αριστερούς ακαδημαϊκούς παγκοσμίως, των οποίων η επαγγελματική καριέρα είναι ακόμα συνυφασμένη με αυτή την “ηγεμονία της αριστερής κουλτούρας”- πως η εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2015 ήταν η πολιτική έκφραση των αντιμνημονιακών κινημάτων γενικά.

 

17.

 

Απαραιτήτως, το να λες πως η αριστερά είναι η αριστερά του κεφαλαίου περνά μέσα από την υπόδειξη της ταύτισής της με το κράτος τόσο ως μηχανισμό όσο κι ως σχέση. λέγοντας δηλαδή πως η αριστερά είναι η αριστερά του κράτους. Όσοι δοξάζουν τα κινήματα των συνελεύσεων, χωρίς να τα θέτουν σε αμφισβήτηση, συνήθως ξεχνούν το γεγονός πως οι τοπικές συνελεύσεις δημιουργήθηκαν μετά το “διάταγμα” της κεντρικής συνέλευσης της κάτω πλατείας Συντάγματος για επέκταση του κινήματος στις γειτονιές της Αθήνας. οι ελάχιστες προϋπάρχουσες συνελεύσεις γειτονιών, ήδη υποδηλώνοντας ένα πιο διάχυτο μοντέλο, δεν μπόρεσαν να προσανατολίσουν το κίνημα όπως έκανε η, σε μικρογραφία υβριδική κρατική δομή, της πλατείας Συντάγματος. Η κρατικοποίηση ενός κινήματος είναι μια διαδικασία που ξεκινά ήδη εσωτερικά με τον σχηματισμό της διάκρισης ανάμεσα σε πολιτική εκπροσώπηση και σε απλούς συμμετέχοντες πολύ πριν φτάσει στα κοινοβουλευτικά έδρανα. Πέρα από αυτό το πρώτο βήμα σε επίπεδο βάσης προς την ταυτοποίηση της αριστεράς με το κράτος, οι περισσότερο εμφανείς σχέσεις του κινήματος των συνελεύσεων με τον ΣΥΡΙΖΑ σπάνια έρχονται στο προσκήνιο: πέρα από τις δημοτικές εκλογές του 2014 που αναφέρθηκαν νωρίτερα, δεν ήταν οι κοινοβουλευτικές εκλογές τον Μάη του 2012 η νέα μάχη που έπρεπε να δωθεί, που προκάλεσε την απότομη παρακμή του πρότζεκτ των συνελεύσεων; Τι πραγματικά προκάλεσε την εγκατάλειψη του κεντρικού συντονισμού των συνελεύσεων γειτονιών που έγινε στην Πάντειο τον Γενάρη του 2012, με περισσότερες από 45 συνελεύσεις και περισσότερους από 500 συμμετέχοντες, αν όχι η προοπτική μιας εκλογικές επιτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ;

 

18.

 

Σε κάθε περίπτωση, το κράτος κι οι μηχανισμοί του ένιωσαν την πίεση από τις κινητοποιήσεις ενάντια στον φόρο κατοικίας και προσπάθησαν να απορροφήσουν τους διαταξικούς κλυδωνισμούς με διάφορες κατασταλτικές τακτικές. Υπό μια έννοια, η τρέχουσα αναδιάρθρωση του κράτους εν μέσω κρίσης, αυτό που έχει αποκαλεστεί “κράτος έκτακτης ανάγκης”, θα μπορούσε να ταυτοποιηθεί ως η αντίδραση του κεφαλαίου σε αυτού του είδους τα διαταξικά κινήματα. Το πρωτοφανές επίπεδο της βίας ενάντια στο ντόπιο πληθυσμό στις Σκουριές και την Κερατέα, όπου ένα συμπαγές τοπικό διαταξικό μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων αναμετρήθηκε με την αστυνομία του κεφαλαίου, θα πρέπει να τονίσει επιπλέον τη βαρύτητα αυτού του συγκεκριμένου ερωτήματος και να βοηθήσει να επικεντρώσουμε στην αναγκαιότητα της τρέχουσας αναδιάρθρωσης της σχέσης κεφάλαιο. αναδιάρθρωσης που εμπεριέχει την καταστροφή, αν είναι αναγκαίο, την αξιολόγηση, τον μετασχηματισμό και την αναδημιουργία του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων που θα συμπεριληφθούν στο νέο μοντέλο συσσώρευσης. Αλλά αν κανείς πρέπει να δράσει στο εσωτερικό ενός διαταξικού κινήματος, η όξυνση ποιου είδους κοινωνικών αντιφάσεων συνδέεται με την προοπτική της επανάστασης αν όχι αυτή ανάμεσα σε εργάτες κι αφεντικά; Η τεράστια και πολύμορφη συμμετοχή μελών του ΣΥΡΙΖΑ, και βουλευτών φυσικά μετά τις εκλογές του 2012, στο κίνημα στις Σκουριές από το 2011 κι έπειτα, συνιστά το πραγματικό έδαφος όπου αρχίζουν να δίνονται οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Αλλά αυτές δεν είναι υπέρ των εργατών. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να αναδυθεί ως ο πολιτικός υπερασπιστής των διαταξικών κινημάτων μόνο πάνω στο πτώμα της εργατικής ταυτότητας: το ίδιο πτώμα που οι εργάτες του χρυσωρυχείου -οι οποίοι επιτέθηκαν, μαζί με την αστυνομία, σε απλούς κατοίκους της περιοχής, αλληλέγγυους αριστεριστές και αναρχικούς και αφεντικά της τοπικής τουριστικής βιομηχανίας για να υπερασπιστούν τις θέσεις εργασίας “τους”- κλώτσησαν για άλλη μια φορά στο κεφάλι.

 

19.

 

Σίγουρα, κι εντός συγκεκριμένων ορίων, αυτή η αντίφαση ανάμεσα στη διαταξική σύνθεση και την ανάγκη για έναν ταξικό προσανατολισμό παίχτηκε στις εσωτερικές διαδικασίες των τοπικών συνελεύσεων με περισσότερο ή λιγότερο τεταμένο τρόπο. Ακριβώς επειδή ήταν ριζωμένες στο αστικό περιβάλλον της αθηναϊκή μητρόπολης κι όχι στο τελείως διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον της ελληνικής επαρχίας -όπου επικρατούν οι σχέσεις γης και αίματος κι όπου οι κοινωνικές ιεραρχίες είναι πολύ περισσότερο έντονες- οι συνελεύσεις γειτονιών αναγκάστηκαν γρήγορα να επεκτείνουν τον κατάλογο των δραστηριοτήτων τους και να θέσουν την αναγκαιότητα ικανοποίησης των αναγκών εργαζόμενων και ανέργων. Θέτοντας, όμως, προλεταριακές ανάγκες στο προσκήνιο και ξεκινώντας να οργανώνουν ανταλλακτικά παζάρια, τράπεζες χρόνου, ανταλλαγή υπηρεσιών, συλλογικές κουζίνες κλπ -και ταυτόχρονα έχοντας να αντιμετωπίσουν τον άμεσο ανταγωνισμό της εκκλησίας, των media, καθώς και συγκεκριμένων πρωτοβουλιών από κάποιους δημάρχους όσον αφορά την “ανακούφιση όσων χτυπήθηκαν από την κρίση”- αποδείχτηκε ως το γεγονός που πυροδότησε τη σταδιακή παρακμή του κινήματος των πλατειών. επειδή η προαναφερθείσα αντίφαση δεν μπορούσε να βρει χώρο να κινηθεί. Μόνο πολιτικά κόμματα μπορούν να ισχυριστούν ότι καλύπτουν τις ανάγκες των πάντων. Γι’αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού απέτυχε να φτιάξει τις δικές του συνελεύσεις γειτονιών, επέλεξε να στηρίξει κοινωνικά παντοπωλεία, που πουλούσαν αγροτικά προϊόντα χωρίς μεσάζοντες πριν παρέμβει άμεσα στην υποστήριξη συσσιτίων για τους ανέργους. Τον Σεπτέμβρη του 2011, αμέσως μετά την ανάδυση του κινήματος των αγανακτισμένων στην Ελλάδα, το ίδιο το κράτος που κατηγορείτο για βαριά καταστολή πέρασε το νόμο 4019/2011 εισάγοντας τη βάση της νομοθεσίας σχετικά με την κοινωνική οικονομία και την κοινωνική επιχειρηματικότητα. το απαραίτητο πλαίσιο για τη νομική διαχείριση όλων των αυτοοργανωμένων δραστηριοτήτων. Αυτό το μακρόπνοο σχέδιο αντιμετώπισης των νεοαναδυόμενων κινημάτων, όσο κι αν περιορίστηκε η εφαρμογή του, αναμένεται να επεκταθεί από την παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ώστε να αντιμετωπιστεί η συνέχιση των μέτρων λιτότητας μετά τη πρόσφατη προσωρινή συμφωνία με την ΕΕ, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ τον Φλεβάρη του 2015. Και φυσικά, όλοι οι άκριτοι υποστηρικτές της “υπαρκτής αυτοδιαχείρισης” από όλο το αριστερό πολιτικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών -αυτοί οι ίδιοι που μερικά χρόνια πριν οργάνωναν ολόκληρα εναλλακτικά φεστιβάλ για “την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία”- παρέλειψαν εκείνη την περίοδο να γιορτάσουν την ψήφιση αυτού του νόμου ως μια επιτυχία του κινήματος της αυτοοργάνωσης. για τις θεωρίες που εξαίρουν την αυτοδιαχείριση ως την προτιμότερη οδό προς την επανάσταση, είναι αναγκαίο να θεωρούν το χρήμα και το κράτος ως αντικείμενα κι όχι ως τρόπους συσχέτισης των ανθρώπων μεταξύ τους, ως μορφές κοινωνικοποίησης.

 

20.

 

Στις 29 Μάη 2011, και ταυτόχρονα με μία από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις μπροστά από το ελληνικό κοινοβούλιο, ένα άλλο ρατσιστικό πογκρόμ ενάντια σε μετανάστες λάμβανε χώρα λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά, γύρω από την πλατεία Ομονοίας. Οι ναζί της Χρυσής Αυγής, πολιτικά αποκλεισμένοι από την αγανακτισμένη δημοκρατία, πέρασαν μέσα από της αστυνομικές γραμμές κι έκαναν ακόμη μία προσπάθεια να επιβάλλουν την ατζέντα τους σχετικά με το μέλλον του κέντρου της Αθήνας και ακόμη παραπέρα. Αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για τον οποίο το κίνημα των πλατειών δεν μπορεί να θεωρείται πως αποτελεί κομμάτι της κληρονομιάς της εξέγερσης του Δεκέμβρη είναι πως με κανέναν τρόπο δεν επέτρεψε στους κοινωνικά αποκλεισμένους, κυρίως μετανάστες, να ενσωματωθούν σε αυτό -πέρα από το να πουλάνε νερό, καπέλα και πράσινα laser. Περιττό, πιθανόν, να πούμε πως οι αποκλεισμοί ποτέ δεν αποτέλεσαν εμπόδιο στις δημοκρατικές διαδικασίες, όσο “επαναστατικές” κι αν ισχυρίστηκαν πως είναι.

 

21.

 

Η κριτική που ασκήθηκε στο κίνημα των αγανακτισμένων ότι υπήρξε ουσιώδης έκφραση της τρέχουσας εθνικής ενότητας συνήθως συνήθως παραλείπει να καταδείξει τις συγκεκριμένες πτυχές του κινήματος που υποδεικνύουν κάτι τέτοιο. ο απλός εντοπισμός και η καταμέτρηση ελληνικών σημαιών μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή δεν αποτελεί κάτι παραπάνω από ένα παιχνίδι για βαριεστημένους πολιτικάντηδες. Αυτό που χρειάζεται να εξηγηθεί είναι γιατί η πλατεία Συντάγματος έπρεπε να διαχωριστεί σε πάνω και κάτω πλατεία. μια πόλωση που υπερβαίνει τη διάκριση δεξιάς-αριστεράς που προαναφέρθηκε. Διαιρεμένη με αυτό τον τρόπο και ειδωμένη στο σύνολό της, η πλατεία Συντάγματος προσπάθησε προσωρινά να αποτελέσει τη μεσολάβηση όλων των μεσολάβησεων, δηλαδή ένα κράτος σε φευγαλέα μορφή. με την έννοια πως αποκάλυψε την κρυμμένη πόλωση, τον κρυμμένο οργανωτικό πυρήνα όλων των μεσολάβησεων που είχαν καταρρεύσει εκείνη την περίοδο. Μιλώντας συγκεκριμένα, είναι η απόλυτη κατάρρευση του παλιού δημοκρατικού κόμματος του ΠΑΣΟΚ που ενεργοποίησε τη μαζική παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στους δρόμους σε διάφορες περιστάσεις και για μεγάλο χρονικό διάστημα. και που συνεπώς συνοψίζει καλύτερα την προαναφερθείσα πόλωση: αναγνώριση της ταυτότητας της ντόπιας εργατικής τάξης εντός του κράτους και από το κράτος σημαίνει να είσαι ταυτόχρονα και υπέρ του εθνικισμού και υπέρ του σοσιαλισμού. Η κρίση επιτάχυνε την διαδικασία κατακερματισμού της εργατικής τάξης που λαμβάνει χώρα εδώ και δεκαετίες και με αυτό τον τρόπο ώθησε τους εξατομικευμένους εργάτες, και τις πολιτικές μεσολαβήσεις που ισχυρίζονται πως αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα του λαού εν γένει, να αναπαραχθούν στην πλατεία Συντάγματος. Γι’αυτό και η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι μόνο αυτή που σχηματίστηκε από τα κόμματα που επωφελήθηκαν περισσότερο απο το κίνημα της πλατείας Συντάγματος, αλλά και η κυβέρνηση που αυτή τη στιγμή εξισορροπεί ανάμεσα σε κράτος και κοινωνία, κράτος και κίνημα, επειδή ως ενότητα δεν μπορεί να μιλήσει πολιτικά με άλλον τρόπο.

 

22.

 

“Η Ελλάδα είναι η χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας και παράνομης μετανάστευσης… υπάρχουν τόσοι άνεργοι όσοι παράνομοι μετανάστες κι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί”.

Αντώνης Σαμαράς, πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας

κατά την επίσκεψη του στη Μάλτα, 21.10.2013

 

Προς το παρόν, το ελληνικό κράτος έχει παγιδευτεί σε μια θεμελιωδη αντίφαση: ενώ κατά τις περασμένες δεκαετίες έχει συγκροτηθεί στη βάση της “εξαγωγής αντιφάσεων”. Δηλαδή, όταν ο προλεταριακός πληθυσμός που οριοθετείτο από τα σύνορα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ήταν περισσότερο από τον αναγκαίο ή πολύ “ανήσυχος” για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης, η μετανάστευση αποτέλεσε πάντα έναν βασικό μηχανισμό εξασθένησης της ταξικής πάλης μέσω της αποσύνδεσης σημαντικών κομματιών του πληθυσμού μεταξύ τους. Σήμερα, αυτή η λύση δεν μπορεί να επιλεχθεί όχι μόνο επειδή, λόγω της παγκόσμιας ύφεσης παρέχεται μια διέξοδος στις ξένες αγορές εργασίας αποκλειστικά σε ένα μικρό κομμάτι της ντόπιας ειδικευμένης εργατικής τάξης, αλλά επίσης επειδή η χρόνια εκμετάλλευση αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων, αν όχι μερικών εκατομμυρίων, “ανειδίκευτων” μεταναστών εργάτων είναι βαθιά ριζωμένη στον κύκλο αξιοποίησης πάρα πολλών μικρών και μεσαίων κεφαλαίων. κι ως αποτέλεσμα, κανείς δεν μπορεί να θέσει σοβαρά το ζήτημα μαζικών απελάσεων των “παράνομων μεταναστών”. Ούτε καν ο πρώην πρωθυπουργός. Αν κανείς προσθέσει σε αυτή τη δομική αδυναμία του ελληνικού κράτους την τεράστια αύξηση των αιτημάτων, που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση, για περισσότερο “αποτελεσματική” συνοριακή αστυνόμευση -ειδικές υπηρεσίες του ευρωπαϊκού κεφαλαίου για τις οποίες το ελληνικό κράτος έχει λάβει πολλά χρήματα- λόγω του πολέμου στη Συρία και τις γενικευμένες αναταραχές στη βόρεια Αφρική μετά την αραβική άνοιξη, τότε ίσως γίνεται πιο καθαρό γιατί η θέση της Ελλάδας εντός του ευρωπαϊκού καταμερισμού της εργασίας δε θα αλλάξει δραστικά και μόνο μια ακραία κατάσταση θα οδηγήσει στο πολυσυζητημένο εικαζόμενο Grexit. Για να εφαρμοστεί μια συνεκτική στρατηγική καπιταλιστικής συσσώρευσης, ένα κράτος πρέπει πρώτα να καθορίσει το προφίλ του εργαζόμενου πληθυσμού, της μεγαλύτερης από όλες τις παραγωγικές δυνάμεις, εντός του κοινωνικού σχηματισμού που τελεί υπό την κυριαρχία του. Είναι σημαντικό το ελληνικό κράτος να μην εγκαταλείψει τη θεμελιώδη λειτουργία της αστυνόμευσης των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανεξαρτήτως του πόσα πολλά χρόνια θα ασφυκτιά μια “σοβαρή” στρατηγική ενδογενούς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η σημασία αυτή τονίζεται αντιστρόφως από το γεγονός πως κανείς δεν την ανέφερε κατά τη διάρκεια του θεάτρου των πρόσφατων διαπραγματεύσεων στο Eurogroup.

 

23.

 

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από ένα ναζιστικό κάθαρμα στο Κερατσίνι στις 17 Σεπτεμβρίου 2013 αποτέλεσε πραγματικό σημείο καμπής για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος θα επαναπροσδιόριζε τον εσωτερικό εχθρό. Σύμφωνα με ορισμένες δημοσκοπήσεις εκείνης της περιόδου, η Χρυσή Αυγή -από το 2009, προωθημένη φουλ από τα mainstream media και την ενεργή υποστήριξη της αστυνομίας στον δρόμο προκειμένου να φέρει σε πέρας το “ανεπίσημο” κομμάτι της στρατηγικής της αντιεξέγερσης- επρόκειτο να κερδίσει διψήφιο ποσοστό των ψήφων: μια καθαρά ανοδική πορεία ύστερα από το σεβαστό 6,92% των εκλογών του Ιούνη 2012. τις ίδιες εκλογές όπου, ανάμεσα σε άλλους αγχωμένους αριστερούς, πολλοί αναρχικοί ανοιχτά υποστήριξαν και ψήφισαν τους “συντρόφους” του ΣΥΡΙΖΑ με τη δικαιολογία πως “κάποιος πρέπει να αντισταθμίσει την αυξανόμενη επιρροή της ΧΑ”. Ακόμα και το ενδεχόμενο κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ ΝΔ και μιας “σοβαρής” ΧΑ αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης σε συγκεκριμένους κύκλους υψηλά ιστάμενων Ελλήνων καπιταλιστών εκείνο το φθινόπωρο. Αλλά ξαφνικά τα πάντα άλλαξαν: η ηγετική ομάδα του ναζιστικού κόμματος μπήκε στη φυλακή, σταδιακά όλοι οι βουλευτές του ακολούθησαν την ίδια πορεία, οι επιδοτήσεις που λάμβανε από το κράτος κοπήκαν, πολλά κομματικά γραφεία έκλείσαν και τα περιουσιακά στοιχεία ορισμένων καπιταλιστών που το στήριζαν μπλοκαρίστηκαν. Σήμερα, αυτοί που είναι ακόμα ερωτευμένοι με την ΕΣΣΔ, το ΕΑΜ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τους σταλινιστές του ΚΚΕ της εποχής που υποτίθεται δημιουργούν ΤΗΝ ελληνική επαναστατική παράδοση –άσχετα με το αν αυτοαποκαλούνται αναρχικοί ή όχι- δεν αναγνωρίζουν στην πλήρη του έκταση το γεγονός πως κανένα πολιτικό κόμμα, οργάνωση ή χώρος δεν έχει υποστεί ποτέ τέτοιο επίπεδο καταστολής μετά τη χούντα των συνταγματαρχών.

 

24.

 

Καθώς το κράτος γινόταν αντιναζιστικό και στην πραγματικότητα ικανοποιούσε ένα κεντρικό αίτημα του αντιφασιστικού κινήματος των τελευταίων δύο χρόνων τουλάχιστον -το ίδιο κράτος υπό την κυριαρχία του οποίου είχαν πολλαπλασιαστεί τα στρατόπεδα κράτησης για τους “παράνομους” μετανάστες, μετανάστες συλλαμβάνονταν και δέρνονταν για πλάκα στο κέντρο της Αθήνας, οροθετικές σεξεργάτριες και αναρχικές-αντιεξουσιαστικές καταλήψεις είχαν διαπομπευτεί στα media ως “υγειονομική βόμβα” και “κέντρα ανομίας” αντιστοίχως, και Ρομά είχαν υποστεί μια σειρά από κτηνώδεις αστυνομικές εισβολές στους καταυλισμούς τους – η συνήθης συζήτηση της δεκαετίας του ’80 περί “ενσωμάτωσης”, “αφομοίωσης” κλπ απλά δεν έλαβε χώρα. Με το κοινωνικό χαλί να τραβιέται κάτω από τα πόδια σου, η τότε πραγματικά ισχυρή αίσθηση πως ένα άλλο κοινωνικό πεδίο δράσης ήδη αφηνόταν να ρυθμιστεί από το νόμο σύντομα αντικαταστάθηκε από το τακτικό συμπέρασμα πως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως “νίκη του κινήματος” όταν το κράτος δρα εκ μέρους σου. αυτός είναι ο λόγος που καμιά πραγματική συνάντηση δεν παράχθηκε ανάμεσα στο αντιφασιστικό κίνημα και τους έντονους αγώνες ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας που ξεκίνησαν μετανάστες στη Μανωλάδα, στην Αμυγδαλέζα και στη Σκάλα Λακωνίας. Αυτό το εξωστρεφές αίσθημα πως “το κράτος μπορεί να γίνει δικό μας” και την ίδια στιγμή η ειλικρινής γονυκλισία μπροστά στη στρατηγική σύνδεση του αντιφασισμού με τις επαναστατικές τακτικές της αριστεράς, ο μόνος ιστορικά συνεπής, αποτέλεσαν ένα σημαντικό μονοπάτι για την νομιμοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ ως το νέο Λαϊκό Μέτωπο παρόλο το γεγονός πως τα μέλη του ποτέ του δεν έχουν αντιμετωπίσει φασίστες στους δρόμους. Όταν στις 31 Γενάρη 2015 πραγματοποιήθηκε η πρώτη διαδήλωση μετά τις εκλογές στο κέντρο της Αθήνας, οργανωμένη από μερικές αναρχικές και μερικές κομμουνιστικές ομάδες με την αντιφασιστική πρόθεση να μπλοκάρουν την ετήσια συγκέντρωση των ναζι της ΧΑ, δεν αποτέλεσε έκπληξη που η παρουσία της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν παραπάνω από ανεκτή, ως εκ τούτου αποδεχόμενοι πως το κράτος μπορούσε να είναι παρών και στις δύο πλευρές του οδοφράγματος.

 

25.

 

Βήμα-βήμα, η ΧΑ προώθησε την πολιτική της ατζέντα και επιβεβαίωσε τον εαυτό της τόσο στο επίπεδο του δρόμου όσο και στο κοινοβουλεύτικο επίπεδο. και, με την αναμφισβήτη στήριξη από τους μπάτσους, αμφισβήτησε τη σύνδεση που ποτέ κανείς δεν παραδέχτηκε –η οποία στις Σκουριές για παράδειγμα άγγιξε το επίπεδο του αντικειμενικού συνασπισμού- ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρος ως αντίστοιχα το κοινοβουλεύτικο και το δρομίσιο τμήμα “ενός” ενιαίου κόμματος. Όμως δε συνιστά σύμπτωση το γεγονός ότι το κράτος αποφάσισε να την μεταχειριστεί ως εγκληματική οργάνωση μόνο όταν έγινε παράγοντας αποσταθεροποίησης που οι δημοκρατικές δυνάμεις έπρεπε να αντιμετωπίσουν ώστε να εξαλειφθεί κάθε εμπόδιο στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Κοιτώντας αναδρομικά, η ΧΑ είχε συνεισφέρει στην αύξηση της κοινωνικής έντασης χωρίς κάποια συγκεκριμένη χρησιμότητα για το κυβερνόν καθεστώς: χρειάζεται απλώς να θυμηθούμε των πόλεμο ανακοινώσεων ανάμεσα στο ναζιστικό κόμμα και τους συνδέσμους της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ, δύο από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές ομάδες, ύστερα από κάποιες αντιναζιστικές επιθέσεις. Αλλά το ίδιο το γεγονός πως μετά τη δολοφονία του Φύσσα οι ναζί έκαναν δημόσιο πως ένας βίαιος εμφύλιος πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, ειδικά μετά τον θάνατο ενός νεαρού προλετάριου στο Περιστέρι ύστερα από συμπλοκή με ελεγκτή εισιτηρίων μερικές εβδομάδες νωρίτερα, αρκεί για το κράτος για να επιτεθεί στον πρώην συνεργάτη του.

 

26.

 

Ο αντιναζισμός έγινε η κυρίαρχη κρατική ιδεολογία όχι απλά επειδή ένα σημαντικό κομμάτι των ψηφοφόρων πρέπει να αποθαρρυνθεί να ξαναψηφίσει τους ναζί: κάθε πολιτικός παράγοντας που ισχυρίζεται πως είναι γνησιότερος εκπρόσωπος του εθνικού αισθήματος -και με αυτό τον τρόπο να αμφισβητήσει το μονοπώλιο του ορισμού του έθνους, δηλαδή του λαού, από το κράτος- υπονομεύει τον ίδιο τον ορισμό του έθνους-κράτους και δείχνει την τρέχουσα αποεθνικοποίηση του κράτους στην εποχή της κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου. Και, ως συνέπεια, βλάπτει την ικανότητα της κυβέρνησης να κινητοποιεί τον πληθυσμό στο όνομα του εθνικού συμφέροντος. Η διαχείριση του κινήματος PEGIDA στη Γερμανία και η διαδήλωση για το Charlie στα Ηλίσια Πεδία, και τα δύο έδειξαν προς το ίδιο διακύβευμα: το κράτος χρειάζεται να προωθεί την ιδεολογία της ανοχής, του πολυπολιτισμού, των δικαιωμάτων για τον σκοπό της διαφύλαξης της κοινωνικής συνοχής από απρόβλεπτες κινητοποιήσεις βάσης εμπνευσμένες από την δεξιά πτέρυγα του πολιτικού φάσματος. πως η μόνη έγκυρη ερμηνεία του εθνικού συμφέροντος είναι το συμφέρον του καπιταλιστικού καθεστώτος της συσσώρευσης. Όταν οι περισσότεροι από τους μικρότερους καπιταλιστές, μαζί με ευρεία τμήματα της μεσαίας τάξης και φυσικά σημαντικά κομμάτια της εργατικής τάξης, είναι ανίκανα να ενεργοποιήσουν τις προϋποθέσεις του νέου καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης το οποίο θα περιλαμβάνει ατομικά κεφάλαια, προσδοκίες κοινωνικής ανέλιξης και προσδοκίες μιας καλύτερης ζωής -όλα αυτά πακεταρισμένα μαζί σε ένα διαταξικό μπλοκ- και το κράτος θεωρείται πως ευθυγραμμίζεται με συγκεκριμένα συμφέροντα, τότε η κοινωνία των πολιτών αυτονομείται. ελλείψει επαναστατικής διαδικασίας, προκύπτει η αναγκαιότητα ανάδυσης κοινωνικών κινημάτων που τείνουν να αναπαράγουν τους δεσμούς μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών. κινήματα τα οποία είναι τα ίδια κράτος και κοινωνία των πολιτών μαζί. Αυτός είναι ο λόγος που η πιθανή συμμετοχή του ακροδεξιού, ανοιχτά ρατσιστικού και ομοφοβικού κόμματος των ΑΝΕΛ σε μια μελλοντική κυβέρνηση υπό την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ είχε ανακοινωθεί σχεδόν ένα χρόνο νωρίτερα και δε συνιστά μαϊντανό ή έναν “αναπόφευκτο συμβιβασμό” της τελευταίας στιγμής ώστε να σχηματιστεί κυβέρνηση με κάθε κόστος. Οι καιροί αλλάζουνε: το 2007, ένας αναρχικός, περισσότερο πολιτικοποιημένος και λιγότερο επισφαλής εργάτης, ντυμένος με κουστούμι μπορούσε πολύ εύκολα να ξεγελάσει τους προσωπικούς φρουρούς ασφαλείας και να δείρει τον μελλοντικό πρόεδρο των ΑΝΕΛ με το πρόσχημα πως είναι η προσωποποίηση της ακροδεξιάς και του ίδιου του βαθέους κράτους -ας μην ξεχνάμε πως ο Καμμένος ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στη μυστική μεταφορά του Οτσαλάν στην Κένυα πριν το ελληνικό κράτος τον παραδώσει στις τούρκικες μυστικές υπηρεσίες. το 2015, ένας αναρχικός, περισσότερο επισφαλής εργαζόμενος και λιγότερο πολιτικοποιημένος, μπόρεσε να επιλέξει τον “ρεαλισμό” και, ύστερα από μερικά χρόνια ύφεσης και της αδάμαστης πίεσης της επιβίωσης, να ψηφίσει τον ΣΥΡΙΖΑ προσδοκώντας μια μικρή βελτίωση του/της ζωής του σηκώνοντας τους ώμους σχετικά με την παρουσία του Καμμένου στην κυβέρνηση.

 

27.

 

Το 2012, κατά την εννιάμηνη απεργία με παράλληλο αποκλεισμό του εργοστασίου της Ελληνικής Χαλυβουργίας στην Αθήνα, κανένας υπουργός δεν ασχολήθηκε να επισκεφτεί τους απεργούς πριν στείλει τις αστυνομικές δυνάμεις. αντιθέτως, το 2013, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης ταξίδεψε άμεσα στην Μανωλάδα να μιλήσεις στους μετανάστες εργάτες γης που απεργούσαν στα φραουλοχώραφα -αφήνοντας στην άκρη το γεγονός πως τα μισθολογικά αιτήματα δεν ικανοποιήθηκαν σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις. Σε μια άβολη αναλογία για το διεθνές fan club των Βαρουφάκη, Τσίπρα και της παρέας τους, ο υποστηριζόμενος από τον ΣΥΡΙΖΑ υπουργός Εργασίας ανέβαλε μέχρι τα τέλη του 2016 την εκπλήρωση της υπόσχεσης που δώθηκε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας περί αύξηση του μισθού στα 751 ευρώ συζητώντας αποκλειστικά με την οργάνωση των μικροαφεντικών. μερικές μέρες νωρίτερα, ο καινούριος, υποστηριζόμενος από τον ΣΥΡΙΖΑ, υπουργός Δικαιοσύνης άμεσα επισκέφθηκε το στρατόπεδο κράτησης στην Αμυγδαλέζα, όπου μετανάστες είχαν βάλει φωτιά σε κάποια κοντέινερς όταν ένας από αυτούς αυτοκτόνησε. Η μη συστημικότητα της μισθολογικής διεκδίκησης χρείαζεται να βρει της έκφρασή της στη μορφή του κράτους, σε αυτή τη περίπτωση συνοδευόμενη από τον ανελαστικό χαρακτήρα της αναδιάρθρωσης και της συνέχισης του δυαδικού κράτους.

 

28.

 

Κατά την απεργία πείνας του αναρχικού κρατούμενου Νίκου Ρωμανού ανάμεσα στα τέλη του Νοέμβρη 2014 και τις αρχές Δεκέμβρη 2014, πιθανώς η κυρίαρχη ατάκα ήταν πως στον Ρωμανό έπρεπε να δωθούν οι άδειες για εκπαιδευτικούς λόγους επειδή “χρειάζεται ανάσες ελευθερίας”. Κατά τη διάρκεια των φιλοκυβερνητικών συγκέντρωσεων μπροστά από το κοινοβούλιο στις 15 Φλεβάρη 2015, όπως και καθόλη τη διάρκεια των εβδομάδων που το θέατρο των διαπραγματεύσεων με την ΕΕ λάμβανε χώρα, το κεντρικό σύνθημα ήταν ότι “ο ελληνικός λαός χρείαζεται μια ανάσα αξιοπρέπειας”. Δεν πρέπει απλά να γελάμε με την ετοιμότητα του γραφείου προπαγάνδας της κυβέρνησης στην υιοθέτηση κάθε διαθέσιμου συμβολικού μηνύματος. η ενσωμάτωση στην επικοινωνιακή σου στρατηγική σημαινόντων από κάθε χρησιμοποιήσιμη κυκλοφορία ιδεών, αισθημάτων, παθών κλπ δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής δύναμης, αλλά κοινωνικής αδυναμίας. Σήμερα ήταν οι αναρχικοί, αλλά αύριο; Η πρόκληση πανικού στο χρηματιστήριο Αθηνών, ο δείκτης του οποίου συνέχιζε να ανεβαίνει για δύο συνεχόμενες μέρες μετά τις εκλογές της 25 Γενάρη 2015 πριν μειωθεί λίγο την τρίτη μέρα και, υποθέτουμε, μόνο ύστερα από τις σκληρές ανακοινώσεις ενάντια στην τρόικα και τη Γερμανία από συγκεκριμένα μεγαλοστελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι τακτική που μπορεί πραγματικά να έχει μεσοπρόθεσμη χρησιμότητα: η εμφάνιση του χρηματικού κεφαλαίου με τη μορφή τη πίστωσης δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να παρέχει στον εαυτό του συγκεκριμένους μηχανισμούς ακριβής αξιολόγησης της αστάθειας και του ρίσκου συγκεκριμένων κοινωνικών καταστάσεων. και, περαιτέρω, σίγουρα δεν του λείπει η συμπαγής κοινωνικής υποστήριξη. Αλλά ο κύβος ερρίφθη: για τη νέα κυβέρνηση υπό την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πολύ δύσκολο να αποσαγηνεύσει τη μάζα των αντιμνημονιακών ψηφοφόρων της πουλώντας τους τα αποτελέσματα της παρούσας διαπραγμάτευσης, κόβωντας έτσι τόσο γρήγορα τα σχοινιά του κοινωνικού ανελκυστήρα ο οποίος τον σήκωσε στα σαλόνια της παγκόσμιας καπιταλιστικής διαχείρισης. Το παιχνίδι με την διαλεκτική του κινήματος δεν υπήρξε ποτέ ακίνδυνο.

 

29.

 

La formation des deux faces d’une médaille – d’une part le régime du refus de droits à l’égard de certains réfugiés, d’autre part la nouvelle alliance au niveau de l’Etat et de la société – fait penser à l’évolution qui a conduit à „ l’Etat double “. C’est par ce terme qu’Ernst Fraenkel a caractérisé en 1941 la division de l’Allemagne – au début des années 30 – en un „Etat des mesures d’urgence“ (« Maßnahmenstaat ») et un „Etat des normes“ (« Normenstaat »). „L’Etat des mesures d’urgence“, Fraenkel l’a vu se constituer dans les décrets d’urgence, dans le recours renforcé à la „détention préventive“, dans les mesures arbitraires, à base politique, contre les opposants et les émigrés juifs venus de l’Est. En accentuant „l’Etat des mesures d’urgence“, le national-socialisme a, aux yeux de Fraenkel, adopté la voie de l’arbitraire et de la radicalisation. „L’Etat des normes“, en revanche, était, selon Fraenkel, le visage que le national-socialisme naissant montrait à la population non persécutée. Vis-à-vis de cette partie de la population, l’Etat de droit avait fait place à la garantie de la normalité, garantie permettant à la société, au travail et à la sécurité sociale de fonctionner comme auparavant. „L’Etat des mesures d’urgence“ et „l’Etat des normes“ auraient, selon Fraenkel, évolué en symbiose.

Helmut Dietrich, Le territoire de l’action humanitaire.

La frontière extérieure de l’espace Schengen

 

Είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε πως σχεδόν όλα τα κόμματα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στήριξαν τα διαδοχικά μνημόνια που επιβλήθηκαν από τη διεθνή του κεφαλαίου αντιμετώπισαν την καταστροφή: το παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του ΠΑΣΟΚ ήταν το πρώτο που υπέστη σχεδόν πλήρη διάλυση. η ΝΔ ακόμα κρατάει ένα σεβαστό σκληρό πυρήνα ψηφοφόρων, αλλά έχει ξεκάθαρα μειωθεί σε μέγεθος και κοινωνική επιρρόη καθώς η εκλογική της βάση είναι η πιο ηλικιωμένη όλων. το ακροδεξιό ΛΑΟΣ εξαφανίστηκε από τον πολιτικό χάρτη μαζί με την κεντροαριστερή ΔΗΜΑΡ η οποία τόλμησε να πάρει τη θέση του ΛΑΟΣ στη κυβέρνηση συνεργασίας των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ μετά τις εκλογές του Ιούνη 2012 κι αποχώρησε ύστερα από μερικούς μήνες. Είναι θεμιτό να αμφισβητήσουμε την ικανότητα και των δύο παρόντων κυβερνητικών κομμάτων να αντισταθούν στη κοινωνική πίεση σε μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο επίπεδο, ειδικά μετά την αποτυχία του θεάτρου για πολλαπλούς ρόλους που έλαβε χώρα στις Βρυξέλες, καθώς κανένα από τα δύο δεν μπορεί νηφάλια να ισχυριστεί ότι μπορεί να διαχειριστεί και να απορροφήσει την κοινωνική αντίδραση στα επερχόμενα μέτρα λιτότητας. ειδικά τώρα που η πλήρης αξιολόγηση των προηγούμενων μνημονιακών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαιότητας της αναδιάρθρωσης του ίδιου του κρατικού μηχανισμού, βρίσκεται προ των πυλών. Οι “αναρχικοί ενάντια στην ΕΕ” και οι τροτσκιστές του ΕΕΚ, που και οι δύο παραστάθηκαν για πρώτη φορά στις αντιμερκελικές φυλοκυβερνητικές συγκέντρωσεις στην πλατεία Συντάγματος στις 15 Φλεβάρη, μαζί με τους αριστερούς της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να έχουν κάτι παραπάνω από μια αίσθηση του χιούμορ ώστε πραγματικά να πιστεύουν πως θα μπορούσαν να ηγηθούν της κοινωνικής δυσαρέσκειας ενάντια στην παρούσα κυβέρνηση. η ψευδαίσθηση πως κανείς μπορεί πραγματικά να παίξει κατά βούληση με την υλική πραγματικότητα της εθνικής προτίμησης έχει αποδειχτεί πως είναι μεταδοτική σε ολόληρο το πολιτικό φάσμα και αιματηρά καταστροφικό στο τέλος. Αλλά ποιος άλλος μένει να ασχοληθεί με ένα πιθανότατα αποσαγηνεύμενου διαταξικού μπλοκ; Οι υποστηρικτές της προοπτικής μιας μελλοντικής παρέμβασης του στρατού πραγματικά υποτιμούν τόσο την κοινωνική αντοχή των νεοφιλελεύθερων επιταγών ύστερα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες ύπαρξης όσο και την κεντρικότητα της ταξικής σύνθεσης του προλεταριάτου, καθώς ασχολούνται με το ζήτημα της μορφής του κράτους εξαίρεσης. Στρατιωτικές χούντες έχουν επιβληθεί μόνο όπου η εργατική τάξη είναι περισσότερο ή λιγότερο εθνικά ομοιογενής και συνέδεσαν την επιβίωσή τους με την κλιμάκωση της οικονομικής ανάπτυξης. Αυτή ξεκάθαρα δεν είναι η περίπτωση της Ελλάδας όπου όχι μόνο είναι αδύνατο να εγκαθιδρυθεί μια αναπτυξιακή δικτατορία -η ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση της εργασιακής δύναμης για το ξεπέρασμα της κρίσης κερδοφορίας δεν απαιτεί την παρέκλιση από την κοινοβουλευτική δημοκρατία: η Βουλγαρία και τα Βαλκάνια είναι πολύ κοντά για να ξεχαστούν- αλλά επίσης περισσότερο από ένα εκατομμύριο μετανάστες είναι παρόν και υπάρχουν ισχυρά μαφιόζικα κυκλώματα που αποκτούν τεράστια κέρδη από το trafficking. Πιθανόν, η εσωτερική σταθερότητα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών όπου επικρατούν νεοφιλελεύθερες επιταγές είναι, μεταξύ άλλων, περισσότερο εξαρτημένο από την ενδυνάμωση των διαιρέσεων εντός του πολυεθνικού προλεταριάτου παρά από την απλή ενοποίησή του υπό ένα δικτατορικό καθεστώς, το οποίο μπορεί να ρισκάρει να διαχειριστεί όλους τους εργάτες το ίδιο. Η πρόσφατη εκλογή του δεξιού χεριού ενός πολύ γνωστού μαφιόζου εφοπλιστή ως δημάρχου Πειραιά, του μεγαλύτερου ελληνικού λιμανιού, και η μερική ιδιωτικοποίηση της κρατικής εξουσίας που υπονοεί, ίσως προσφέρει μια πιο παραγωγική λύση στο πρόβλμα.

 

30.

 Δυστυχώς, είμαστε ακόμα προλετάριοι…

 

Αθήνα, 24/2/2015

Α.

 

 

[1] Πίσω στο 1989, όταν η εργατική τάξη ήταν ακόμα αναγνωρισμένη ως εταίρος εντός του κράτους, και γενικότερα εντός της σχέσης κεφάλαιο, και τα συνδικάτα και τα αριστερά κόμματα ακόμα διατηρούσαν μεγάλο μέρος της ιδεολογικής τους αύρας ως φορείς των εργατικών επαναστάσεων, ο νεοσυσταθείς συνασπισμός κομμάτων “Συνασπισμός” (του οποίου ένα από τα ιδρυτικά μέλη ήταν το τότε ΚΚΕ) αντιμετώπισε μια τεράστια εσωτερική πολιτική κρίση όταν συνεργάστηκε με τη δεξιά ΝΔ για να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας -η πρώτη “κυβέρνηση εθνικής ενότητας” ύστερα από την πτώση της χούντας το 1974 κι η πρώτη που περιλάμβανε αριστερό κόμμα- ωθώντας ένα μεγάλο μέρος των μελών του να αποχωρήσουν. Οι συνέπειες του διπολισμού ανάμεσα σε “αριστερά” και “δεξιά”, τόσο χαρακτηριστικού του ελληνικού πολιτικού περιβάλλοντος σε όλες τις διαστάσεις του, ήταν ακόμα ισχυρές. Τώρα, 26 χρόνια αργότερα, και με την προφανή υποχώρηση της εργατικής ταυτότητας, μοιάζει φυσιολογικό να στηρίζει κανείς μια αριστερή-ακροδεξιά κυβέρνηση. Κατά τη γνώμη μας, το μόνο ασφαλές μέτρο της ιστορικής απόστασης ανάμεσα σε αυτές τις δύο στιγμές είναι η εκτενής αναδιάρθρωση των παραγωγικών σχέσεων και η πολύ σημαντική αλλαγή της σύνθεσης της εργασιακής δύναμης έκτοτε.

[2] Όσοι θέλουν να μάθουν περισσότερα γι’αυτή τη συνέντευξη, η οποία δυστυχώς δεν μπορεί να αναπαραχθεί πλήρως εδώ, μπορούν να τη βρουν στο παρακάτω link: https://www.youtube.com/watch?v=I8V1-2hLFlc.

[3] Αυτό το σημείο είναι σημαντικό επειδή δίνει ένα άλλο νόημα στους αγώνες που μόνο τώρα έρχονται στο προσκήνιο, όσο αδύναμα κι αν συμβαίνει αυτό, και διεκδικούν κάτι από την κυβέρνηση. Η θεώρηση του ΣΥΡΙΖΑ ως νεοφιλελεύθερο κόμμα αποκλείει εξαρχής την πιθανότητα πως το κυβερνόν κόμμα θα μπορούσε να επιδιώξει την ενσωμάτωση/αφομοίωση των αγώνων ως κίνητρο για την ατζέντα μιας νεοδιορισθείσας κυβέρνησης παρόλο το αδύνατο ενός τέτοιου ενδεχόμενου. Η απόδειξη από τους πρώτους τέσσερις μήνες δείχνουν το αντίθετο: ο ΣΥΡΙΖΑ πραγματικά προσπαθεί να καθιερώσει μια διαλεκτική ανάμεσα στο κόμμα και τα κινήματα, όσο κατακερματισμένα και εξατομικευμένα κι αν εμφανίζονται. το τελευταίο γεγονός αντανακλάτει στην ίδια τη δομή του ως κόμμα και στα στελέχη τα οποία επιλέγει για ευαίσθητες και χαρακτηριστικές κυβερνητικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένου του Woland. Για παράδειγμα, μετά τον θάνατο των τεσσάρων εργατών κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης στα “Ελληνικά Πετράλαια” μερικές εβδομάδες πριν -μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες η οποία αποτελεί συνιδιοκτησία του ελληνικού κράτους και του Λάτση, νούμερο 782 στη λιστα Forbes, και όπου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πρόσφατα αποκαταστήσει στενές σχέσεις με το συνδικάτο- ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο ανέχεται μερικές συμβολικές επιθέσεις αναρχικών στα κεντρικά γραφεία των ΕΛΠΕ, στην κατοικία του Λάτση και στο φιλανθρωπικό ίδρυμα του Λάτση, αλλά τα μέλη του με κομματικά πανό επισήμως συμμετείχαν στη διαδήλωση ενάντια στα ΕΛΠΕ στη Θεσσαλονίκη. Ένα από τα επιχειρήματα υπέρ της θεώρησης του ΣΥΡΙΖΑ ως νεοφιλελεύθερο κόμμα υπογραμμίζει το μείγμα τακτικών καταστολής και διαίρεσης που ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί από τη στιγμή που κατέλαβε κυβερνητικές θέσεις και την αναπόφευκτη ανάγκη να κατευθύνει κι ακόμα καταστρέψει κάθε κοινωνική αντίσταση στη λιτότητα ακόμα κι αν έρχεται από ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα του μικροαστικού στρώματος ή/και της μεσαίας τάξης.

Η έλλειψη ενός μαζικού (εργατικού) υποκειμένου δε σημαίνει πως η προοπτική μιας καινούριας, όσο ασταθής κι είναι, κοινωνικής δημοκρατίας έχει γίνει παρωχημένη μια και για πάντα. Αλλά χρειάζεται να συνυπολογίσουμε πως το ζήτημα της περιφεριοποίησης διαπερνά και μετακινεί σε διαφορετικό επίπεδο τη διάκριση μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και κοινωνικής δημοκρατίας.

[4] Φυσικά, στην πολύ μεγάλη απεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ στην εργατική τάξη ειδικά μετά τις εκλογές του 2015, κανείς πρέπει να προσθέσει τη ψήφο των επίσης μεγάλων κομματιών της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης και των αγροτών.

[5] Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να σημειώσουμε πως μερικοί σύντροφοι δεν πιστεύουν πραγματικά πως τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που πήραν μέρος στους αγώνες του 2010-2012 στ’ αλήθεια είχαν στο μυαλό τους πως η κατάκτηση κρατικής εξουσίας ήταν με οποιοδήποτε τρόπο επικείμενη. τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2012 ήταν απόλυτη έκπληξη γι’αυτούς. Παράλληλα, άλλοι σύντροφοι αρνούνται το γεγονός πως όσοι κατέβηκαν στους δρόμους την περίοδο 2010-2012 ψήφισαν μαζικά ΣΥΡΙΖΑ υπενθυμίζοντας το ιστορικό προηγούμενο του Μάη του ’68 στη Γαλλία όταν, αμέσως μετά το τεράστιο κύμα απεργιών, ο Ντε Γκωλ κέρδισε στις εκλογές.

[6] Για περισσότερα σχετικά, δες το παρακάτω link: http://www.pandiera.gr/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81-%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE-%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%82

[7] Ακόμα και το σχήμα της “εποχής των ταραχών” δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί πλήρως μπροστά στην επανεμφάνιση των πρόσφατων ταραχών στις ΗΠΑ.

[8] Τα Παιδία Της Γαλαρίας είναι τυπικό παράδειγμα αυτού.

[9] Κάρολος Ιωσήφ Καβουλάκος, Προστασία και διεκδίκηση δημοσίων χώρων: Ένα κίνημα της πόλης στην Αθήνα του 21ου αιώνα, 2008.

Μια ιδιαίτερη αλληλουχία

Δημοσιεύουμε σήμερα ένα κείμενο της Théorie Communiste,
το οποίο, παρότι εδώ και έναν χρόνο βρίσκεται στα ηλεκτρονικά συρτάρια μας και δε γνωστοποιήθηκε για διάφορους λόγους, παραμένει καθόλα επίκαιρο. Το πρωτότυπο κείμενο με τίτλο “Une séquence particulière” μπορεί να βρεθεί εδώ.

 

 

Μια ιδιαίτερη αλληλουχία

 

Σε ποιο σημείο της κρίσης βρισκόμαστε;

«Μας έκοψε το γέλιο για δέκα χρόνια»

(André Gide μετά την ομιλία του Antonin Artaud: ArtaudMômo)

 

Αγώνες και κινήματα τόσο διαφορετικά όπως η αραβική εξέγερση από το 2011, τα κινήματα των «αγανακτισμένων» ή το «occupy», οι τουρκικές, βραζιλιάνικες ή βοσνιακές διαδηλώσεις, οι ουκρανικές ταραχές, το «κίνημα της τσουγκράνας» στην Ιταλία, οι απεργίες και οι εργατικές ταραχές στην Κίνα, στη νότια και νοτιοανατολική Ασία και στη Νότια Αφρική, και ακόμα, σε μια κλίμακα που δε συγκρίνεται, τα γεγονότα στη Βρετάνη, στη Γαλλία, το φθινόπωρο του 2013 ή η λαϊκή προσχώρηση στις πολιτικές θέσεις της άκρας δεξιάς παντού στην Ευρώπη· [όλα αυτά] ορίζουν, στο εσωτερικό της κρίσης που ξεκίνησε το 2007/2008, μια ιδιαίτερη αλληλουχία στην πάλη των τάξεων, η οποία άρχισε γύρω στο 2010 και εν μέσω της οποίας βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή.

2007: η κρίση της μισθωτής σχέσης

Στον καπιταλισμό που προέκυψε από την αναδιάρθρωση των δεκαετιών του ’70 και ’80 (του οποίου αυτή τη στιγμή βιώνουμε την κρίση), η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης υπήρξε αντικείμενο μιας διπλής αποσύνδεσης. Από τη μια, αποσύνδεση μεταξύ αξιοποίησης του κεφαλαίου και αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, από την άλλη, αποσύνδεση μεταξύ της κατανάλωσης και του μισθού ως εισοδήματος.

Η ρήξη της αναγκαίας σχέσης μεταξύ αξιοποίησης του κεφαλαίου και αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης διαρρηγνύει τις περιοχές αναπαραγωγής που είχαν μια συνοχή οριοθετημένες σε εθνικό ή ακόμα και περιφερειακό επίπεδο. Αυτό το οποίο λαμβάνει χώρα είναι ο διαχωρισμός, από τη μια, αναπαραγωγής και κυκλοφορίας του κεφαλαίου και, από την άλλη, αναπαραγωγής και κυκλοφορίας της εργασιακής δύναμης.

Η τρέχουσα κρίση ξέσπασε επειδή οι προλετάριοι δεν μπορούσαν πλέον να πληρώσουν τα χρέη τους. Ξέσπασε εξαιτίας της ίδιας της μισθωτής σχέσης που θεμελίωνε τη χρηματιστικοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας: συμπίεση των μισθών απαραίτητη για τη «δημιουργία αξίας»· παγκόσμιος ανταγωνισμός της εργασιακής δύναμης. Είναι η μισθωτή σχέση που βρίσκεται στην καρδιά της τρέχουσας κρίσης.

 

Όλα είχαν ξεκινήσει καλά…

Στους «αυτοκτονικούς αγώνες», τους αγώνες των άνεργων και προσωρινών ή των χωρίς χαρτιά, στις ταραχές του 2005 στη Γαλλία, τις απεργίες στο Μπαγκλαντές όπου οι εργάτες καίνε τα εργοστάσια, στις ταραχές στην Ελλάδα το 2008, στις περισσότερο ή λιγότερο διεκδικητικές ταραχές στη Γουαδελούπη, τους πολύμορφους αγώνες στην Αργεντινή κ.α. εμφανίστηκε η επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων: το να δρας ως τάξη είναι, από τη μια, το να μην έχεις για ορίζοντα παρά μόνο το κεφάλαιο και τις κατηγορίες της αναπαραγωγής του, από την άλλη, είναι, για τον ίδιο λόγο, το να βρίσκεσαι σε αντίφαση με την ίδια την ταξική αναπαραγωγή σου, το να τη θέτεις σε αμφισβήτηση. Είχαμε ορίσει [αυτή τη δυναμική] ως μια σύγκρουση, μια απόκλιση μέσα στη δράση του προλεταριάτου, η οποία ήταν το περιεχόμενο και το διακύβευμα της ταξικής πάλης. Δεν ήταν παρά με αυτόν τον τρόπο που μπορούσαμε να μιλάμε για επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση και είχαμε δίκιο. Αλλά…

 

Και μετά, όλα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά

Η μισθωτή κοινωνία

Στις αρχές της δεκαετίας του ’10, κάτι ανατράπηκε. Η κρίση του δημοσίου χρέους προκαλεί σε όλες τις κεντρικές χώρες μια εντατικοποίηση [στη λήψη] μέτρων λιτότητας, η φορολογική πίεση εντείνεται, η κοινωνική άνοδος μέσω των σπουδών δεν αποτελεί πλέον παρά παλιομοδίτικη απάτη, η ανεργία και η επισφάλεια αναπτύσσονται αγγίζοντας κατηγορίες που μέχρι τώρα την είχαν λίγο-πολύ γλυτώσει, τις μεσαίες τάξεις.

Η είσοδος [στο προσκήνιο] κατηγοριών όπως οι μεσαίες τάξεις ή η νεολαία δεν αποτελεί απλή εμφάνιση νέων ηθοποιών σε ένα θεατρικό έργο που [ήδη] έχει γραφτεί και παραμένει αμετάβλητο· οι νέες εξελίξεις της κρίσης φτιάχνουν αυτούς τους νέους ηθοποιούς την ίδια στιγμή που τους πλήττουν, αλλά σίγουρα το πεδίο της ταξικής πάλης διευρύνεται [περνώντας] από τη μισθωτή σχέση στη μισθωτή κοινωνία. Πρόκειται για την τρέχουσα αλληλουχία.

Η πραγματική υπαγωγή συνίσταται στη συγκρότηση του κεφαλαίου σε κοινωνία. Αλλά αυτή η συγκρότηση σε κοινωνία είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ως μισθωτή κοινωνία. Η μισθωτή κοινωνία αποτελεί ένα συνεχές θέσεων και αρμοδιοτήτων εντός του οποίου οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής δε βιώνονται παρά ως σχέσεις διανομής, η εκμετάλλευση ως άδικη κατανομή του πλούτου, οι κοινωνικές τάξεις ως η σχέση μεταξύ πλούσιων και φτωχών.

Μέσα στο πλαίσιο της μισθωτής κοινωνίας και των σχέσεων διανομής, η επίθεση σε όλα τα μισθιακά εισοδήματα πλήττει μεταξύ άλλων, τις μεσαίες τάξεις και τις κάνει να κατεβαίνουν στον δρόμο· επιπλέον όμως οι ίδιες οι μορφές αυτής της στιγμής της κρίσης μετατρέπουν «προς το παρόν» (?) τις μεσαίες τάξεις σε εκπρόσωπους αυτής της στιγμής. Αυτή [η μετατροπή] συμβαίνει συχνά εντός της συγκρουσιακής διασταύρωσης με άνεργους και επισφαλείς εργαζόμενους. Αντίστροφα, δημιουργεί στους περισσότερο ή λιγότερο σταθερούς εργάτες –οι οποίοι [είτε] δεν εμπλέκονται στο κίνημα ξεκινώντας από τη θέση τους στην παραγωγή [είτε] πραγματοποιούν, όπως στην Τουρκία ή τη Βραζιλία, δράσεις εντελώς παράλληλες– μια στάση απόμακρη, αν όχι καχύποπτη. Η μεσαία τάξη, με τη συνεχή και σκληρή εργασία της δημιουργίας συσχετισμών και ιεραρχιών που τη χαρακτηρίζει, αποτελεί το σταυροδρόμι των ανοδικών και καθοδικών κινήσεων της μισθωτής κοινωνίας. Αγωνίζεται για την αναπαραγωγή της μισθωτής κοινωνίας επικυρώνοντας την αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου.

Την ίδια στιγμή, οι ίδιες κοινωνικές κατηγορίες εμφανίζονται ως ουσιαστικοί φορείς κοινωνικών κινημάτων στις αναδυόμενες χώρες. Η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Τουρκία συμπιέζονται ανάμεσα στον λειτουργικό ρόλο τους εντός ενός συστήματος που καταρρέει και στο ίδιο το επίπεδο ανάπτυξης που έχουν κατορθώσει, το οποίο δεν μπορούν ακόμα να εδραιώσουν αυτοτελώς. Λίγο ενδιαφέρει λοιπόν αν η μισθωτή κοινωνία θεωρείται [σε κάθε περιφερειακή ζώνη] ήδη δεδομένη ή βρίσκεται σε διαδικασία συγκρότησης περισσότερο ή λιγότερο πραγματοποιήσιμης· οι μεσαίες τάξεις των αναδυόμενων χωρών γίνονται ακόμα περισσότερο δυναμικές.

Η κρίση της μισθωτής σχέσης γίνεται κρίση της μισθωτής κοινωνίας θέτοντας σε κίνηση όλα τα στρώματα και τις τάξεις της κοινωνίας που ζουν από τον μισθό. Τα πάντα, στη μισθωτή κοινωνία, είναι ζήτημα πολιτικής και διανομής. Ως τιμή της εργασίας (μορφή φετίχ), ο μισθός παραπέμπει στην αδικία της διανομής, είναι φυσικό. Η αδικία της διανομής έχει έναν υπεύθυνο που «απέτυχε στην αποστολή του»: το Κράτος. Όταν η κρίση της μισθωτής σχέσης μετατρέπεται σε διαταξικό κίνημα ως κρίση της μισθωτής κοινωνίας, αυτή η τελευταία συνιστά απονομιμοποίηση της πολιτικής, η οποία καταγγέλλεται στο όνομα μιας πραγματικής εθνικής πολιτικής. Το διακύβευμα, που τίθεται παντού στην καρδιά των αγώνων αυτής της αλληλουχίας της κρίσης, είναι η νομιμοποίηση του Κράτους απέναντι στην κοινωνία του. Ανάλογα με τις περιστάσεις, τις τοπικές ιστορίες, την ύφανση των συγκρούσεων, κάτι τέτοιο μπορεί να πάρει πολύ διαφορετικές μορφές και εκ πρώτης όψεως αντιτιθέμενες, αλλά το φόντο είναι το ίδιο: το Κράτος εμφανίζεται πάντα ως ο υπεύθυνος και ως η λύση.

Για παράδειγμα, ο περίεργος συνδυασμός φιλελευθερισμού και κρατικής γραφειοκρατίας που ορίζει το Κράτος και την κυρίαρχη τάξη στις αραβικές χώρες από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο οποίος είχε φτάσει στα όριά του όσον αφορά την ανάπτυξη, ράγισε από όλες τις πλευρές. Αλλά η ανασύνθεση της κυρίαρχης τάξης και του Κράτους, στην Αίγυπτο όπως και στην Τυνησία, δεν μπορεί να επιτευχθεί με ενδογενή τρόπο. Αυτό είναι το κλειδί της κατανόησης της αραβικής εξέγερσης ως μακροπρόθεσμης διαδικασίας με τα πήγαινε-έλα της, της οποίας ένα επεισόδιο ήταν οι συγκρούσεις το καλοκαίρι του 2013 μεταξύ των φραξιών της αστικής τάξης που εκπροσωπούσαν από τη μια πλευρά οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι και από την άλλη ο Στρατός (με τις εύθραυστες ηγεμονίες που κατόρθωσαν προσωρινά να οικοδομήσουν). Το προλεταριάτο συμμετέχει όχι μόνο γιατί αυτή η αντεπανάσταση είναι η μορφή που παίρνουν τα ίδια τα πολιτικά όρια των αγώνων του, αλλά επιπλέον γιατί η χαρακτηριστική του δόμηση ως τάξη μέσα και διαμέσου των αγώνων το επιβιβάζει στην ανασύνθεση του Κράτους και της κυρίαρχης τάξης.

«Η αποεθνικοποίηση του Κράτους» (Saskia Sassen)

Στη σημερινή παγκοσμιοποίηση, αυτό που μπορεί να αξιολογηθεί ως παγκόσμιο δεν περιορίζεται σε μερικούς «παγκόσμιους» θεσμούς· το παγκόσμιο διαποτίζει εθνικούς θεσμούς και επικράτειες. Η πρόθεση του Bretton Woods ήταν η προστασία των εθνικών κρατών απέναντι στις υπέρμετρες διακυμάνσεις του διεθνούς συστήματος σύστημα. Η πρόθεση της τωρινής παγκόσμιας εποχής είναι εντελώς διαφορετική μιας και πρόκειται για τη συγκρότηση παγκόσμιων συστημάτων και τρόπων λειτουργίας στο εσωτερικό των εθνικών κρατών, όποιοι κι αν είναι οι κίνδυνοι για τις οικονομίες τους. Η αποεθνικοποίηση των κρατικών αρμοδιοτήτων συνιστά εισαγωγή παγκόσμιων πρότζεκτ μέσα στα Κράτη-έθνη (νομισματικές πολιτικές, δημοσιονομικές πολιτικές ή πολιτικές κοινωνικής προστασίας). Το Κράτος δεν είναι ένα όλο, η παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί μια γενική αποδυνάμωση του Κράτους, [η παγκοσμιοποίηση] περνάει από τους μετασχηματισμούς στο εσωτερικό του, δηλαδή από μια διαδικασία αποσύνδεσης των κρατικών στοιχείων [μεταξύ τους].

Η λογική του χρηματοπιστωτικού τομέα ενσωματώνεται στην εθνική πολιτική για να ορίσει αυτό που αποτελεί επαρκή οικονομική πολιτική, μια υγιή χρηματοπιστωτική πολιτική· αυτά τα κριτήρια μετασχηματίστηκαν σε νόρμες εθνικής οικονομικής πολιτικής: ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών, αντιπληθωριστική πολιτική, σταθερότητα των ισοτιμιών, όροι και προϋποθέσεις του ΔΝΤ. Στον αντίποδα της «αποεθνικοποίησης», οι κεϋνσιανές πολιτικές συνιστούσαν αυτό που η Sassen αποκαλεί «το ενσωματωμένο εθνικό»: συνδυασμός εθνικής οικονομίας, εθνικής κατανάλωσης και εκπαίδευσης και κατάρτισης εθνικού εργατικού δυναμικού, καθώς και έλεγχος του χρήματος και της πίστης.

Εντός της κρίσης της μισθωτής κοινωνίας, οι αγώνες που εξελίσσονται γύρω από τη διανομή υποδεικνύουν το Κράτος ως υπεύθυνο για την αδικία. Αυτό το Κράτος, είναι το αποεθνικοποιημένο Κράτος, που διαπερνάται από την παγκοσμιοποίηση και την προωθεί.

Η έννοια του πολίτη γίνεται λοιπόν η ιδεολογία με την οποία διεξάγεται η ταξική πάλη, βλέπουμε παντού σημαίες. Στη «φορντική περίοδο», το Κράτος ήταν επιπλέον «το κλειδί του ευ-ζην», είναι αυτή η ιδιότητα του πολίτη που μας άφησε χρόνους κατά την αναδιάρθρωση των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Μολονότι η έννοια του πολίτη αποτελεί μια αφαίρεση, αναφέρεται σε πολύ συγκεκριμένα περιεχόμενα: πλήρης απασχόληση, πυρηνική οικογένεια, τάξη-εγγύτητα-ασφάλεια, ετεροσεξουαλικότητα, εργασία, έθνος. Γύρω από αυτές ακριβώς τις θεματικές ανακατασκευάζονται ιδεολογικά, μέσα στην κρίση της μισθωτής κοινωνίας, οι ταξικές συγκρούσεις.

 

Η ιδεολογική ανακατασκευή των ταξικών συγκρούσεων

Είναι αναγκαίο να αποπειραθούμε τη θεωρητική κατανόηση του λόγου και των ιδεολογιών που μας περιβάλλουν και μέσα από αυτή την κατανόηση να τις αναλογιστούμε ως κάτι διαφορετικό από ένα επιφαινόμενο. Αλλά ακόμα και αυτή είναι [από μόνη της] ανεπαρκής· το ζήτημα εδώ είναι να τις θεωρήσουμε ως πρακτικά στοιχεία, χωρίς τα οποία η εννοιολογική κατασκευή της περιόδου είναι αδύνατη.

Η σχέση των ατόμων με τις παραγωγικές σχέσεις δε συνιστά ποτέ αμεσότητα στο μέτρο που αυτές οι σχέσεις είναι εκμετάλλευση και αλλοτρίωση. [Αυτή η σχέση] αποτελείται από ένα «παιχνίδι» στο οποίο παρεμβαίνουν όλες οι στιγμές του τρόπου παραγωγής. Αυτή η μη-αμεσότητα είναι αυτό που, στη Γαλλία, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο «Μέτωπο της Αριστεράς» και το «Εθνικό Μέτωπο» και [δίνει] πλεονέκτημα στο δεύτερο έναντι του πρώτου. Η πολιτική που δεν λαμβάνει υπόψη της αυτή τη μη-αμεσότητα αποτυχαίνει. Η «αριστερά της αριστεράς» βρίσκεται σε διαδικασία να την αναστοχαστεί, αλλά το πρόβλημά της είναι ότι το σύνολο των θεματικών αποτελεί ένα σύστημα και ως τέτοιο το σύστημα κλίνει προς τα δεξιά. Όταν το ΚΚΓ, το 1977, προήγαγε το «να παράγουμε γαλλικά», είναι το ίδιο που προσέθετε «με Γάλλους».

Ως ιδεολογική, η εθνική ιδιότητα του πολίτη απαντάει στο πραγματικό πρόβλημα της εποχής της: η κρίση της μισθωτής σχέσης που έχει γίνει κρίση της μισθωτής κοινωνίας, κρίση του αποεθνικοποιημένου Κράτους, ασυμφιλίωτη αντίθεση ανάμεσα στους νικητές και τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης. Αλλά η επιστροφή στην εθνική ιδιότητα του πολίτη είναι η ίδια η ομολογία μέσα στους αγώνες, στη βάση και στο εσωτερικό της μισθωτής κοινωνίας, ότι οι αγώνες εξελίσσονται κάτω από μια ιδεολογία. Από τη μια, η εθνική ιδιότητα του πολίτη απαντάει στο πραγματικό πρόβλημα της κρίσης της μισθωτής κοινωνίας· από την άλλη, δεν αντιστοιχεί σε αυτό [το πρόβλημα], γιατί αντιμετωπίζει [την κρίση] με «μη αυθεντικό» τρόπο ως αναπαράσταση ενός άλλου πράγματος: της απώλειας των αξιών, της αποσύνθεσης της οικογένειας, της εθνικής ταυτότητας, της κοινότητας της εργασίας. Δηλαδή, δεν απαντάει παρά στις ίδιες τις δικές της ερωτήσεις.

Σε μια πρώτη προσέγγιση, αυτή η ιδεολογία είναι κριτική, αλλά μόνο στο μέτρο που είναι η γλώσσα της διεκδίκησης στον καθρέφτη που της τείνει η λογική της διανομής και της αναγκαιότητας του Κράτους. Οι πρακτικές που υλοποιούνται κάτω από αυτή την ιδεολογία είναι αποτελεσματικές, γιατί επιστρέφουν στα άτομα μια ευλογοφανή και αξιόπιστη εικόνα αυτού που είναι και αυτού που ζουν· αποτελούν συστατικά στοιχεία της πραγματικότητας των αγώνων τους. Τα ζητήματα της διανομής, της εργασίας και της εξάρτησης από επιδόματα [assistanat], της εγκατάλειψης της περιφέρειας μέσα στην «εθνική ενότητα», των αξιών, της οικογένειας δομούν επαρκώς τη σχέση των ατόμων με τα τρέχοντα διακυβεύματα της ταξικής πάλης εν μέσω αυτής της αλληλουχίας της κρίσης.

Το ζητούμενο είναι να αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται για μια αντικειμενική διαδικασία των σχέσεων παραγωγής που αναδομείται, εκκινώντας από τον ίδιο της τον εαυτό, ως ιδεολογικές πρακτικές που σηματοδοτούν μια ιδιαίτερη αλληλουχία.

 

Θεματική της ιδεολογικής ανακατασκευής των ταξικών συγκρούσεων

α) Το περιφερειακό και τοπικό στοιχείο

Η παγκοσμιοποίηση και η αποεθνικοποίηση του κράτους δημιουργούν ευρείες περιφερειακές ζώνες που είναι αποκλεισμένες από τις σημαντικές οικονομικές διαδικασίες. Το φθινόπωρο του 2013, είναι αυτή η αίσθηση περιφερειακού αποκλεισμού που ενοποίησε την εξέγερση στη Βρετάνη, τη λεγόμενη «[εξέγερση] των κοκκινοσκούφηδων», ενάντια στον «περιβαλλοντικό φόρο» και το κλείσιμο επιχειρήσεων. Για τους εργάτες της Βρετάνης, του Nord-Pas-de-Calais, της Picardie, της Λωραίνης ή του Champagne-Ardenne, η επίθεση του παγκόσμιου καπιταλισμού στο τοπικό αποτελεί από πολλές πλευρές μια λογική εξήγηση των προβλημάτων και των δυσκολιών που υφίστανται και η διατήρηση του [τοπικού αποτελεί] μια αξιόπιστη λύση.

Κατά τη διάρκεια της ελβετικής ψηφοφορίας στις 9 Φεβρουαρίου 2014 για τον «περιορισμό του αριθμού μεταναστών εργαζομένων», το «ναι» επικράτησε στην ύπαιθρο αντί για τις πόλεις και επικράτησε εκεί όπου υπήρχαν οι λιγότεροι ευρωπαίοι μετανάστες εργαζόμενοι αλλά οι περισσότεροι ντόπιοι άνεργοι.

Κατά την ιδεολογική ανακατασκευή των συγκρούσεων, το τοπικό αποτελεί σταυροδρόμι πολλών άλλων καθορισμών, με τα οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια: εκεί συγκεντρώνεται ο «αυθεντικός λαός» ενάντια στις ελίτ, στους «διανοούμενους [intellos]», σε ό,τι είναι ξένο, σε αυτούς που επωφελούνται από το σύστημα κοινωνικής προστασίας και τους φόρους των άλλων. Σε αυτόν τον τύπο εξέγερσης, η αίσθηση εγκατάλειψης των ημιαστικών ζωνών και των ζωνών της υπαίθρου απέναντι στην ηγεμονία των μητροπόλεων θέτει σε αμφισβήτηση τη νομιμότητα του αποεθνικοποιημένου Κράτους, ενώνει την «αγανάκτηση ενάντια στη φορολογική πίεση» και τον «κυκεώνα των κανονισμών» κάτω από τη γενική θέληση να τεθεί ένα τέλος στο «κοινωνικό dumping» και να «διατηρηθεί η απασχόληση στη χώρα».

Από την πλευρά τους, οι βραζιλιάνικες διαδηλώσεις της άνοιξης του 2013 εγγράφονται στη μαζική επέκταση και ανακαίνιση των κεντρικών αστικών ζωνών, τη στιγμή που σημαντικά τμήματα αυτών των πόλεων είναι βυθισμένα στη φτώχεια και βιώνουν την παρακμή των υποδομών τους. Η αστική πολιτική συγκεράζει τα ζητήματα που σχετίζονται με την αναπαραγωγή της εργασίας και κατ’ επέκταση με την αναπαραγωγή των ταξικών διαφορών: ζητήματα κατοικίας (τοπικοποίηση στον χώρο που αναστατώνει η «αστική ανακαίνιση»), υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές. Στα ζητήματα πυκνότητας, ποιότητας και κόστους των δημόσιων υπηρεσιών παίζεται όχι μόνο η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης αλλά εξίσου τα διακυβεύματα της κοινωνικής κινητικότητας.

Στο Ρίο ή το Σάο Πάολο, όσον αφορά τόσο τη βίαιη απομάκρυνση από κεντρικές ζώνες κατοικίας όσο και τις μεταφορές και τις δημόσιες υπηρεσίες γενικά, η κοινωνική σχέση που δομεί τον αγώνα και ορίζει τα διακυβεύματα δεν είναι το κεφάλαιο ή μισθωτή εργασία αλλά η ιδιοκτησία της γης κυβερνώσα τον μετασχηματισμό του χώρου. Η διαταξικότητα είναι σύμπτωμα αυτής της κοινωνικής σχέσης παραγωγής. Πράγματι, επειδή είναι η ιδιοκτησία της γης αυτή που τους δομεί και τίθεται η ίδια ως το διακύβευμά τους, οι ταξικοί αγώνες ως αγώνες σχετικά με τις πολεοδομικές παρεμβάσεις στηρίζονται πάνω σε μια «δευτερογενή» σχέση παραγωγής: η πρόσοδος δε συνιστά παρά τμήμα της υπεραξίας που αποσπάστηκε εντός της σχέσης κεφαλαίου και εργασίας. Αυτός ο «δευτερογενής» χαρακτήρας εκδηλώνει την ουσία που του προσιδιάζει καθώς οργανώνει τους αγώνες γύρω από το εισόδημα και την κατανάλωση.

Στους αγώνες που λαμβάνουν χώρα υπό την ιδεολογία του τοπικού, ακόμα κι αν δεν πρόκειται για την ίδια δυναμική και τις ίδιες προοπτικές, περνάμε από τη μισθωτή σχέση στη μισθωτή κοινωνία, στον μισθό ως σχέση διανομής, στη νομιμότητα του υπαρκτού Κράτους. Στέρεα εδραιωμένη στη διαδοχή των μετατοπίσεων αυτών, η ιδεολογική ανακατασκευή φέρει μια πολύμορφη διαστροφή.

 

β) Η οικογένεια

Οι ιδέες της «ελευθερίας», του «αυτοκαθορισμού» και της «χειραφέτησης» όχι μόνο δεν μπορούν πλέον να πουν πολλά πράγματα, αλλά επιπλέον μαζί με αυτές της «επιλογής», ακόμα και του «δικαιώματος», έχουν γίνει εμβλήματα του ίδιου του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Για τους «χαμένους της παγκοσμιοποίησης» έχουν γίνει η διατύπωση μιας απειλής. Εφαρμοσμένες στην οικογένεια, αυτές οι ιδέες εμφανίζονται ως η υπόκωφη και ύπουλη επιχείρηση κατεδάφισης αυτού που θεωρείτο ως ο τελευταίος θεσμός [που είναι] ικανός να προστατεύει ενάντια στον «ατομικισμό».

Αυτή η ιδανική εικόνα της λεγόμενης «παραδοσιακής» οικογένειας –αν όχι «αιώνιας» ή ακόμα και «φυσικής», προστατευτικός χώρος έξω από τις καθαρά οικονομικές σχέσεις, με καθορισμένους και καθησυχαστικούς ρόλους, η οποία αποκρυσταλλώνει πολλές από τις διεκδικήσεις ενάντια στους καθορισμούς της καπιταλιστικής ανάπτυξης τους οποίους η κρίση έχει καταστήσει εμφανείς– είναι σχετικά πρόσφατης προέλευσης: διαμορφώνεται στη διάρκεια του μεσοπολέμου γύρω από τη φιγούρα του άνδρα εργάτη που δουλεύει με πλήρες ωράριο, του νομέα δικαιωμάτων, συζύγου και πατέρα και αποσυντίθεται στις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Η «σεξουαλική αδιαφοροποίηση» και η λεγόμενη «θεωρία του φύλου» βιώνονται ως απειλή πέρα από τις διαδηλώσεις ενάντια στον «γάμο για όλους», μια απειλή ενάντια σε μια τάξη πραγμάτων όπου οι κοινωνικοί ρόλοι «αντιστοιχούν» στο βιολογικό φύλο (εκτός κι αν ισχύει το αντίθετο…), όπου τα φύλα είναι «συμπληρωματικά» και όπου καθένας και καθεμία καταλαμβάνει την «παραδοσιακή» του θέση εντός της οικογένειας. Μια θέση που θα την παγίωνε για τις γυναίκες η απαγόρευση της έκτρωσης.

Όλα λαμβάνουν χώρα σαν ο αγώνας –ή μάλλον η απλή απόρριψη των κοινωνικών σχέσεων που κυριαρχούν στην παραγωγή και την αναπαραγωγή– να γινόταν στο όνομα του προηγούμενου κόσμου, τον οποίο η αναδιάρθρωση έχει καταργήσει· ενός περασμένου κόσμου που ανυψώνεται στη θέση ενός ιδεατού αντιπροτύπου. Ειδικά επειδή αυτό το αντιπρότυπο αποκτά μια εντελώς επίκαιρη αξία ενάντια στην ιδεολογική αποτελεσματικότητα μιας θεωρίας του φύλου, για την οποία δεν υπάρχουν παρά συμπεριφορές ελεύθερες και ελεύθερα τροποποιήσιμες: προκαταλήψεις ή αναπαραστάσεις. Αυτή η ιδεολογική αποτελεσματικότητα συνίσταται στην οικοδόμηση και νομιμοποίηση πρακτικών που αρνούνται την επιβολή και τους κοινωνικούς καθορισμούς που κατασκευάζουν τη διάκριση των φύλων. Όταν δεν υπάρχει επιλογή, η «φιλελεύθερη» θεωρία του φύλου εμφανίζεται στην καλύτερη περίπτωση ως φάντασμα, στη χειρότερη ως προσβολή. Ενάντια σε αυτή την αυθαίρετη αντίληψη του φύλου, η οποία όπως γράφει μια δημοσιογράφος της Monde (5 Φεβρουαρίου 2014) έκανε «τις ανισότητες μεταξύ των φύλων να ενοικούν στις αναπαραστάσεις μας», αυτό που για τις «λαϊκές τάξεις» συντονίζεται με τον συντηρητικό λόγο είναι η αναγνώριση της καταναγκαστικής πλευράς του κοινωνικού. Όχι μόνο η κοινωνική επιβολή είναι εδώ, ισχυρή, αλλά επιπλέον επιβεβαιώνει τη θετικότητά της. Η οικογένεια αποτελεί τον προμαχώνα του λαού και της «ανθρώπινης αυθεντικότητας» ενάντια στον ατομικισμό, στις ελίτ και τους ειδικούς της εκπαίδευσης, της διατροφής, της σεξουαλικότητας κλπ.

 

γ) Η αυθεντικότητα, οι ελίτ των διανοούμενων και το έθνος

Η οικονομική ανασφάλεια οδήγησε ένα μέρος του προλεταριάτου και των μεσαίων τάξεων να αναζητήσει αλλού ασφάλεια, σε ένα «ηθικό» σύμπαν, το οποίο θα ήταν κάπως σταθερό και το οποίο θα αποκαθιστούσε παλιές συμπεριφορές συνδεδεμένες με έναν κόσμο που έχει εξαφανιστεί. Η ελίτ –η οποία τον παλιό καιρό ήταν συνδεδεμένη με τους κατέχοντες, τις μεγάλες οικογένειες της βιομηχανίας και της τραπεζικής– θεωρείται τώρα ταυτισμένη με την αριστερά, τους διανοούμενους και τους ειδικούς, [όλοι τους] αχόρταγοι για κοινωνικές, σεξουαλικές και εθνοφυλετικές καινοτομίες. Αυτή η ανατροπή έλαβε χώρα στις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μπορούμε σήμερα να τη διαπιστώσουμε παντού στην Ευρώπη για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω: η συγκρότηση σε αντιπρότυπο του κόσμου που καταργήθηκε από την αναδιάρθρωση της δεκαετίας του ’70 ως αντίσταση και τρέχουσα απόρριψη του καπιταλισμού που προέκυψε από αυτή την αναδιάρθρωση.

Επισημάναμε [προηγουμένως] τη σημασία της οικογένειας και των «παραδοσιακών» κοινωνικών ρόλων της στην αναδόμηση των ταξικών συγκρούσεων στο εσωτερικό της μισθωτής κοινωνίας· η κινητοποίηση ενάντια στις εκτρώσεις βρίσκεται στο σταυροδρόμι της διατήρησης [αυτών] των ρόλων και της μάχης ενάντια στις ελίτ. Για τις τρέχουσες ιδεολογικές ανάγκες, [το γεγονός] ότι το κύμα των νόμων, που στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 επέτρεψε την έκτρωση, ήταν αποτέλεσμα των αγώνων των γυναικών εξαφανίστηκε για να επανεμφανιστεί μόνο ως παρέμβαση των γιατρών και των δικαστών στην οικογενειακή ζωή. Στις κινητοποιήσεις ενάντια στην έκτρωση όχι μόνο εστιάζεται η επανεπιβεβαίωση των παραδοσιακών έμφυλων ρόλων και της οικογένειας σύμφωνα με μια «φυσική τάξη» (στην πραγματικότητα [της φυσικής τάξης] της προηγούμενης φάσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής), αλλά επιπλέον «η φυσική τάξη» γίνεται μείζον ζήτημα του αγώνα ενάντια στη διανοητική ελίτ που αποκρυσταλλώνει σε επίπεδο ιδεολογίας και κοινωνικών αντιλήψεων όλους τους οικονομικούς και κοινωνικούς καθορισμούς του καπιταλισμού που προέκυψε από την αναδιάρθρωση των δεκαετιών του ’70.

Αυτή η πολιτιστική απόρριψη της παγκοσμιοποίησης, την περίοδο που ο καπιταλισμός εισήλθε σε κρίση, οικοδομεί μια αυθεντική λαϊκή ταυτότητα που χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς του εθνικισμού. Αυτό περιλαμβάνει και πράγματα που μπορούν να είναι εντελώς επουσιώδη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είναι το κόμμα αυτών που πίνουν μπύρα, αληθινό αμερικάνικο καφέ χωρίς σταγόνα γάλα, αυτών που πηγαίνουν στην Εκκλησία και έχουν όπλα· στη Γαλλία, το Εθνικό Μέτωπο είναι το κόμμα αυτού που τρώει αλλαντικά, πίνει κόκκινο κρασί και δεν έχει θρησκευτικά κολλήματα. Δεν υπάρχει εθνικισμός, ούτε ακόμα και ιδεολογία της εθνικής κυριαρχίας, χωρίς ταυτότητα και αυθεντικότητα, χωρίς τη δυνατότητα να μπορεί κανείς να πει «εμείς» και «αυτοί».

Ο λαός, ακριβώς μέσα σε μια πολυσημία (δήμος, γένος, πληβείοι) που τον κάνει να συμπίπτει με ένα έθνος πάντοτε απειλούμενο από τις ελίτ, αποτελεί ταυτόχρονα θεματοφύλακα και επινοητή αυτής της αυθεντικότητας. Αυτή η αλλαγή πεδίου [terrain] και επιπέδου [instance] απέναντι στις κοινωνικές και οικονομικές επιθέσεις συνιστά την ίδια τη φύση της ιδεολογίας: σχέση των ατόμων με τις συνθήκες ύπαρξής τους ως σχέσεις παραγωγής. Τι μπορεί να καταλαβαίνει ένας εργάτης του διυλιστηρίου του Μπερ, στη Γαλλία –πρώην διυλιστήριο της αγγλοολλανδικής Shell, έπειτα της LyondellBasell (εισηγμένη στη Wall Street), η οποία αρνείται να το πουλήσει στη Sotragem (ιταλική χρηματιστηριακή εταιρεία που πουλήθηκε σε έναν Σλοβάκο)– ένας εργάτης ο οποίος πρόκειται τότε να χάσει τη δουλειά του, όταν [ακούει] έναν Cohn-Betit να διακηρύσσει: «Η ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι εν τω γίγνεσθαι και δεν μπορεί να αντιστοιχεί παρά μόνο σε μια ταυτότητα μετα-εθνικής φύσης. Στο μέτρο που αυτή [η ευρωπαϊκή ταυτότητα] δεν έχει καμία σχέση με μια παγιωμένη ταυτότητα, αναμφίβολα είναι λιγότερο βολική για τα άτομα. Οριακά [σκεπτόμενοι], το να είσαι ευρωπαίος, σημαίνει να μην έχεις μια προκαθορισμένη ταυτότητα». (Le Monde της 2ης Φεβρουαρίου 2014). Θα μπορούσαμε σχεδόν να κατανοήσουμε ότι ο εργάτης αυτός δολοφονικές διαθέσεις.

Στην τρέχουσα αλληλουχία, με επιθετικό τρόπο απέναντι στον ξένο και τους «εσωτερικούς εχθρούς», όπως στην Ουκρανία, ή με προοδευτικό τρόπο, όπως στη Βραζιλία, το έθνος είναι η γλώσσα και η πρακτική μορφοποίηση της οικονομικής διεκδίκησης. Στην Ουκρανία, ο εθνικισμός της εργατικής τάξης είναι αυτό που σίγουρα μοιράζονται σε μεγαλύτερο βαθμό οι ανατολικές και οι δυτικές περιοχές της χώρας: στις δυτικές είναι το Svoboda, στις ανατολικές το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Είδαμε εθνικές σημαίες στην Αθήνα, το Ρίο, την Κωνσταντινούπολη, το Κάιρο και την Τύνιδα και αν δεν τις είδαμε στη Βοσνία, το Σαράγεβο ή την Τούζλα, είναι επειδή δε θα συμβόλιζαν παρά μια παρωδία Κράτους διεφθαρμένου μέχρι το μεδούλι, ενάντια στο οποίο η εργατική εξέγερση αμέσως διαλύθηκε μέσα σε ένα κίνημα εθνικής αποκατάστασης. Τις είδαμε επίσης στις 9 Δεκεμβρίου 2013 στους δρόμους της Ιταλίας, κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «Κινήματος των δικράνων» (forconi). Εκείνη την 9η Δεκέμβριου, είδαμε τη σύζευξη κοινωνικών ομάδων και ιδεολογιών που θα μπορούσαν να προεικονίζουν άλλα πράγματα εξίσου εκπληκτικά και ανησυχητικά. Με αυτό που στις απαρχές του ήταν μια εξέγερση των παραδοσιακών μεσαίων τάξεων ενώθηκαν στις 9 Δεκεμβρίου πολλοί νεαροί επισφαλείς εργαζόμενοι και ενήλικες άνεργοι, καθώς και επιτροπές ενοικιαστών ενάντια στις εξώσεις, τα κοινωνικά Κέντρα του Τορίνο, το κέντρο κοινωνικής ανοικοδόμησης του Μιλάνο, το Κίνημα λαϊκής απελευθέρωσης, η Επιτροπή ενοικιαστών του Σαν Σίρο. Μπορούμε να συνδέσουμε αυτή την επιτυχία των «Forconi» με αυτή της «Unione Sindicale di Base» στις συνδικαλιστικές εκλογές του Ilva Tarente, του μεγαλύτερου εργοστασίου χάλυβα της Ιταλίας (11.οοο εργάτες), καθώς και με την επιτυχία της γενικής απεργίας της 18ης Οκτωβρίου και της συγκέντρωσης στη Ρώμη που οργάνωσε η USB. Σε όλα τα επίπεδα, αυτό που απορρίπτεται είναι η ίδια συμπαιγνία ανάμεσα στις πολιτικές, οικονομικές και συνδικαλιστικές εξουσίες: η «κάστα».

Το έθνος δεν αποτελεί έμβλημα αγώνα παρά μόνο αν κατασκευάζεται ως απειλούμενο· αλλά τότε οι απειλές δεν μπορούν να διατυπωθούν παρά μόνο με τους όρους που επιβάλλει το έθνος. Η αυθεντικότητα και το έθνος δεν μπορούν να επιβληθούν ως ιδεολογία, υπό την οποία πρόκειται να λειτουργήσουν αλληλοσυγκρουόμενες πρακτικές, παρά μόνο με την προϋπόθεση μιας άλλης μετάθεσης: πρέπει η ίδια η οικονομική σύγκρουση να έχει εκ των προτέρων μεταλλαχθεί σε πολιτιστική σύγκρουση (πρόκειται για κάτι που εμφανίζεται ως πρότερο μόνο κατά τη λογική κατασκευή· στην αμεσότητα του βιωματικού όλες οι θεματικές δεν υπάρχουν παρά μόνο γονιμοποιώντας η μια την άλλη). Αυτό θα επιτευχθεί με τους πλούσιους και τους φτωχούς.

 

δ) Πλούσιοι και φτωχοί

Μετά από όσα έχουμε πει για τις σχέσεις διανομής, για την κρίση της μισθωτής κοινωνίας και τις αδικίες της, για την κρίση του απεθνικοποιημένου Κράτους ως υπεύθυνη γι’ αυτές τις αδικίες, δε χρειάζονται νέες εξηγήσεις για να κατανοηθεί πώς οι ταξικές αντιφάσεις γίνονται συγκρούσεις μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Το ζήτημα που τίθεται είναι μάλλον η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τέτοιες συγκρούσεις μεταλλάσσονται σε πολιτιστικές συγκρούσεις, όπου οι πλούσιοι δεν είναι πλέον ακριβώς αυτοί που πιστεύεται και όπου οι φτωχοί πολεμάνε μεταξύ τους.

 

  • Στην αρχή ήταν η «εργασία ως αξία» που παρήγαγε τους «αποδέκτες επιδομάτων [assistés]».

Σε έναν πρώτο χρόνο, πρόκειται για την «αποκατάσταση της εργασίας ως αξία» (σαν αυτή να το είχε ανάγκη). Οι εργατικές κατακτήσεις γίνονται δικαίωμα στην τεμπελιά, στην απάτη, στα επιδόματα [assistanat], στα συντεχνιακά πλεονεκτήματα, εμπόδιο στις εξελίξεις. Αλλά δεν πρόκειται για την κήρυξη πολέμου ενάντια στους εργαζόμενους, αλλά ενάντια σε αυτούς που νοθεύουν την εργασία ως αξία. Έτσι, οι ταξικές συγκρούσεις επανακαθορίζονται με τρόπο που αυτή η διαίρεση, που ήδη πλέον δεν αντιπαραθέτει κεφάλαιο και εργασία αλλά πλούσιους και φτωχούς, γίνεται, εξαιτίας αυτού του πρώτου μετασχηματισμού, διαίρεση ανάμεσα σε δυο υποτιθέμενες φράξιες του προλεταριάτου: «αυτών που έχουν απαυδήσει να προσπαθούν» και «των εκμεταλλευτών και απατεώνων του καθεστώτος επιδομάτων». Αυτή η διαίρεση, ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες, διαχέεται ως ανταγωνισμός στρέφοντας τους εργάτες και τις «μικρές μεσαίες τάξεις» άλλοτε ενάντια στους «ευκατάστατους» που κατοικούν στο πάνω πάτωμα (υπάλληλοι με κατοχύρωση, εργατική δύναμη που καλύπτεται συνδικαλιστικά και τα ειδικά καθεστώτα) και άλλοτε ενάντια στους «αποδέκτες επιδομάτων» που είναι εξοστρακισμένοι λίγο πιο μακριά· ή ενάντια και στους δυο ταυτόχρονα.

Από την πλευρά της, η κατάσταση και ο τρόπος ζωής των πλούσιων, τα οποία εκτίθενται επί μακρόν στις σελίδες του κουτσομπολίστικου τύπου, μοιάζουν τόσο απρόσιτα που δεν αφορούν πλέουν τους εργαζόμενους, σαν να επρόκειτο για μια άλλη ανθρωπότητα, για έναν παράλληλο κόσμο. Ενώ αυτός που εξαπατά το ταμείο ανεργίας ή παίρνει καταχρηστικά επίδομα στέγης, αυτός μας κλέβει: «Ποιος πληρώνει σε τελική ανάλυση;». Το [γεγονός] ότι τα δημόσια ελλείμματα, με μια αξιοσημείωτη σταθερότητα [και] εσκεμμένα, κατασκευάζονται εδώ και τριάντα χρόνια σε όλες τις δυτικές χώρες –σε αντιστοιχία με τις διευθετήσεις της εκμετάλλευσης και της συσσώρευσης στον καπιταλισμό που προέκυψε από την αναδιάρθρωση της δεκαετίας του ’70 και του ’80– δεν αποτελεί ποτέ αντικείμενο συζήτησης, παρά μόνο για να ειπωθεί ότι ήμασταν υπερβολικά γενναιόδωροι. Στη διαδικασία της διαίρεσης, το τέλος της εργατικής ταυτότητας δεν είναι άνευ σημασίας. Η υποχώρηση της βιομηχανίας και η αποδυνάμωση των εργατικών συλλογικοτήτων, η επισφαλειοποίηση της απασχόλησης, μεταφράζονται μέσω του βιώματος της σχέσης με το κοινωνικό και το πολιτικό σε μια ατομικιστική βάση, κατά το οποίο η εργασία ως αξία δεν αποτελούσε πλέον μια συλλογική δύναμη που αντιτίθετο στα αφεντικά, αλλά ήταν ζήτημα ατομικής ικανότητας και προσόντων.

Η γραμμή του οικονομικού ρήγματος περνάει λοιπόν λιγότερο ανάμεσα σε καπιταλιστές και εργάτες, ούτε καν ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, αλλά περισσότερο μεταξύ μισθωτών και «αποδεκτών επιδομάτων», «λευκών» και «μειονοτήτων», «εργαζόμενων» και «απατεώνων». Για μια στιγμή τα κινήματα «occupy» ανέτρεψαν αυτές τις διαιρέσεις, αλλά χωρίς να επανεισάγουν σημαντικά ταξικά ρήγματα. Όλα παρέμειναν ζήτημα εισοδημάτων και όχι παραγωγικών σχέσεων, τον ιδεολογικό τεμαχισμό διαδέχτηκε ένα κενό ιδεολογικό αμάλγαμα.

Οι «αποδέκτες επιδομάτων», καθώς έγιναν «αυτοί που δε θέλουν να δουλέψουν», παρουσιάζουν επιπλέον το μεγάλο πλεονέκτημα να μπορούν να αποτελούν το υπόβαθρο για κάθε είδους μη οικονομικές διακρίσεις: εθνοτικές ομάδες, διαρρηγμένη και διαλυμένη οικογενειακή ζωή, ναρκωτικά, εγκληματικότητα.

 

  • Συμπλήρωμα αυτής της διαίρεσης: ο ρατσισμός

Σε αυτό το πλαίσιο της «διατήρησης του κοινωνικού Κράτους» ή της «αποκατάστασής» του στο όνομα του κοινωνικού, οικονομικού και ιδεολογικού αντιπροτύπου της μεταπολεμικής «Ένδοξης Τριακονταετίας», το έθνος, η εθνική ιδιότητα του πολίτη και «η αυθεντικότητα» αναμειγνύονται με τη διαίρεση ανάμεσα σε «αυτούς που έχουν απαυδήσει να προσπαθούν» και τους «Άλλους». Δεν πρόκειται πλέον για απόρριψη του ξένου στο όνομα μιας εθνοφυλετικής οπτικής για το έθνος, αλλά για ένα πολύ πιο συναινετικό ιδανικό: τη διάσωση του «γαλλικού κοινωνικού μοντέλου». Αυτός ο πόλεμος στην απάτη, που βάζει στο στόχαστρο τους ξένους, έχει ως κύριο αποτέλεσμα της σύνδεση της κρίσης χρηματοδότησης των συστημάτων κοινωνικής προστασίας με ένα πρόβλημα εθνικής ταυτότητας.

Αυτή η εθνοφυλετικοποίηση της «διατήρησης του κοινωνικού Κράτους» ακολουθεί μια στρατηγική ταυτόσημη με την εθνοφυλετικοποίηση του αγώνα ενάντια στην ανεργία. Δεν πρόκειται ποτέ για άσκηση κριτικής στο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα, αλλά για δράση με τέτοιον τρόπο ώστε ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργαζόμενων, που είναι εγγενής στη μισθωτή εργασία, να κάνει την εργατική τάξη να υποκύπτει με κάποιον τρόπο στις παρούσες συνθήκες της κρίσης. Η μετανάστευση δεν παρουσιάζεται τόσο ως αιτία της ανεργίας· αυτό δε θα άντεχε σε καμία απολύτως ανάλυση ούτε σε καμία απολύτως βιωμένη εμπειρία κλεισίματος μιας επιχείρησης. Παρουσιάζεται «μόνο» ως κάτι που επιδεινώνει τις συνέπειες. «Ας ενεργοποιήσουμε αυτόν τον μοχλό που έχει άμεσα αποτελέσματα, και μετά ασχολούμαστε με τις δομικές αιτίες»: αυτή ήταν, στη Γαλλία, χοντρικά, η θέση του ΚΚ στις αρχές της δεκαετίας του ’80· και αυτή του Εθνικού Μετώπου τώρα.

Αλλά οι εργαζόμενοι δεν έχουν απολύτως καμία εξουσία ούτε πάνω στη ζήτηση ούτε στην προσφορά εργασίας: αν η συσσώρευση του κεφαλαίου μεγεθύνει τη ζήτηση εργασίας, μεγεθύνει επίσης την προσφορά κατασκευάζοντας υπεράριθμους. Τα ζάρια είναι πειραγμένα. Αυτό που συνενώνει όλες αυτές τις απειλές και τους δίνει συνοχή είναι η παγκοσμιοποίηση και η αποεθνικοποίηση του Κράτους. Οι νόμοι της συσσώρευσης του κεφαλαίου, που δημιουργούν απαραίτητα υπεράριθμους, έρχονται δεύτεροι· δε μοιάζουν να λειτουργούν έτσι παρά μόνο επειδή η «εθνική κοινότητα» έχει διαρρηχθεί.

Οι συγκρούσεις που δημιουργούνται από αυτό το ρήγμα προορίζονται να απορροφηθούν κατά την αποκατάσταση του έθνους και κανείς πλέον δε βλέπει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών ως τέτοιο, αλλά με όρους ολοένα και περισσότερο εθνοτικοποιημένους.

Αν οι εργαζόμενοι δεν έχουν, αυστηρά μιλώντας, καμία εξουσία ούτε πάνω στη ζήτηση ούτε πάνω στην προσφορά εργασίας, δεν έχουν επίσης ούτε στην επίδραση του εφεδρικού στρατού πάνω στους μισθωτούς, ούτε στον κατακερματισμό και τη σύνθεσή του. Ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης γνωρίζει τα αποτελέσματα μιας μηχανικής που θεωρείτο εξαφανισμένη: της απόλυτης εξαθλίωσης. Μιας Μηχανικής, εντός της οποίας λαμβάνει χώρα, στην παρούσα κατάσταση, η ίδια διαδικασία μετάλλαξης των ταξικών αντιφάσεων σε συγκρούσεις μεταξύ φτωχών και πλούσιων, αλλά κυρίως –υπό την αιγίδα του εθνικού, της αυθεντικότητας, του λαού και του ρατσισμού– μεταξύ των φτωχών.

Το κάλεσμα στους μετανάστες εργάτες [να έρθουν για δουλειά] αποτελεί τον πιο οικονομικό τρόπο εύρεσης φτηνότερης εργατικής δύναμης, ο οποίος αντιστοιχεί σε αυτόν τον μηχανισμό αντικατάστασης (που συνδέεται με τον καταμερισμό εργασίας και την εκμηχάνιση, μέσω της οποίας τίθεται σε λειτουργία η απόλυτη εξαθλίωση) μέσω του οποίου ο ντόπιος εργάτης βρίσκει τον εαυτό του εκτοπισμένο. Στη συνέχεια, τα αφεντικά εξαγγέλλουν ότι ευτυχώς «οι μετανάστες είναι εδώ για να κάνουν τις δουλειές που οι ντόπιοι δε θέλουν πλέον», όντας προφανές ότι αυτές οι δουλειές ταιριάζουν εκ φύσεως στους μετανάστες και ότι είναι η παρουσία τους που κάνει τους μισθούς να πέφτουν.

Μια πολύ μεγάλη μέση κατηγορία εργατών στις δυτικές χώρες παραμένει προσκολλημένη στο εθνικό πλαίσιο, κάτι που δεν παραλείπει να αποτελεί πηγή εσωτερικών συγκρούσεων για το προλεταριάτο. Οι υποαμειβόμενοι μισθωτοί στις παγκόσμιες πόλεις, επισφαλείς, μετανάστες και ολοένα και περισσότερο γυναίκες, δεν ανήκουν πλέον σε έναν καθυστερημένο τομέα της οικονομίας· αυτό το τμήμα εντάσσεται άμεσα σε μια παγκόσμια οικονομία και αντιστοιχεί σε μια μη εθνική οργάνωση ορισμένων τμημάτων του προλεταριάτου. Σε σύνδεση με τις άλλες κοινότητες και τους συμπατριώτες τους που έχουν μεταναστεύσει σε άλλες χώρες, οι υποαμειβόμενοι μισθωτοί ορίζουν στρατηγικές εντός του παγκόσμιου συστήματος. Παρά την επισφάλεια και τη μιζέρια τους, αυτά τα τμήματα της τάξης που συγκροτούνται μέσα στην παγκοσμιοποίηση μοιάζουν, στα μάτια αυτής της μεσαίας κατηγορίας, τόσο οικονομικά όσο και πολιτιστικά, να συνδέονται με όλους τους «κερδισμένους της παγκοσμιοποίησης».

  • Στη συνέχεια, ήρθαν το Κράτος και τα «παράσιτα»

Η αποκατάσταση της εργασίας ως αξίας, που είδαμε προηγουμένως σε δράση, δεν περιορίζεται στο να αντιπαραθέτει τους «εργαζόμενους» με τους «αποδέκτες επιδομάτων»· έχει το τεράστιο προσόν να δημιουργεί μια τρίτη κατηγορία, αυτή των «παρασίτων». Αυτά τα παράσιτα εντοπίζονται εύκολα, είναι η ελίτ, όχι αυτή του πλούτου, αλλά αυτή των αλαζονικών διπλωματούχων, των κάθε είδους ειδικών, που δρουν τις περισσότερες φορές μέσα στις υπηρεσίες του Κράτους, που ρυθμίζουν και διοικούν τα πάντα, και που δεν τους αρκεί να ξεκοκαλίζουν τους φόρους αλλά μεταχειρίζονται τον αυθεντικό λαό και τις αξίες του αφ’ υψηλού. Εκείνο που αντιπαραθέτει αυτή την ελίτ με τον λαό είναι ό,τι αντιπαραθέτει την εργασία με τον παρασιτισμό, και αυτή η σύγκρουση διεξάγεται στο όνομα αξιών. Το καταπληκτικότερο προϊόν της μετάλλαξης της αντίφασης μεταξύ των τάξεων σε σύγκρουση μεταξύ πλούσιων και φτωχών, και μέσω αυτής μεταξύ εργατών από τη μια πλευρά και αποδεκτών επιδομάτων και παρασίτων από την άλλη, είναι ότι καταλήγει στον ορισμό των πρωταγωνιστών με όρους αξιών.

Το κύριο πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της πολιτιστικής σύγκρουσης είναι να προκαλεί την εξαφάνιση του οικονομικού θεμελίου όλων των συγκρούσεων, ή ακριβέστερα να κάνει τη ρύθμιση της πολιτιστικής σύγκρουσης προϋπόθεση ρύθμισης των οικονομικών προβλημάτων. Αυτή η μη παραγωγική ελίτ που αντιπροσωπεύει το τεχνητό ενάντια στη φυσική αυθεντικότητα του λαού καταλαμβάνει το Κράτος και ζει παρασιτικά «καταβροχθίζοντας τα χρήματα από τους φόρους». Οι συγκρούσεις, όπως αυτές παίρνουν μορφή μέσα στη μισθωτή κοινωνία, επεξεργάζονται εκ νέου τις ταξικές αντιφάσεις με τέτοιον τρόπο που η προβληματική για την οποία όλα τα όργανα του Κράτους αποτελούν ταξικά όργανα παίρνεται κατά γράμμα. Δεν πρόκειται πλέον για ταξικά όργανα [που αποτελούν] έκφραση και [βρίσκονται] στην υπηρεσία της οικονομικά κυρίαρχης τάξης, η οποία κατέχει όλα τα μέσα παραγωγής, αλλά για όργανα που συγκροτούν καθεαυτά μια τάξη, στην υπηρεσία του εαυτού της.

Σίγουρα, σε αυτή την αλληλουχία, υπάρχουν απεργίες και κοινωνικές συγκρούσεις, αλλά το φόντο τους συνίσταται στο ότι ο τάδε η δείνα καπιταλιστής, η τάδε ή η δείνα επιχείρηση δεν εκπληρώνει τον ρόλο της ως κεφάλαιο· οι ένοχοι εισέρχονται τότε στην κατηγορία των «παρασίτων» και «αυτών που απολαμβάνουν» ενάντια στους «πραγματικούς παραγωγούς» και τους «απλούς ανθρώπους». Η κοινωνική δυσαρέσκεια ή και αγανάκτηση αποκτούν ένα νόημα που απαλλάσσει πλήρως τον καπιταλισμό, αν δεν πρόκειται για ένα φαντασματικό χρηματοπιστωτισμό που κατασκευάστηκε για την περίσταση. Όταν το ζήτημα των ταξικών συγκρούσεων διαχωρίζεται από τις παραγωγικές σχέσεις, κάτι που είναι ίδιον της μισθωτής κοινωνίας, ανοίγεται μια προοπτική εντελώς συντηρητική· [αυτή η προοπτική] εμπεριέχει όλους τους προβληματισμούς που παρουσιάστηκαν παραπάνω, και μια εντελώς πραγματική υποκειμενική εμπειρία, η οποία καλλιεργεί την ταξική εχθρότητα που αρνείται κατά την έκφρασή της το οικονομικό της θεμέλιο, έρχεται να την επιβεβαιώσει. Το ότι οι αυστηρά διεκδικητικοί και οικονομικοί εργατικοί αγώνες είναι πολυάριθμοι και παίρνουν ορισμένες φορές άγρια τροπή αποτελεί γεγονός, αλλά δεν μπορούμε να απομονώσουμε αυτούς τους αγώνες από ένα γενικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο και μέσω του οποίου παίρνουν ένα νόημα, στη συγκρότηση του οποίου συνεισφέρουν και οι ίδιοι.

 

Συμπερασματικά

Εντός της αλληλουχίας στην οποία εμπλεκόμαστε, το τωρινό πρόβλημα της ταξικής πάλης συνοψίζεται στο γεγονός ότι η άρνηση της παρούσας κατάστασης δε συνιστά ξεπέρασμά της ξεκινώντας από τον ίδιο της τον εαυτό, όπως αυτό ξεκίνησε να γίνεται στις αρχές της κρίσης, αλλά θέληση της επιστροφής σε μια προηγούμενη κατάσταση. Αλλά όλα αυτά έχουν γερές ρίζες στο παρόν.

Μόνο τώρα –με την κρίση αυτής της φάσης του κεφαλαίου και του Κράτους του και, ακριβέστερα, με το γίγνεσθαί της ως κρίση της μισθωτής κοινωνίας και του αποεθνικοποιημένου Κράτους– γίνεται έκδηλη η εξαφάνιση ολόκληρης της κοινωνικής, οικονομικής και ιδεολογικής συνάρθρωσης, το οποίο είχε μορφοποιήσει την καθημερινή ζωή και είχε καταλήξει να συγκροτήσει σύστημα κατά τη μεταπολεμική «Ένδοξη Τριακονταετία», και [αυτή η εξαφάνιση] επιβάλλεται ως σύνοψη και αιτία όλων των δεινών της εποχής. Η ίδια η σημερινή κατάσταση κάνει αυτό που έχει εξαφανιστεί να προβάλλεται ως ιδεατό αντιπρότυπο [απέναντι] στη σημερινή κοινωνία και την κρίση της, [απέναντι] σε αυτό το Κράτος, την αδικία του, την αδιαφορία του, την ανηθικότητά του.

Σε αυτή την αλληλουχία, όλα διαδραματίζονται προς το παρόν ως κρίση της σχέσης του Κράτους με την κοινωνία του και όλος ο κόσμος συμμετέχει. Υπάρχει ένας στενός δεσμός ανάμεσα στην κρίση της μισθωτής σχέσης, την κρίση της παγκοσμιοποίησης, την κρίση της μισθωτής κοινωνίας, την κρίση νομιμοποίησης και αναγνώρισης του αποεθνικοποιημένου Κράτους, ανάμεσα στη διαταξικότητα και την πολιτική. Αυτός ο δεσμός, αυτός ο κόμβος, αποτελεί την τρέχουσα αλληλουχία της κρίσης ως ταξική πάλη.

 

Ποιες δυναμικές βρίσκονται αυτή τη στιγμή επί το έργο εντός της τρέχουσας αλληλουχίας;

α) Η αλληλουχία της κρίσης της μισθωτής κοινωνίας αποτελεί μια στιγμή της ειδικής κρίσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής όπως αυτός αναπτύχθηκε μετά την αναδιάρθρωση.

Με την κρίση της μισθωτής σχέσης που έγινε κρίση της μισθωτής κοινωνίας, το ζήτημα αφορά μια αντίφαση που προκύπτει από αυτή τη φάση του κεφαλαίου, η οποία τώρα μπήκε σε κρίση. Η εσωτερική αντίφαση σε αυτή τη φάση της αξιοποίησης εντοπίζεται μεταξύ της άμεσα παραγωγικής εργασίας και της ίδιας της προϋπόθεσης αυτής της παραγωγικής εργασίας: το να είναι κοινωνικοποιημένη εργασιακή δύναμη, η «γενική νόηση» [general intellect]. Έχουμε εισέλθει σε αυτή την κρίση, και αυτή εμπεριέχει τη στιγμή της διαταξικότητας που είναι εγγενής στην «κοινωνικοποιημένη εργασιακή δύναμη». Με όλη της την αμφισημία που προκύπτει από την εμπεριεχόμενη αντιφατική σχέση με την παραγωγική εργασία, η κρίση της μισθωτής κοινωνίας αποτελεί μια στιγμή την οποία μπορούμε ιστορικά να τοποθετήσουμε και να κατανοήσουμε στη σχέση της με τον προηγούμενο τρόπο ανάπτυξης.

 

β) Αστάθεια της αλληλουχίας που αποκαλέσαμε «κρίση της μισθωτής κοινωνίας»

Μέσα στη διαταξική τους γενικότητα, τα κοινωνικά κινήματα –τα οποία στη βάση του μισθού ως σχέσης διανομής αποκρυσταλλώνονται γύρω από τη νομιμοποίηση του Κράτους σε σχέση με την κοινωνία του– υποδεικνύουν ταυτόχρονα τον μισθό ως τιμή της εργασίας, ως μορφή διανομής, και εξαιτίας της ίδιας γενικότητας, όλα τα εισοδήματα όπως από πρόσοδο, κέρδος ή τόκο ως εξαρτημένα από την εργασία. Ο μισθός ως τιμή της εργασίας υποδεικνύει επομένως αυτό που αποκρύπτει: τον μισθό ως αξία της εργασιακής δύναμης, αναγκαία εργασία, και όλα τα άλλα εισοδήματα ως μετασχηματισμένες μορφές της υπερεργασίας.

 

γ) Τάση για ενότητα

Η «τάση για ενότητα» που υπάρχει, είναι η αλήθεια, στους διαταξικούς αγώνες, δεν πρέπει να επισκιάζει τις συγκρούσεις ούτε να αφήνει να υποτεθεί ότι η επίλυσή τους είναι ήδη δοσμένη, ότι η σύζευξη των αγώνων ενυπάρχει σε αυτούς. Η διάλυση της μεσαίας τάξης, το ξεπέρασμα του σταδίου των ταραχών και η διάσχιση του «αόρατου φράγματος», που εξακολουθεί να είναι για τα περισσότερα σημερινά κοινωνικά κινήματα το ζήτημα της παραγωγής, εξαρτώνται από συγκυριακές πρακτικές.

Γιατί η μεσαία τάξη να μην επιδιώκει, αντίθετα, τη νίκη της αντεπανάστασης; Γιατί άραγε μέσα στον κατακερματισμό της εργατικής τάξης, οπωσδήποτε κυρίως στις περιοχές ευρείας άτυπης οικονομίας, το λιγότερο ή περισσότερο σταθερό κομμάτι της εργατικής τάξης να μην καθηλώνει τους αγώνες του για να παγιώσει τα ελπιζόμενα αποτελέσματά, όπως έγινε στην Τυνησία και την Αίγυπτο; Επιπλέον, αυτή η «τάση για ενότητα» μπορεί να απορροφηθεί εντός της πολιτικής, όπως το είδαμε στο Ιράν το 2009.

Η κοινότητα αγώνα απέχει από το να είναι εμφανής στη Βραζιλία, την Τουρκία ή το Μεξικό, παρά τη χρονική συνακολουθία. Το κεντρικό πρόβλημα παραμένει αυτό του αόρατου φράγματος της παραγωγής. Όχι ότι δεν υπάρχουν απεργίες, βίαια ή μη διεκδικητικά εργατικά κινήματα, νικηφόρα ή μη· αλλά ποτέ, φαίνεται, αυτοί οι αγώνες δεν αρθρώνονται σε μια συγκρουσιακή συνεργία με τα «κοινωνικά κινήματα», των οποίων παρόλα αυτά παραμένουν το μόνιμο και αναγκαίο υπόβαθρο.

 

δ) Η αναγκαιότητα για την καπιταλιστική τάξη να καταπιαστεί με την καρδιά του προβλήματος

Η διπλή αποσύνδεση της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, οι σημερινές μορφές της παγκοσμιοποίησης, η αποεθνικοποίηση του Κράτους και το ζήτημα της νομιμοποίησής του, που μορφοποιούν τους αγώνες, [και] η τοπική ανασύνθεση των κυρίαρχων τάξεων αποτελούν τις τρέχουσες μορφές εμφάνισης της κρίσης. Αλλά, αναπότρεπτα, η ιδιαιτερότητα της παρούσας κρίσης, ως κρίσης της μισθωτής σχέσης που έγινε κρίση της μισθωτής κοινωνίας, ορίζει μια κατάσταση στην οποία η παγκόσμια καπιταλιστική τάξη οδηγείται να καταπιαστεί με την καρδιά του προβλήματος: τη σχέση εκμετάλλευσης. Για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και άρα για την καπιταλιστική τάξη, το ξεπέρασμα-επίλυση αυτών των μορφών εκδήλωσης [της κρίσης] εξαρτάται, όπως, υπό άλλες συνθήκες, στις δεκαετίες του ’30 και του ’70, από μια αναδιάρθρωση του ίδιου του θεμελίου του τρόπου παραγωγής: της σχέσης εκμετάλλευσης. Αυτό το αναγκαίο πέρασμα στην καρδιά του προβλήματος, μετά την εξέλιξη της κρίσης από κρίση της μισθωτής σχέσης σε κρίση της μισθωτής κοινωνίας, σημαίνει το πέρασμά της σε κρίση της νομισματικής δημιουργίας, η οποία, μέσα στην κρίση της μισθωτής σχέσης εντός της οποίας εγγράφεται, διατηρεί και ξεπερνά αυτή την τελευταία μετατρεπόμενη σε κρίση της αξίας ως κεφαλαίου, στη μόνη δυνατή κρίση της αξίας.

 

ε) Η ατίθαση παραγωγική εργασία

Μέσα σε αυτή την ανάγκη της καπιταλιστικής τάξης να καταπιαστεί με την καρδιά του προβλήματος εμφανίζεται το κεντρικό ζήτημα της παραγωγικής εργασίας.

Κάθε προλετάριος διατηρεί μια τυπικά ταυτόσημη σχέση με κάποιο ιδιαίτερο κεφάλαιο [στο οποίο απασχολείται], αλλά ανάλογα με το αν είναι παραγωγικός εργαζόμενος ή όχι, δε διατηρεί την ίδια σχέση με το κοινωνικό κεφάλαιο (δεν πρόκειται για [ζήτημα] συνείδησης, αλλά για μια αντικειμενική κατάσταση). Αν δεν υπήρχε, στο κέντρο της ταξικής πάλης, η αντίφαση την οποία αντιπροσωπεύει η παραγωγική εργασία για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή και για το προλεταριάτο, δε θα μπορούσαμε να μιλάμε για επανάσταση (θα ήταν κάτι εξωγενές στον τρόπο παραγωγής, στην καλύτερη μια ανθρωπιστική ουτοπία, στη χειρότερη τίποτα).

Οι παραγωγικοί εργάτες δεν είναι παρόλα αυτά εκ φύσεως και μόνιμα επαναστάτες. Κατά τη μοναδική [singulière] δράση τους –η οποία δε συνιστά κάτι το ιδιαίτερο αλλά απλά την εμπλοκή τους στον αγώνα– η αντίφαση που δομεί το σύνολο της κοινωνίας ως ταξική πάλη επιστρέφει στον εαυτό της, στην ίδια της τη συνθήκη. Διότι η σχέση εκμετάλλευσης δε συσχετίζει τον παραγωγικό εργάτη με ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, αλλά άμεσα, στη σχέση του με το ιδιαίτερο κεφάλαιο, τον συσχετίζει με το κοινωνικό κεφάλαιο. Αυτό που συνεχώς αποκρύπτεται κατά την αναπαραγωγή του κεφαλαίου (γιατί είναι μέσα στην ίδια τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αυτή η αντίφαση να μην εμφανίζεται ξεκάθαρα: η υπεραξία γίνεται εξ ορισμού κέρδος και το κεφάλαιο αποτελεί αξία σε κίνηση) επιστρέφει στην επιφάνεια όχι μόνο ως μια εσωτερική αντίφαση της αναπαραγωγής (εννοημένης εδώ ως ενότητα παραγωγής και κυκλοφορίας) αλλά ως αυτό που κάνει να υπάρχει η ίδια η αντίφαση: η εργασία ως ουσία της αξίας, η οποία εντός του κεφαλαίου είναι αξία μόνο ως αξία σε κίνηση. Η αντίφαση (η εκμετάλλευση) επιστρέφει στον εαυτό της, στην ίδια της τη συνθήκη. Το να καταπιάνεσαι με την καρδιά του προβλήματος σημαίνει είναι σαν να περπατάς πάνω σε αυγά.

 

στ) Το ζήτημα του «αόρατου φράγματος» ως σύνθεση αυτών των δυναμικών

Αν θεωρήσουμε τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα και τη διαταξικότητα, με την αστάθειά τους ως διεκδικητικά κινήματα στο εσωτερικό της μισθωτής κοινωνίας που αποκρύπτουν όσο και αποκαλύπτουν τον μισθό ως σχέση παραγωγής, ως μια αναγκαία στιγμή της κρίσης στην ιδιαιτερότητά της· αν θεωρήσουμε την τάση για ενότητα ως πρόβλημα ξεπεράσματος όχι μόνο της διαταξικότητας αλλά επίσης και του κατακερματισμού· αν θεωρήσουμε για την καπιταλιστική τάξη την αναγκαιότητα να καταπιαστεί με την «καρδιά του προβλήματος», και [αν θεωρήσουμε], μέσα σε αυτή την καρδιά, το ανυπέρβλητο πρόβλημα της παραγωγικής εργασίας, τότε η σύνθεση των ενεργών δυναμικών τοποθετείται ακριβώς, τόσο από τη σκοπιά του κεφαλαίου όσο και από αυτή του προλεταριάτου, σε αυτό το σημείο ρήξης που συνιστά για την αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου η διάσχιση αυτού του «αόρατου φράγματος». [Αυτή τη μορφή] που παίρνει η παραγωγή για τα υπαρκτά κοινωνικά κινήματα που συγκροτούνται στο επίπεδο της αναπαραγωγής αλλά επίσης και για τους διεκδικητικούς αγώνες, όσο βίαιοι και να είναι, [η μορφή που παίρνει] το ξεπέρασμα του διεκδικητικού τους χαρακτήρα, τη διάσχιση του αόρατου φράγματος της παραγωγής. Για έναν διεκδικητικό αγώνα, το ξεπέρασμα του εαυτού του ως τέτοιου σημαίνει να θέσει την αντίφαση μεταξύ των τάξεων στο επίπεδο της αναπαραγωγής της. Είναι αλήθεια πως το κύριο αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής είναι η ανανέωση του διαχωρισμού ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Αλλά αυτό δεν ισχύει χωρίς να συμπεριληφθεί η ύπαρξη της κυκλοφορίας και της ανταλλαγής και η δραστηριότητα όλων των συστατικών στοιχείων του τρόπου παραγωγής, ένα εκ των οποίων είναι και το Κράτος. Είναι με αυτόν τον τρόπο, ξεκινώντας από τη διαδικασία παραγωγής αλλά μέσα σε πρακτικές που την υπερβαίνουν, που τίθεται και αναγνωρίζεται πρακτικά το ταξικό ανήκειν ως εξωτερική επιβολή από το κεφάλαιο, δηλαδή επιβεβλημένο ως αναπαραγωγή. Είναι αδύνατον να καθοριστεί με ποια έννοια η «σύζευξη» μπορεί να συμβεί, δεδομένου μάλιστα ότι δεν μπορεί να υπάρξει «σύζευξη» παρά μόνο με τη δημιουργία, με αφετηρία πολλούς ιδιαίτερους αγώνες, μιας εντελώς καινούργιας κατάστασης που θα αλλάξει τα δεδομένα για όλους τους υπάρχοντες αγώνες: μιας συγκυρίας.

Θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα αυτού του κειμένου να καταλήγαμε σε τόσο γενικόλογες διατυπώσεις. Αν η διάσχιση του αόρατου φράγματος είναι η σύνθεση των δυναμικών αυτής της αλληλουχίας, αυτή δε φέρει κάτι από μια αναπόφευκτη αναγκαιότητα, πέρα από το ότι είναι επίσης η στιγμή της απόφασης για την καπιταλιστική τάξη· η στιγμή κατά την οποία συμπυκνώνονται και σημασιοδοτούνται οι διάφορες δυνητικές προοπτικές της αναδιάρθρωσης, οι οποίες μέχρι τώρα υπάρχουν ως θολά περιγράμματα ενταγμένα στην κυρίαρχη γενική κίνηση. Όπως και στην αρχική φάση κάθε κρίσης, πρόκειται για τη γενική κίνηση της επιδείνωσης των χαρακτηριστικών της περιόδου που ολοκληρώνεται. Αν θεωρήσουμε αυτή τη σύνθεση, όχι ως τον γενικό καθορισμό της Επανάστασης, αλλά ως μια συγκεκριμένη πιθανότητα ξεπεράσματος μιας ιστορικά ιδιαιτεροποιημένης σχέσης εκμετάλλευσης, πρέπει να τοποθετήσουμε την πιθανότητα αυτής της σύνθεσης εντός μιας συγκυρίας που ορίζεται από το σύνολο των καθορισμών αυτής της αλληλουχίας. Μπορούμε να προτείνουμε την υπόθεση ότι η Κίνα και η Νότια και Νοτιοανατολική Ασία συμπυκνώνουν με τον καλύτερο τρόπο τα συστατικά της σύντηξης: σημαντικοί εργατικοί αγώνες εγκλωβισμένοι ανάμεσα στον ασυστημικό χαρακτήρα της μισθολογικής διεκδίκησης και την αδυναμία της να εδραιωθεί· ευρέα κοινωνικοπολιτικά κινήματα· μια κατάσταση [που μπορεί να αποτελέσει] σημείο καμπής για την ανατροπή και την πλήρη αχρήστευση της ζωνοποίησης που χαρακτηρίζει την παγκοσμιοποίηση. [Λέγοντας αυτά] δεν υποστηρίζουμε ότι αυτή η περιοχή είναι ήδη ή θα γίνει [η περιοχή] των «κυρίων του κόσμου», αλλά ότι η σημασία της και τα χαρακτηριστικά της τόσο εσωτερικά όσο και εντός του παγκόσμι&omicron