Tag Archives: ΚΡΑΤΟΣ

Η κρίση γενικεύεται, αλλά δεν αρκεί

Αναδημοσιεύουμε εδώ ένα παλιότερο κείμενο του Woland, αναρτημένο εδώ στο ίδιο blog πριν από περίπου δυο χρόνια, λόγω της επικαιρότητας των παρατηρήσεών του.

897998_8a27_625x1000

Στα κράτη της “αραβικής άνοιξης” η κρίση παίρνει ολοένα και περισσότερο τη μορφή της κρίσης του ίδιου του Kράτους. Πέρα από την αποσάθρωση της Αιγύπτου, η κατάσταση γίνεται ολοένα και χειρότερη στην Τυνησία, και ποτέ δε βελτιώθηκε από το χάος που προέκυψε μετά το 2011 στη Λιβύη.  Στο κράτος αυτό δεν σταθεροποιήθηκε σε καμία στιγμή μια νομιμοποιημένη κρατική εξουσία. Αυτή η γενικευμένη αποσταθεροποίηση είναι δεδομένη στις τέσσερις δεκαετίες του κύκλου του νεοφιλελεύθερου-χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού για την υποσαχάρια αφρική, και η Νότια Αφρική εντάσσεται τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο στην “εποχή των ταραχών” με συγκρούσεις κυρίως των βιομηχανικών εργατών στα ορυχεία και των φτωχών που διαμαρτύρονται για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης τους.

Η κρίση του Κράτους όμως δεν περιορίζεται μόνο στις χώρες του Μαγκρέμπ ή/και της Αφρικής γενικότερα. Στη λατινική αμερική, η κατάσταση επιδεινώνεται συνεχώς. Στη Βραζιλία τις τελευταίες μέρες έγιναν και πάλι βίαιες διαδηλώσεις σε αρκετές πόλεις. Η εισβολή σε τράπεζα, η καταστροφή εισόδου τηλεοπτικού σταθμού αποτελούν ενδείξεις του σημείου που βρίσκεται ακόμη η κοινωνική ένταση. Στη Χιλή εδώ και πολλούς μήνες συνεχίζονται οι συγκρούσεις για την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, στην Κολομβία οι συγκρούσεις των αγροτών, αρχικά, με την αστυνομία τείνουν να πάρουν τη μορφή εξέγερσης με τη συμμετοχή φοιτητών και άλλω προλετάριων σε αυτές, και εχθές, επίσης, έγιναν μεγάλες διαδηλώσεις στο Μεξικό ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της κρατικής εταιρείας πετρελαίου, η οποία για να συμβεί απαιτεί αναθέωρηση του συντάγματος του κράτους αυτού.

Στην νότια Ευρώπη η κρίση του Κράτους (αναδιάρθρωση με μοχλό τη συνεχή κρίση δημόσιου χρέους) εμφανίζεται ως κατάρρευση του πολιτικού σκηνικού και αδυναμία δημιουργίας ενός άλλου (κάτι που επηρεάζει έμμεσα και τις ανατολικές χώρες στις οποίες η πολιτική σύγκλιση με το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό ήταν ταχύτατη, τα αποτελέσματα είναι εμφανή σε Βουλγαρία, Σλοβενία αλλά και Ρωσία). Στη Σουδία μετά την Αγγλία, οι ταραχές των αποκλεισμένων όρισαν την κρίση του Κράτους ως κρίση ενσωμάτωσης/αποκλεισμού του προλεταριάτου στην διαδικασία παραγωγής αξίας. Στις ΗΠΑ και στη Βρετανία η αδυναμία του κράτους να δημιουργήσει συναίνεση γύρω από έναν ακόμη ιμπεριαλιστικό πόλεμο (έναν πόλεμο που εξάγει το κοινωνικό ζήτημα του κράτους που επιτίθεται) είναι επίσης μια μορφή εμφάνισης της κρίσης του Κράτους. Η αδυναμία συναίνεσης γύρω από αυτόν τον πόλεμο είναι σημαντική καθώς η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης αποτελεί μεταξύ άλλων και παραγόμενη διευθέτηση της κρίσης της ζωνοποίησης του κεφαλαίου. Η νέα περιφερειοποίηση που είναι αναγκαία πτυχή της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης (και επίλυση της κρίσης του Κράτους που κυοφορεί) δεν μπορεί να συμβεί χωρίς την εμπλοκή της ταξικής πάλης στα κράτη που προσπαθούν να την επιβάλλουν όπως φαίνεται (μια εξέλιξη που σχετίζεται με το γεγονός ότι η ζωνοποίηση αναπαράγεται και στο εσωτερικό των “ανεπτυγμένων” κρατών).

Στα κράτη της ανατολικής και νοτιοανατολικής ασίας στα οποία βασίζεται σε σημαντικό βαθμό η παγκόσμια συνδιασμένη συσσώρευση κεφαλαίου (και είναι πιθανό να βασιστεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον μετά από τη διαφαινόμενη κατάρρευση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας των BRIS και της Τουρκίας) η κρίση παίρνει επίσης τη μορφή της κρίσης του Κράτους, παρά τις επιμέρους διαφορές. Στο Μπαγκλαντές η σύγκρουση έχει και στοιχεία εργατικού κινήματος και στοιχεία που προσομοιάζουν στα κινήματα του Μαγκρέμπ και της Τουρκίας, στην Κίνα το εργατικό στοιχείο είναι εντονότερο και συνδιάζεται με σκληρές συγκρούσεις γύρω από την απαλλοτρίωση γης, οι οποίες μορφοποιούν την πολιτική κρίση στο κράτος αυτό.

Η κρίση του Κράτους είναι ο τρόπος που παράγεται η καπιταλιστική κρίση στο επίπεδο της αναπαραγωγής των τάξεων, είναι μια σημαντική μορφοποίηση της εποχής των ταραχών και της άνισης δυναμικής της. Στο Κράτος, στη δυσκολία του να αναδιαρθρωθεί,  να ενσωματώσει την ταξική πάλη στις δομές του, να επανορίσει τους όρους της κοινωνικής ειρήνης, να τιθασεύσει το υπεράριθμο προλεταριάτο, να κατανείμει την εργασιακή δύναμη ικανοποιητικά με βάση το φύλο, την ηλικία ή/και τη φυλή της και να διασφαλίσει την διαφοροποιημένη υποτίμηση της εργασιακής δύναμης συνολικά, να συνεχίσει την πορεία του μέσα σε ευρύτερα περιφερειακά υπερ-κρατικά σχήματα και πιθανόν να απο-εθνικοποιηθεί μέσα σε αυτά, σε όλα αυτά τα στοιχεία είναι που συναντιούνται προς το παρόν όλες οι ετερόκλητες αντιφάσεις, σε όλα αυτά τα στοιχεία και στη συνάρθρωση τους μορφοποιείται ο τρόπος σύνδεσης της εκμετάλλευσης με όλες τις αντιφάσεις της αναπαραγωγής των τάξεων (φύλο-οικογένεια, θρησκεία, φυλή, νεολαία-εκπαίδευση, ένταξη/αποκλεισμός) και τους παραγόμενους συνδυασμούς των αντιφάσεων αυτών.

Το τέλος του εργατικού κινήματος, δηλαδή το τέλος του ορίζοντα μιας κοινωνίας στην οποία όλοι θα είναι εργάτες, είναι επίσης στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Οι προλετάριοι και οι προλετάριες δεν έχουν ως ορίζοντα της δραστηριότητας τους την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα “τους”, άρα δεν έχουν ως σαφή ορίζοντα τους τη διαχείριση ενός “άλλου τύπου” Κράτους. Αυτή η απουσία είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί θέτει το πρόβλημα της επανάστασης με αρνητικούς όρους.  Όταν δεν υπάρχει ο ορίζοντας μιας κοινωνίας στην οποία όλοι θα είναι εργάτες, υπονομεύεται ταυτόχρονα και η επίλυση των αντιθέσεων τις οποίες “τακτοποιούσε” η ηγεμονία του κοινωνικού ρόλου του εργάτη. Οι πρώην δευτερεύουσες αντιθέσεις παράγονται στον κύκλο αυτό ως άλυτες αντιφάσεις, όλα είναι σε καθεστώς αμφισβήτησης όχι όμως ως προς την ιεραρχία τους, όπως συνέβαινε μέχρι τον προηγούμενο κύκλο, αλλά ως προς την ύπαρξη τους. Δεν τίθεται θέμα “ισότητας” πλέον, τίθεται θέμα κατάργησης των ρόλων και των ταυτοτήτων, δηλαδή, θέμα κατάργησης του προλεταριάτου. Αυτή η απουσία του ορίζοντα της κοινωνίας των εργατών και της κατάληψης της κρατικής εξουσίας, όμως, ενώ ορίζει το πρόβλημα (την κατάργηση όλων των κοινωνικών ρόλων) αρνητικά, και παράγει την ανάδυση των πρών δευτερουσών αντιφάσεων στην επιφάνεια της συγκυρίας, αδυνατεί να θέσει το ζήτημα της κατάργησης των κοινωνικών ρόλων με θετικό τρόπο. Ενώ απουσιάζει η κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τον ορίζοντα και τη δυναμική της συγκυρίας, δεν ηγεμονεύει η κατάργηση του ίδιου του Κράτους ως ορίζοντας, ένα στοιχείο αναγκαίο για την κατάργηση όλων των διαμεσολαβήσεων που συγκροτούν την ταξική κοινωνία.

Το αποτέλεσμα αυτής της αντιφατικής κατάστασης είναι η μεταβατική περίοδος, η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης που συντελείται από την αρχή του κύκλου του νεοφιλελεύθερου-χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού (από τη σκοπιά του κεφαλαίου), η μορφοποίηση της φάσης αυτής ως “εποχή των ταραχών” (από τη σκοπιά του προλεταριάτου). Ο ορίζοντας της κατάργησης του Κράτους, ως αναγκαίου κομμουνιστικού μέτρου, δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε επίπεδο πολιτικού προγράμματος και να διαδοθεί από μια “πεφωτισμένη ηγεσία” στις προλεταριακές μάζες (οι αναρχικές πολιτικές οργανώσεις που ευαγγελίζονται την κατάργηση του Κράτους ως πρόγραμμα επιβεβαιώνουν με αυτόν τον τρόπο την καθήλωση τους στον προηγούμενο κύκλο αγώνων). Κάθε πολιτικό πρόγραμμα, ακόμη και το πιο ριζοσπαστικό προυποθετει την ύπαρξη θεσμών διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων (ακόμη και “αμεσοδημοκρατικής” ή συμβουλιακής!) για την υλοποίηση του. Συνεπώς το Κράτος, μέσα σ’αυτό το θεωρητικό σύμπαν, για να καταργηθεί πρέπει πρώτα να κατακτηθεί, να υπάρξει μια μεταβατική περίοδος κατάργησης του (μια προοπτική που εξαντλείται στη συνεχή επίκληση της ανάστασης του νεκρού εργατικού κινήματος και της εργατικής δημοκρατίας που του αντιστοιχεί, εκεί είναι που συναντιούνται οι πολιτικές οργανώσεις όλου του “επαναστατικού” φάσματος).

Ο ορίζοντας της κατάργησης του Κράτους μπορεί να παραχθεί μόνο μέσα στη συνεχή ανανέωση των συνθηκών ύπαρξης των αγώνων που συναποτελούν την εποχή των ταραχών. Η ίδια η αναπαραγωγή του αγώνα, η ταύτιση της δραστηριότητας του αγώνα με το στόχο του, μόνο αυτή η δυναμική που έρχεται συνεχώς σε ρήξη με τον εαυτό της, που αμφισβητεί συνεχώς την καθήλωση στις όποιες “επιτυχίες” της, μπορεί στην ιστορική περίοδο που διανύουμε να είναι η παραγωγή της επανάστασης.

First we take Brussels

Δημοσιεύουμε ένα, ημερολογιακά περσινό αλλά καθ’ όλα επίκαιρο, κείμενο του συντρόφου lenorman (το οποίο έχει διακινηθεί ευρέως μέσω mail) σχετικά με την αντι-ΕΕ στάση της άκρας αριστεράς αλλά και κομματιών του αντιεξουσιαστικού χώρου.


 

 

First we take Brussels:

Η υποκατάσταση της κριτικής των εκμεταλλευτικών σχέσεων από την κριτική των διακρατικών κατανομών ισχύος

 

 

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, και κυρίως κατά τη διάρκεια των σφοδρών κοινωνικών αγώνων που συνόδευσαν τις κορυφώσεις της κρίσης, στη ρητορική αυτού του πολιτικού χώρου που σήμερα οριοθετείται ως «Αριστερά» στην ελλάδα απωθήθηκε κατά τρόπο συστηματικό ο ταξικός ανταγωνισμός ως καθοριστικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής γενικά, αλλά και της συγκυρίας ειδικότερα. Στον ΣΥΡΙΖΑ, και στον πολιτικό του περίγυρο, αυτή η απώθηση έγινε μέσα από μια πληθώρα πολιτικών και θεωρητικών καινοτομιών, η πιο δημοφιλής εκ των οποίων ήταν η αναδιατύπωση των θεωριών περί νεοφιλελευθερισμού στη βάση των εθνο-κρατικών ιδιαιτεροτήτων και των διαπεριφερειακών συνεργασιών ή αντιθέσεων, ώστε να τεκμηριωθεί η άποψη ότι το βασικό πρόβλημα σήμερα στην Ευρώπη είναι η κυριαρχία του «μερκελισμού», μιας εθνικά ιδιαίτερης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας η οποία αντανακλά και νομιμοποιεί την κυριαρχία της πανίσχυρης Γερμανίας και των συμμάχων ή δορυφόρων της επί των χωρών του Νότου. Πέραν του ΣΥΡΙΖΑ, μια ανάλογη επίπτωση είχε η χρήση, στην προμετωπίδα ενός πολιτικού προγράμματος διεξόδου από την κρίση, της παρότρυνσης (προς τον «λαό» ή προς το «εργατικό-λαϊκό κίνημα») να έρθει σε ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα σύνθημα το οποίο αναδείχθηκε σε μόνιμη επωδό όχι μόνο από το ΚΚΕ και τις σταλινογενείς ή πρώην μαοϊκές πολιτικές ομάδες, αλλά και από όλες σχεδόν τις τροτσκιστικές οργανώσεις, ενώ κατά το διάστημα της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ υπήρξε και μια σχετική πρωτοβουλία από συντρόφους και συντρόφισσες του αναρχικού χώρου.

Κάθε αρνητικό σύνθημα έχει ένα περιεχόμενο που προκύπτει αφενός από αυτό που λέει ότι αρνείται, και αφετέρου από αυτό που συνάγεται ως πρόταση του, από το αντίθετο στοιχείο εκείνου που αρνείται. Για παράδειγμα, όταν λέει κανείς ότι είναι «ενάντια στο κεφάλαιο», εννοεί ότι τάσσεται «υπέρ του κομμουνισμού», όπως κι αν τον εννοεί τον κομμουνισμό του. Το σύνθημα «ενάντια στη σχέση κεφάλαιο», όσο απογειωμένο κι αν μοιάζει, θέτει το ζήτημα όχι μόνο της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, αλλά και των διϋποκειμενικών σχέσεων που συνάπτονται κατά την κοινωνική παραγωγή της ζωής, κι αυτό γίνεται λίγο-πολύ σαφές σε όποιον/α το ακούει, ακόμα κι αν δεν είναι εξοικειωμένος/η με την ιδιόλεκτο του μαρξισμού. Όταν λέει κανείς ότι είναι ενάντια στο «τοκογλυφικό κεφάλαιο», στους «τραπεζίτες», τους «δανειστές», τους «κερδοσκόπους», και όχι ενάντια στο κεφάλαιο γενικά ως κοινωνική σχέση, τότε μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι είναι στην καλύτερη περίπτωση υπέρ μιας πιο κοινωνικά ευαίσθητης διαχείρισης του καπιταλισμού, και στη χειρότερη ότι είναι αντισημίτης φασίστας (γιατί πάντα στο συλλογικό φαντασιακό, ιδίως στην ελλάδα, η σκοτεινή φιγούρα του τοκογλύφου παραπέμπει σε εκείνη του Εβραίου με τη γαμψή μύτη). Όταν λέει, όμως, κανείς ότι πρέπει να ταχθούμε «ενάντια στην ΕΕ», τι εννοεί; Η ΕΕ είναι μια ένωση κρατών που αρχικά ήταν μόνο εμπορική και σήμερα είναι νομισματική και μέσα από την εξέλιξη της κρίσης δημόσιου χρέους μετατρέπεται σε δημοσιονομική ένωση. Συνεπώς το σύνθημα ενάντια στην ΕΕ, δεν μπορεί παρά να εννοεί ότι αυτοί που το εκφωνούν είναι υπέρ της διάλυσης της ΕΕ. Ωραία μέχρι εδώ. Να διαλυθεί η ΕΕ, ο ΠΟΕ, το ΔΝΤ, ο ΟΗΕ, η UNICEF (…) και όλοι οι οργανισμοί συντονισμού του διεθνοποιημένου πλέον κεφαλαίου, στάχτη και μπούλμπερη. Από εκεί και πέρα; Ευτυχώς, δεν είναι απαραίτητο να κάνουμε ούτε τολμηρές εικασίες ούτε περίτεχνες σημασιολογικές αναλύσεις, γιατί οι πολιτικές δυνάμεις που προσβλέπουν στη σύγκρουση με την ΕΕ δεν αφήνουν μόνο να εννοηθεί, αλλά συνήθως λένε και καθαρά ποιο είναι το θετικό στοιχείο που προκύπτει από αυτή τη διάλυση. Ο πραγματικός «τακτικός στόχος» περιγράφεται, αρκετά συχνά, χωρίς διφορούμενα: το θετικό στοιχείο γι’ αυτές τις δυνάμεις, συνήθως τουλάχιστον, είναι η συνέχιση της ύπαρξης του ελληνικού κράτους, ενός ελληνικού κράτους «ανεξάρτητου από τα δεσμά της ΕΕ», «εθνικά κυρίαρχου», με «δική του νομισματική πολιτική», και πάει λέγοντας.

Το ΚΚΕ συμπληρώνει την πρόταση για έξοδο από την ΕΕ με ένα κάλεσμα «για λαϊκή εξουσία», επαναλαμβάνοντας τη σταλινική φόρμουλα του σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα και με ένα μόνο κόμμα να οδηγεί την εργατική τάξη, τραβώντας την απ’ το μανίκι στον παράδεισο της εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στον πολιτικό της λόγο συνοδεύει το σύνθημα για «έξοδο από τη φυλακή του ευρώ και της ΕΕ» με μια σειρά από πολύ πιο αόριστες ευχές: «έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για ριζικές κοινωνικές αλλαγές», «θα μπει η εργατική τάξη στο τιμόνι», «θα σπάσει ο πιο αδύναμος κρίκος του ευρωπαϊκού καπιταλισμού» και ο κατάλογος χωράει πάρα πολλές κούφιες φράσεις ακόμα, γιατί ως γνωστόν οι ευχές είναι πάντοτε ανέξοδες, και οι πηχτές σάλτσες κάνουν το στυφό φαγητό της «εθνικής κυριαρχίας» κάπως νοστιμότερο για τα στομάχια που δεν είχαν συνηθίσει στη μεταπολιτευτική σταλινο-μαοϊκή δίαιτα. Πρέπει βέβαια να πούμε ότι αυτά τα στομάχια στην ελληνική αριστερά ήταν λίγα, και σήμερα είναι ακόμα λιγότερα. Η εγχώρια αριστερά στη συντριπτική της πλειοψηφία ήταν αντι-ιμπεριαλιστική, και διαπαιδαγωγήθηκε με τις περίφημες ταξινομήσεις περί κύριας και δευτερεύουσας αντίθεσης του Μάο, ή με τη θεωρία της «εξω-ελληνικής επέμβασης» του Ζαχαριάδη. Ο κύριος εχθρός για το προλεταριάτο εμφανιζόταν πάντα, και εμφανίζεται και σήμερα να είναι ο ιμπεριαλισμός, ως πολιτικό-στρατιωτικός μηχανισμός έξωθεν επιβολής, και όχι ο καπιταλισμός ως καθεστώς ταξικής εκμετάλλευσης. Τώρα πια, που όλες οι παλιές γραμμές πολιτικού διαχωρισμού τείνουν να εξαλειφθούν ολοσχερώς μέσα στο μεγάλο χωνευτήρι των αριστερών συνασπισμών ή συμπορεύσεων, η αριστερά[1] (χωρίς επιπλέον ουσιώδεις προσδιορισμούς αλλά με το άλφα κεφαλαίο) καλεί τον «λαό» να την ακολουθήσει στο φωτεινό μονοπάτι που οδηγεί στη μεταρρύθμιση του ελληνικού καπιταλισμού, με εθνικοποιήσεις μέσων παραγωγής ή έστω ακύρωση των δρομολογημένων ιδιωτικοποιήσεων ή τελικά μάλλον επιλεκτική αξιοποιήση της κρατικής περιουσίας, ανασυγκρότηση της εθνικής παραγωγής χωρίς αλλαγή των ίδιων των σχέσεων παραγωγής, κτλ., και σε μια κάποια φιλολαϊκή διαχείριση του κράτους, είτε άμεσα, μετά από την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας (ΣΥΡΙΖΑ) είτε έμμεσα, ασκώντας πίεση «από τα κάτω» σε μια κυβέρνηση της αριστεράς (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή τουλάχιστον, ένα σημαντικό της τμήμα).

Ακόμα και οι πιο τολμηροί από τους πανελίστες της αριστεράς δε μιλάνε, έτσι κι αλλιώς, για κατάργηση του κράτους, παρά μόνο με έναν πολύ θολό τρόπο, και την τοποθετούν πολύ «αργότερα», «προοπτικά», μετά από κάποιους αιώνες ίσως, και ούτε θέλουν να ακούσουν βέβαια για κατάργηση του χρήματος (άρα ακόμα κι όταν μιλάνε περί ρήξης με τον καπιταλισμό δεν το πολυ-εννοούν). Το ΚΚΕ, από τη δική του μεριά, ταυτίζει τη γη της επαγγελίας με το όραμα ενός ολοκληρωτικού κράτους-κόμματος. Η Συνέλευση Κομμουνιστών-Αναρχικών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην ΕΕ, αντίθετα, διευκρινίζει ότι ο στόχος της ρήξης με την ΕΕ είναι ένα τακτικό βήμα προς το στρατηγικό στόχο της κοινωνικής επανάστασης που θα ανοίξει τον δρόμο για την κατάργηση του κεφαλαίου και του κράτους. Πρόκειται αναμφίβολα για την πιο ριζοσπαστική εκδοχή του συνθήματος «ενάντια στην ΕΕ», αλλά κάτι τέτοιο θα είχε νόημα μονάχα υπό δύο όρους: α) αν η ΕΕ ήταν, όχι μια ένωση κρατών, αλλά ένα διευθυντήριο, ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός αυτονομημένος από τις εθνικές αστικές τάξεις, ο οποίος καθόριζε τις τύχες της ελληνικής κοινωνίας απέξω και αφ’ υψηλού, λεηλατώντας τους πόρους της, και β) αν υιοθετούσαμε υπόρρητα μια θεωρία σταδίων για την επανάσταση, και μάλιστα μια παραδοσιακή (λενινιστική) τέτοιου είδους θεωρία, η οποία εμφανίζει την επανάσταση όχι ως διαδικασία με τη δική της ιδιαίτερη ιστορική δυναμική, αλλά ως καρπό σχεδιασμού από πολιτικά επιτελεία, ικανά να εποπτεύουν το κοινωνικό τοπίο, όπως οι στρατηγοί τα παρατεταγμένα στρατεύματα στο πεδίο της μάχης, να προβλέπουν τις εξελίξεις, να προεξοφλούν μια ακολουθία απαιτούμενων βημάτων, και να διαπλάθουν σιγά-σιγά τη συνείδηση των αγωνιζόμενων «μαζών», πατώντας πάνω στις «αυταπάτες» τους. Τότε θα μπορούσαμε να καταφύγουμε σε μια συνταγή που χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές στο παρελθόν από τα κομμουνιστικά κόμματα: να ισχυριστούμε, δηλαδή, ότι η εγχώρια ταξική πάλη μεσολαβείται και παραμορφώνεται τόσο έντονα από την αντίθεση ανάμεσα στο εθνικό κράτος και το υπερεθνικό διευθυντήριο ώστε απαιτείται πρώτα ένας κάποιος εθνικο-απελευθερωτικός αγώνας ώστε μετά να τεθεί η ταξική πάλη στις πραγματικές της διαστάσεις. Μόνο έτσι, μόνο υπό τέτοιες αφετηριακές παραδοχές, ο στόχος της ρήξης με την ΕΕ θα μπορούσε να νοηθεί ως ένα τακτικό βήμα προς το στρατηγικό στόχο της επανάστασης

Είναι, όμως, σήμερα η ελλάδα μια κατεχόμενη χώρα, όπως ισχυρίζονται διάφοροι δημαγωγοί πολιτευτές της ψεκασμένης Δεξιάς, ή μια χώρα που ξεζουμίζεται από τους μερκελιστές των Βρυξελλών, όπως ωρύεται ενίοτε ο Τσίπρας; Μπορεί κανείς στα σοβαρά να ισχυριστεί ότι ο Σαμαράς, ο Δένδιας, ο Βενιζέλος, και όλο αυτό το σινάφι από πεπειραμένους εγχώριους τεχνικούς της εξουσίας είναι απλά μαριονέτες; Μπορεί κανείς να πάρει τοις μετρητοίς τις οιμωγές των συριζαίων βουλευτών περί κοινοβουλευτικών πραξικοπημάτων, ανά μήνα, ή ενίοτε ανά εβδομάδα; Μπορεί να γίνει, υπό αυτούς τους όρους, οποιαδήποτε σοβαρή κουβέντα για τις μεταβολές που υφίσταται το ίδιο το κράτος; Δεν συσκοτίζεται έτσι εντελώς η κρίση του κράτους; Δεν αποσοβείται κάθε διερώτηση για το πώς επιχειρείται να ξεπεραστεί η κρίση του, μέσα από την εμφάνιση στο προσκήνιο των ολοκληρωτικών χαρακτηριστικών του, των τάσεων ολοκληρωτικής κυριαρχίας που ενυπάρχουν στο ίδιο το «κανονικό» δημοκρατικό καπιταλιστικό κράτος; Ήταν μήπως κάποια απαίτηση εκείνων των εξωτικών τεράτων, που αποκαλούνται από τα ελληνικά ΜΜΕ και τους αριστερούς δημοσιολόγους «τροϊκανοί», η δημιουργία φυλακών «υψίστης ασφαλείας» ή οι αλλεπάλληλες επιστρατεύσεις απεργών; Εμμέσως, σε αυτές τις πιθανές ενστάσεις έρχεται να απαντήσει η ανάλυση περί περιφερειακών ανισοτήτων που διχάζουν τα κράτη της ΕΕ σε ισχυρά και ανίσχυρα, ηγετικά και χρεωκοπημένα, με όπλο το δημόσιο χρέος. Η ελλάδα δεν είναι ακριβώς υπό κατοχή, αλλά τέλος πάντων τελεί υπό ασφυκτικό υπερεθνικό έλεγχο.

Πράγματι, ο Γιαννάκης δεν είναι ακριβώς Γιάννης, αλλά και ο ένας και ο άλλος έχουν βαφτιστεί από τον ίδιο παπά. Γιατί είτε στην πιο ισχυρή εκδοχή της κατεχόμενης χώρας είτε στην πιο ασθενή της ελεγχόμενης, οι διακρατικές, και όχι οι κοινωνικές, αντιθέσεις είναι εκείνες που εκλαμβάνονται ως καθοριστικές για το νόημα της επαναστατικής δράσης. Ο αγώνας ενάντια στο υπάρχον περιορίζεται εντός του εύρους νοητών δυνατοτήτων που το κράτος ως μορφή οργάνωσης της κοινωνίας έχει θέσει. Είναι αγώνας μέσα στο υπάρχον. Αφήνει άθικτες τις διαστάσεις του και αναδέχεται τους διαχωρισμούς του. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, το «εμείς» που αγωνίζεται, ή καλείται να αγωνιστεί, είναι δεδομένο. Πρέπει απλά να αφυπνιστεί, όχι να επινοηθεί ή να αναδυθεί μέσα από την ίδια την εμπειρία του αγώνα. Είναι ο «λαός», η εργατική τάξη ως «λαός»: ένα υποκείμενο που δεν προκύπτει από τον πραγματικό ανταγωνισμό ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις, αλλά ενεργοποιείται υπό τη μορφή με την οποία έχει εγγραφεί στην ισχύουσα πολιτική διάταξη, ως σύνολο πολιτών ενός κράτους, άθροισμα αφηρημένων ανθρώπων που τους ενώνει η φαντασιακή ταύτιση ενάντια σε έναν εξωτερικό εχθρό, ενάντια σε δυνάμεις που πηγάζουν από εστίες πέραν ή υπεράνω των εθνικών συνόρων. Πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που μιλάμε για μια χώρα που ποτέ δεν ήταν αποικία, αλλά ανήκει αντίθετα στις λεγόμενες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες: ο αγώνας ενάντια στην κατοχή ή στον έλεγχό της από ξένες ή υπερεθνικές δυνάμεις δεν είναι αγώνας αποτίναξης ενός πολιτικού ζυγού, αλλά επιλογής ανάμεσα σε παραλλαγές του ίδιου πολιτικού ζυγού, επιλογής ανάμεσα σε διαφορετικές ενσαρκώσεις της μορφής-κράτος. Αν όντως είχαμε να κάνουμε με κατοχή, τότε μπορεί να ήταν αναγκαίο να επιλέξουμε ανάμεσα στις αντιτιθέμενες κρατικές οντότητες. Θα έπρεπε, όμως, να έχουμε καθαρή επίγνωση της αντίφασης ανάμεσα στην τακτική της απελευθέρωσης από τις δυνάμεις κατοχής και τη στρατηγική της κοινωνικής επανάστασης. Αν όντως έχουμε να κάνουμε με «έλεγχο» ή λεηλασία της χώρας, τότε η επιλογή ανάμεσα στο κράτος που τελεί υπό έλεγχο και το κράτος (εν προκειμένω: την ένωση κρατών) που ασκεί έλεγχο συνοδεύεται από ακόμα μεγαλύτερο κόστος. Η σχέση του τακτικού στόχου με το στρατηγικό στόχο τότε γίνεται αθεράπευτα αντιφατική: οι αντιτιθέμενοι όροι όχι μόνο δεν υπερβαίνονται σε μια νέα σύνθεση, όπως κάποτε επέμεναν οι κομματο-κρατικοί ταχυδακτυλουργοί του διαλεκτικού υλισμού, αλλά αποσυνδέονται τόσο πολύ που στο τέλος ο ένας γίνεται εμμονή και ο άλλος πρόσχημα.

Αν πρέπει πρώτα να αποδεσμευτεί το ελληνικό κράτος από την ΕΕ, χωρίς να αμφισβητηθεί το ίδιο ως τρόπος να σχετίζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους κατά τη διαχείριση των κοινών τους υποθέσεων, και ως άρθρωση μηχανισμών η οποία εγγυάται της αναπαραγωγή των εκμεταλλευτικών σχέσεων, τότε πώς είναι δυνατόν μετά να τεθεί το ίδιο υπό ριζική έμπρακτη κριτική; Αν χρειάζεται να οικοδομηθεί πρώτα ένα κίνημα, αρκετά πλατύ ώστε να περιλαμβάνει όλους όσοι συμφωνούν με τον τακτικό στόχο της ρήξης με την ΕΕ, ακόμα και αν κατά τα λοιπά εννοούν την κοινωνική επανάσταση ως ένα γραφειοκρατικό κομματικό έργο ή ως μια εικόνα ενός πολύ μακρινού μέλλοντος, με κοινό στόχο την αποκατάσταση του ελέγχου της κοινωνικής ζωής έτσι όπως αυτή οριοθετείται σε επίπεδο εθνικό, δηλαδή την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του έθνους-κράτους, τότε πώς είναι δυνατόν μετά αυτό το κίνημα να στραφεί ενάντια σε ό,τι το ίδιο πέτυχε, και να το εκθεμελιώσει; Ξέρουμε πια πολύ καλά πώς ακόμα και στη Βόρειο Ιρλανδία ή στη Χώρα των Βάσκων (εδάφη στα οποία ζουν πολιτισμικές κοινότητες που αυτοπροσδιορίζονται ως καταπιεσμένα έθνη χωρίς δικό τους κράτος) η σχέση ανάμεσα στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα και τον αγώνα για την κοινωνική επανάσταση εξελίχθηκε, μετά από μια ολόκληρη ιστορική πορεία εσωτερικών συγκρούσεων, σε μια σχέση υπαγωγής του δεύτερου στον πρώτο, έτσι που τελικά η σύγκρουση ανάμεσα σε τάξεις να γίνεται αφηρημένη επίκληση και ο αστικός εθνικισμός να κατοχυρώνεται στην πράξη ως μια αδιαφιλονίκητα κυρίαρχη ιδεολογία. Ξέρουμε, επίσης, πόσο ακριβά, την περίοδο όπου πράγματι η ελλάδα ήταν μια κατεχόμενη χώρα, πλήρωσε το κίνημα το οποίο συσπειρώθηκε κάτω από τη σημαία του ΕΑΜ αυτόν το διαχωρισμό τακτικών και στρατηγικών στόχων, όπου το «αποφασιστικό τακτικό βήμα», η «απελευθέρωση της ελλάδας» σήμαινε την ανασυγκρότηση του πολιτικού και στρατιωτικού μηχανισμού που τελικά κατέστειλε, με εκτελεστικά αποσπάσματα, την «ανταρσία». Αντί το προλεταριάτο να γίνει «ηγεμονική δύναμη» του έθνους, το τελευταίο ξαναστήθηκε στα πόδια του, ως έθνος-κράτος, και συνέτριψε το προλεταριάτο. Στην περίπτωση της σύγχρονης ελλάδας δε χρειάζεται καν να περιμένουμε να πέσει η αυλαία της ήττας για να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας: ο αγώνας ενάντια στην ΕΕ, όταν ιεραρχείται ως «αποφασιστικός τακτικός στόχος», ακυρώνει εκ των προτέρων κάθε αντικαπιταλιστικό και αντικρατικό πρόταγμα, το μετατρέπει σε δευτερεύον, του στερεί κάθε επικαιρότητα, κάθε πραγματική σημασία.

Μιλάμε, όμως, υποθετικά. Γιατί η αλήθεια είναι ότι σήμερα δεν τίθεται ούτε ζήτημα «κατοχής» ούτε ζήτημα «υπερεθνικού ελέγχου». Αυτό δείχνει η ίδια η δυναμική και η μορφολογία της ταξικής πάλης. Αν απόδειξαν κάτι οι αγώνες των τελευταίων χρόνων είναι ότι «η Ελλάδα» δεν είναι μια μονοιασμένη κοινότητα όπως θα ήθελαν οι φασίστες, αλλά ένας καπιταλιστικός σχηματισμός με μια ανειρήνευτη σύγκρουση στο εσωτερικό του, τη σύγκρουση ανάμεσα στα αφεντικά και τους προλετάριους και τις προλετάριες. «Η Ελλάδα» ως κοινωνική πραγματικότητα διαρθρώνεται γύρω από τη σχέση κεφάλαιο και την αντίφαση που χαρακτηρίζει αυτήν τη σχέση. «Η Ελλάδα» ως πολιτική επικράτεια δεν ανήκει στους έλληνες όπως διατείνεται η αρχαιοπρεπής πινακίδα έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αβγής ή όπως συχνά-πυκνά μας πληροφορούν, από τα τηλεοπτικά πάνελ, τα στελέχη της «κυβερνώσας αριστεράς». Όπως κάθε «χώρα», ανήκει στο κράτος και τους καπιταλιστές. Κανένα ευρωπαϊκό διευθυντήριο δεν υπαγόρευσε στις ελληνικές κυβερνήσεις τη στρατηγική της αντι-εξέγερσης μετά το Δεκέμβρη του 08. Κανένας γραφειοκράτης των Βρυξελλών δεν επέβαλε τα κρατικά πογκρόμ, υπό τον ευφημισμό «Ξένιος Δίας», κατά του τμήματος εκείνου της εργατικής τάξης που προορίζεται για την παραγωγή απόλυτης υπεραξίας, των μεταναστών. Κανένας Σόϊμπλε και καμιά Μέρκελ δεν ανάγκασε τα αφεντικά στην ελλάδα να κρατάνε απλήρωτους τους υπαλλήλους τους για μήνες. Καμιά ΕΕ δεν έσκαγε λεφτά στους εγχώριους Ναζί για να οργανώσουν έναν στρατό από μαντρόσκυλα του κεφαλαίου. Κάποιοι έλληνες εφοπλιστές το έκαναν αυτό. Αυτή ήταν και αυτή είναι «η Ελλάδα», ως θεσμική οντότητα: ένα στρατηγείο, με τα δικά του ιδιαίτερα λάβαρα, τη δική του ιδιαίτερη επικράτεια, τη δική του ιδιαίτερη διαδρομή στο χρόνο, για την οργάνωση του κεφαλαίου και την αποδιοργάνωση και καθυπόταξη του προλεταριάτου. Είτε ως κοινωνική πραγματικότητα, είτε ως πολιτική επικράτεια, είτε ως θεσμική οντότητα, «η Ελλάδα» είναι αναπόσπαστο τμήμα του κόσμου των αφεντικών. Γι’ αυτό, ως προλετάριες/οι, είμαστε ήδη εδώ, σε αυτήν τη χώρα, ξένες/οι, ακόμα και αν εμείς, σε αντίθεση με πολλά ταξικά μας αδέλφια, διαθέτουμε επίσημα έγγραφα που πιστοποιούν την ιθαγένειά μας.

Μήπως, όμως, ορίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την «Ελλάδα» γίνεται κατάχρηση της έννοιας της ταξικής πάλης, και επιδεικνύεται μια υπέρμετρη αδιαφορία για τη βαρύτητα των πολιτισμικών ή γεωπολιτικών παραμέτρων; Αν το θέμα μας δεν ήταν η κοινωνική επανάσταση ως «στρατηγικός στόχος» τότε θα ομολογούσαμε ότι, ναι, μάλλον μόλις διαπράξαμε αυτό το αμάρτημα. Επειδή, όμως, το θέμα μας είναι αυτό, και όχι κάτι άλλο, νομίζουμε ότι το ερώτημα πρέπει να αντιστραφεί, και να απευθυνθεί στους πρόμαχους της αντι-ΕΕ πολιτικής γραμμής: αυτή η γραμμή είναι που κατατείνει στην αδιαφορία για τη βαρύτητα της ταξικής πάλης, στην απώθηση του ταξικού ανταγωνισμού ως παραμέτρου που επίκαιρα διαμορφώνει την κοινωνική πραγματικότητα, καθώς και ως ενός πεδίου εμπειρίας επί του οποίου συγκροτούνται μορφές κοινωνικής συνείδησης, δοκιμάζονται συλλογικά εγχειρήματα, και νοηματοδοτούνται, σε πραγματικό χρόνο, οι προτεινόμενες κάθε φορά πολιτικές στρατηγικές, ακόμα και παρά τη θέληση ή τις ιδεολογικές καταβολές, προτιμήσεις και διακηρύξεις των υποκειμένων που εμπλέκονται στη χάραξή τους.

Στους υποθετικούς συλλογισμούς που χρησιμοποιήθηκαν παραπάνω, κατά την κριτική της πρώτης (πραγματολογικής) προϋπόθεσης, ώστε να έχει νόημα η σύνδεση του «τακτικού στόχου» της ρήξης με την ΕΕ με το «στρατηγικό στόχο» της ρήξης με το κεφάλαιο και το κράτος, προεικονίζεται ήδη και η κριτική της δεύτερης (θεωρητικής) προϋπόθεσης, ήτοι της υιοθέτησης υπόρρητα μιας θεωρίας σταδίων για την επανάσταση. Κάθε τέτοια θεωρία, ακριβώς επειδή παραβλέπει τη δυναμική της επανάστασης ως συμβάντος ή ως διαδικασίας συλλογικού πειραματισμού, αλλά και τη δυναμική της ταξικής πάλης ως πεδίου όπου η δυνατότητα της επανάστασης αποκτά την πραγματικότητά της, είναι μια θεωρία αναβολής της επανάστασης ή αποτροπής της εμβάθυνσής της. Ακυρώνει τη σημασία της ίδιας της εμπειρίας της εξέγερσης ενάντια στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις και της οικοδόμησης άλλων διϋποκειμενικών σχέσεων, ενώ αντίθετα εξιδανικεύει τον εξ αποστάσεως σχεδιασμό τακτικών βημάτων, ο οποίος είναι καταδικασμένος να εκλαμβάνει αφετηριακά τις ισχύουσες κοινωνικές σχέσεις ως πολύ πιο ανθεκτικές απ’ ό,τι πράγματι είναι (γιατί ένας καλός τακτικιστής αυτές τις σχέσεις οφείλει πάντοτε να θέτει ως δεδομένες αρχικές του συνθήκες) και τις ισχύουσες μορφές κοινωνικής συνείδησης ως πολύ πιο εύπλαστες απ’ ό,τι πράγματι είναι (γιατί αυτές τις μορφές πάντοτε οφείλει να θέτει ως πρώτη ύλη για τα πολιτικά «ζυμώματά» του). Οι σοσιαλδημοκρατικές θεωρίες σταδίων, είτε στην παλιά, τύπου SPD, είτε στη τωρινή τους εκδοχή, τύπου ΣΥΡΙΖΑ, δίνουν κάπως παραπάνω έμφαση στη σταθερότητα των κοινωνικών σχέσεων: οι κοινωνικές αλλαγές γίνονται μέσα από διαδοχικές επιμέρους τροποποιήσεις που δε θίγουν την κοινωνική κανονικότητα. Οι λενινιστικές αντίστοιχες θεωρίες, στην πλαστικότητα των μορφών συνείδησης: οι κοινωνικές αλλαγές γίνονται από επιτελεία που κατορθώνουν να ασκήσουν την ηγεμονία τους στα μυαλά του αγωνιζόμενου πλήθους. Αμφότερες, όμως, βασίζονται στην παραδοχή ότι οι αγώνες ενάντια στο υπάρχον δεν είναι καθ’ εαυτοί ιστορικά παραγωγικοί, ότι η ιστορία, σε τελευταία ανάλυση, παράγεται μέσα από τη δράση πολιτικών οντοτήτων εξωτερικών προς, ή αποσπάσιμων από, την εμπειρία της ταξικής σύγκρουσης, οντοτήτων που βρίσκονται στα παρασκήνια ως υποκινητές ή σε υπέργειες καθέδρες ως μαέστροι, αποδέκτες μηνυμάτων, εκφραστές των διαθέσεων της βάσης, εγγυητές της ταυτότητας και της συνοχής των υποκειμένων που αγωνίζονται – μέσα από τη δράση, για να το διατυπώσουμε πιο συγκεκριμένα, κομμάτων και κρατών.

Με την υιοθέτηση του συνθήματος «ενάντια στην ΕΕ» αυτό που επί της ουσίας προτείνεται είναι να δράσουμε συντεταγμένα και από τα κάτω ώστε να ακολουθήσει το ελληνικό κράτος μια άλλη πολιτική από αυτήν που ακολουθεί σήμερα. Τον μόνο δρώντα παράγοντα της ταξικής πάλης που ευνοεί ο «τακτικός στόχος» ενάντια στην ΕΕ είναι το ελληνικό κράτος. Η τακτική αυτή στόχευση, προσωποποιώντας τη σχέση κεφάλαιο σε μια εξω-ελληνική οντότητα, η οποία μάλιστα υποτίθεται πως βρίσκεται και μέσα (χάρη στους ντόπιους τοποτηρητές της) και έξω από «τη χώρα», μακράν από το να διανοίγει χώρο για τον πολλαπλασιασμό και τη ριζοσπαστικοποίηση των μορφών ανεξάρτητης προλεταριακής δράσης ενάντια στην αναδιάρθρωση, απαιτεί πολιτικές και κοινωνικές «συμπορεύσεις» που αποδίδουν στην προλεταριακή αντίσταση το ίδιο κοινωνικό περιεχόμενο με αυτό της αντίστασης των μικροαστών και τη διοχετεύουν πολιτικά μέσα στο εύκολα χειραγωγήσιμο από το κράτος κανάλι της (δεξιάς ή αριστερής) «εθνικής αντίστασης». Από αυτήν τη σκοπιά, μπορούμε ήδη να αναγνωρίσουμε πόσο οξυδερκής είναι ο συλλογικός νους του κεφαλαίου, και πόσο έμπειρο το συλλογικό του σώμα, βλέποντας τι μεσοπρόθεσμες συνέπειες είχε το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος, το οποίο είχε απόλυτη πρωτοβουλία κινήσεων, επέλεξε να ξεκινήσει τη δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης, που απαιτούσε η ανατιμολόγηση κινδύνου του δημόσιου χρέους του από το διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, σε ανοιχτή συνεργασία με τον διεθνή παράγοντα, ενώ τα ελεγχόμενα από το ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο ΜΜΕ διόγκωναν συνεχώς το ρόλο των δανειστών, εικονογραφώντας τους ως εμμονικούς και παράλογους ενορχηστρωτές μιας εκδικητικής επίθεσης ενάντια στον «ελληνικό λαό». Το ελληνικό κράτος ξεπέρασε την κρίση στην οποία βρέθηκε κατά την περίοδο 2010-2012 ενσωματώνοντας την «εθνική αντίσταση» στους Ευρωπαίους εταίρους, επωμιζόμενο το καθήκον της σκληρής «εθνικής διαπραγμάτευσης» μαζί τους, ως εκφραστής της λαϊκής δυσαρέσκειας: μια «κυβέρνηση της αριστεράς» θα συνεχίσει αυτό ακριβώς το έργο, που και σήμερα παίζεται με πρωταγωνιστές τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο. Το ελληνικό κεφάλαιο, όμως, έχει ήδη καταφέρει να εφαρμόσει, σχεδόν στο σύνολό της, την ατζέντα «μεταρρυθμίσεων» που ο ΣΕΒ ζητούσε εδώ και χρόνια.

Παρά τις αντιγερμανικές ιαχές του Τράγκα, ή ακόμα και τα οργίλα ξεσπάσματα του Πρετεντέρη ενάντια στους ξεροκέφαλους γραφειοκράτες των Βρυξελλών και της Ουάσινγκτον, είναι βέβαια κάπως δύσκολο να αιτιολογηθεί γιατί ο Τόμσεν και ο Φούχτελ δεν άγγιξαν ορισμένες από τις πιο χτυπητές ιδιαιτερότητες του ελληνικού καπιταλισμού. Το ότι οι εφοπλιστές ακόμα πρακτικά απαλλάσσονται από κάθε φορολογία, το ότι το ελληνικό κράτος ακόμα καταβάλλει τους μισθούς των παπάδων, ή το ότι συντηρεί ακόμα μια τεράστια, συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, στρατιωτική γραφειοκρατία, όλα αυτά μοιάζουν ανεξήγητα αν καταπιούμε αμάσητη τη θεωρία περί φανατικών νεοφιλελεύθερων τεχνοκρατών που έρχονται έξωθεν να επιβάλλουν τις συνταγές τους ανεξάρτητα από τις εγχώριες τοπικές συνθήκες. Αντίθετα, μοιάζουν πολύ λογικά αν σκεφτούμε ότι τα μνημόνια όντως συντάχθηκαν με βάση τις τοπικές ιδιαιτερότητες, κατά τρόπο ώστε να μπορούν οι συγκεκριμένες διακρατικές συμφωνίες να αποβούν αποτελεσματικά πολιτικά μέσα δρομολόγησης μιας ελεγχόμενης εκκαθάρισης και καταστροφής κεφαλαίου, με τους λιγότερους δυνατούς τριγμούς για την αστική ταξική πολιτική κυριαρχία και με τις καλύτερες προϋποθέσεις ώστε να ξαναστηθεί ένα λειτουργικό μακροπρόθεσμα ταξικό μπλοκ εξουσίας υπό την ηγεμονία του ελληνικού μεγάλου κεφαλαίου. Η Μέρκελ μαζί με τον Παπανδρέου, τον Παπαδήμο, τον Βενιζέλο και τον Σαμαρά έσωσαν τον ελληνικό καπιταλισμό, κι έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, υπό τις διαθέσιμες επιλογές, για να αποκατασταθεί η κερδοφορία των καπιταλιστών. Έπρεπε, όμως, το «έθνος» (που ενοποιεί τις πληττόμενες κοινωνικές κατηγορίες) να αναπαρασταθεί ως αντιστεκόμενο στην «τρόικα» (που προσωποποιεί τον εχθρό ως ξένο) ακριβώς για να μην πάρει η αντίσταση στην αναδιάρθρωση μια πιο ανεξέλεγκτη μορφή σύγκρουσης των τάξεων μέσα στην ελλάδα από αυτήν που έλαβε χώρα.

Ο διάχυτος μικροαστικός ευρωσκεπτικισμός, του στυλ «οι Γερμανοί, μαζί με τα ντόπια λαμόγια, μας παίρνουν την πατρίδα μας», αποτέλεσε ένα πρώτης τάξεως συμπλήρωμα, και κατά κανέναν τρόπο μια αντίρροπη δύναμη, στον ευρωπαϊσμό των μεγαλοαστών. Δεν ήταν προϊόν μιας κάποιας ραδιουργίας από πλευράς της ελληνικής αστικής τάξης και του πολιτικού προσωπικού της, αν και αξιοποιήθηκε αρκούντως ως βολικός εχθρός και κατά βάθος φίλος. Το σκιάχτρο που στήθηκε στη θέση του πραγματικού ταξικού αντιπάλου έχει τις δικές του ρίζες στα «μικρομεσαία» και πληβειακά διαζώματα της κοινωνίας. Η δυναμική του εξηγείται από την αποσταθεροποίηση, ή και εξάλειψη, πολλών απ’ τις μορφές αναπαραγωγής των μικροαστικών στρωμάτων. Η διεισδυτικότητά του, όμως, δεν οφείλεται μόνο σε κάποιες ιδιαιτερότητες του ελληνικού καπιταλισμού, όπως η μεγάλη διάδοση της μικρής ιδιοκτησίας, η ευρύτητα και η εσωτερική πολυμορφία της μικροαστικής τάξης, αλλά και η εμπέδωση μιας ποικιλίας μικροαστικών κοινωνικών χαρακτηριστικών σε ένα ευρύ τμήμα της εγχώριας εργατικής τάξης, κάτι που ασφαλώς συνεπάγεται και αντίστοιχα ιδεολογικά αντανακλαστικά. Ενισχύθηκε πολύ, επίσης, και από την αποσύνθεση της εργατικής ταυτότητας, ως αποτέλεσμα της προηγούμενης αναδιάρθρωσης των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Αυτή η τελευταία, που συνήθως περιγράφεται ως «νεοφιλελευθερισμός», στην ελλάδα συντελέστηκε με ιδιαίτερη ένταση από τη δεκαετία του ’90 και μετά, περίοδο κατά την οποία άλλαξε η τεχνική και πολιτική σύνθεση του προλεταριάτου, άρχισαν να εξατομικεύονται οι όροι πώλησης της εργασιακής δύναμης, εξαπλώθηκε η αίσθηση του κατακερματισμού, της προσωρινότητας, της επισφάλειας, και η ίδια η προλεταριακή συνθήκη μετατράπηκε σε ταμπού, σε μια απαξιωτική υποκειμενική κατάσταση, που σε αντίθεση με το παρελθόν δε σήμαινε πια μια αφόρητη αντίφαση ανάμεσα στη δημιουργικότητα της ζωντανής εργασίας και την καθυπόταξή της από το κεφάλαιο, αλλά μια κατάπτωση ή καθήλωση στον αόρατο πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας, εκεί όπου συνωστίζονται οι losers της ιστορίας. Η αντικατάσταση της φιγούρας του εκμεταλλευτή από εκείνη του «προδότη πολιτικού» έχει ένα κοινωνικό βάθος αρκετά σοβαρό για να τη θεωρήσουμε μια ασήμαντη, πρόσκαιρη εκδήλωση της ακατέργαστης «λαϊκής οργής».

Δεν υπήρξε, ούτε μπορεί να υπάρξει, άλλου είδους ευρωσκεπτικισμός με μαζική απήχηση πέρα από αυτήν την ανανεωμένη παραλλαγή εκδικητικού εθνικισμού που εξέφρασαν οι αγχόνες και οι μούντζες το 2011 στην πλατεία Συντάγματος. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για την ελλάδα. Πουθενά στην Ευρώπη, σήμερα, δεν εμφανίζεται μια εκδοχή ευρωσκεπτικισμού γειωμένη σε κάποια εμπειρία εργατικών κινητοποιήσεων, όπως ως έναν βαθμό είχε συμβεί μια δεκαετία πριν στην περίπτωση του γαλλικού δημοψηφίσματος για το ευρωσύνταγμα. Πουθενά, η κριτική στους στρυφνούς γραφειοκράτες των Βρυξελλών δεν διευκολύνει, ούτε βέβαια πυροδοτεί, καμιά συνάντηση στο δρόμο τμημάτων του προλεταριάτου. Μεσούσης της κρίσης, η εναντίωση στην ΕΕ, όποτε αρθρώνεται με μαζικούς όρους, αρθρώνεται εις βάρος της δυναμικής της ταξικής αντιπαράθεσης, μετατοπίζοντας την έμφαση από την ανταγωνιστική εμπειρία των δρόμων στην ταξικά συμφιλιωτική εμπειρία της συζήτησης εναλλακτικών λύσεων ενώπιον ενός εθνικού ακροατηρίου, και προσλαμβάνει το χαρακτήρα μιας επιθετικής υπεράσπισης του έθνους-κράτους και των παραδόσεων που συνδέονται με αυτό. Η θορυβώδης δημόσια διερώτηση περί των διακρατικών σχέσεων εντός της ΕΕ, και περί της δικαιοδοσίας των τεχνοκρατών της ΕΕ, είναι σήμερα αποκλειστική υπόθεση των μικροαστικών τάξεων της Ευρώπης που θίγονται από την αναδιάρθρωση, ή σύμπτωμα της ηγεμονίας αυτών των τάξεων σε εξατομικευμένα τμήματα του προλεταριάτου. Και δικαιολογημένα: κανονικά δε θα έπρεπε καν να μπαίνει κανείς στον κόπο να εξηγεί ότι η αξίωση για «ανεξαρτησία από τις Βρυξέλλες», δηλαδή για την επιστροφή σε ένα εθνικό κράτος επιδιαιτητή των ταξικών διαφορών και προστάτη του μεσαίου κεφαλαίου, των μικροϊδιοκτητών, άντε και της εργατικής αριστοκρατίας, από τους κλυδωνισμούς της καπιταλιστικής αγοράς, επιφυλάσσει για το προλεταριάτο, εν μέσω μιας τέτοιας εκτεταμένης και επιθετικής αναδόμησης των κοινωνικών σχέσεων από το κεφάλαιο, κάτι έστω και ελάχιστα καλύτερο από τη σημερινή κόλαση. Η ίδια η ιδέα ότι η αλλαγή νομίσματος ή η αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων μιας χώρας μπορεί να ανοίξει το δρόμο σε μια επάνοδο στην «κοινωνική ευημερία» ή να πυροδοτήσει κοινωνικές αλλαγές είναι τυπικά μικροαστική, και μάλιστα ανήκει σε εκείνο το υποσύνολο της μικροαστικής ιδεολογίας που απαρτίζεται από τις περισσότερο αφελείς και λιγότερο επεξεργασμένες προσαρμογές της αστικής ιδεολογίας στις προσδοκίες της μικροαστικής τάξης.

Για να υπάρξει «αριστερός ευρωσκεπτικισμός», και για να οριοθετηθεί ξεκάθαρα από τον εθνικισμό, θα έπρεπε να συνοδευτεί από μια τόσο ριζική κριτική στις ιδεολογικές προϋποθέσεις του διάχυτου μικροαστικού ευρωσκεπτικισμού, που στο τέλος δε θα είχε νόημα να αποκαλείται καν «ευρωσκεπτικισμός», γιατί θα ήταν μια κριτική στην ευρωπαϊκή (δηλαδή και την ελληνική) κοινωνική πραγματικότητα, η οποία βρίσκεται σήμερα σε κρίση, και όχι σε έναν διακρατικό μηχανισμό, που διαχειρίζεται αυτήν την κρίση. Η αντι-ΕΕ ρητορική της αριστεράς, ακόμα και στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές της, επισκιάζεται αντικειμενικά από τη μόνη σήμερα δυνατή και διαθέσιμη, με μαζικούς όρους, μορφή ευρωσκεπτικισμού, και χρωματίζεται από τους δικούς του ιδιαίτερους τόνους, όσες συμπληρωματικές δόσεις αφηρημένου αντικαπιταλισμού κι αν επιστρατεύει. Δε θέλουμε με αυτό να πούμε ότι όσοι την υιοθετούν αποβλέπουν συνειδητά σε συμμαχίες με τους μικροαστούς. Αν και κάποιοι, όπως λ.χ. η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πότε-πότε το κάνουν αυτό και το λένε και ανοιχτά[2], σίγουρα θα ήταν συκοφαντικό να ισχυριζόμασταν κάτι τέτοιο για όλες τις συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, καθώς και για τους συντρόφους και τις συντρόφισσες της Συνέλευσης Κομμουνιστών-Αναρχικών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην ΕΕ. Θέλουμε, όμως, να επιμείνουμε στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη ρητορική, στο πραγματικό έδαφος του ταξικού ανταγωνισμού, και παρά τους διαφορετικούς ιδεολογικούς επιτονισμούς που προσλαμβάνει στις χρήσεις της από διαφορετικές πολιτικές ομάδες, μέτωπα ή κόμματα, μεγεθύνοντας τη σημασία των κατανομών ισχύος μεταξύ κρατών και βάζοντας εντός παρενθέσεως τις κοινωνικές αντιθέσεις καταλήγει να διασταυρώνεται με τον μικροαστικό ευρωσκεπτικισμό, να βρίσκει το επίκαιρο νόημά της σε συνάφεια με αυτόν, και να λειτουργεί μάλλον νομιμοποιητικά προς την αστική ταξική κυριαρχία, αντί να την προβληματοποιεί.

Εδώ φτάνουμε και σε έναν άλλο, ίσως τον πιο κρίσιμο, κόμπο του νήματος. Μία επιπλέον συνέπεια της πολιτικής λογικής που εστιάζει στην κυριαρχία της γραφειοκρατίας της ΕΕ και αφήνει σε δεύτερο πλάνο την κυριαρχία των ελλήνων καπιταλιστών είναι ότι συσκοτίζει τις πραγματικές αντιθέσεις όχι μόνο στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και στο εσωτερικό του ίδιου του προλεταριάτου, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται ως κοινωνική δύναμη μέσα στην εμπειρία των αγώνων της συγκυρίας. Η αντίθεση λ.χ. ανάμεσα στο επισφαλές τμήμα του προλεταριάτου και στο τμήμα του εκείνο που μέχρι πρότινος μπορούσε να πουλήσει την εργασιακή του δύναμη υπό σχετικά ευνοϊκούς, σταθερούς και θεσμικά κατοχυρωμένους, όρους διαπραγμάτευσης φάνηκε να είναι πολύ πιο σοβαρή απ’ ό,τι μια αντίθεση ανάμεσα σε δύο τμήματα του ίδιου σώματος τα οποία διαφέρουν μονάχα από την άποψη του βαθμού οργάνωσής τους (και άρα, το ένα, το πιο οργανωμένο, αρκεί να πάρει υπό τη δική του σκέπη το άλλο). Οι κατακτήσεις του ελληνικού οργανωμένου εργατικού κινήματος, κατά την προηγούμενη περίοδο, είχαν αναγνωριστεί από το κράτος ως δικαιώματα των ελλήνων εργαζομένων με τίμημα όχι μόνο την κοινωνική ειρήνη, αλλά και τη σιωπή τόσο για τις κερδοφόρες βαλκανικές εξορμήσεις του ελληνικού κεφαλαίου όσο και για τον αχανή ωκεανό από «μαύρους» και «αόρατους» ευέλικτους εξατομικευμένους προλετάριους, μετανάστες και έλληνες, οι οποίοι πούλαγαν σχεδόν αδιαπραγμάτευτα το τομάρι τους, στις παρυφές ή τις σκοτεινές ενδότερες ζώνες της επίσημης αγοράς εργασίας, για να διατηρεί η ελληνική οικονομία ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους επί δεκατέσσερα συναπτά έτη (από το 1994 ως το 2007). Αυτό δε συνιστά μονάχα μια αντικειμενική συνθήκη που διευκόλυνε την επίθεση των αφεντικών, ενισχύοντας τη δραστικότητα της προπαγάνδας περί «ρετιρέ» και «συντεχνιών». Αποτελεί επίσης και ένα σημαντικό στοιχείο στην ίδια τη δυναμική της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, αφού χάρη σε αυτόν τον διχασμό παράχθηκε, ραγδαία και απρόσκοπτα, μια μάζα αναλώσιμου πλεονάζοντος ανθρώπινου δυναμικού, αυτήν τη φορά εντός, και όχι εκτός, του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Καταδεικνύει πώς και γιατί στην ελληνική κοινωνία η κρίση του κεφαλαίου εμφανίζεται και ως κρίση της εργασίας, πώς και γιατί σήμερα το προλεταριάτο προσκρούει στα όρια του ίδιου του εαυτού του, της υπόστασής του ως ενός πόλου του κεφαλαίου.

Ένα από αυτά τα όρια, και ίσως το σημαντικότερο, προκύπτει από το ότι για να αποτελεί μια δεξαμενή διαθέσιμης προς εκμετάλλευση εργασιακής δύναμης, το προλεταριάτο πρέπει να συγκροτείται ως ελέγξιμος από το κράτος πληθυσμός, και πιο συγκεκριμένα, ως ένα εθνικοποιημένο, ομογενοποιημένο και οριοθετημένο στη βάση μιας φαντασιακής κοινής καταγωγής και κοινού προορισμού, κοινωνικό σώμα. Η τωρινή κρίση του έθνους-κράτους, έτσι όπως εκφράζεται, ακόμα και εδαφικά, μέσα από την εκ νέου διευθέτηση των κρατικών λειτουργιών και μηχανισμών ώστε να μπορεί να χαραχθεί, και να υλοποιηθεί αποτελεσματικά, πολιτικός σχεδιασμός είτε σε υπερεθνική κλίμακα είτε σε επίπεδο υπο-εθνικό και δια-τοπικό, δεν αναιρεί αυτήν την προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης. Τη μετατρέπει μεν σε μια εκρηκτική αντίφαση, αλλά το κεφάλαιο, όταν πια έχει συντελεστεί η πραγματική υπαγωγή της ζωντανής εργασίας σε αυτό, τρέφεται από εκρηκτικές αντιφάσεις και μεταστοιχειώνει τα δικά του όρια σε φραγμούς που μπορούν να ξεπεραστούν. Η παρανομοποίηση των μεταναστών, μέσα από έναν πόλεμο των συνόρων που καταλήγει να εγκαθιδρύει συνοριακούς ελέγχους παντού, σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό, και η ελεγχόμενη εθνικοποίησή τους, μέσα από επιλεκτικές νομιμοποιήσεις, μας παρέχει ένα αρκετά καλό παράδειγμα για το πώς μια εκρηκτική συνθήκη μπορεί να βρει τη θέση της στην κοινωνική κανονικότητα: το μη-εθνικοποιημένο ή και απο-εθνικοποιημένο προλεταριάτο γίνεται εκμεταλλεύσιμο στο μέτρο που παραμένει πολιτικά αόρατο και λειτουργεί ως σκοτεινός, βουβός πυθμένας του εθνικοποιημένου προλεταριάτου ή ως η μη-ακόμα-εθνικοποιημένη σκιά του. Ακόμα κι αν σήμερα είναι ίσως δύσκολο να το φανταστούμε αυτό ως μια κατάσταση μακροπρόθεσμα βιώσιμη, δεν παύει να είναι κάτι το διαχειρίσιμο μέρα με την ημέρα, να παράγει ένα πλήθος από καθημερινές πρακτικές, να διαπλάθει υποκειμενικότητες, και να σημαδεύει άλλες τόσες, να εντάσσεται στο φόντο της κοινής ζωής, ως μια από τις ανομολόγητες, αλλά δεδομένες, λεπτομέρειές της. Όσο τίποτα δεν διακόπτει την κανονική ροή των πραγμάτων, όσο δεν μεσολαβεί κάποια άρνηση ή εναντίωση, ακόμα και η πιο κατάφωρη βαρβαρότητα, άπαξ και ενσωματωθεί ως ένα στοιχείο της καθημερινής κοινωνικής αναπαραγωγής, μοιάζει φυσιολογική.

Στον κύκλο αγώνων της συγκυρίας που τώρα φαίνεται να κλείνει, αυτή η εθνικοποιημένη προλεταριακή υπόσταση ήταν που αποδείχθηκε περισσότερο ευάλωτη στην επίθεση του κεφαλαίου, αλλά και ένα από τα ισχυρότερα προσκόμματα στον πολλαπλασιασμό και στην εμβάθυνση των συναντήσεων στο δρόμο των αγωνιζόμενων τμημάτων του προλεταριάτου. Το πρόβλημα όντως δεν ήταν ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε». Ήταν όμως ότι υπήρχε για πολλά χρόνια ένα «όλοι μαζί», ελληνικά αφεντικά και ένα διόλου αμελητέο τμήμα ελλήνων εργατών, μια σχέση ομαλής κοινωνικής συμβίωσης που είχε ως αναγκαίο συμπλήρωμά της τη μη αναπαραστήσιμη, ή οριακά μόνο αναπαραστήσιμη, πολιτικά αθλιότητα των επισφαλών ελλήνων και μη-ελλήνων εργατών. Γι’ αυτόν το λόγο, ο αγώνας που διεξάγεται έξω από την ΑΣΟΕΕ είναι πολύ πιο κρίσιμος, για μια εξέλιξη της ταξικής πάλης πέρα από το διαφαινόμενο σήμερα τέλμα, απ’ ό,τι τα εθνικά μέτωπα σωτηρίας της ΔΕΗ που επιχείρησε πριν κάποιο καιρό να οργανώσει ο Τσίπρας, καλώντας εθνικιστές αστούς πολιτικούς να βαδίσουν μαζί με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία.

Η δέσμη επίκαιρων πολιτικών ερωτημάτων που τώρα χρειάζεται να θέσουμε, αντί να κολακεύει τη διάχυτη νοσταλγία για την απολεσθείσα κοινωνική ισορροπία της δεκαετίας του ’80 και του ’90, ή τις τάσεις εντός του προλεταριάτου προς μια καθήλωση στην εθνικοποιημένη υπόστασή του, και μια απεγνωσμένη υπεράσπισή της ενάντια σε «εξω-ελληνικές επεμβάσεις» (τάσεις που στην ακραία εκδοχή τους εκβάλλουν στον φασισμό), οφείλει να θεματοποιήσει τη δυνατότητα αυτό-αναίρεσης του προλεταριάτου ως μια πραγματική δυνατότητα, η οποία αναδείχθηκε ως τέτοια στις εξεγέρσεις της περιόδου (στην ελλάδα, τον Δεκέμβρη του 08), και εξακολουθεί να διακυβεύεται στις εσωτερικές τριβές, συγκρούσεις και διχασμούς που χαρακτηρίζουν τους τωρινούς, οσοδήποτε σποραδικούς, εργατικούς αγώνες. Είναι εκεί, σε αυτές τις γκρίζες μεθοριακές ζώνες, που ένα άλλο «όλοι μαζί», η ενοποίηση του προλεταριάτου ως ανθρωπότητα και η αναίρεσή του μέσα σε μια αναδυόμενη κοινότητα των ανθρώπινων όντων, μπορεί να αναφανεί ως βάθος στον ορίζοντα, μέσα απ’ τις ρωγμές του παρόντος.

Από το 2007 και μετά, άνοιξαν πολλές τέτοιες ρωγμές. Στη σημερινή συγκυρία, αυτό που κυρίως τίθεται είναι αν θα κλείσουν εντελώς, καθώς προχωράει η αναδιάρθρωση, ή αν θα κρατήσουμε μια κάποια σχέση συνέχειας, στον άξονα του χρόνου, ανάμεσα στις εμπειρίες αμφισβήτησης του υπάρχοντος, αν θα διατηρήσουμε ζωντανή και ανοιχτή μια μη-κρατική δημόσια σφαίρα, εντός της οποίας η θεωρητική επαναστατική κριτική τροφοδοτείται από και δοκιμάζεται σε έμπρακτες αρνήσεις του κόσμου του κεφαλαίου που βυθίζεται στη βαρβαρότητα τραβώντας μας μαζί του: άλλες, όχι «εναλλακτικές», άλλες διϋποκειμενικές σχέσεις, πολυεθνικές προλεταριακές κοινότητες αγώνα, αντιδομές, μαχητικές διεκδικήσεις, συλλογικές πρακτικές ανυπακοής και εναντίωσης. Πρόκειται για μια πολιτική και οργανωτική δουλειά πολύ πιο πειραματική, συντηρητική (με την τεχνική έννοια της λέξης), αναστοχαστική και υπομονετική από αυτήν που πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες πιστεύουν ακόμα ότι αναλογεί στον επαναστατικό/ανταγωνιστικό χώρο. Δεν περιλαμβάνει, ούτε υπόσχεται, μεγαλεπήβολες πολιτικές συμπορεύσεις, αρραγή κοινωνικά μέτωπα, επαναστατικά κόμματα, πειθαρχημένους στρατούς, επινοητικούς στρατηλάτες μυημένους στα μυστικά της ηγεμονίας και των έξυπνων τακτικών συμμαχιών, ηρωικά υποκείμενα-στρατιώτες που ανεμίζουν περήφανα σημαίες και δεν κάνουν ούτε βήμα πίσω. Όλες αυτές οι κάπως φαρσικές εκδραματίσεις και παλινδρομήσεις στα μεσουρανήματα του ιστορικού εργατικού κινήματος ανήκουν σε έναν κόσμο που χάθηκε, και από πολλές απόψεις άξιζε να χαθεί.

Η αντι-ΕΕ ρητορική, ακόμα και στην καλύτερη εκδοχή της, παραπέμπει σε κάποιες από τις χειρότερες, περισσότερο κρατικιστικές, πλευρές αυτού του παρελθόντος. Αν παλιότερα ήταν απαραίτητο αξεσουάρ μιας πολιτικής προσανατολισμένης στην προώθηση των γεωστρατηγικών κρατικών συμφερόντων της ΕΣΣΔ (όπως ήταν η πολιτική του ΚΚΕ), σήμερα είναι μάλλον ένα σύμπτωμα προσαρμογής στην πραγματικότητα του εθνικοποιημένου προλεταριάτου που, έχοντας χάσει τη δική του ιστορική ταυτότητα ως προλεταριάτο, δανείζεται τη φωνή των δεξιών γειτόνων του, του ελληνικού μικροαστισμού, για να ζητήσει από το κράτος να το σώσει. Μολονότι δεν έχουμε να αντιπαραβάλλουμε σε αυτήν την τάση προσαρμογής τίποτα παραπάνω από μια πολιτική κριτική που δεν μπορεί να υπερβεί, ούτε καν να λειάνει, μια έντονη αίσθηση αμηχανίας, εκείνη η οποία προκύπτει από τη γνώση ότι καμιά επίκληση σε μια εργατική πολιτική σήμερα δεν αποτελεί λύση, γιατί η ίδια η εργατική πολιτική, όπως υπήρξε ιστορικά, ανήκει στη γενεαλογία του προβλήματος, μολονότι, λοιπόν, βρισκόμαστε σε μια τέτοια, δύσκολα υπερασπίσιμη και ασταθή θέση, όπου κανείς επιχειρεί να μιλήσει για τον κομμουνισμό ενώ μοιάζει να έχει χαθεί απ’ το ιστορικό προσκήνιο ακόμα και το φάντασμά του, έχουμε αρκετούς λόγους να πιστεύουμε τουλάχιστον ότι το να σηκώνει κανείς/καμιά τους ώμους, επειδή δεν ξέρει πώς να προχωρήσει, ενώ ταυτόχρονα ξέρει ότι οι γέφυρες πίσω έχουν κοπεί, είναι προτιμότερο από το να οπισθοχωρεί τρέχοντας ενώ νομίζει ότι κάνει άλματα προς τα μπρος.

 

lenorman

(το κείμενο αυτό χρωστάει πολλά σε ορισμένες συζητήσεις με την Hiccup Jane και τον Α., ενώ είχε ως αφετηρία του ένα σύντομο σχετικό κείμενο του Woland, πριν o χρήστης αυτού του τελευταίου ψευδωνύμου αποφασίσει να περάσει στην απέναντι όχθη, και να σιωπήσει έτσι οριστικά ως Woland)

 

 

ΥΓ:

Όταν μπήκε τελεία σε όσα γράφονται παραπάνω, ο κ. Τσίπρας και το αριστερό-ακροδεξιό επιτελείο εθνοσωτήρων που σήμερα στοιχίζεται πίσω του στους κυβερνητικούς θώκους ήταν ακόμα στη θέση της αντιπολίτευσης. Τότε μπορούσε να βροντοφωνάζει «Go back, κυρία Μέρκελ! Go back, κύριε Σόιμπλε! Go back, κυρίες και κύριοι της συντηρητικής νομενκλατούρας της Ευρώπης». Τώρα, τόσο ο ίδιος όσο και ο κυβερνητικός εταίρος του, κ. Καμμένος αναζητούν μια «ανάσα αξιοπρέπειας» σε έναν «αμοιβαία επωφελή» συμβιβασμό με εκείνους που πριν από λίγο καιρό σκυλόβριζαν ως «κατοχικές δυνάμεις», «νομενκλατούρα», ή σκέτα «Γερμανούς». Η πολιτική επιστρέφει, στα χειρότερά της: με λευκά περιστέρια, δάκρυα, πατρίδες που αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους, και ανοιχτόκαρδες «ευρωπαϊκές οικογένειες». Το πιο σοβαρό, όμως, είναι ότι στις σχετικές συγκεντρώσεις συμπαράστασης στην εθνική διαπραγματευτική αντιπροσωπεία, που βαφτίστηκαν συγκεντρώσεις «κατά της λιτότητας» και αυτήν τη φορά οργανώθηκαν, εμμέσως πλην σαφώς, από το ίδιο το κράτος, συμμετείχαν όχι μόνο οι γνωστές πρώην ακρο-αριστερές τυχοδιωκτικές ομάδες που έχουν διαχυθεί μέσα στους ευρύχωρους κομματικούς διαδρόμους της «κυβερνώσας αριστεράς», αλλά ακόμα και τροτσκιστικές οργανώσεις, οι οποίες δεν ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ, κι ορισμένες εξ αυτών ούτε και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ (η οποία γενικά φαίνεται να τηρεί μια στάση ντροπαλού, προσωρινά επιφυλακτικού, και τυπικά μονάχα εξωτερικού, συνεργάτη στο εξελισσόμενο αριστερό project σωτηρίας και αναγέννησης της πατρίδας). Ένα μεγάλο τμήμα του α/α χώρου, επιπλέον, αδυνατεί να τραβήξει ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές από την νέα κυβέρνηση και να αντιταχθεί στον αριστερό πατριωτισμό που εξαπλώνεται όπως ένα ανακουφιστικό ηρεμιστικό σε κάθε γωνιά της χώρας, ικανοποιώντας την ανάγκη επιστροφής στην κανονικότητα που μοιράζονται τόσο οι νικητές όσο και οι ηττημένοι των ταξικών αγώνων της προηγούμενης περιόδου.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εμφανίζεται ως ένα αναγκαίο στάδιο ώστε να προχωρήσει η ιστορία. Σύμφωνα με ένα παραμύθι που δεν το παίρνουν στα σοβαρά ούτε κι εκείνοι που το λένε, η κυβέρνηση αυτή είναι μια στρεβλή έκφραση της ριζοσπαστικοποίησης της κοινωνίας, και όχι ένα πολιτικό προϊόν των σοβαρών ηττών που έχουν ήδη επισωρευτεί. Είναι σύμπτωμα ορμής, όχι εξουθένωσης και ταξικής υποταγής: θα δοκιμαστεί, θα αποτύχει, θα σπάσουν οι αυταπάτες των μαζών, θα ανοίξει ο δρόμος για τις «μεγάλες ανατροπές που απαιτούν οι καιροί μας». Άπαξ και υιοθετήσει κανείς τη λογική των σταδίων το να προσθέσει κι ένα παραπάνω, σε όσα έχει ήδη αποδεχθεί, δεν είναι μια σπουδαία υπόθεση. Άπαξ και συνδυάσει αυτήν τη λογική με την ιδέα ότι η ελλάδα είναι μια χώρα που οι τύχες της παίζονται στις Βρυξέλλες, τότε ούτε το ανέμισμα της εθνικής σημαίας λίγο πιο δίπλα (ή για να είμαστε ακριβείς: μπροστά-μπροστά) είναι τελικά μια σπουδαία υπόθεση. Η γαλανόλευκη μπορεί να ιδωθεί ως μια κατά βάθος κόκκινη ή κοκκινόμαυρη σημαία που φαίνεται προς το παρόν μονάχα γαλανόλευκη γιατί δεν έχουν ακόμα διαλυθεί οι ψευδαισθήσεις του πόπολου. Ο Κουϊκ, η Ραχήλ Μακρή, ο Καμμένος και ο Χαϊκάλης μπορεί να μοιάζουν με γραφικούς, αλλά αρχικά τουλάχιστον απαραίτητους, συμμάχους, εκπροσώπους των αφελών δεξιών γειτόνων του μέσου έλληνα εργάτη, των μαγαζατόρων-βιοπαλαιστών χωρίς τη συστράτευση των οποίων καμιά πολιτική ηγεμονία «έτσι όπως έχουν σήμερα τα πράγματα» δεν επιτυγχάνεται. Η «πραγματική διαπραγμάτευση», η επαναφορά, σε ορίζοντα διετίας και αφού «αρχίσει πάλι να κινείται η αγορά», του κατώτατου μισθού στα 751€, το σταδιακό κλείσιμο των στρατοπέδων συγκέντρωσης των χωρίς χαρτιά εργατών χωρίς καμιά ρήξη με την ευρωπαϊκή πολιτική στρατιωτικοποίησης και εσωτερίκευσης των συνόρων που παρήγαγε τα κολαστήρια της Αμυγδαλέζας ή της Πάτρας, όλα αυτά μπορούν να λάμπουν κάτω από τον μεσογειακό ουρανό όπως έλαμπαν άλλοτε στα χιονισμένα τοπία του ευρωπαϊκού Βορρά οι εθνικοποιήσεις και η μείωση του χρόνου εργασίας: μικρές νίκες που ξαναδίνουν ελπίδα … ενώ βέβαια όλοι το ξέρουν σήμερα καλά, και συμπεριφέρονται αναλόγως, ότι η ελπίδα για μιαν άλλη, καλύτερη ζωή, πέρα από το κεφάλαιο, δοκιμάστηκε ήδη, την προηγούμενη πενταετία, και διαψεύστηκε. Τώρα, η έλευση εκ νέου της ελπίδας μετριέται με έδρες στο κοινοβούλιο, ποσοστά μετεκλογικών δημοσκοπήσεων και φιλόδοξα σχέδια οκονομικής ανάκαμψης, άσχετα αν η βάση επί της οποίας, και όχι ενάντια στην οποία, όλα αυτά έγιναν εφικτά είναι ο συσχετισμός ταξικών δυνάμεων που κατοχύρωσαν, ως νέο καθεστώς σχέσεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, με τιτάνιες προσπάθειες οι κυβερνήσεις του Παπανδρέου, του Παπαδήμου και του Σαμαρά.

Κάπως έτσι φτάνουμε στον πάτο του βαρελιού της υποκατάστασης της εναντίωσης στο κεφάλαιο από την εναντίωση στην ΕΕ, ή στα γερμανικής (τάχα) έμπνευσης μνημόνια. Και ανακαλύπτουμε ότι αυτός ο πάτος είναι εύκολο να μετατοπιστεί ακόμα πιο κάτω, χωρίς φραγμό. Η κατάντια των τροτσκιστικών, κατά παράδοση διεθνιστικών, οργανώσεων που για πρώτη φορά στην ιστορία τους συμμετείχαν σε κρατικές συγκεντρώσεις υπέρ της εθνικής ενότητας, χωρίς καν να αντιλαμβάνονται ότι συμμετείχαν σε κάτι τέτοιο, δείχνει πόσο βαθιά μέσα στο βούρκο μπορεί κανείς να μπει, πιστεύοντας μάλιστα ότι μόλις βούτηξε στα παρθένα νερά της ιστορίας, αν ακολουθήσει με συνέπεια αυτόν τον δρόμο που παρακάμπτει την πραγματικότητα του ταξικού ανταγωνισμού στο όνομα του ενός ή του άλλου σχεδίου πολιτικής ηγεμονίας επί του εθνικού ακροατηρίου, δηλαδή διαταξικής ενότητας μέσω της οικειοποίησης των μεθόδων της πολιτικής όπως την ξέρουμε, ως τέχνης του εφικτού ή τεχνολογίας διαχείρισης των μαζικών διαθέσεων υπό τις δεδομένες, εκμεταλλευτικές συνθήκες.

[1] Το ΚΚΕ, απέχοντας από κάθε πολιτική συμμαχία, μοιάζει να αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Στην πραγματικότητα, όμως, η απομόνωσή του, όσο κι αν αντανακλά τη διάθεση της εργατικής του βάσης να αποτραπεί μια επανάληψη του «βρώμικου ’89», δεν συνεπάγεται και μια ουσιώδη διαφορά προσανατολισμού. Στο νέο πολιτικό σκηνικό που σήμερα έχει διαμορφωθεί, το ΚΚΕ χρειάζεται να αναδιαπραγματευτεί το ρόλο του: είναι ένα καθεστωτικό κόμμα, του οποίου όμως η κυρίαρχη θέση στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, δηλαδή στα αριστερά του κράτους, αποσταθεροποιήθηκε, και πρέπει να διεκδικηθεί εκ νέου.

[2] Για να μην πει κανείς ότι εδώ υπερβάλλουμε, αντιγράφουμε από την απόφαση του Π.Σ.Ο. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με ημερομηνία 16/02/14 (http://www.antarsya.gr/node/1987): « … Η ανάγκη της συμπόρευσης αυτής προέκυψε από την κοινή μας πεποίθηση ότι σήμερα, μέσα στη συνθήκη μιας οξύτατης καπιταλιστικής κρίσης, τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας, οι δυνάμεις του κεφαλαίου φορτώνουν τα βάρη της κρίσης και τα αδιέξοδα της ευρωζώνης και της ΕΕ στην εργαζόμενη πλειοψηφία, οδηγώντας την στην φτώχεια, την μαζική ανεργία και την μετανάστευση, και καταλύοντας κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας και δημοκρατίας. Πολιτική έκφραση αυτών των δυνάμεων αποτελούν η δικομματική κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, η ΔΗΜΑΡ, ο υπό διαμόρφωση ευρύτερος ‘κεντροαριστερός’ χώρος που καταστατικό του πλαίσιο έχει την αμετάκλητη παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη/ΕΕ, καθώς και τα εθνικιστικά δεξιά ‘νέα’ μορφώματα που προετοιμάζονται. Έχει επιπλέον σαν ακροδεξιό δήθεν αντισυστημικό συμπλήρωμα και φόβητρο την ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, οι εργάτες, οι υπάλληλοι, τα αυτοασπαχολούμενα και τα μικροαστικά στρώματα, η μικρή και μεσαία αγροτιά, η νεολαία και οι άνεργοι, που έχουν αντισταθεί σε αυτές τις πολιτικές με τους μεγάλους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες της τελευταίας περιόδου, τις απεργιακές κινητοποιήσεις, τις καταλήψεις, τις διαδηλώσεις και τα συλλαλητήρια, προκαλώντας μεγάλο κλονισμό και ανακατατάξεις στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, βάζοντάς το σε μια διαρκή κρίση εκπροσώπησης … ». Αυτές οι διατυπώσεις ανήκουν σε ένα κείμενο που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρότεινε στο κόμμα του Αλαβάνου ως βάση για μια κοινή εκλογική κάθοδο. Τα italics είναι δικά μας. Αξίζει κανείς να σταθεί τόσο στην αναφορά περί «κατάλυσης της λαϊκής κυριαρχίας» όσο και σε εκείνην περί «αυτοαπασχολούμενων και μικροαστικών στρωμάτων» και «μικρής και μεσαίας αγροτιάς». Ας το επαναλάβουμε: και αυτοαπασχολούμενων και μικροαστικών στρωμάτων, και μικρής και μεσαίας αγροτιάς, για να μη μένει έξω κανένα κομμάτι του ελληνικού μικροαστισμού, ενώ αντίθετα, εδώ, που περιγράφεται το «πλατύ κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο που θα μπορέσει να οδηγήσει στην ανατροπή της επίθεσης της κυβέρνησης, της ΕΕ και του ΔΝΤ» δεν υπάρχει ο παραμικρός υπαινιγμός για τους μετανάστες, οι οποίοι μπορούν να μνημονεύονται μονάχα στη λίστα των αιτημάτων, όχι ως ένας ενεργός κοινωνικός παράγοντας, αλλά ως θύματα για τα δικαιώματα των οποίων μια φιλολαϊκή κυβέρνηση πρέπει να μεριμνήσει (και πάλι καλά βέβαια … γιατί για το κόμμα του Αλαβάνου οι μετανάστες είναι ένα εθνικό πρόβλημα από τα πολλά που θα λύσει η επανεισαγωγή της δραχμής). Είναι νομίζουμε αρκετά φανερό το πραγματικό ταξικό πρόσημο του «άλλου δρόμου χωρίς ευρώ, ΕΕ, ΔΝΤ», αλλά και πόσο διακοσμητικοί και απατηλοί είναι οι βερμπαλισμοί που συνήθως συνοδεύουν τα κείμενα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ περί κομμουνισμού.

EARLY STATE

Αναδημοσίευση από το blog Ταξικές Μηχανές:

Η.J.M Claessen-P.Skalnik, Early State (δομικά χαρακτηριστικά και καταγωγή του Κράτους)

Από το IX Διεθνές Συνέδριο Ανθρωπολογικών και Εθνολογικών Επιστημών, που έγινε στο Σικάγο το Σεπτέμβριο του 1973, προέκυψε η ιδέα του βιβλίου Early State. Ακολούθησαν ετήσια συνέδρια και παρουσιάσεις, μέχρι να καταλήξουν οι εκδότες και επιμελητές στο εξής σχέδιο: το βιβλίο διαρθρώνεται σε τρία μέρη, τη Θέση, την Αντίθεση, και τη Σύνθεση. Στη Θέση, οι συντάκτες και μερικοί συγγραφείς επισκοπούν σύντομα θεωρίες για το Κράτος, και δίνουν ένα γενικό περίγραμμα της σύλληψης των χαρακτηριστικών και της καταγωγής του. Στην Αντίθεση, παρουσιάζονται 21 εμπειρικές περιπτώσεις πρώιμων Κρατών από 21 διαφορετικούς “ειδικούς” στην ιστορία του κάθε Κράτους. Στη Σύνθεση, διατυπώνονται Συμπεράσματα, μερικά από τα οποία παραθέτω εδώ.

The Early State, Η.J.M Claessen-P.Skalnik, New Babylon-Studies in Social Sciences, Mouton Publishers, 1978.  

Some Conclusions Concerning the Structural Characteristics of the Early State (p.537)
In the preceding sections we brought together the results of a great many comparisons based on the data furnished by the case essays.Incidentally, where necessary or useful, we added data from other sources. We grouped the relevant data together in nineteen tables, andwere able to distinguish fifty-one structural characteristics. With theaid of these data we will now try to test, within the limits of the above structural analysis, some of the hypotheses put forward in the first chapter.
The Seven Criteria. In the first chapter we evolved sevencriteria for the early state. As these are supposedly generally valid, wewill test them only by reference to the structural characteristics.
(1) A sufficient population to make possible social categorization,stratification and specialization. This appeared to be too vague acriterion. We replaced it with that of population density. Our analysisof this aspect (Table I) showed that a high population density (in theabsolute sense) was found in nine cases. There is reason to supposethat states will have a higher population density than non-states undercomparable geographical or ecological conditions. However, this statementis still too vague. Birdsell’s study on the ‘basic demographic unit’makes it clear that face-to-face relations are possible only in groups ofmaximally 500 people (1973). As soon as there is a growth of population,fission or the development of a complex social organization seemto be the only two alternatives. In view of the rather complex social structures of the states studied by us, their populations must certainlyhave exceeded 500, though even this still remains rather vague.
(2) Citizenship of the state is determined by residence or birth in the territory. We found that all those permanently living in the territory of a state, as marked by certain boundaries, were considered as citizens orsubjects of that state (S.C. 1). This usually found expression in certainobligations and duties toward the state.
(3) The government is centralized and has the necessary power for the maintenance of law and order through the use of both authority and force, or the threat of force. In all of the cases studied we found a center of government (S.C. 3) where the sovereign resided for the greater part of the year and where the court was located (S.C. 34). From this center, laws and regulations were issued by the sovereign (S.C. 25),upon which activity a number of groups or individuals exercised an influence, formal or informal (S.C. 27, 48, 49, 50). The sovereign wasthe head of a complex three-tier administrative apparatus, to which certain duties and powers were delegated (S.C. 44, 45) and which always comprised regional and mostly also national- and local-levelfunctionaries (S.C. 46). Top-level specialists were always found in thecenter (S.C. 47). Though controlling agencies were found everywhere,this aspect was too diversified for us to formulate more than one structural characteristic in connection with it (S.C. 51).Codified laws were found in only eight cases. Less coherent systems were found in twelve states (Table IX). The maintenance of law andorder seems to have been based for the greater part on authority, and much less on force. In only eight cases was some form of police force found (Table IX), while the controlling apparatus as was mentionedabove, was not well-developed. The administration of justice was inthe hands of formal judges in only nine cases. Elsewhere it was aside-function of certain other functionaries.
(4) The state is independent, at least de facto, and the government has sufficient power to prevent separation, as well as the capacity to defend its external threats. The independence of the state is a generalcharacteristic (S.C. 2). The fact that all of our states had existed for a considerable length of time testifies sufficiently that their defensivemechanisms were adequate. Military aspects, however, did not figure very prominently in the list of general characteristics. Of these we would mention: the sovereign is supreme commander (S.C. 28), there exists a bodyguard (S.C. 29), and commoners are obliged to performmilitary service (S.C. 41). Military groups with explicitly institutionalizedinfluence on state policy were not found as a structural
characteristic. Military functions were often side-functions (Table XV)of general functionaries or of members of the aristocracy. In a numberof cases special functionaries were in charge of military affairs (TableXVI). In only a few cases did military leaders, as a group, play anopenly recognized role (Table IV). A standing army was found infifteen cases (Table X). Some informal influence on government was found in sixteen cases (Table XVIII). The question of separation orfission will be dealt with in the next chapters.
(5) The population shows a sufficient degree of stratification foremergent social classes (rulers and ruled) to be distinguishable. Our data show that social stratification in early states was a fairly complex matter. Several social categories with differential access to material andother resources were generally to be found. We distinguished betweentwo basic social strata, an upper and a lower one, and moreoverdiscovered that in the majority of cases a middle stratum also existed(Table IV). The upper stratum we took to comprise the sovereign, the aristocracy (S.C. 11) to which belonged a.o. the sovereign’s kin (S.C.35), holders of high offices (S.C. 36) and clan and lineage heads (S.C.37)), and the priesthood. The middle stratum was composed of suchcategories as ministeriales and gentry (Table IV). To the lower stratumbelonged a.o. smallholders (S.C. 12) and tenants (S.C. 13), and less frequently such categories as artisans, traders, servants and slaves. Themembers of the upper stratum had only indirect connections with foodproduction (S.C. 15). In the lower level only smallholders and tenants were mentioned as having a direct connection with food production(S.C. 20). To avoid misunderstanding it should be noted that we havenot included the categories of slaves and servants in the comparisonsconcerned. The income of the sovereign and aristocracy was based on tribute, in whatever form (S.C. 19). The commoners were obliged topay taxes — which appeared, in fact, to be obligatory for mostcategories (cf. S.C. 17) — and to perform menial services (S.C. 42).The obligation to render services was also found to apply to all social categories (S.C. 16). Our data showed that the term aristocracy referredto a category that was not composed of equals. On the contrary,large differences in status and position were found everywhere (S.C.38). Whether or not the strata distinguished by us should be labeled’social classes’ depends on the definition of ‘class’. The upper and lower social strata can be equated with emergent social classes. However,no classes based on the control of the means of production —supposed to be a typical feature for societies with a mature state organization — were found. A class struggle, or overt class antagonism,was not found to be characteristic of early states.
(6) Productivity is so high that there is a regular surplus, which isused for the maintenance of the state organization. In all cases a surpluswas found (S.C. 10), which reached the ruling groups in the form of taxes, tribute or tributary gifts (S.C. 17, 19). This surplus was spent forthe greater part on the maintenance of the administrative apparatus:the sovereign gave gifts (S.C. 30), remunerations (S.C. 31) and offerings(S.C. 32), while this kind of expenditure was also found on thelower levels (S.C. 33).
(7) A common ideology exists, on which the legitimacy of the rulingstratum is based. This characteristic appeared to be highly elaborated in all of our cases. Here, invariably, a mythical charter was found (S.C. 21) and the ruler legitimized his position by his divine descent (S.C. 22,23), with which most of his activities were connected: he performed rites (S.C. 24), established law and order (S.C. 25, 26), as supreme commander was the protector of his people (S.C. 28), and gave gifts,remunerated his ‘servants’ (S.C. 30, 31), and made offerings to thesupernatural forces (S.C. 32). Hence the early state had a basic ideology of reciprocity (cf. Section 2.10.5). In conformity with this mode of legitimation, social status was correlated with distance from the ruler’s lineage (Section 2.11, cf. S.C. 35, 43) and the kind of office occupied. The state ideology was found to be upheld by the priesthood everywhere (S.C. 39, 50).
 
FACTORS RESPONSIBLE FOR THE ORIGIN OF THE EARLY STATE (p.622)
In chapter 1 we discussed at length, a number of theories on the origin of the state. Now, after considering the origins of the early state inbroad generalization, we will be more specific about this. To give ourdiscussion a factual basis, we will outline here the ‘case-histories’ of those states of our sample on whose formation details are given in the essays.With regard to Angkor new ideas and techniques coming from Indiaprovided the impetus for the introduction of more developed modes ofagricultural production and methods of trading, warfare and conductingraids. These in turn stimulated a more intensive and effective organization of government, which was given a more effective legislationby Jayavarman II.
In Ankole groups of pastoral Hima settled a specific region ofmarshlands in the fifteenth century. This area was mostly devoid ofpopulation. Only a few scattered agriculturalists lived here. There were virtually no contacts between the two groups. In the eighteenth centurydroughts and famines set off a chain of battles and wars. Defeat in warand the fear of new wars led to the organization of a defensiveapparatus. Marriage with foreign women set the ruler apart from thearistocracy. The cult of the drum was imported. Famines and wars continued to mould Ankole society, in which relations between theHima and the agricultural Bairu gradually became more developed.
The Aztecs tried to find a solution to the problem of growingpopulation pressure by levying tribute in kind from the surrounding population groups. This led to war and conquest which in turn gave rise to the necessity of greater organization, increased taxation, andmore effective legitimation.
In France as well a growing population pressure seems to havetriggered off numerous developments, such as agricultural expansion, changes in land tenure practices, the necessity to produce a greater aristocracy’s higher incomes from taxes and tribute. War also strengthened the need for more and better organization. In additionreminiscences of former state structures played a role in the formationof the state under discussion here.
The Hawaiian states could only come into being after the conclusion of some kind of treaty between the various paramount chiefs, which curbed the endless wars for a sufficiently long time to enable some chiefs to evolve a more stable organization, which in turn was stimulatedto expand after the recommencements of hostilities. A series ofconquests and reconquests characterizes the period of the early statehere.
The Iberian (Georgian) states seem to have developed as a result ofthe need to defend themselves against foreign invaders. Alliances wereformed, and leaders rose to greater power. Furthermore, populationgrowth required a more complex organization.
The Incas for a long time ruled only one of the many Andeanchiefdoms. However, a victory in a war with their most important rival opened up the way to statehood. Annexation, and increased production stimulated by the pressure exerted by the governmental apparatus,made possible the more extensive and complex form of organizationcalled into existence by war and conquest.
In the case of Jimma, a number of Galla groups, having apparentlylargely displaced earlier inhabitants, settled in their new homeland asmixed agriculturalists. Surrounded by previously existing states, theywarred against these as well as among themselves, and competed for
the control of land, trade routes and markets. The state arose as theresult of a succession of local conquests, as one Galla group defeatedand began to impose its rule over the others (Lewis: personal information).
The Kachari state originated in the hill districts of the northeasternpart of the Indian subcontinent. Even before the state came into being,a disintegration of the clan system had occurred. The genealogicalgroup gradually made way for a socioprofessional type of group,which initiated growing social inequality. As the population grew thenumber of these groups also grew. Incessant warfare consolidated theposition of the notables. The influence of military leaders was considerable.Technical as well as socio-political concepts were borrowedfrom surrounding states; these had a substantial impact upon theformation of the Kachari state.
The Kuba state shows how the production of a surplus, stimulatedby the pressure exerted by chiefs, made possible a more complex governmental apparatus. This additionally made possible the productionof luxury articles which were used to reward faithful servants.
Vansina points to the dialectical character of the process: bureaucracyand production mutually stimulated each other’s development, and both fostered the development of a more complex ideology.The same applies to Maurya: the production of a surplus made possible the development of the state organization, which in its turnboosted the production of the surplus, with, as a consequence, the development of trade and markets. This gave rise to the need for lawand order, and led to the emergence of new social categories.
Developments in Norway seem to have been triggered off by thedisintegration of the extended family. This may have been a result ofthe scarcity of resources in this country (cf. Wolf 1966: 72). This disintegration led to a lessening of the influence of the bonder, whichmade possible the gradual rise to power of a particular ruling family,who in the course of time succeeded in subduing several regions.
In Scythia the relationship between the nomadic Scythians and a number of the agricultural tribes formed the point of departure forstate formation. The dominance of the nomads over the agriculturalistsmade some form of organization necessary, and gradually the statesystem developed (cf. also Khazanov 1975: 340). In point of fact, Scythia is a classical illustration of Oppenheimer’s Conquest theory.
Tahiti shows how population growth made for an increasing socialdistance between the members of senior and those of junior descentlines. A distance that became so great that both groups became endogamous. Ownership of land and social status were dependent onposition in the descent system, the division of the population into agroup of rulers and a group of ruled being the consequence of the resultant configuration.
In the Voltaic area the presence of permanent threats of assault andpillage seems to have induced people to look for more effectiveprotection and leadership. The increase in the political unity created bythese circumstances was accompanied by the growth of a supra-villageideology. In the course of time this led to the stabilization of internalrelations, greatly influenced by continuing external (political) pressures.These condensed case histories of our states facilitate the search for certain patterns or regularities. The principal general characteristic, inour view, is the fact that the development into statehood, in all cases, was triggered off by some action or event which took place a long timebefore, and was not directed especially towards this goal. The otherobvious characteristic of the development to statehood is that it always shows something of a snowball effect: once it comes into motion, itgrows faster and faster. This is a consequence of mutual reinforcement in all of the developmental processes studied between the phenomenaand their effects. Thus we can speak of a positive feedback. This seems to confirmSahlins’suggestion that economy and politics grow together(1972: 140). Likewise, our data seem to corroborate Cohen’s observation(chapter 2, p. 32) that:
Each set of factors, or any particular factor, once it develops, stimulates and feeds back onto others which are then made to change in the general direction of statehood. Although its roots may be multiple, once a society orgroup of them start developing toward early statehood, the end is remarkablysimilar, no matter where it occurs.Aside from historical progression a set of mutually correspondingfactors appeared to play a role in several cases. It is possible to isolate these factors and consider the relative importance of each. In so doing,we must emphasize that in the actual historical process their order wasseen to vary, while not all factors necessarily always occurred.
These factors are:
(1) Population growth and population pressure;
(2) War, the threat of war or conquest, raids;
(3) Conquest;
(4) Progress in production and the promotion of a surplus, tribute,
affluence;
(5) Ideology and legitimation;
(6) The influence of already existing states.
(1) Population Pressure — occasioned by population growth, maystimulate raids to obtain food, or to effect the payment of tribute bysome population group living outside the territory to supplement production shortages within it (Ankole, Aztecs). This involves war, orthe threat of war, which in turn stimulates the emergence of strongerleaders and a better organization, which in its turn makes conquest possible (Incas, Scythia). Alternatively, it may stimulate production,which (as in the case of France or Kuba) may in the end bring aboutaffluence, which makes possible the development of a complex state apparatus — which, in its turn again, will stimulate increased production.Population pressure may bring about the disintegration of theinstitution of the extended family (Norway) which may enable the ruler
to form a central government (cf. Wolf 1966: 70 ff.). Conversely,population growth may stimulate the growth of such families, in whichthe social distance between senior and junior lineages may then become unbridgeable (Kachari, Tahiti). Population growth is an internal development, which has repercussionsnot only for the home community, but also for surroundingpeoples. Our data appear to corroborate Carneiro’s ideas on theinfluence of environmental or social circumscription (1970a). Webster’s hypothesis (1975) that war, or the threat of war, calls into beingstronger leaders and a better organization also finds confirmation in Kottak (1972) on the role of population growth or population pressure
are supported by our findings.How are we to square these results with the findings of Wright and Johnson on the basis of their analysis of Iranian data (1975), however?These show ‘that there was a period of population decline prior to state formation’. (1975: 276). A possible explanation for this may bethat the existing balance between the socio-economic structure of thesociety and the potentials of the territory and/or the cultural setting was upset (cf. Van Bakel 1976: 22 ff.). A new form of social organizationwas needed to create new conditions of life. As long as such a newform of organization remains ineffective the population will show atendency to migrate, or be subject to conflicts, food shortages, etc.These latter factors may cause a decline in population. The socialforces stimulating the development of a new organizational patternmay continue to be active at the same time. Once the new structurecrystallizes, the population receives a renewed stimulus to grow. Thishypothesis seems to find some corroboration in Polgar’s assertion thatsocio-political changes occur before population growth starts (1975:40).
(2) War, or the Threat of War, and Raids — or the need to conductraids and collect tribute — their reasons or causes aside, all have thesame consequences, viz. the emergence of stronger leaders and a better
or stronger organization, be it for purposes of defense or attack(Ankole, Aztecs, Hawaii, Iberia, Incas, Jimma, Kachari, Volta). Suchforms of organization create a permanent need for regular supplies offood and other commodities for the maintenance of the armed forces,the remuneration of warriors, and the establishment of communicationsby means of roads, boats, spies, messengers, etc. The payment of tribute as well as the exertion of pressure on the producers of a surplusare invariably found here. Here again, the condensed histories set outabove corroborate Webster’s hypothesis. State formation is not caused by war, but is greatly promoted by war, or by the threat of war and bysocial stress (cf. Nettleship 1975: 82 ff.; Corning 1975: 375 ff.). Thisfurther endorses Service’s view (1975: 299) that ‘the benefit of being part of the society (which) obviously outweighed the alternative’. The need for protection under these circumstances is obvious; as a result ofthis it was better to be a member of the state than not to be one. We,moreover, believe that Lowie’s idea that the voluntary association wasone of the roots of state formation is confirmed by some of the data ofour case studies.
(3) Influence of Conquest — The origin of many of our states demonstrated
the decided influence of conquest. However, only the Mongol, the Scythian, and possibly the Voltaic states and Zande appeared to owe the formation of their state organization to conquest in the sense of Oppenheimer. Only in Scythia and Mongolia was thedomination of agricultural peoples by pastoral nomads found. Ankolewas not originally based upon the subjection of the group of agriculturalists.
This took place in only a much later period, and even then to arather limited extent. Relations between pastoralists and agriculturalists,living in the same area as they did, remained marginal there tillthe very end. Data furnished by Cohen (in the present volume, but also1974, 1977) show that there are other cases in which the dominationof pastoralists over agriculturalists led to state formation, however.In the other cases in which conquest was mentioned as a factor inthe formation of the early state (Angkor, Aztecs, Hawaii, Incas,Jimma, Maurya), such conquest appeared to be of peoples possessingthe same mode of subsistence. It is not very clear whether conquest leads to the formation of theearly state, or, conversely, the formation of the early state leads toconquest. If conquest is interpreted as the occupation of territory andthe integration of peoples into a given (foreign) political organization,then, in our view, the necessary institutions to make this possible willbe found only at the state level. If, however, conquest is taken to refer to a situation in which two groups, each possessing different (or sometimes the same) modes of subsistence, are merged, with in the endthe development of a political structure that stimulates the dominationof one of the two by the other, then plainly it will be possible forconquest to have already started at a much earlier stage. At any rate,only few of the cases in our sample seem to corroborate the ‘Ueberlagerungs’theories of Gumplowicz and Oppenheimer.
(4) The Production of a Surplus — seems to be a rather complicated matter. Without any doubt it is a necessary condition for the existence of the state. However, the production of a surplus is found already in the chiefdom, and possibly even before that. Nevertheless, the production of a surplus and the development of a more complex form of socio-political organization are closely correlated. This is clearly demonstrated by all of the above ‘case histories’. An expanding government apparatus, the need for some kind of military force (for offensiveas well as defensive purposes), a developing state religion — all these developments demand increased production, and increased production in its turn makes possible the further development of these institutions.This is also a most favorable situation for the stimulation and the promotion of the growth of (already existing) trade and markets (Axum, Aztecs, France, Kuba, Maurya, Yoruba). On the one hand, a growing surplus makes for opulence and conspicuous consumption, with a growing number of people (fromaristocrats to artisans) having only an indirect relation to food production.On the other hand, it causes an increasing number of people tobecome exclusively committed to food production, with the obligationto hand over an ever increasing proportion of their produce. Socialstatuses become more and more rigidly structured. Economic inequalitygradually becomes a permanent feature of the institutions of thesocial organization. The consequence of these developments in theearly state is a clear-cut division of the population into a category ofrulers and ruled, linked together in practice mainly by the taxation system. In the formation of the early state, the production of a surplusconstitutes the pre-eminent factor enabling the development of agovernmental apparatus as well as the institutionalization of social inequality: a dialectical process (cf. Sahlins 1958, 1972: 140).The discussion so far would lead one to conclude that social inequalityalready existed in some form or other before the formation of the state (cf. Maretina, in this volume), and moreover its elaboration israther a consequence than a cause of state formation. Social inequality,indeed, is one of the characteristics of the (early) state, but for itsorigin was probably of only minor importance.Kottak’s hypothetical frame (1972) can easily be brought into agreement with this view. Our results do seem to be rather far removedfrom the theories of Fried (1967), however, who made social inequalitythe cornerstone of his argumentation. It seems to us that Fried, in fact,investigated, in the first place, the origin of social inequality, and onlyin the second place the evolution of political organization.
(5) The Role of an Ideology — or myth of the society in question, orof legitimation — all of them closely related concepts — is mentionedin almost all our ‘case histories’. Everywhere a basic myth of the society concerned (cf. S.C. 21), which legitimized the position of itsleader, chief or sovereign, was found. At the point where the developmenttowards the early state was triggered off, this myth may have been in need of adaptation to account for, or justify, the growing socialinequality, the increasing power of the sovereign, the necessity todefend the home territory, or the exalted duty to raid the territory ofneighboring peoples. This seems to suggest that, generally speaking,the role of the state ideology is one of legitimizing, explaining orjustifying. This sort of activity may lead to the elaboration of existinginstitutions, or the making explicit of existing tendencies. We areinclined to believe, however, that ideological activities have no morethan a secondary influence upon the formation of the early state —though its further development could not have been effected withoutit.
(6) The Influence of Already Existing State Systems — is mentionedin the case of Angkor, Jimma, Kachari and Maurya. In France therewere not only other state systems surrounding the country, but there also existed an extensive knowledge of earlier periods of state formation.This was probably also the case in Iberia, and possibly alsoScythia. The degree of influence of such earlier existing states variesper state. It provided at least some kind of framework for the developments to come in all cases, however. This would have been the position in most of the secondary states.
Summarizing the above, the existence of an ideology, as well as of a surplus, appears to have been a necessary condition for state formation.The elaboration of social inequality was found to be a consequence rather than a cause of such formation. This leaves us with the factors of population growth or pressure, war or the threat of war andraids, tribute, conquest and borrowed ideas as those which seem to have exercised a primary influence on the formation of the state. How these factors operated, influenced one another, and were interlinked with those of the existence of an ideology, a surplus, trade and social inequality in each individual case it is impossible to express in mere generalizations. Whatever the specific order of their appearance may have been, in each case, the result was the same in all of our cases, namely, the emergence of the early state.
With this conclusion we find ourselves in basic agreement with the ideas of Cohen and Khazanov as expressed in the theoretical part of this volume (cf. also Cohen 1977). There are some substantial differences between our and Krader’s views, however. The reason for this, to our mind, is mainly that Krader concentrates more on the characteristics of the mature state than on the specific conditions of the early state.

ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά του κράτους

Λάβαμε και δημοσιεύουμε προς συζήτηση και κριτική αντιπαράθεση το παρακάτω κείμενο του συντρόφου Lenorman:

ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά του κράτους

Αν όχι στο όνομα των μεγάλων ιδανικών, τουλάχιστον στο όνομα του ωμού πολιτικού ρεαλισμού[1]

Εμείς κάναμε όλα τα βήματα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός κατέθεσε μία υπόθεση εργασίας, ένα σενάριο. Είναι το μόνο που μπορεί να εφαρμοστεί. Με πολύ πόνο και πάρα πολύ αίμα[2]

 

Σε ποιον πλανήτη αλήθεια ζούμε;

Ένας από τους πιο προβεβλημένους αρθρογράφους της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο, μόλις ο κ. Τσίπρας εξήγγειλε το δημοψήφισμα για το αν «πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.06.2015» (όπως διατυπώνεται το ερώτημα στα ψηφοδέλτια που θα τυπωθούν), έγραψε ότι «ο ελληνικός λαός ξύπνησε σε έναν άλλο πολιτικό πλανήτη». Όταν, στις 6 Ιουλίου, θα έχει πια βγει το αποτέλεσμα της κάλπης, «θα βρεθούμε, ούτως ή άλλως, σε μια άλλη Ελλάδα, με μια άλλη Αριστερά και έναν άλλο λαό – για το καλύτερο ή το χειρότερο». Ξέρουμε ήδη, ωστόσο, και γι’ αυτό μπορούμε να ελπίσουμε για το καλύτερο, ότι αυτός ο λαός είναι ένα «απείθαρχο στρατιωτάκι που δε λέει να κάτσει στη σειρά του και βάζει τρελές ιδέες ανυπακοής και ανταρσίας στους υπόλοιπους υποτελείς»[3]. Ένας άλλος, μεγαλύτερος ακόμα, star της αριστερής δημοσιογραφίας έγραψε ότι η απόφαση του κ. Τσίπρα απέδειξε, μια και καλή, για όποιαν/ον είχε αμφιβολίες, ότι «αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας [σ.σ. δηλ. το στελεχιακό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ και γενικότερα το ασκέρι της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο] είναι ζόρικο σινάφι». Πια, το μάθαμε από πρώτο χέρι, «η πατρίδα [sic] δεν είναι μόνη στα χέρια των τοκογλύφων [sic]» και «το δημοψήφισμα μπορεί να γίνει η μεγάλη έφοδος στον ουρανό για έναν ρημαγμένο και ταπεινωμένο λαό»[4]. Στον πλανήτη που ξυπνήσαμε το πρωί του περασμένου Σαββάτου κατοικεί ένας ξεχωριστός, ανυπότακτος λαός που σήμερα καθοδηγείται από μια ζόρικη, αποφασισμένη να κρατήσει γερά στο ταμπούρι της, ηγεσία. Απέναντί του έχει αιμοσταγείς τοκογλύφους και όλους τους δαίμονες των αγορών, δαίμονες που ασκούν την κακοποιό επίδρασή τους έξωθεν και άνωθεν, αλλά αντιστέκεται και, όπως μας εξήγησε ο ίδιος ο κ. Τσίπρας στο διάγγελμά του, σε αυτά τα λευκά μάρμαρα «ξέρουμε να πολεμάμε και να νικάμε»[5]. «Αμήν», όπως θα συμπλήρωνε ο κ. Καρτερός[6], και πιθανόν και ο Άνθιμος Θεσσαλονίκης.

Το αφήγημα που μας πλασάρει αυτές τις μέρες η αριστερά του ελληνικού κράτους, γιατί αυτό, και τίποτα παραπάνω, δεν είναι η (συγ-)κυβερνώσα (με την άκρα δεξιά) αριστερά-με-άλφα-κεφαλαίο, μέσα από έναν καταιγισμό δημόσιων τοποθετήσεων, συντονισμένων στο ίδιο κλειδί, από ντροπαλούς ή μη οπαδούς και συνοδοιπόρους, επιφυλακτικούς ή μη σχολιαστές παντός καιρού, προσωρινά παρατημένους ή μη γαμπρούς[7] της πρώην άκρας αριστεράς (στρατηλάτες εν αναμονή στρατού, που λειτουργούν ως ‘ΣΥΡΙΖΑ εξωτερικού’ και δραστήρια μέλη του ευρύτερου ‘κόμματος Λαφαζάνη’, πιέζοντας για στροφή προς τη δραχμή και τη Ρωσία), αριστερόστροφους ή δεξιόστροφους γαλονάδες του κομματικού μηχανισμού, διαλλακτικά ή μη μέλη των ελληνικών διαπραγματευτικών ομάδων, ευσυγκίνητους ή μη υπουργούς, αυτό το αφήγημα, λοιπόν, που ένας ολόκληρος στρατός από εμπόρους ελπίδας μας (ξανα)πουλάει σε τιμή ευκαιρίας, είναι χτυπητά κοινότοπο. Υπό άλλες συνθήκες, θα αρκούσε απλά κανείς να επισημάνει τη συνάφειά του με τις ανοησίες που εδώ και πολλές δεκαετίες διακινεί και ανακυκλώνει η εγχώρια άκρα δεξιά, εντός και εντός του κόμματος της ΝΔ, και για μία περίοδο υιοθετούσε επίσης μια πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, εκείνη που κυκλοφορούσε στην κωλότσεπη με την Αυριανή, και είχε ως κύριο πολιτικό εκφραστή τον κ. Κουτσόγιωργα ή τον κ. Αθανασόπουλο (έναν «σοσιαλιστή αγωνιστή» ελληνικού DNA, που ενώ δικαζόταν για μια κοινή υπόθεση απάτης δήλωνε περήφανα ότι διώκεται γιατί είναι ένας απείθαρχος έλληνας που τόλμησε να σηκώσει το ανάστημά του μπροστά στους Ευρωπαίους, με τους οπαδούς του έξω από το δικαστήριο να τραγουδούν, τι άλλο;, το Πότε θα κάνει ξαστεριά). Θα αρκούσε, επίσης, κανείς να σημειώσει ότι υπό ένα τέτοιο αφήγημα ακόμα και οι έλληνες Ναζί μπορούν να συστρατευτούν, όχι μόνο χωρίς αναστολές, αλλά και με το αίσθημα ότι κολυμπούν στα δικά τους νερά, εκεί όπου η κύρια αντίφαση που καθορίζει τι συμβαίνει στον πλανήτη γη είναι όντως αυτή ανάμεσα στους ξένους «τοκογλύφους» και τους αντιστεκόμενους «Έλληνες». Κι αυτό ακριβώς συνέβη, αφού στις 178 ψήφους με τις οποίες εγκρίθηκε η πρόταση για διενέργεια δημοψηφίσματος από το κοινοβούλιο περιλαμβάνονταν και οι ψήφοι του Λαγού και όλων των υπόλοιπων εκλεγμένων ομοϊδεατών του. Η συστράτευση, μάλιστα, της κοινοβουλευτικής ομάδας των Ναζί στο νέο μεγάλο ελληνικό «Όχι» δε σχολιάστηκε καν, ως ένα κάποιου είδους πρόβλημα, από τα μπουλούκια των αριστερών διαδικτυακών και τηλεοπτικών αγκιτατόρων, ούτε οι ψήφοι τους διαχωρίστηκαν ως ανεπιθύμητοι: αντίθετα, η κ. Κωνσταντοπούλου, το ίδιο βράδυ, εξέφρασε με ένα πλατύ χαμόγελο την ικανοποίησή της για την ευρεία πλειοψηφία, ενώ στο Πριν διαβάσαμε απλά ότι το «Όχι» των Ναζί σημαίνει, κατά βάθος, «Ναι»[8], πράγμα περίεργο, δεδομένου ότι οι ίδιοι οι Ναζί ισχυρίζονται πως το δικό τους «Όχι» αφορά κάθε πρόταση για νέο μνημόνιο, και επιμένουν ότι αποτελεί λογική απόρροια της γενικής αντιμνημονιακής τους στάσης. Πουθενά στο δημοψήφισμα, εξάλλου, ούτε στον, παραγόμενο μέσα στην ευρύχωρη συριζαίϊκη πολιτική πιάτσα, δημόσιο λόγο που το συνοδεύει και το νοηματοδοτεί ως συγκεκριμένο ιστορικό συμβάν, δεν τίθεται, έστω και έμμεσα, κάποιο ζήτημα διαφορετικό ή βαθύτερο από το ζήτημα των σχέσεων του ελληνικού κράτους με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά.

Εξίσου εύλογη θα ήταν και η γενικότερη παρατήρηση ότι τα δημοψηφίσματα που θέτουν, σε πολύ μικρά χρονικά περιθώρια δημόσιας διαβούλευσης, τεχνικού τύπου ερωτήματα, χωρίς να θίγουν πραγματικές διαζεύξεις και να αφήνουν περιθώριο για εναλλακτικές κοινωνικές επιλογές, μολονότι επενδύονται παράπλευρα με το δραματικό αίσθημα της επιλογής μεταξύ ζωής και θανάτου, αντί να παραπέμπουν σε δοκιμές άμεσης δημοκρατίας συνιστούν κόλπα προσφιλή σε αυταρχικές πολιτικές διοικήσεις για την επίτευξη νομιμοποίησης υπό ελεγχόμενες συνθήκες αντιπαράθεσης. Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις θα μπορούσαν να γίνουν, χωρίς να εκλαμβάνονται ως συμπτώματα «ελιτισμού», σεκταρισμού ή κρυπτο-φιλελευθερισμού. Υπό διαφορετικές, όμως, συνθήκες. Γιατί, όπως είπαμε ήδη, πια έχουμε περάσει «σε έναν άλλον πολιτικό πλανήτη». Μόνο που αυτή η διέλευση δεν έγινε, ξαφνικά, το περασμένο Σάββατο, αλλά ήδη από το 2012, όταν σύσσωμη, και χωρίς εσωτερικές διαφοροποιήσεις, η ηγεσία και η βάση του ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να προετοιμάζεται πυρετωδώς για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και την επικείμενη άνοδο στην εξουσία της «Αριστεράς», για «πρώτη φορά».

Πικρά, ώριμα φρούτα

Τότε, το 2012, ήταν που δρομολογήθηκε η «βίαιη ωρίμανση» του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα εξουσίας, καταπώς προέτρεπε τους συντρόφους του ένας πεπειραμένος μετρ της πολιτικής ως τέχνης του εφικτού, ο κ. Δραγασάκης, και η δημιουργία μιας «νέας μεγάλης συνθετικής Αριστεράς»[9], που δε χρειάζεται πια επιθετικούς προσδιορισμούς γιατί χωράει τα πάντα και εκκενώνει τα πάντα από το μέχρι πρότινος νόημά τους. Τότε ήταν που οι δρόμοι άρχισαν να αδειάζουν και οι κομματικοί διάδρομοι ή παράδρομοι να γεμίζουν. Τότε ήταν που η ρητορική περί νεοφιλελευθερισμού αντικαταστάθηκε από τη ρητορική περί «ανθρωπιστικής κρίσης». Τότε ήταν, επίσης, που στήθηκε όλο αυτό το δίκτυο επαφών με το ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο και το ελληνικό βαθύ κράτος που απαιτούνταν ώστε σήμερα ο ΣΕΒ, εν μέσω bank holidays, να τηρεί μια στάση σχεδόν συγκατάβασης (αρκούμενος σε μια δήλωση η οποία καλεί μεν σε καταφατική ψήφο στο δημοψήφισμα, χωρίς όμως να καταγγέλλει τη διενέργειά του, όπως π.χ. έκαναν διάφοροι άλλοι μηχανισμοί αναπαραγωγής του σημερινού καθεστώτος, μεταξύ των οποίων και η ΓΣΕΕ), και ο Άνθιμος να κάνει, εδώ και μήνες, εκκλήσεις για στήριξη της κυβέρνησης στη διαπραγματευτική της προσπάθεια. Αυτές τις επαφές και γειώσεις στο πραγματικό σύμπαν της ελληνικής αστικής τάξης και των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών του ελληνικού κράτους είναι που αντανακλά η ομαλότατη μέχρι σήμερα, και προσυμφωνημένη καιρό πριν τις εκλογές του 2015, συνύπαρξη, σε επίπεδο διακυβέρνησης, με τους ΑΝΕΛ, ένα κόμμα επιθετικού εθνικισμού, ρατσισμού, μιλιταρισμού και ομοφοβίας. Και σε αυτήν τη «βίαιη ωρίμανση» είναι που ταιριάζει γάντι αυτός ο δύσοσμος ιδεολογικός βούρκος, αυτή η αχανής θάλασσα από επαναλαμβανόμενες μπαρούφες, ετοιματζίδικους δεκάρικους, γλυκανάλατες ατάκες τύπου άρλεκιν, χυδαίους δημαγωγικούς μελοδραματισμούς[10], και κλισέ της αστικής ιδεολογίας ντυμένα με τσιτάτα του Μπένγιαμιν (!!!), του Γκράμσι ή ακόμα και του Λένιν, μέσα στον οποίο πλατσουρίζουν, ήδη από το 2010, χαρωπά άπαντες στη βάση και στην ηγεσία της «Αριστεράς», εντός και πέριξ του ΣΥΡΙΖΑ, παράγοντας και καταναλώνοντας ασταμάτητα επιφυλλίδες που μετά από μια βδομάδα, αν όχι την επόμενη μέρα, δεν αξίζει καν να διαβαστούν, πατώντας ‘like’ σε οικονομικές, πολιτικές ή θεωρητικές αναλύσεις που δεν πληρούν στοιχειώδεις κανόνες ορθολογικής επιχειρηματολογίας, χειροκροτώντας παθητικά σεσημασμένους κενολόγους πανελίστες[11] και κάθε λογής πριμαντόνες της «πολιτικής για μεγάλα παιδιά», θαυμάζοντας αυταρχικές προσωπικότητες και «μάγκες» που «ταπώνουν» τους αντιπάλους τους στην τηλεόραση ή στο κοινοβούλιο, υιοθετώντας γελοία σενάρια συνωμοσίας ή διαδίδοντας φτηνές κινδυνολογίες (οι «τοκογλύφοι» επιβουλεύονται τον πλούτο της χώρας, «ακραίοι κύκλοι» [sic] στην Ευρώπη «τορπίλισαν» [sic] τη συμφωνία γιατί θέλουν να ρίξουν τον Τσίπρα), και κυρίως κάνοντας την πάπια για τη σωρεία εξόφθαλμων γεγονότων που αποδεικνύουν, ακόμα και στον πιο αφελή, ότι η σημερινή αριστερο-ακροδεξιά κυβέρνηση στην πραγματικότητα συνεχίζει το έργο των προκατόχων της, αξιοποιώντας τα ίδια μέσα, δηλαδή, το θεσμικό οπλοστάσιο που συγκροτήθηκε τα τελευταία χρόνια, αν και με πιο κόσμιο τρόπο.

Για τον μέσο σύγχρονο αριστερό, ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, τον μέσο οπαδό της Αριστεράς, το ότι σήμερα η Αμυγδαλέζα είναι ακόμα ανοιχτή, αποτελεί μια ασήμαντη λεπτομέρεια, κάτι το τυχαίο, κάτι που δεν είναι καθοριστικό για το τι κανείς διαλέγει να υποστηρίξει πολιτικά. Μια κυβέρνηση που κρατάει ανοιχτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, ενώ παράλληλα αρνείται να φορολογήσει, έστω και λίγο, τους έλληνες εφοπλιστές ή να μειώσει δραστικά τις στρατιωτικές δαπάνες (αυτά τα ελληνικά «όχι» στην κατάργηση της φορολογικής ασυλίας για τις ναυτιλιακές εταιρείες, και στη δραστική μείωση των δαπανών για τον στρατό ήταν δύο από τα σημεία διαφωνίας στη διαπραγμάτευση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη), και γενικότερα καλλιεργεί συστηματικά την παθητικότητα, εκτός κι αν πρόκειται για ελεγχόμενες από την ίδια συναθροίσεις (όπως η γιορτή εθνικο-λαϊκής «υπερηφάνειας» του Καμμένου στις 25 του Μάρτη ή οι συγκεντρώσεις στήριξης της «εθνικής διαπραγματευτικής προσπάθειας»), την εθνική ομοψυχία και την ταξική συνεργασία, μπορεί κάλλιστα να είναι «δική μας», ή μια κυβέρνηση με την οποία κριτικά μπορούμε να συνταχθούμε όταν κινδυνεύει από τον Σαμαρά, τον Θεοδωράκη ή την Μέρκελ και τον Σόϊμπλε: ένα τέτοιο σκεπτικό μοιράζονται σήμερα χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι προτιμούν να φαντάζονται ότι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι κάτι ιστορικά ανάλογο με την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης του 1944 ή με την κυβέρνηση Κερένσκι, αν όχι με την κυβέρνηση Allende στην Χιλή, από το να καθίσουν, έστω και για λίγο, να αναλογιστούν πώς και γιατί μετά τους κοινωνικούς αγώνες της προηγούμενης περιόδου προέκυψε μια τέτοια εκδοχή διαχείρισης, ή μάλλον διάσωσης, του ελληνικού καπιταλισμού. Βέβαια, στο σύμπαν της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο δεν υπάρχουν περιθώρια για να αναλογιστεί κανείς/καμιά κάτι. Δεν γίνονται ποτέ αποτιμήσεις. Ακόμα χειρότερα: κάθε αποτίμηση οφείλει να είναι και μια ένεση αυτοπεποίθησης – όλα πήγαν καλά, συνεχίζουμε, ετοιμαζόμαστε για την επόμενη μάχη, και κάθε μάχη είναι μια μάχη των μαχών, και συνεπώς όλες οι μάχες είναι το ίδιο αδιάφορες, πεδία εφαρμογής όσων ήδη ξέρουμε να κάνουμε, όσων ήδη έχουμε συνηθίσει να λέμε. Ο αναστοχασμός, η ικανότητα να σκέφτεται και να διερωτάται καμιά/κανείς για το νόημα όσων συμβαίνουν και όσων η/ο ίδια/ος πράττει, είναι δείγμα αδυναμίας, υποχώρησης, έλλειψης πίστης. Και στην αριστερά-με-άλφα-κεφαλαίο πιστεύουν πολύ, και το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία, οργανώνοντας πανηγυρικές εκδηλώσεις κάθε λογής. Πρόκειται για εκείνη την τυφλή πίστη που πάντα αποτελεί την άλλη όψη του πιο αβυσσαλέου μηδενισμού. Γιατί σε αυτόν τον πολιτικό χώρο αν πιστεύουν πολύ και το δείχνουν, είναι γιατί στην τελική δεν πιστεύουν, έχουν πάψει οριστικά να πιστεύουν ή δεν πίστεψαν ποτέ, στη δυνατότητα μιας ριζικής κοινωνικής αλλαγής, και πιο συγκεκριμένα ακόμα στην ικανότητα των υπό εκμετάλλευση και καταπίεση ανθρώπινων όντων να αυτοχειραφετούνται, να σπάνε τις αλυσίδες τους και να αίρουν τις συνθήκες υποκειμενοποίησής τους, διακινδυνεύοντας να χάσουν τα πάντα για να κερδίσουν ένα μέλλον που στο παρόν προδιαγράφεται μονάχα μέσα από αρνήσεις και μικρές, πάντα έτοιμες να κλείσουν, ρωγμές.

Χρειάζεται καλύτερη απόδειξη από τη στάση των μεγάλων και μικρών ηγητόρων και συνολικά του «λαού της αριστεράς» αυτές τις μέρες; Οι ίδιοι άνθρωποι που μιλάνε για ρήξη με τους «δανειστές», για την ανάγκη των ηχηρών και μεγάλων «Όχι», δε βγάζουν κιχ για το πώς το προλεταριάτο θα αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη κατάσταση οικονομικής κατάρρευσης, έλλειψης τροφίμων, φαρμάκων κ.ο.κ. Δε θέτουν κανένα τέτοιου είδους ερώτημα. Στη μακράν καλύτερη, και ακραία μειοψηφική, περίπτωση (που μάλλον οριακά μπορεί να καταχωρηθεί στην «Αριστερά»), θα βρούμε ένα κάλεσμα για «προλεταριακή άμυνα στο αστικό σαμποτάζ» και «επιτροπές δράσης» που θα απαιτούν «από την κυβέρνηση να εξασφαλίσει και να εγγυηθεί» την επιβίωση του προλεταριάτου[12]. Κατά κανόνα, όμως, οι αριστεροί εθνοσωτήρες και οπαδοί εθνοσωτήρων με το που πάει να τεθεί αυτό το ερώτημα απλά αλλάζουν θέμα, και πότε-πότε το ρίχνουν σε ποιητικές αποστροφές γεμάτες συναισθηματικούς πλεονασμούς: θα βρεθούμε (ως «ελληνικός λαός», μην ξεχνιόμαστε … ) στο τιμόνι, θα πλεύσουμε σε αχαρτογράφητα νερά, θα ζήσουμε με αξιοπρέπεια, θα δώσουμε ένα μάθημα δημοκρατίας, «γυρίζω την πλάτη μου στο μέλλον», εμείς δεν θα γίνουμε οι «χέστηδες του 2015»[13] κλπ., κλπ., λες και μιλάνε στο προαύλιο της ΕΡΤ, υπό τους ήχους της ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης». Ενώ τόσα χρόνια οι αριστερότεροι εξ αυτών δήλωναν με ύφος εκατό καρδιναλίων ότι η ειδοποιός διαφορά της «Αριστεράς» από τον αναρχικό και αυτόνομο χώρο είναι η επίγνωση της σημασίας του «συνειδητού παράγοντα», της ευχέρειας δηλαδή οργάνωσης και χάραξης στρατηγικών σχεδιασμών σε επίπεδο κινηματικής δράσης, τώρα όποτε μιλάνε για «σχεδιασμό των επόμενων βημάτων» αυτό που εννοούν είναι τον σχεδιασμό των βημάτων ενός κράτους, ή των κομμάτων που θα διοικούν το κράτος (χωρίς καν να επιχειρούν να μετασχηματίσουν το κράτος). Η συντριπτική τους πλειοψηφία, ξεκαθαρίζει ήδη ότι δεν υπάρχει κάτι πέραν μιας καλύτερης, «για τα συμφέροντα της χώρας», διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και τους ευρωπαίους εταίρους του. Μια μειοψηφία, ιδίως εκείνη που συσπειρώνεται γύρω από το όραμα της δραχμής, θα αραδιάσει, αντίθετα, με ευκολία κάμποσα bullets περί «εθνικοποίησης τραπεζών», «μονομερούς διαγραφής του χρέους» και διάφορων άλλων μέτρων που το κράτος της επόμενης μέρας μπορεί να λάβει, αλλά δε θα βρει να πει το παραμικρό για το τι το προλεταριάτο, ως ενεργή κοινωνική δύναμη, ως υποκείμενο που δεν είναι ήδη εκεί έξω περιμένοντας το νεύμα των wannabe καθοδηγητών του, αλλά παράγεται μέσα στην ταξική πάλη, μπορεί να κάνει και πώς, για το πώς ο κόσμος του αγώνα, όσοι/ες βρίσκονται ή θα βρεθούν στο δρόμο, θα οργανώσουν τις αρνήσεις τους, θα ανοίξουν διόδους πέρα από το υπάρχον, θα αρχίσουν να καταργούν τις εκμεταλλευτικές σχέσεις και το δεδομένο σήμερα μωσαϊκό σχέσεων εξουσίας. Μόνο τα κράτη και τα κόμματα είναι υποκείμενα που παράγουν ιστορία. Το προλεταριάτο μπορεί μόνο να ζητάει, να στηρίζει, να ανταποκρίνεται στις προστακτικές του κράτους και του κόμματος που προετοιμάζεται να αναλάβει, ή έχει ήδη αναλάβει, κυβερνητικά καθήκοντα, να είναι ο δεδομένος «λαός» που θα ζυμωθεί καταλλήλως και θα οδηγηθεί στο σωστό δρόμο: η σύγχρονη χωρίς προσδιορισμούς αριστερά έχει εμπεδώσει πολύ καλά αυτό το απόσταγμα σταλινικής και σοσιαλδημοκρατικής σοφίας.

Γενεαλογώντας το αριστερό εμπόριο ελπίδας

Στο ευρύτερο κοινό της αριστεράς του κράτους, της «νέας μεγάλης συνθετικής Αριστεράς» που οραματίστηκε ο κ. Δραγασάκης και σήμερα είναι κάτι χειροπιαστά πραγματικό, η ιδεολογία που γενικά δεσπόζει είναι ένα μίγμα σταλινικού κρατισμού και σοσιαλδημοκρατικού ταξικού συμφιλιωτισμού αραιωμένο με μεγάλες ποσότητες μικροαστικού εθνικιστικού λαϊκισμού. Τα ανέκδοτα του Ζίζεκ, η οντολογία του συμβάντος του Μπαντιού, και οι υπογραφές στήριξης της Μπάτλερ ή της Σάσκια Σάσεν δε χρησιμεύουν παρά ως καρυκεύματα για να χωνεύεται ευκολότερα από τους αριστερούς υποψήφιους διδάκτορες ή πανεπιστημιακούς καθηγητές αυτή η ιδεολογία, και να αναπαράγεται αποενοχοποιημένα η κυριαρχία της[14]. Αρκεί, όμως, να ξύσουμε λίγο κάτω από τα post-modern φιλοσοφικά κλισέ ή τους αφόρητους μελοδραματισμούς, για να αντιληφθούμε ότι όσα πράγματι ιδεολογικά πρεσβεύει ένας μέσος οπαδός της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο είναι πολύ λιγότερο εκλεπτυσμένα και φανερώνουν πολύ λιγότερο ανεπτυγμένη κριτική σκέψη απ’ ό,τι αυτά που σήμερα πρεσβεύει ένας μέσος Κνίτης. Μπροστά π.χ. στα περισσότερα από όσα γράφονται στον ιστότοπο iskra ή στο left.gr τα γραπτά του Στάλιν και του Δημητρόφ μοιάζουν με διαμάντια της πολιτικής σκέψης: τουλάχιστον στα τελευταία αναγνωριζόταν ακόμα η ύπαρξη αγεφύρωτων ταξικών αντιθέσεων και η έννοια του κράτους εξακολουθούσε να αποτελεί ένα πρόβλημα, όχι τον αυτονόητο όρο κάθε δυνατής λύσης. Παρ’ όλα αυτά, η μήτρα αμφότερων είναι πράγματι κοινή. Γι’ αυτό και οι πιο σοβαροί, οι λιγότερο κυνικοί (και ασφαλώς, οι περισσότερο αφελείς), από τους θεωρητικούς της αριστεράς του κράτους είναι εκείνοι που επικαλούνται ευθέως τις ιδεολογικές παρακαταθήκες του Στάλιν και του Δημητρόφ, ιδίως για τα διαταξικά, «λαϊκά μέτωπα», τη στάση απέναντι στους μικροαστούς και στο μεσαίο κεφάλαιο, την οικειοποίηση του εθνικισμού (ή όπως οι ίδιοι προτιμούν του «πατριωτισμού»), τη διάκριση ανάμεσα σε μια αριστερή και μια επαναστατική κυβέρνηση[15]. Κι εδώ γίνονται ορατά κάποια από τα γενεαλογικά ίχνη της αριστεράς του κράτους, τα οποία ενώ φαίνονται να είναι προφανή, σπάνια εξετάζεται η ιδιαιτερότητα της ιστορικής υφής τους.

Παρά τις μεγάλες μεταξύ τους διαφορές, ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία είχαν ως κοινό παρονομαστή το γεγονός ότι ήταν ρεύματα αντεπαναστατικά εντός του εργατικού κινήματος, ότι εξέφρασαν την άρνηση της επανάστασης μέσα στην ίδια την επανάσταση ως ιστορική διαδικασία. Ο αντεπαναστατικός τους χαρακτήρας δεν οφείλεται μονάχα στο ότι αναχαίτισαν ή κατέστειλαν μια σειρά από επαναστατικές τάσεις και απόπειρες, αλλά και στο ότι συνέβαλαν σε σημαντικό βαθμό στη διαμόρφωση του σύγχρονου κράτους, προπάντων στο σκέλος των τεχνολογιών διαχείρισης και διευρυμένης αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τους μετασχηματισμούς του κράτους από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά λέγοντας ότι είναι μετασχηματισμοί που κατέτειναν στη συγκρότηση ενός κράτους κατάλληλου να οργανώνει την πραγματική υπαγωγή της ζωντανής εργασίας στο κεφάλαιο, να διαπλάθει, δηλαδή, εκ των προτέρων, τα σώματα των προλεταρίων ως αντικείμενα υπό εκμετάλλευση. Χάρη σε αυτούς τους μετασχηματισμούς, οι ολοκληρωτικές τάσεις που ενυπάρχουν σε κάθε μορφή, ακόμα και την πιο δημοκρατική, του καπιταλιστικού κράτους άρχισαν να βγαίνουν στο προσκήνιο και να κρυσταλλώνονται ως πτυχές μιας αυτονόητης κανονικότητας. Το κράτος δε χρειαζόταν πια να εξαπολύει μαζικούς διωγμούς. Αντίθετα, χωρίς καν να τεθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αποκτούσε ως πάγιο, κανονικό του χαρακτηριστικό την πολεμική επαγρύπνηση έναντι του εσωτερικού εχθρού: η εγγραφή του προλεταριάτου στην ισχύουσα πολιτική διάταξη, η πολιτική αναγνώρισή του ως κοινωνικής δύναμης, ήταν και μια διαδικασία κατάτμησης σε ομάδες ιδιαίτερων συμφερόντων, αποδιοργάνωσης, καθολικού καθημερινού ελέγχου, πειθάρχησης και προληπτικής καταστολής. Αν εξακολουθεί να μοιάζει παράξενο το ότι τα τελευταία χρόνια στις προλεταριακές εξεγέρσεις τα γραφεία προνοιακών υπηρεσιών ή εύρεσης εργασίας καθώς και τα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς γίνονται στόχος επιθέσεων είναι γιατί έχουμε μάθει να παραβλέπουμε ότι η κατασταλτική όψη της κρατικής παρέμβασης ήταν πάντοτε παρούσα σε όλες αυτές τις μορφές μέριμνας για την παραγωγή και κυκλοφορία του εμπορεύματος-εργασιακή δύναμη. Οι σοσιαλδημοκρατικές και ο σταλινικές γραφειοκρατίες επινόησαν, δοκίμασαν με επιτυχία στην πράξη, και προσέφεραν, ως υλοποιημένη συλλογική γνώση, στο οπλοστάσιο του κράτους μια πληθώρα νέων τρόπων πολιτικό-αστυνομικής διαχείρισης και κοινωνικού ελέγχου της ζωντανής εργασίας. Χωρίς αυτήν τη γενναιόδωρη συνεισφορά, ο καπιταλισμός σήμερα θα ήταν πιθανόν πολύ πιο ασταθής, ενώ εκείνες οι στρατηγικές ταξικής καθυπόταξης, με τη μετατροπή του κράτους σε μια πολεμική μηχανή για την απαξίωση της ζωντανής εργασίας, που εφαρμόστηκαν από τη δεκαετία του 1970 και συνήθως αποδίδονται με τους όρους «νεοφιλελευθερισμός» και «ορντοφιλελευθερισμός» (Ordoliberalismus), θα ήταν αδιανόητες. Η αριστερά του κράτους αποτελεί καρπό της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού από αυτήν κυρίως την άποψη.

Κι οι ίδιοι, όμως, οι μετασχηματισμοί του κράτους επέδρασαν καταλυτικά στη σοσιαλδημοκρατία και τον σταλινισμό. Όπως είχε πολύ εύστοχα περιγράψει, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο Νίκος Πουλαντζάς, ένας μαρξιστής στοχαστής το όνομα του οποίου σήμερα, κατά τρόπο ειρωνικό, χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για τους απολογητές της αριστεράς του ελληνικού κράτους (όπως συμβαίνει με το όνομα της Λούξεμπουργκ για τους απολογητές της αριστεράς του γερμανικού κράτους), οι αναδιαρθρώσεις του κεφαλαίου και η συνεπαγόμενη ενίσχυση των οικονομικών λειτουργιών του κράτους, της παρεμβατικότητάς του ως εγγυητή για την ομαλή παραγωγή και κυκλοφορία του εμπορεύματος-εργασιακή δύναμη, επέφεραν δραστικές αλλαγές στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Πριν, ήταν το κοινοβούλιο που διατηρούσε τον ρόλο του εκφραστή των συμφερόντων των υποτελών κοινωνικών τάξεων μέσω των κομμάτων που αντιπροσώπευαν αυτές τις τάξεις. Η νομιμοποίηση του κράτους έναντι του προλεταριάτου κρινόταν στα κοινοβουλευτικά έδρανα, ήταν υπόθεση της νομοθετικής εξουσίας. Εφεξής, αυτός ο ρόλος, της οργάνωσης της συναίνεσης, θα μονοπωλούνταν από την εκτελεστική εξουσία και την κρατική διοίκηση: «Η διοίκηση δεν είναι πια ο μηχανισμός που, με κάποιες πρωτοβουλίες ή αντιστάσεις, ήταν κυρίως επιφορτισμένος με την εκτέλεση της πολιτικής γραμμής. Η κρατική γραφειοκρατία, κάτω από την επιβολή των κορυφών της εκτελεστικής εξουσίας, γίνεται όχι μόνο ο τόπος, αλλά και ο πρωτουργός της εκπόνησης της κρατικής πολιτικής»[16]. Τα πολιτικά κόμματα, με τη σειρά τους, ιδίως τα λεγόμενα κόμματα εξουσίας, και αυτό ισχύει και για τα σοσιαλδημοκρατικά και για τα κομμουνιστικά κόμματα που είχαν βρει μια σχετικά σταθερή θέση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και ενίοτε (όπως π.χ. στην Ιταλία) διεκδικούσαν, δια της κοινοβουλευτικής οδού, την πολιτική εξουσία, από «τόποι όπου διαμορφώνεται η πολιτική και καταστρώνονται οι συμβιβασμοί και οι συμμαχίες με βάση λίγο ή πολύ συγκεκριμένα προγράμματα», από «οργανισμοί που διατηρούν ουσιαστικούς δεσμούς αντιπροσώπευσης με τις κοινωνικές τάξεις», έτειναν να γίνουν «πραγματικοί ιμάντες μεταβίβασης των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας». Στην προγενέστερη δημοκρατική μορφή του καπιταλιστικού κράτους, τα κόμματα «παρέμεναν βασικά δίκτυα διαμόρφωσης της πολιτικής ιδεολογίας και της συναίνεσης». Στον «αυταρχικό κρατισμό», που κατά τον Πουλαντζά αποτελεί τη νεώτερη δημοκρατική μορφή του καπιταλιστικού κράτους, «η νομιμοποίηση μετατοπίζεται προς τα δημοψηφισματικά και καθαρά χειραγωγικά κυκλώματα (μέσα ενημέρωσης) που κυριαρχούνται από τη διοίκηση και την εκτελεστική εξουσία»[17]. Αν πάρουμε τοις μετρητοίς όσα γράφονται στην τελευταία πρόταση, ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί σήμερα η αριστερά του ελληνικού κράτους καταφεύγει σε ένα δημοψήφισμα όπου το δίλημμα αφορά διαφορετικές εκβάσεις της ίδιας τεχνικής διαδικασίας διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε κράτη, με το πολιτικό πλαίσιο της διαπραγμάτευσης να τίθεται εκτός δημόσιας διαβούλευσης.

Χωρίς στρατούς, εκτός και εναντίον

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο περίγυρός του, το ισπανικό PODEMOS, και το γερμανικό κόμμα Die Linke, διαφέρουν σε πάρα πολλά σημεία από τα σοσιαλδημοκρατικά και σταλινικά κόμματα. Οι σημαντικότερες, ωστόσο, διαφορές έχουν να κάνουν ακριβώς με τους δεσμούς αντιπροσώπευσης της εργατικής τάξης, και αντίστροφα με τη σχέση προς το κράτος. Τα κόμματα της «Αριστεράς» δεν είναι μαζικά κόμματα, ούτε κόμματα που έχουν οργανικές σχέσεις με το εργατικό κίνημα. Δε συγκροτούνται μέσα στην ταξική πάλη, αλλά πλάι σε, και πάνω από αυτήν: μπροστά από το κοινοβούλιο, ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων. Είναι εκλογικοί μηχανισμοί και ταυτόχρονα τείνουν να εμφανιστούν ως κόμματα εξουσίας, ή λειτουργούν, από την ίδρυσή τους, ως προσομοιώσεις των κομμάτων εξουσίας. Οι γραφειοκρατίες που τα διοικούν αντί να προέρχονται από το εσωτερικό του εργατικού κινήματος ή να έχουν αναδειχθεί μέσα από κοινωνικούς αγώνες, για να αυτονομηθούν σε δεύτερο χρόνο ασκώντας την πολιτική ως επάγγελμα, είτε έχουν, από την αρχή, δεσμούς με την κρατική διοίκηση (επαγγελματίες πολιτικοί, εκλεγμένοι σε διάφορα επίπεδα του κράτους) είτε εμφανίζονται, από την αρχή, ως φορείς μιας εναλλακτικής πρότασης κρατικής διαχείρισης, αποκτώντας τη συνοχή τους στη βάση της προοπτικής της διακυβέρνησης ή της συμμετοχής στη διακυβέρνηση. Δεν προδίδουν τίποτα, σε σχέση με τους προλετάριους στους οποίους απευθύνονται ως κομμάτι της εκλογικής μάζας, ακόμα κι αν αθετήσουν ορισμένες από τις προεκλογικές τους υποσχέσεις, γιατί εκ προοιμίου τοποθετούνται στο πεδίο της κρατικής διοίκησης, όχι ως εκπρόσωποι της εργατικής τάξης αλλά ως υποψήφιοι κρατικοί λειτουργοί που θα ενσωματώσουν και θα ελέγξουν καλύτερα το πόπολο που από κάτω διαμαρτύρεται, «ζητάει», «διεκδικεί», «πιέζει». Εξού και η τόσο έντονη έμφαση στη λαϊκή ή εθνική «ενότητα», στην αποκατάσταση του «διαρρηγμένου κοινωνικού ιστού», στην επιστροφή στην ομαλότητα: ο κ. Τσίπρας, όπως και ο κ. Iglesias ηγούνται κομμάτων που είναι ιμάντες μεταβίβασης της εκτελεστικής εξουσίας, μηχανισμοί που συντονίζουν και διευθετούν την κρατικοποίηση των κοινωνικών αγώνων, όχι ως έκφραση του κοινωνικού στο πολιτικό, αλλά ως προβολή του πολιτικού στο κοινωνικό. Η αριστερά του κράτους δεν είναι αυτό που παλιότερα προσδιοριζόταν τοπολογικά ως αριστερά, αν και αποτελεί, αναμφισβήτητα, απόφυση της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού. Αποτελεί το ιστορικό προϊόν της μετάλλαξης των σοσιαλδημοκρατικών και σταλινικών κομμάτων καθώς το καπιταλιστικό κράτος μετασχηματιζόταν, και εξακολουθεί να μετασχηματίζεται, σε ένα κράτος ελέγχου και διαρκούς ταξικού πολέμου, σε συνδυασμό με την ανάδυση διαταξικών μπλοκ μέσα στους ίδιους τους κοινωνικούς αγώνες, την αποσύνθεση της εργατικής ταυτότητας, τις διαδοχικές ήττες του εργατικού κινήματος στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, τη συντριβή, τέλος, και την ενσωμάτωση της Νέας Αριστεράς και των ιστορικών αριστερών αντιπολιτεύσεων στα ΚΚ, μετά τη δεκαετία του 1960.

Το δεύτερο κομμάτι του ορισμού της αριστεράς του κράτους, που μόλις προσπαθήσαμε να δώσουμε, σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Και είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, ως και επείγουσα, μια τέτοια αποτίμηση: πρέπει να δούμε πώς και γιατί ήδη από τη δεκαετία του 1970, με την πτώση των δικτατοριών στον ευρωπαϊκό Νότο συγκροτούνται, σε επίπεδο δρόμου, συμμαχίες ανάμεσα στο προλεταριάτο, τη μικροαστική τάξη και τμήματα ακόμα του μεγάλου κεφαλαίου, πώς και γιατί στον πρόσφατο κύκλο αγώνων ο εθνικισμός της μικροαστικής τάξης έδωσε από ένα σημείο και μετά τον τόνο στις μαζικές εκδηλώσεις εναντίωσης των ευρωπαίων προλεταρίων, πώς και γιατί ο διεθνής μαοϊσμός, ο διεθνής τροτσκισμός, η παλιά οργανωμένη αυτονομία βρέθηκαν να μετράνε τα συντρίμμια τους ή να σπεύδουν να βρουν μια θέση υπό τη σκιά κομμάτων τύπου ΣΥΡΙΖΑ, πώς και γιατί, αυτήν την ώρα, με το «Ναι» στο δημοψήφισμα συντάσσεται δημόσια η πλειοψηφία του οργανωμένου εργατικού κινήματος στην ελλάδα (η ΓΣΕΕ, το ΕΚΘ, η ΟΤΟΕ), μαζί με κάποιους αφιονισμένους πολεμοχαρείς αστούς, και με το «Όχι» ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό αφεντικών[18], μαζί με πολλούς απελπισμένους προλεταρίους. Σκοπός, όμως, του κειμένου αυτού δεν είναι να θίξει όλα αυτά τα ζητήματα, παρά μόνο έμμεσα.

Εκεί που θέλουμε, προς το παρόν, να εστιάσουμε είναι στην ιδιοσυστασία της αριστεράς του κράτους, ως τμήματος, οιονεί ή ενεργού, της κρατικής διοίκησης. Πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες του α/α χώρου, του μόνου πολιτικού περιβάλλοντος στο οποίο σήμερα μπορεί κανείς να ακούσει κάτι που να διαθλά, χωρίς να εξουθενώνει μέσα σε ένα κυκεώνα από κοινοτοπίες και ζωτικά ψέματα, την ένταση και το βάθος των εμπειριών ταξικής αντιπαράθεσης που συσσωρεύτηκαν από το 2007 ως το 2012, πιστεύουν ότι είναι αρκετό να υπογραμμιστεί η λέξη «διαχείριση» ώστε να χαραχθεί μια ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους δορυφόρους του, που προσδιορίζονται, σχεδόν αντανακλαστικά, ως ο υπαρκτός αστερισμός της σύγχρονης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Σχεδόν ποτέ δε γίνεται αντιληπτή η ουσιώδης διαφορά της αριστεράς-με-άλφα-κεφαλαίο, της αριστεράς ως φράξιας του ελληνικούς κράτους, από την αριστερά ως τοπολογικό προσδιορισμό, από τα ιστορικά κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, του σταλινισμού, και τα θραύσματά τους. Η χρόνια απουσία μιας θεωρητικής κουβέντας για το κράτος, η εμμονή σε μια απλουστευτική άποψη που εμφανίζει το κράτος ως μια εξωτερική δύναμη καταναγκασμού, και όχι ως μια κοινωνική σχέση και μια θεσμική υλικότητα, που επικαλύπτει και ορίζει το πεδίο του πολιτικού, φαίνεται, εδώ ακριβώς, πόσο σοβαρές συνέπειες έχει. Γιατί σήμερα η «διαχείριση» του ελληνικού καπιταλισμού δεν είναι μόνο διάσωση, εν μέσω μιας παρατεταμένης κρίσης, ενός πλέγματος κοινωνικών σχέσεων ή των τρόπων με τον οποίους αυτές οι σχέσεις διαρθρώνονται. Είναι, επίσης, και αναδιάρθρωση, συνέχιση της αναδιάρθρωσης των εκμεταλλευτικών σχέσεων, απαξίωση της ζωντανής εργασίας, καθώς και μετασχηματισμός του καπιταλιστικού κράτους σε ένα κράτος εγγυητή των γενικών όρων της καπιταλιστικής παραγωγής μέσω του διαρκούς, αυτήν τη φορά, ταξικού πολέμου και της καθυπόταξης του πλεονάζοντος πληθυσμού, της αντιμετώπισής του άλλοτε ως αντικειμένου ανοιχτά αστυνομικής μεταχείρισης και άλλοτε ως στόχου τεχνοκρατικών πολιτικών ελέγχου, ζωνοποίησης, επιλεκτικής ανθρωπιστικής ανακούφισης και συστηματικού αποκλεισμού. Η διαχείριση, σήμερα, είναι και διαχείριση των στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους παρανομοποιημένους μετανάστες, των ποικίλων ειδικών αστυνομικών σωμάτων για την καταστολή των περιθωριοποιημένων προλεταρίων, των μυριάδων εκλεπτυσμένων τεχνολογιών κοινωνικού ελέγχου για όσες και όσους πρέπει να μάθουν να πουλάνε αποτελεσματικά τους εαυτούς τους για να επιβιώσουν. Το κρίσιμο δεν είναι να στιγματιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα διαχείρισης, γενικώς και αορίστως, αλλά να διατηρήσει το πιο μαχητικό κομμάτι του προλεταριάτου την αυτοτέλειά του από, και να οξύνει την εναντίωσή του σε, κάθε επιχείρηση διάσωσης-διαχείρισης του ελληνικού καπιταλισμού, είτε έχει το πάνω χέρι η δεξιά είτε η αριστερά του κράτους.

Οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι από τον α/α χώρο που συντάχθηκαν με το «Όχι» στο δημοψήφισμα το οποίο επέλεξε, αιφνιδιαστικά και μάλλον τυχοδιωκτικά, να κάνει η αριστερά του ελληνικού κράτους, για να επιλύσει μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικά, στις τεχνικές τους λεπτομέρειες, σενάρια συνέχισης της αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στην ελλάδα, κρατούν αυτήν τη στάση ακριβώς επειδή εντάσσουν τους εαυτούς τους στο πιο μαχητικό τμήμα του προλεταριάτου και επειδή επιδιώκουν να διευρύνουν τους δεσμούς τους μέσα σε αυτό το τμήμα. Ίδιο είναι και το κίνητρο εκείνων των συλλογικοτήτων του α/α χώρου που υιοθετούν μια αντιΕΕ πολιτική γραμμή, αποφασίζοντας έτσι να τοποθετηθούν σε ορισμένα κομβικά ερωτήματα που τίθενται στον δημόσιο λόγο, έτσι μάλιστα όπως αυτά τίθενται, κατά τρόπο ώστε να προϋποθέτουν μόνο κράτη και κόμματα-φράξιες της κρατικής διοίκησης ως φορείς των νοητών απαντήσεων (ποιος, τι είδους υποκείμενο είναι αυτό που θα αποφασίσει την έξοδο από την ΕΕ.; Και αυτή η έξοδος τίνος πάλι πράξη θα είναι; Της «χώρας»; Του «ελληνικού λαού»; Όπου και να στρέψουμε αυτόν τον κόμπο, έτσι όπως αρθρώνεται, μόνο από κράτη ή κόμματα που διοικούν κράτη μπορεί να κοπεί). Κάθε πολιτική στάση, ακόμα και αν μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι εσφαλμένη, πρέπει να κρίνεται και με βάση τα κίνητρα που την υποκινούν. Αν δεν το κάναμε αυτό, θα έπρεπε να τσουβαλιάσουμε συντρόφισσες και συντρόφους που παίρνουν σοβαρά όσα πιστεύουν, και αγωνίζονται για την ανατροπή των εκμεταλλευτικών σχέσεων σε ενεστώτα χρόνο, με τους ψηφοθήρες ηγέτες π.χ. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή τους επαγγελματίες αγύρτες της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, που αντιμετωπίζουν κάθε κινητοποίηση ως ευκαιρία ανέξοδων δημαγωγικών επιδείξεων[19]. Αλλά το γεγονός ότι αυτή η πολιτική στάση σήμερα συνοδεύεται, όλο και συχνότερα, από μια ρητορική του τύπου «όποιος δεν είναι μαζί μας, παίζει το παιχνίδι της αστικής αντεπανάστασης» αποτρέπει τόσο την αμοιβαία ισότιμη κριτική όσο και τον αναστοχασμό για το τι έχει μέχρι τώρα γίνει, τι μπορεί σήμερα να γίνει, και τι θα μπορούσε, αύριο, να αρχίσει να γίνεται. Η αξιοποίηση, επίσης, ενός μιλιταριστικού φαντασιακού, όπου στη θέση του επαναστατικού κόμματος τοποθετείται ένας επαναστατικός στρατός, το μόνο που υπόσχεται είναι μια επανάληψη καταστροφικών πρακτικών, πέρα από το ότι αποτελεί ένδειξη μια άκριτης οικειοποίησης ορισμένων από τα χειρότερα χαρακτηριστικά της πάλαι πότε ελληνικής άκρας αριστεράς.

Η αριστερά του κράτους σήμερα φαίνεται να κυριαρχεί συντριπτικά στο κομμάτι εκείνο του δημόσιου χώρου που διανοίχθηκε από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου. Τείνει, επίσης, να δώσει τον τόνο και στο μικρότερο εκείνο κομμάτι, τη μη κρατική δημόσια σφαίρα από εγχειρήματα έμπρακτης αμφισβήτησης του υπάρχοντος που αναδύθηκε μετά τον Δεκέμβρη του 08 και αναπτύχθηκε όταν η ταξική αντιπαράθεση είχε οξυνθεί τόσο ώστε να προκληθεί κρίση του ίδιου του κράτους. Η αποχή από το δημοψήφισμα είναι μια χειρονομία που, ενώ όλα φαίνεται να περιστρέφονται γύρω από δύο αντιπαρατιθέμενες αστικές επιλογές συντριβής της τάξης μας και περαιτέρω εξαθλίωσης των ζωών μας, υπερασπίζεται κάπως την εμπειρία συνάντησης, μέσα στους αγώνες, υποκειμένων που δεν είναι, ούτε μπορούν να γίνουν, κόμματα ή κράτη: μεταναστών, επισφαλών προλεταρίων, προλεταρίων που αμφισβητούν την ίδια την υπόστασή τους, σωμάτων που κινούνται πέρα από την κανονικότητα για την οποία έχουν διαπλαστεί. Μια τέτοια χειρονομία ομολογουμένως δε μπορεί να αποβεί ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο. Αυτό ακριβώς, όμως, της προσδίδει τη σημασία της, εδώ και τώρα, ως λιγότερο εσφαλμένης επιλογής. Όχι μόνο γιατί όλα θα κριθούν στο δρόμο, αλλά και γιατί δεν πρέπει να υποχωρήσουμε από την έμπρακτη κριτική, που έχει ήδη γίνει στο δρόμο, της πολιτικής ως άθλιας τέχνης προσαρμογής στην αθλιότητα του υπάρχοντος.

 

Lenorman

03/07/15

 

[1] Π. Κοσμάς, «Ούτε ‘υπογραφή’ ούτε ‘κρίση λόγω αδιεξόδου’, αλλά συνειδητό σχέδιο ρήξης!», στον ιστότοπο: http://rproject.gr/article/oyte-ypografi-oyte-krisi-logo-adiexodoy-alla-syneidito-shedio-rixis.

[2] «Ξυδάκης: Ενώπιον της ιστορίας του ο ελληνικός λαός», στον ιστότοπο: http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22767&subid=2&pubid=64208311.

[3] Π. Παπακωνσταντίνου, «Δημοψήφισμα: Επτά κρίσιμες μέρες», στον ιστότοπο: http://kommon.gr/i/286-epta-krisimes-meres-petros-papakonstantinou.

[4] Θ. Καρτερός, «Αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας», στον ιστότοπο: https://left.gr/news/aytos-o-kosmos-o-mikros-o-megas.

[5] «Τσίπρας: Ο ελληνικός λαός θα σταθεί στο ύψος της ιστορίας του και θα πει το μεγάλο όχι», στον ιστότοπο: http://www.alterthess.gr/content/tsipras-o-ellinikos-laos-tha-stathei-sto-ypsos-tis-istorias-toy-kai-tha-pei-megalo-ohi.

[6] Έτσι, με αυτήν τη λέξη κλείνει το άρθρο του! Θ. Καρτερός, «Αυτός ο κόσμος», ό.π. (σημ. 2).

[7] Χρησιμοποιούμε αυτόν τον πλεονασμό, γιατί όταν ένας ανώνυμος σχολιαστής στον Ριζοσπάστη μίλησε για «παρατημένες νύφες», αναφερόμενος στη στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά τις εκλογές, τέθηκε ζήτημα «αγοραίων επιχειρημάτων» (βλ. την απάντηση του γραφείου τύπου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στον ιστότοπο: <http://antarsya.gr/node/2934>. Πράγματι, αυτή η κριτική είναι σωστή. Επίσης ορθό θα ήταν να θυμίσει κανείς στους αρθρογράφους του Ριζοσπάστη ότι μάλλον η πιο θλιβερή παρατημένη νύφη των τελευταίων χρόνων είναι το ίδιο το μεταπολιτευτικό ΚΚΕ, σε σχέση με το ελληνικό κράτος, αφού πια έχουν παρέλθει οι μέρες όπου η κ. Παπαρήγα μπορούσε να εξέρχεται από το Μέγαρο Μαξίμου και να καταγγέλλει το εξεγερμένο προλεταριάτο στη βάση σεναρίων συνωμοσίας, όπως έκανε το 2008, παίζοντας με εντυπωσιακή προθυμία το ρόλο της υπεύθυνης καθεστωτικής δύναμης. Γι’ αυτό είναι καλύτερο, μιλώντας για τη στάση των περισσότερων από τα στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή για τις διάφορες πολιτικές, δημοσιογραφικές και ακαδημαϊκές «μούρες» που απαρτίζουν τον ευρύτερο περίγυρό της, να μιλάμε για «προσωρινά παρατημένους γαμπρούς». Αυτό είναι και πιο μετριοπαθές (αφού αναγνωρίζει την προσωρινότητα αυτής της κατάστασης), και πιο ταιριαστό στο είδος αρρενωπότητας που δίνει τον τόνο στον σύγχρονο ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, όπου πάντα υπάρχει, ως ελκυστής των ροών συναισθηματικής ενέργειας, ένας macho άνδρας ο οποίος κλαίγεται γιατί μια, εξ ορισμού αχάριστη, υποψήφια νύφη τον παράτησε.

[8] Κ. Μάρκου, « ‘Ναι’ ο Μιχαλολιάκος, βαθύ ‘Όχι’ η ανατρεπτική Αριστερά», στον ιστότοπο: http://prin.gr/?p=7653.

[9] Γ. Δραγασάκης, «[09/09/2012]Συνέντευξη στην εφημερίδα Τύπος της Κυριακής: Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συνεχίσει πιο εντατικά τη βίαιη ωρίμανσή του», στον ιστότοπο: http://www.dragasakis.gr/sinedeuxis.php?id=839.

[10] Η συνεχής επίκληση π.χ. των αυτοκτονιών εν μέσω κρίσης από το συριζαίϊκο κύκλωμα προπαγάνδας είναι ένα τυπικό τέτοιο παράδειγμα. Ο θάνατος χρησιμοποιείται ως αφορμή για πολιτική σπέκουλα. Με την ίδια επιπολαιότητα αντιμετωπίζεται και η πιο ακραία ιστορική εμπειρία μαζικής θανάτωσης στην μέχρι σήμερα ιστορία, η Shoah. Για πολλούς αριστερούς μπορεί κανείς να μιλάει, με την ίδια άνεση που ρουφάει το καλαμάκι στον καφέ του, για «ολοκαύτωμα» στην υγεία και την παιδεία ή να απεικονίζει, όπως έκανε ένας βουλευτής των ΑΝΕΛ, την είσοδο του Άουσβιτς με την επιγραφή «μένουμε Ευρώπη», χωρίς να αναλογίζεται ότι στο Άουσβιτς συνέβη κάτι για το οποίο το λιγότερο που θα έπρεπε καμιά/εις σήμερα να κάνει είναι είτε να σκεφτεί σοβαρά πώς αυτό έγινε δυνατό να συμβεί στην «πολιτισμένη Δύση», είτε να βγάζει το σκασμό, αν αδυνατεί να σκεφτεί τίποτα άλλο πέρα από τον ΕΝΦΙΑ, τον Πούτιν και τη νοσταλγικά ακτινοβολούσα δραχμή.

[11] Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι ο Βαρουφάκης και ο Λαπαβίτσας έγιναν μεγάλοι και τρανοί μέσα σε αυτόν τον ιδεολογικό βούρκο. Ένας άλλος, σήμερα κάπως ξεχασμένος, αστέρας, που το 2010 μεσουρανούσε στα πάνελ του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι ο αποτυχημένος εθνοσωτήρας Καζάκης, ο άνθρωπος που όταν έγινε η στραβή στην Κύπρο έγραφε ότι οι κυπριακές τράπεζες έκλεισαν γιατί τα «αρπακτικά της ευρωζώνης» τις είχαν βάλει στο μάτι, λόγω της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων τους εκτός ΕΕ (βλ. το άρθρο του «Γιατί έγινε η δήμευση των καταθέσεων στην Κύπρο;», στον ιστότοπο: http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_18.html.

[12] Κ. Μαραγκός, «Καμιά ακύρωση του δημοψηφίσματος. Όχι μέχρι το τέλος! Προλεταριακή άμυνα στο αστικό σαμποτάζ!», στον ιστότοπο: https://avantgarde2009.wordpress.com/2015/07/01/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B1%CE%BA%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BF%CF%87%CE%B9/. Η Κομμουνιστική Επαναστατική Δράση, μέλος της οποία είναι ο Κ. Μαραγκός, θα ήταν άδικο να παρουσιαστεί ως ένα κομμάτι ομαλά ενσωματωμένο στην αριστερά-με-άλφα-κεφαλαίο. Η αλήθεια είναι ότι σε πολλά ζητήματα βρίσκεται εγγύτερα προς ένα τμήμα του α/α χώρου. Απευθύνεται, παρόλα αυτά, προνομιακά στο κοινό του ΣΥΡΙΖΑ.

[13] Αυτό το δήλωσε ο τραγουδοποιός Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Βλ το σχετικό ρεπορτάζ στον κεντρικό συριζαίϊκο ιστότοπο προπαγάνδας: https://left.gr/news/thanasis-papakonstantinoy-na-mi-lene-oi-apogonoi-mas-gia-toys-hestides-toy-2015.

[14] Πρέπει, εν προκειμένω, να σημειωθεί ότι αυτή η χρήση κάθε άλλο παρά εν αγνοία γίνεται των ριζοσπαστών μαρξιζόντων ή μεταμαρξιστών στοχαστών, αφού όλες/οι στηρίζουν αναφανδόν ΣΥΡΙΖΑ, στο όνομα των δημοκρατικών παραδόσεων της Ευρώπης (!!!). Όταν κατεβαίνουν, επίσης, στην πεζή πραγματικότητα των επίκαιρων ταξικών αντιπαραθέσεων συνήθως λένε πράγματα τόσο κοινότοπα και βλακώδη που κάλλιστα θα μπορούσε να τα πει και ο Τράγκας χωρίς παραπομπές στον Μάρξ, τον Χάιντεγκερ ή τον Φρόιντ. Ο πολύς Αλέν Μπαντιού π.χ. έχει κάνει την εξής εντυπωσιακή δήλωση σε ελληνίδα δημοσιογράφο: «Η Ευρώπη χρειάζεται ηγέτες όπως ο Ντε Γκωλ», βλ. τη συνέντευξή του στην Αλεξία Κεφαλά της Καθημερινής [02/02/2014] στον ιστότοπο: <http://www.kathimerini.gr/751749/article/proswpa/geyma-me-thn-k/alen-mpantioy-h-eyrwph–xreiazetai-hgetes-opws-o-nte-gkwl>.

[15] Αναφερόμαστε εδώ στα πρώην μέλη του ΚΚΕ που συσπειρώνονται γύρω από τον Εργατικό Αγώνα. Μολονότι οι θεωρίες που υποστηρίζουν είναι ανοιχτά σταλινικές, τα κείμενά τους, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία των κειμένων που δημοσιεύονται στα αριστερά διαδικτυακά φόρα, φανερώνουν μια κάποια σοβαρή διανοητική εργασία, έχουν αρχή, μέση και τέλος, συνοχή, και πληρούν μερικά στοιχειώδη κριτήρια ορθολογικότητας. Πάσχουν επίσης σε πολύ μικρότερο βαθμό από το σύνδρομο του «επαναστατικού ψέματος».

[16] Ν. Πουλαντζάς, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, μετάφραση: Γ. Κρητικός, Αθήνα: Θεμέλιο, 1984, σελ. 322-323 (η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

[17] Ν. Πουλαντζάς, Το κράτος, ό.π., σελ. 330 (η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

[18] Στην πρώτη δημοσκόπηση για το δημοψήφισμα, που δημοσίευσε η Εφημερίδα των Συντακτών, το 46% των επιχειρηματιών και το 52% των ελεύθερων επαγγελματιών τάσσονταν με το «Όχι». Βλ. «Ψηφίζουν ‘Όχι’ στην πρόταση των θεσμών», στον ιστότοπο: https://www.efsyn.gr/arthro/psifizoyn-ohi-stin-protasi-ton-thesmon.

[19] Αξίζει εδώ να θυμηθούμε ότι την περίοδο που ο ελληνικός φασισμός έκανε μαζικά την εμφάνισή του στους δρόμους των ελληνικών πόλεων, και ιδίως της Αθήνας, πραγματοποιώντας εκατοντάδες επιθέσεις σε μετανάστες εργάτες μέσα σε λίγους μόνο μήνες, οι άνθρωποι αυτοί μιλάγανε για «παρασυρμένο λαό», θέλοντας, ακόμα και μπροστά στον πραγματικό πια κίνδυνο του εκφασισμού, να δημαγωγήσουν χυδαία ενώπιον του εθνικού ακροατηρίου. Αν εξαρτιόταν απ’ αυτούς ο αντιφασιστικός αγώνας, τώρα οι Ναζί θα είχαν κυριαρχήσει πολύ άνετα σε κάθε γειτονιά. Ευτυχώς, στη βάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (αν μπορούμε να μιλάμε για «βάση», και όχι απλά για «κοινό») υπήρξαν πολλοί που κατανόησαν τη σοβαρότητα της κατάστασης, σε αντίθεση με όσα ανεκδιήγητα έλεγε δημόσια η ηγεσία τους (με εξαίρεση το ΣΕΚ και την ΟΚΔΕ-Σπάρτακος). Στην αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχαν χρόνο για τέτοιες περισπάσεις, ούτε στη βάση, ούτε στην ηγεσία τους. Αργότερα, αφού οι εγχώριοι φασίστες αντιμετωπίστηκαν κυρίως από άλλους, η ηγεσία της ΑΝΤΡΑΣΥΑ, και οι συνδαιτυμόνες της από το ‘κόμμα Λαφαζάνη’ σκέφτηκαν πως ήρθε η ώρα να αποδείξουν τα αντιφασιστικά τους φρονήματα, όχι στην ελλάδα, αλλά … στην ουκρανία, υποστηρίζοντας ακροδεξιούς πολέμαρχους, όπως ο Μοζγκοβόι, και βαφτίζοντάς τους, μέσα από μια σωρεία αποσιωπήσεων και εσκεμμένων ψευδών, «αληθινούς αντιφασίστες» και περίπου «κομμουνιστές» (!!!).

Asylum seekers injured as Christmas Island staff shut down protest

Αναδημοσίευση από το διαδίκτυο για τα γεγονότα σε ένα κέντρο κράτησης στην Αυστραλία, το αρχικό άρθρο εδώ. image

Asylum seekers injured as Christmas Island staff shut down protest over Reza Berati’s death, dozens of detainees moved to ‘red block’
By Karen Barlow and Caitlyn Gribbin
Updated Tue 3 Jun 2014, 7:48pm AEST

Immigration Minister Scott Morrison has confirmed several asylum seekers were injured when staff shut down a week-long protest at the Christmas Island detention centre yesterday.

The ABC understands around 70 male detainees, who had been protesting to mark 100 days since the death of Iranian asylum seeker Reza Berati on Manus Island, were removed by specially trained staff and taken to a high-security facility known as ‘Red Block’.

Mr Morrison has told Parliament some detainees became aggressive and had to be restrained after detention centre operator Serco called in an emergency response team (ERT) and asked all asylum seekers to return to their compound.

“The majority of detainees were compliant however I am advised a small number exhibited non-compliant behaviour,” he said.

“The Serco ERT continued negotiations with those detainees who were refusing to comply. Reports to me suggest some detainees became aggressive and were subsequently restrained and moved [from the area].

“I’m advised that two detainees suffered minor injuries arising from non-compliant behaviour and were treated onsite,” he said.

“A further four were taken to hospital for a range of injuries including suspected sprains or broken bones.

“One detainee has suffered an injury to his wrist. No staff were injured. I’m advised the facility remains calm.”

Witness says most protesters walked away peacefully

The ABC has been contacted by a Christmas Island resident who witnessed yesterday’s events.

The person, who wanted to remain anonymous, said the protests had been peaceful and specially-trained staff removed some asylum seekers yesterday.

“One-by-one the protesters were removed from the group,” the resident said.

“Most got up and walked away voluntarily but some didn’t.

“They were then forcefully removed and in the process several asylum seekers sustained minor injuries.”

The resident said a nurse on the island had reported “several cases of self-harm among the protesters, mainly cuts to arms and chest”.

Greens say reports of ‘terrible’ injuries

Greens Senator Sarah Hanson-Young says she has been contacted by people who work inside the centre who are “very concerned there was an over-reaction” to the protest.

“There are reports that violent clashes have occurred that have left asylum seekers terribly injured,” she said.

“There are reports of people being so badly injured they are now in hospital. Workers inside the centre are afraid for what may happen next.”

The Australian Federal Police have told the ABC they were not involved in ending the protest.

Serco has been sought for comment.

Protest marked 100 days since deadly Manus Island riot

The protest marked 100 days since the death of Iranian man Reza Berati during a riot at the detention centre on Manus Island.

Mr Berati, 23, died during riots which saw another 60 asylum seekers injured, including one man who lost his right eye and another who was shot.

An eyewitness has told investigators a PNG national employed by the Salvation Army led the attack on Mr Berati.

The Salvation Army is acknowledging a former staff member is alleged to have led the attack on Mr Berati and says it will cooperate with all inquiries.

 

Το ηλιοστάσιο: για την άνοδο των δεξιών μαζικών κινημάτων, χειμώνας 2013/14

Δημοσιεύουμε παρακάτω ένα κείμενο σε τρία μέρη σχετικά με την άνοδο των δεξιών μαζικών κινημάτων, από ένα αμερικάνικο (πιθανότατα φιλομαοϊκό και φιλοΚΟΕ) μπλογκ. Παρά την επαναλαμβανόμενη πολιτική και ιδεολογική, και γι’ αυτό αποπροσανατολιστική, διάκριση μεταξύ “αριστεράς” και “δεξιάς” όσον αφορά την κατανόηση των κινημάτων που εμφανίζονται στις μέρες μας στο προσκήνιο της ιστορίας κάτω από το label των “πλατειών”, το κείμενο είναι χρήσιμο τουλάχιστον στα εξής σημεία:

(α) συνδέει τη συζήτηση για τον χαρακτήρα των σύγχρονων κινημάτων με τη μαρξική συζήτηση για το “ιστορικό κόμμα”.

(β) παρουσιάζει αρκετά αναλυτικά την ιστορία και τον χαρακτήρα της σύγκρουσης μεταξύ των “κόκκινων πουκάμισων” και των “κίτρινων πουκάμισων” στην Ταϊλάνδη, μια περιοχή του πλανήτη όπου, κατά την άποψη του συγγραφέα, προέκυψαν φαινόμενα που προηγήθηκαν των κινημάτων των πλατειών και των “ανοίξεων” τα επόμενα χρόνια μετά την πυρπόληση του κέντρου της Μπανγκόκ το 2010.

(γ) αναγνωρίζει την ύπαρξη της “εποχής των ταραχών”, την οποία όμως, εγκαταλείποντας εκεί τη χρήση μαρξιστικών και ταξικών εργαλείων, επιδιώκει να την κατανοήσει με την αρκετά αφηρημένη τυποποίηση του Badiou. Παρόλα αυτά, και αυτό έχει σημασία, θεωρεί ότι μέσα από τις ταραχές αναπτύσσονται τριών ειδών υποκείμενα που βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους (πολύ σχηματικά: επαναστατικό υποκείμενο, “κόμμα της Τάξης” που σχετίζεται με το κράτος, εθνικιστές), ενώ με την παρομοίωση του ηλιοστασίου θεωρεί ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο ιστορικής καμπής.

Α.

 

Πρώτο μέρος

 

Δεύτερο μέρος

Τρίτο μέρος

 

Brazilian anti-World Cup protests hit Sao Paulo and Rio

Αναδημοσίευση από το ΒΒC, το πρωτότυπο άρθρο εδώ, επιπλέον τι σημαίνει στη Βραζιλία φύλαξη των συνόρων με αφορμή το Μουντιάλ:

People take part in protests against the upcoming World Cup along the streets of Sao Paulo, on May 15, 2014.

Riot police in Brazil have fired tear gas to disperse thousands of protesters in Sao Paulo and Rio de Janeiro who marched against the cost of hosting the football World Cup.

Some demonstrators hurled stones while other burned tyres and blocked roads.

They say they are angry that billions of dollars are being spent on next month’s football tournament, rather than social projects and housing.

Protests also took place in many other cities, including the capital Brasilia.

Teachers and civil servants, among others, were also on strike across Brazil.

In Rio, aerial images showed hundreds of people marching in rush-hour traffic on a main thoroughfare. The city will host the final match of the World Cup on 13 July.

Protesters there and in Sao Paulo, Brazil’s biggest city, clashed with police before beginning to disperse.

‘More frequent’

The number of people on the streets was much lower than during similar protests last year.

Some of those taking part, however, promised the demonstrations would get bigger and more frequent as the World Cup gets closer.

Last June, more than a million people took to the street over poor public services, corruption and the high cost of hosting the World Cup.

The tournament is due to kick off on 12 June.

The BBC’s Gary Duffy in Sao Paulo says that the scale of the protests will be watched closely by the government as an indication of the security challenges they may face during the tournament.

He adds that, with both the World Cup and a presidential election this year, many groups have spotted an opportunity to exert maximum pressure on the government.

The demonstrations began earlier in the day in Sao Paulo, with one of the biggest protests in the city’s Itaquera district near the Arena Corinthians stadium, which will host the tournament’s opening match.

Protesters there demanded housing, and not stadiums, be built in accordance with Fifa standards, in reference to world football’s governing body.

‘No panic’

“Our goal is symbolic,” said Guilherme Boulos, the head of Homeless Workers Movement.

“We don’t want to destroy or damage the stadium. What we want is more rights for workers to have access to housing and to show the effects the Cup has brought to the poor.”

Demonstrators in Sao Paulo burned tyres and blocked roads, and police responded with tear gas
The protest in Rio was mostly peaceful, but there were some clashes with police
One protest in Sao Paulo was held near the stadium which will host the tournament’s opening match

The government has tried to downplay the scale of Thursday’s unrest, arguing it was not related to the World Cup.

“From what I’ve seen, these are specific claims by workers. I’ve seen nothing that is related to the (World) Cup,” Brazilian Sports Minister Aldo Rebelo said.

“There’s no reason to panic ahead of receiving three million Brazilian tourists and 600,000 foreign tourists (for the tournament).”

The planned protests coincide with a range of strikes, including one by the police force in the north-eastern state of Pernambuco.

The army was deployed there to provide additional support after some robberies and looting, before the strike ended on its third day.

Local media reported that, in the last 24 hours alone, 234 people were arrested. Recife, the state capital, is due to host five matches during the World Cup.

Pieces of Madrid

The latest short documentary in the Global Uprisings series explores ongoing resistance and self-organization in the midst of the crisis in Spain.  As social conditions continue to deteriorate across Spain, people have been turning to the streets and to each other to find solutions to the crisis. This film tells the story of the massive mobilization that saw millions of people converge on Madrid on March 22, 2014; the story of the proliferation of social centers, community gardens, self-organized food banks; and the story of large-scale housing occupations by and for families that have been evicted. The film pieces together many of the creative ways that people have been coping with crisis and asks what the future may hold for Spain.

Filmed and edited in March/April 2014, it is part of the Global Uprisings documentary series.

Will The Ukrainian Army Get Involved In The Country’s Crisis?

A70F02FA-3741-41B7-9F14-7BB8D73846C4_mw1024_n_s

 

Αναδημοσιεύουμε παρακάτω ένα άρθρο, το οποίο δημοσιεύτηκε στις 20.2.2014 στο Radio Free Europe/Radio Liberty και το οποίο επιδιώκει να δώσει ορισμένες απαντήσεις για τη στάση που κράτησε ο στρατός κατά την εξέγερση του Μαϊντάν. Για εμάς, το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για δυο λόγους: Αφενός, από τη στιγμή που ο στρατός δε συμμετείχε στην καταστολή της εξέγερσης του Μαϊντάν τηρώντας υποτίθεται ουδέτερη στάση, ενώ βετεράνοι του αφγανιστάν συμμετείχαν από την αρχή στο Μαϊντάν, υπονομεύεται η άποψη περί (κλασσικού τουλάχιστον) «πραξικοπήματος», η οποία θέλει να αγνοεί τις κινηματικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα σε όλη την επικράτεια και διέλυσαν τον ίδιο τον ουκρανικό στρατό ως κομμάτι του σκληρού πυρήνα του κράτους· αφετέρου, επανέρχεται ίσως στη σωστή της βάση η συζήτηση για την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», η οποία με διάφορες παραλλαγές είναι διαδεδομένη στην αριστερή και αντιεξουσιαστική σκέψη τα τελευταία χρόνια. Ναι μεν επαληθεύεται αντίστροφα η ρήση του Σμιτ ότι «κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης», αφού αποδείχτηκε την κρίσιμη στιγμή ότι ο Γιανουκόβιτς δεν ασκούσε κυρίαρχη εξουσία, αλλά μόνο στη βάση ότι είναι οι βαθύτερες κινηματικές διαδικασίες –στην προκειμένη περίπτωση μια εξεγερτική διαδικασία με όλες τις αντιφάσεις της που αγκαλιάζει το σύνολο σχεδόν της χώρας– που δύνανται να φέρουν το κράτος σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης· και, μιλώντας γενικότερα, σε μια επαναστατική κατάσταση.

 A.

 

Explainer: Will The Ukrainian Army Get Involved In The Country’s Crisis?

 

By Charles Recknagel

February 20, 2014

The Ukrainian army is coming under mounting pressure from the government to intervene in the country’s political crisis. Here are five things to know about where the military stands.

What has been the military’s position so far?

Up to this point, the Ukrainian armed forces have stayed out of the fray and, until this week, that was in line with the government’s own declared policy.

As recently as January 26, Defense Minister Pavel Lebedev repeated that the army was a neutral force and would not intervene in political matters.

But now, with the announcement of a new “antiterrorist” operation on February 19, the government is openly speaking about involving the army.

Continue reading