Category Archives: ΘΕΩΡΙΑ

ΑΚΤΙΒΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ (ΑΤΟΜΙΚΟΙ) ΕΡΓΑΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Αναδημοσιεύεται (με δικό μας υπέρτιτλο) η τοποθέτηση της συλλογικότητας …σε τροχιά σύγκρουσης, η οποία κατατέθηκε σε πρωθύστερο χρόνο κατά τη διάρκεια δημόσιας εκδήλωσης σε κεντρική πλατεία του Αμαρουσίου το περασμένο φθινόπωρο και αφορά τη γνωστή υπόθεση του καφέ Scherzo στο Μαρούσι.

cropped-cafe4


 

Τοποθέτηση συλλογικότητας σε τροχιά σύγκρουσης για την εκδήλωση:

«νέες συνθήκες εκμετάλλευσης και εργοδοτική τρομοκρατία στους χώρους εργασίας, η περίπτωση των μεταναστ(ρι)ών εργατ(ρι)ών και σύγχρονοι εργατικοί αγώνες: Με αφορμή την υπόθεση του Scherzo καφέ στο Μαρούσι»

Το παρόν κείμενο αποτελεί τη βιωμένη εμπειρία μας από τον αγώνα που ξεκίνησε ο Γιασίρ τον περασμένο χειμώνα (2014) μετά τον ξυλοδαρμό του, την κλοπή μέρους των δεδουλευμένων του και την άρνηση καταβολής των χρωστούμενων από το αφεντικό της καφετέριας Scherzo στο Μαρούσι, Δ. Τυρολόγο. Η απόφασή μας να ασχοληθούμε με την υπόθεση της καφετέριας Scherzo δεν εξαντλείται σε συγκινησιακούς λόγους (ο ξυλοδαρμός του Γ.), αν και έπαιξαν το ρόλο τους, ούτε επειδή μας το επέβαλε αποκλειστικά η πολιτική μας ταυτότητα. Απορρέει και από το γεγονός ότι το ίδιο το υποκείμενο Γ. – όντας μέρος του πιο υποτιμημένου κομματιού του προλεταριάτου και της κοινωνικής ομάδας με τις λιγότερο σημαντικές να βιωθούν ζωές – επέλεξε να συγκρουστεί με το σύγχρονο καθεστώς παρανομοποίησης των μεταναστ(ρι)ών, διεκδικώντας με πολύ υλικούς όρους (ένσημα, μισθοί, αποζημίωση) την ορατότητά του στο δημόσιο πεδίο. Αφενός, δηλαδή, μέσω του αγώνα του Γ. έγιναν ορατές οι πτυχές της καταπίεσής του οι οποίες μέχρι τότε δεν εμφανίζονταν ως τέτοιες αφετέρου η ορατότητά του επιβεβαιώθηκε όταν έγινε μέλος του σωματείου του. [1]

Η οργανωτική μορφή του αγώνα αποτέλεσε ένα επιπλέον έναυσμα για τη στήριξη και συμμετοχή μας σε αυτόν. Συστάθηκε μια ανοιχτή συνέλευση αλληλεγγύης που έτρεξε και οργάνωσε τον αγώνα (με εβδομαδιαίο ραντεβού)· μια ανοιχτή συνέλευση που λάμβανε χώρα εντός μιας κατάληψης (και όχι σε μία κλειστή αίθουσα της ΓΣΕΕ!) και, αρχικά, απαρτιζόταν από πολιτικές συλλογικότητες, από καταλήψεις και στέκια, από μία λαϊκή συνέλευση και από μεμονωμένα άτομα, από το σωματείο βάσης στον κλάδο του επισιτισμού και από τον Γ. Η παντελής, δε, απουσία της αριστεράς –τόσο ως διαμεσολαβητή μεταξύ αφεντικού και εργάτη όσο και ως επιδίωξη άντλησης πολιτικής υπεραξίας –άφησε το πεδίο ανοιχτό ώστε να τεθούν με κινηματικό τρόπο τα διακυβεύματα του αγώνα.

Ξεκινώντας από αυτές τις πρώτες παρατηρήσεις ή/και διαπιστώσεις, είναι σημαντικό να πούμε ότι ο δηλωμένος στόχος που ένωσε (και συσπείρωσε) όλα αυτά τα ετερόκλητα υποκείμενα στον αγώνα αυτόν ήταν να κερδηθεί ο αγώνας του Γ. (αρχικά) μέσω των παρεμβάσεων στην καφετέρια Scherzo και (στη συνέχεια μέσω) των δράσεων στο πεδίο του Αμαρουσίου. Αυτό που εννοούμε είναι πως δεν έγινε κάποια προσπάθεια να συγκλίνουν τα πολιτικά σκεπτικά των συλλογικοτήτων και να σχεδιαστεί μια κοινή στρατηγική σε βάθος χρόνου αλλά συν-λειτουργήσαμε στη βάση της δράσης. Η οπτική μας διερευνά τον αγώνα αυτόν σαν ένα κομμάτι, (ιστορικό) αποτέλεσμα των ακηδεμόνευτων και αιτηματικών αγώνων των μεταναστ(ρι)ών που διεξάγονται τα τελευταία χρόνια (300 μετανάστες απεργοί πείνας, εργατικός αγώνας μεταναστών αλιερ-γατών στη Ν. Μηχανιώνα, διεκδίκηση δεδουλευμένων στη Μανωλάδα, εξέγερση στο στρατόπεδο κράτησης της Αμυγδαλέζας, απεργία μεταναστών εργατών γης στη Σκάλα Λακωνίας, αγώνες μεταναστών μικροπωλητών πέριξ της Ασοεε) και διαπλέκονται με ή/και συναντούν τις πολιτικές μας διαδικασίες ως α/α/α χώρου. Μέσα στη σχέση αυτή μεταβάλλονται οι αντιλήψεις και οι πρακτικές μας γύρω από μια σειρά ζητημάτων.

Όταν μιλάμε για έναν αγώνα με συνέχεια (εβδομαδιαίες παρεμβάσεις/ αποκλεισμοί του μαγαζιού και συνελεύσεις) και αρκετούς μήνες διάρκεια είναι προφανές ότι θα υπάρξουν “λαμπρές” στιγμές από άποψη μαζικότητας, διαθεσιμότητας και όρεξης του κόσμου, και στιγμές ύφεσης. Στην περίπτωση του αγώνα στο Scherzo, οι καλές του στιγμές (πορεία, πρώτοι αποκλεισμοί, παρέμβαση αντιπληροφόρησης στη γειτονιά που μένει ο Τ.) ήταν κυρίως στην αρχή του, αν εξαιρέσουμε την μοτοπορεία της Πρωτομαγιάς που μάζεψε πολύ κόσμο, μετά και το συμβάν με τους πυροβολισμούς του Τ. στην πίσω αυλή του μαγαζιού. Πολύ γρήγορα, η μαζικότητα υποχώρησε καταλήγοντας οι δράσεις να αφορούν στενά τον κόσμο γύρω από τη συνέλευση αλληλεγγύης. Παράλληλα και οι ίδιες οι δράσεις περιορίστηκαν στους αποκλεισμούς/ παρουσία κάποιων από εμάς, κάθε Σάββατο έξω από το μαγαζί για κάποιες ώρες.

Ψηλαφίζοντας τους λόγους που οδήγησαν τον περισσότερο αλληλέγγυο κόσμο να σταματήσει να έρχεται, καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα: πρώτον, η έλλειψη άμεσου διακυβεύματος για τους/τις αλληλέγγυους/αλληλέγγυες. Με άλλα λόγια, το ότι ούτε υπήρξε άμεση και σύντομη δικαίωση[2], κυρίως για την πράξη του ξυλοδαρμού, ούτε (υπήρξε) μία συγκρουσιακή απάντηση από εμάς (σαμποτάζ, φάπες στον Τυρολόγο[3]), θεωρούμε ότι έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο. Δεύτερον, και σε συνάρτηση με το πρώτο, η αμφιθυμία απέναντι σε ό, τι έγινε αντιληπτό ως δίπολο «παρανομίας-νομιμότητας», όπου ως «νομιμότητα» κωδικοποιήθηκε η εργατική διεκδίκηση (και) μέσω της δικαστικής οδού, ενώ ως «παρανομία» παρουσιάστηκε η έκφραση άμεσης ταξικής οργής. Η φαινομενική[4]σύγκρουση «παρανομία-νομιμότητα» ήταν εξαιρετικά καθοριστική για τον αγώνα που διεξήχθη ακριβώς επειδή είναι σαφές ότι (εξακολουθεί να) συντηρεί την πολιτική αντίληψη ότι οι νόμοι έρχονται μόνο από τα πάνω. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, το κράτος και η “κοινωνία” είναι δύο εντελώς ασύνδετοι πόλοι, όπου ό,τι κάνει ο καθένας δεν επηρεάζει τον άλλο –ή τον επηρεάζει με ένα μαγικό τρόπο.[5] Αντίθετα, βάσει της δικής μας οπτικής, οι νόμοι συνιστούν αποτυπώσεις των συσχετισμών των κοινωνικών ανταγωνισμών. Και από τη στιγμή που το κράτος διαμεσολαβεί όλες τις κοι-νωνικές σχέσεις, θεωρούμε ότι, δεν μπορούν οι όποιες εκφράσεις ταξικού ανταγωνι-σμού να αποφύγουν το «δικαστικό κομμάτι», δηλαδή την εμπλοκή του ελληνικού κρά-τους.[6] Για εμάς, δηλαδή, ενώ η σύγκρουση και η διεκδίκηση εμφανίζονται ως διαχωρισμένα το ένα από το άλλο, είναι/ ήταν ένα διακύβευμα το να προσπαθήσουμε να τα συνδέσουμε. Την ίδια στιγμή, κρίνουμε ότι αρκετός κόσμος περιχαρακώθηκε στον έναν από τους δύο πόλους, ενώ ούτε η ίδια η συνέλευση αλληλεγγύης μπόρεσε να ξεφύγει από αυτό το διπολισμό – παρότι έγιναν κάποιες προσπάθειες κυρίως μέσω συγκεκριμένων δράσεων. Τέλος – και σε σχέση με το ίδιο ζήτημα – αποφασίσαμε να παραμείνουμε ως συλλογικότητα στη συνέλευση και να στηρίζουμε τις παρεμβάσεις, παρότι είχαμε (και στο εσωτερικό μας) διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με το πώς θα έπρεπε να συμμετέχουμε στον αγώνα· βάρυναν ως πολύ σημαντικά και η σχέση που χτίσαμε με το Γ. και ο ίδιος ο αγώνας ως προοπτική.

Και στην περίπτωση του αγώνα στο Scherzo, η διεκδίκηση και με νομικά μέσα, αποτέλεσε ένα εργαλείο με άμεσα αποτελέσματα για το Γ., που δεν ήταν η νικηφόρα προοπτική του αγώνα με χρηματικούς ή/και ηθικούς όρους, αλλά η ορατότητα της εργασίας του (και της ύπαρξής του). Με άλλα λόγια, αποτελεί μία πράξη καταστροφής (μία ρήξη) της στρατηγικής που στήνουν οι από τα πάνω (κράτος, αφεντικά, μπάτσοι, δικαστές, κλπ) με τους από κάτω (ρατσιστές, αγανακτισμένοι πολίτες, έλληνες μικροαστοί) γύρω από την παραγωγή, διακίνηση και χρήση της «παρανομοποιημένης» εργασίας.[7] Για εμάς, δεν τίθεται ζήτημα ρεφορμισμού του αγώνα (επειδή αντί να τα κάνουμε γης μαδιάμ πήγαμε στην επιθεώρηση εργασίας) και ούτε αυτός (ο αγώνας) μπορεί να ταυτίζεται με τους ρεφορμιστικούς αγώνες της ΓΣΕΕ και της αριστεράς, για τους λόγους που εξηγήσαμε.

Ένα ακόμη σημείο αφορά τα υποκείμενα (δηλαδή όλους και όλες εμάς) που συμμετείχαν στον αγώνα και τις πρακτικές τους. Είναι σαφές ότι δεν μιλάμε για έναν αποκλειστικά συνδικαλιστικό αγώνα καθώς η σύνθεση του αλληλέγγυου κόσμου δεν εξαντλήθηκε στην ταυτότητα του/της εργάτη/εργάτριας και επειδή οι δράσεις δεν πε-ριορίστηκαν στον εργασιακό χώρο. Αντίθετα, ο αγώνας διαχύθηκε στο δημόσιο χώρο, σε τοπικό επίπεδο αλλά και σε κεντρικό (μέσω της μοτοπορείας της Πρωτομαγιάς και της παρέμβασης που ακολούθησε) ενώ κατάφερε να συσπειρώσει διαφορετικές ταυτότητες. Ο αγώνας αυτός μπορούμε να πούμε ότι ήταν αφενός «υβριδικός», με την έννοια πως η συνάρθρωση[8] των ταυτοτήτων του εργάτη και του μετανάστη ήταν εκείνη που μπόρεσε να βάλει τον Γ. σε μια τόσο υποτιμημένη θέση και επέτρεψε στον Τ. να ασκήσει τέτοια εξουσία πάνω στον Γ· αφετέρου ήταν και «συγκεκριμένος», γιατί συγκρούστηκε τόσο με τα αφεντικά αυτού του κόσμο, όσο και με ένα συγκεκριμένο ρατσιστή, ελληνά-ρα, μαφιόζο και σεξιστή: τον Τυρολόγο.

Ο αγώνας αυτός είναι ενδεικτικός μιας σειράς από σύγχρονους αγώνες που λαμβάνουν χώρα σε όλη την (αυτοαποκαλούμενη) ελλαδική επικράτεια. Στους αγώνες αυτούς αναδεικνύεται μια διαπλοκή των σχέσεων εξουσίας/ αντίστασης – στα πεδία του έθνους, της τάξης, της σεξουαλικότητας[9], και χωρίς να περιορίζεται σ’ αυτά – που συνθέτουν τα υποκείμενα που τους διεξάγουν (μετανάστες, αλληλέγγυες/οι). Παράλληλα, φανερώνονται οι προοπτικές, οι αδυναμίες και οι προβληματισμοί που πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσα από την όξυνση και διεύρυνση των πεδίων των κοινωνικών ανταγωνισμών.

… σε τροχιά σύγκρουσης
10/2014

 

Σημειώσεις:

[1] Παρουσιάζοντας τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στους αγώνες και την ορατότητα/αναγνώριση. Εδώ, βέβαια, αναδεικνύονται και οι πτυχές της επιλογής του Γ. να “τρέξει” με αυτό το συγκεκριμένο τρόπο τον αγώνα και να μην απευθυνθεί λ.χ. σε κάποια μ.κ.ο. αναθέτοντας εκεί τη “λύση” των προβλημάτων του.

[2] Στο σημείο αυτό έχει μια σημασία να αναφερθεί ότι εντός της συλλογικότητάς μας έχει εκφραστεί και η αντίληψη που υποστηρίζει ότι η ηθική δικαίωση του Γ. δεν θα επέλθει μέσω ενός οικονομικού αντιτίμου· πόσο μάλλον αν λανθασμένα θεωρηθεί ότι η αστική δικαιοσύνη –που εξαρχής είναι εχθρι-κή απέναντί μας – θα δικάσει το δίκιο του Γ. – και μέσω αυτού, το “δικό μας”. Σύμφωνα με τη θέση αυτή, η οποία κεντράρει στην αξιοπρέπεια του εργάτη Γ., ο πρώτος στόχος (θα έπρεπε να) είναι το να έχει υλικές ζημιές/απώλειες το αφεντικό του και στη συνέχεια να υπάρξουν οι όποιες διεκδικήσεις.

[3] Θυμίζουμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο ίδιος ρατσιστής-αφεντικό έχει δράσει ξανά στο παρελθόν με παρόμοιο τρόπο, όταν είχε εκβιάσει και τραμπουκίσει δημόσια Αλβανό εργάτη που δού-λευε στο μαγαζί του.

[4] Στις σχετικές συζητήσεις που κάναμε (ως συλλογικότητα) διατυπώθηκε η άποψη πως ενώ αντιλαμβανόμαστε ως ψευδές το δίλημμα για τους λόγους που θα εξηγηθούν αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει πραγματικές συνέπειες ως δίλημμα. Κάτι που οφείλεται στο γεγονός πως ο διαχωρισμός αυτός έχει διαμορφωθεί κοινωνικά και ιστορικά ως κυρίαρχη πραγματικότητα.

[5] Άμεσο αποτέλεσμα της άποψης αυτής είναι και το ότι οι διεκδικητικοί αγώνες θεωρούνται ρεφορμιστικοί, αφού δεν οδηγούν σε μια άμεση κατάργηση του υπάρχοντος.

[6] Ακόμη και στην υποθετική περίπτωση όπου είχε υπάρξει μόνο μια φυσική-υλική σύγκρουση το κράτος δεν θα εμφανιζόταν εκ των υστέρων εκεί για να προσπαθήσει να επικυρώσει την ισχύ του (που για λίγο θα είχε χάσει);

[7] Αυτή η διαχείριση της εργασίας εντάσσεται στη σύγχρονη βιοπολιτική συνθήκη, όπου οι σχέσεις εξουσίας δεν είναι μόνο κατασταλτικές αλλά και παραγωγικές: διαμορφώνουν, δηλαδή, τα υποκείμενα και δεν τα αποκλείουν.

[8] Η εικόνα των εθνικά άλλων, με κατώτερη ταξική θέση, να εξεγείρονται είναι εκείνη που τρομάζει τόσο. Αυτό φαίνεται από το μένος με το οποίο αντιμετωπίζονται από τα αφεντικά οι μετανάστες που τολμούν να σηκώσουν κεφάλι και να ζητήσουν τα αυτονόητα. Στην ΟΙΚΟΜΕΤ που επιτέθηκαν με βιτριόλι στην Κ. Κούνεβα, στη Σαλαμίνα που ξυλοκόπησαν και βασάνισαν τον μετανάστη υπάλληλο που ζητούσε τα δεδουλευμένα του, στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας που επιτέθηκαν με πυροβολισμούς στους απεργούς μετανάστες, στη Σκάλα Λακωνίας που απάντησαν με πογκρόμ μπάτσων στην απεργία των εργατών γης, δεν συνέβη τίποτε άλλο παρά η επιβεβαίωση των κυρίαρχων ταυτοτήτων απέναντι στην έμπρακτη αμφισβήτησή τους από τους αγώνες των μεταναστών.

[9]Στη συζήτηση εντός της συλλογικότητάς μας η σεξουαλικότητα ως πεδίο σχέσεων εξουσίας/ αντίστασης τέθηκε ως εξής: ο Τ. ξυλοκοπώντας το Γ. (μέσα από τη χρήση σωματικής βίας, δηλαδή) επιτέλεσε την ανωτερότητα της αρρενωπότητάς του. Η εργασία που εκτελούσε ο Γ. στο Scherzo (λάντζα), που κατατάσσεται στα επαγγέλματα αναπαραγωγής, σε συνδυασμό με το γεγονός πως εκείνος έφαγε το ξύλο τον καθιστά λιγότερο αρρενωπό. Μια αναπαράσταση που συναρθρώνεται με την ταξική του κατωτερότητα και την εθνικά υποτιμημένη του ύπαρξη. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο διαπλέκονται οι ταυτότητες του Γ. (εθνικά άλλος – λιγότερο αρρενωπός – προλετάριος) σε σχέση με την αντίστοιχη άρθρωση των ταυτοτήτων του Τ. (έλληνας – άνδρας – αφεντικό) εγγράφει τη ζωή του Γ. ως μια ζωή που αξίζει λιγότερο να βιωθεί. Ο αγώνας του Γ. και η διεκδικητικότητά του μετέβαλαν την αναπαράσταση της αρρενωπότητάς του· αφού από μια υποδεέστερη θέση μπόρεσε να αντιπαρατεθεί στο αφεντικό του. Η αναταραχή της αρρενωπότητας του αφεντικού του δημιούργησε ένα τέτοιο άγχος ώστε ο μόνος τρόπος να το ξεπεράσει ήταν να το λύσει στο πεδίο που (σε τελική ανάλυση) φαίνεται ποιος-είναι-ο-άντρας. Έτσι, λοιπόν, ο Τ. μέσω του ξυλοδαρμού αποκατέστησε τη συμβολική τάξη που διαταράχθηκε από τον αγώνα του Γιασίρ: θέλησε να δείξει πώς επιβάλλονται οι άντρες. Ή τουλάχιστον αυτό προσπάθησε να κάνει. [Ας σημειωθεί εδώ ότι αυτή είναι μια θέση που δεν μας βρίσκει όλες και όλους σύμφωνες.]

CRISIS OF CIVILIZATION

Πριν από μερικές μέρες, δημοσιεύτηκε το τέταρτο κεφάλαιο από το υπό έκδοση βιβλίο του Gilles Dauvé από τις εκδόσεις PM Press με τίτλο “From Crisis to Communisation”. Αναδημοσιεύουμε το κείμενο αυτό παρακάτω, που φέρει τον εν λόγω τίτλο. Το πρωτότυπο μπορεί να βρεθεί εδώ.

 

Circolo di Conversazione

 

 

 

CRISIS OF CIVILIZATION

All historical crises are crises of social reproduction. We will try and investigate how the present crisis, like and unlike others in the past, forces society to face the contradictions which formerly stimulated its dynamics but now drive it into a critical juncture. (1)

     Every major crisis forces social groups to come to grips with the deep contradictions of society. In capitalism, class confrontation is the prime mover that drives society forward : it forces the bourgeoisie to adapt to labour pressure, to “modernize”. Crisis is when these formerly positive pressures strain the social fabric and threaten to tear it apart.

Contradiction does not mean impossibility. Up to now, all big crises have ended in the system managing to pull through and eventually becoming more adaptable and protean. No “ultimate” crisis is automatically contained in even the most acute contradictions.

 

1 : Why “Civilization” ?

Capitalism is driven on by a social and productive dynamism, and by an un-heard-of regenerative ability, but it has this weakness: by its very strength, by the human energy and the technical power it sets into motion, it wears out what it exploits, and its productive intensity is only paralleled by its destructive potential, as proved by the first civilization crisis it went through in the 20th century.

No value judgement is implied here. We do not oppose civilized people to savages (even good or noble ones) or barbarians. We do not celebrate “great civilizations” which would have been witness to the progress of mankind. On the other hand, we do not use the word in the derogatory sense it has with writers like Charles Fourier, who called “civilization” a modern society plagued by poverty, trade, competition and the factory system. Neither do we refer to those huge geo-historical socio-cultural constructs known as Western, Judeo-Christian, Chinese or Islamic civilizations.

The civilization we speak of does not replace the notion of mode of production. It merely emphasizes the scope and depth of a world system that tends to be universal, and is also capable of disrupting and then reshaping all kinds of societies and ways of life. The hold of wage-labour and commodity over our life gives them a reality and dynamics that were unknown in the past. Capitalism today is the only all-encompassing network of social relationships able to expand geographically and, with the respective differences being considered, to impact on Djakarta as well as Vilnius. The spread of a world capitalist way of life is visible in similar consumer habits (McDonald’s) and architecture (skyscrapers), but has its deep cause in the dominance of value production, of productivity, of the capital-wage labour couple.

The concept of a mode of production is contemporary to capitalism. Whether or not Marx  invented the phrase, it has become common since the 19th century because capitalism imposes on us the image of factors of production combined to beget a product or a service bought or sold on a market, and of a society ruled by supply/demand and productivity.

Then the concept was retrospectively applied (often inadequately) to other systems, past and present: the Asiatic or the domestic mode of production. (2) Whatever relevance these derivations have, they pay tribute to the overwhelming presence of the capitalist mode of production.

Capitalist civilization differs from empire, which has a heart, a core, and when the core withers and dies, the whole system around it goes too. On the contrary, capitalism is a polycentric world system with several rival hegemons, which carries on as a global network if one of the hegemons expires. There is no longer an inside and an outside as with Mesopotamian, Roman, Persian, Hapsburg or Chinese empires.

A crisis of civilization occurs when the tensions that formerly helped society to develop now threaten its foundations: they still hold but they are shaken up and their legitimacy is weakened.

As is well known, tension and conflict are a sign of health in a system that thrives on its own contradictions, but the situation changes when its main constituents overgrow like cancerous cells.

A century ago, capitalism experienced such a long crisis, of which the “1929 crisis” was but the climax, and capitalism only got out of it after 1945. Going back over that period will help understand ours.

 

2 : A European Civil War

At the end of the 19th century, capitalism as it existed was no longer viable, on both sides of the capital-labour “couple”: the productive forces of industry were too big to be managed by private owners, and the worker movement too powerful to be persistently denied a social and political role. Capitalism met the issue in a variety of ways. It did not turn “socialist” but it socialized itself, which took decades and included resistance, backlash and outright reaction. (Fascism was one of them, a forced top-down national socialization, as Stalinism was in a different way.) The evolution started with English trade-unionism in the late 19th century and culminated in the post-1945 consumer society.

Reaching that stage took no less than a European civil war.

14-18 and 39-45 were a lot more than inter-State conflicts, and their paroxysmal violence  was not only caused by the extermination capacity of industry. The political and military hubris unleashed by WW II remains a mystery if we neglect the 1920s and 30s confrontation between a restless militant working class, and a bourgeoisie wavering between repression and integration, combining both without opting for the one or the other. Imperial Germany and then Weimar were perfect examples of this situation, but so were Britain where the bourgeois waged a class war in the 20s, especially against the miners, and the US, where unionization was de facto made impossible for millions of unskilled workers.

In 14-18, mutual slaughter came close to a self-destruction of the belligerents, at least until US intervention in 1917. Military illimitation illustrated the explosive power of the contradiction of a system dedicated to eliminate the remnants of the past, while trying to reunite in the trenches the classes of each country. 1918 hardly solved anything. The most advanced country, the US, exported its capital to Europe at the same time as it withdrew from the continent politically. Four outdated empires crumbled and parliamentary democracy went headway, but lacked the means to act as a social mediator. The two structuring classes of modern society remained stuck in a deadlock.

1917-39 broke down the international economy born at the end of the 19th century (the “first globalization”). It was a time of dislocation, of nationalist upsurge, of conflicts between and within States, with the creation of new nation-States without real “national” basis, for lack of a domestic market that could have helped create a people’s unity. (Two of them, Czechoslovakia and Yugoslavia, would break up at the time of the “second globalization”). The mutual dependence of national economies on the world market is essential to capitalism (even the USSR was never totally walled-in), but this process is achieved with a succession and combination of openness (liberalism) and closure (Nazism and Stalinism). Amidst these fault lines, the 1929 crisis added more class collision.

In Germany, it was not the huge unemployment rate that caused the rise of the Nazis: it was the German situation as a whole since 1918. The 29 crash accelerated the ascension of Hitler by aggravating the political factors that had undermined Weimar since 1918. From 1930, the crash facilitated the advent of an authoritarian State, which ruled by government-decrees that deprived parliament of real power. It reduced the reformist capacity of the SPD and Centrum to next to nothing, marginalized the KPD even more, and increased the discrepancy between a democratic façade and a reactionary drift to the past, illustrated by the spread of völkisch nostalgiawhich conveyed a growing nationalist-racist mood and culture. (Unfortunately, idealists like Ernst Bloch were better equipped to understand this time-warp – when the past overlapped the present – than most materialists captive of a linear vision of history. (3) ) 1929 finally signified the disunity of Germany and called for political forces able to reunite the country (the classes) through violence. Fortunes were ruined and beliefs as well. A political vacuum had to be filled, and it was not be done peacefully. Up to 1929, “conservative revolution” remained a contradiction in words: in the 30s, the oxymoron became reality. As it militarized Germany, Nazism re-forged a forced people’s community closed-in on the German race. (4)

Nazi warfare was a head-on pursuit in an all-or-nothing fight, involving planned genocide and implying the final self-immolation of the country: the regime sacrificed German unity rather than yield to clearly superior enemies. When the Nazis engaged in military competition with three great powers at the same time, this was absurd from a pragmatic point of view, yet consistent with the Nazi rise to power and the logic of the regime. This was no Clausewitz-style war aiming to achieve a decisive superiority and stopping when that goal was reached: for Hitler, annihilating the Jews and enslaving the Poles and the Russians were a priority.

In both world conflagrations, Germany stood at the epicentre, with at its heart a heavy industry constricted by a geo-political framework which prevented it from exporting as much as its productive power required.

Various authors have suggested the idea of a “European civil war” from 1917 to 1945, but arch-conservatives, like Ernst Nolte, best emphasized the class undercurrent of that period because of their “class reaction” and political bias. (5) Whatever we think of the Russian revolution and its demise, the Bolsheviks’ seizure of power was a death threat to the bourgeoisie worldwide. It is impossible to understand Mussolini and Hitler if we forget the fear (combining facts and fantasy) of the working class among the bourgeois, a fear shared by a large part of the petit-bourgeois.

Although the working class never seriously tried to overthrow bourgeois rule in Western Europe after 1918, what mattered was that unions and socialist parties were perceived of as a challenge to be met. Fascism differed from the previous variants of reaction throughout the 19th century: it had roots in the industrial world, it drew in crowds, it praised technique as much as it eulogized tradition, in that sense it partook of modernity. Against fascism, Roosevelt and the Popular Fronts reunited the worker movement and those bourgeois ready to let labour play its part politically alongside capital. In that contest, the bureaucratized worker movement led by Stalinism was both an ally and a rival of the Western bourgeoisies. It was therefore logical that national resistance against German occupation should often take on an anti-bourgeois look and discourse against traditional elites associated with fascism, in Yugoslavia, in Greece, and in Italy where patriotic war, civil war and class war mingled against the Nazifascist enemy.

In 1939-45, instead of a proletariat v. bourgeoisie fight, but as a by-product of that previously inconclusive fight, three forms of capitalism confronted each other: the Russian bureaucratic statist version temporarily allied to the Anglo-Saxon liberal variant, against the German (and to a lesser extent Japanese) attempt to create self-sufficient empires.

After 1945, in Western Europe and Japan, parliamentarianism and the constitutional State finally fulfilled their function: to get a “people” together as a nation that integrated the labouring class. In 1943, a Tory politician, Quintin Hogg, said about the English workers: “We must give them reforms or they will give us revolution”. The phrase was excessive, yet meaningful.

1945 was to be different from 1918. At the end of WW I, the most powerful capitalist country stepped aside from European politics: the US refused to be part of the League of Nations and showed little interest in the rise of Nazi Germany. While Roosevelt was busy with the New Deal, he hardly cared about the war in Spain. In 1945, the two major powers, the US and USSR, did not just rule their own countries: each had the ability and the project to extend its domination over other parts of the world. Likewise, the bourgeois were not content with having the upper hand over the workers: the ruling class organized the capital-labour relation in such a way as to consolidate and perpetuate it.

 

3 : How Capitalism Globalized its Crisis of the 1960s and 70s

The post-45 “social peace” was limited to a few dominant countries, and even there “the affluent worker” was a myth. (6) Still, Western Europe developed various forms of Welfare State to pacify the toiling masses Q. Hogg was worried about, and heavily indebted governments (backed by US and Canadian credit) managed to produce the funding. An unspoken bargain was struck.

In the final decades of the 20th century, worker pressure destabilized this consolidation.     Much is known about a crisis that started forty years ago. We will only make two points. The bourgeois managed to quell worker unrest in the 60s and 70s, but (a) did not address the real issue, and (b) the way this “victory” was won and its aftermath have led to more social unbalance. This § 3 analyzes point a. The following paragraphs will deal with point b.

In the early 1970s, capitalist production was running into its inevitable periodic predicament:  over-accumulation creates a mass of value so large that capital is unable to valorize it at the same rate as before. The all-too visible forms of overcapacity and overproduction, not to mention the State “fiscal crisis”, revealed profit deceleration.  (7)

Business re-engineering and globalization were supposed to have remedied that.

As the word suggests, globalization is perceived of as the creation of an open planetary  market where investment, goods and people could (or should) freely move as they please.

This is deceptive.

Firstly, monopolies and oligopolies have not put an end to State rule, which is in fact getting stronger in terms of law and order, and protectionism is not over.

Secondly, what is the bottom line of globalization ?

Downsizing, casualization, substitution of individual contract to collective bargaining, outsourcing of manufacturing from one continent to another, promotion of the service sector at the expense of industry… all the 80s and 90s “re-structuring” was based on one privileged  factor: the systematic lowering of labour costs.

Cutting down wages is a bourgeois constant. “The innermost secret soul of English capitalism [is] the forcing down of English wages to the level of the French and the Dutch. [..] Today, thanks to the competition on the world-market [..] we have advanced much further.” Marx quotes an English MP saying that “If China should become a great manufacturing country, I do not see how the manufacturing population of Europe could sustain the contest without descending to the level of their competitors.” Marx concludes : “The wished-for goal of English capital is no longer Continental wages but Chinese.” (Capital, vol. I, chap. 24, § 4)

Wages, however, though the most important variable in capitalism, are not the only one.

A remedy can prove worse than the cure.

Productivity gains were high again in the 1990s, especially in the US, thanks to computerization, the elimination of smokestack industries, and investment in low labour cost manufacturing in Asia. But, however much computers and containers help compress and transfer labour, they only patch up the causes of profit decline. All the critical features of the 70s are still here forty years later, masked by the profits reaped by a minority of firms and by the windfall profits in the finance sector.

The current huge technical changes, particularly the computerization of production and daily life, are misunderstood as a third “technological revolution” of comparable magnitude as those brought about by the steam engine in the early 19th century, and by electricity and the internal combustion engine late 19th-early 20th.  This is forgetting that productive forces are not mere technical tools. By themselves, petrol and chemistry would not have been enough to generate an industrial expansion between 1870 and 1914, and Taylorism-Fordism was a lot more than the conveyor belt.

The social dilemma of the interwar period (intensive accumulation without mass consumption) had been resolved in the post-45 boom: intensive accumulation with mass consumption by transforming part of productivity gains into higher wages. In the aftermath of WW II, the US would export goods that differed from those then known in Europe, manufactured by another type of management, and harbingers of an innovative lifestyle. On the contrary, in the late 20th century, the Asian tigers and dragons, “New Industrial countries” as they were called, and now China, all too quickly labelled “the workshop of the world”, make the most of existing techniques and manufacture the same objects as those made in the West, albeit at a lower cost. As supply exceeds demand, prices are pressed down… so are profits. The “long decline” that started in the mid-1970s has been compensated for but left unsolved. A new accumulation phase would imply more than technology, and require no less than the launching of new forms of production and labour, in other words a different regime of accumulation and a a different mode of regulation. On the contrary, emerging economies rely on a neo-Taylorism without Fordism(8)

The bourgeoisie has tried once more to short-circuit its partner-opponent by a roundabout technological fix, this time by a leap forward in MTC (Means of Transport & Communication): this is as successful as dosed-up growth can last.

Moreover, Chinese economy is not self-centred and at present no indicators show it is going to cease being over-dependent on exports.

Besides, as it is transferred from the old industrial metropolises to Asia, labour gets organized, presses demands, and wage rises in China start forcing companies to invest in countries with a supposedly more docile workforce.

Globalizing a problem is not enough to solve it. Internal production costs, as well as external and social costs (to remedy environmental damage) cannot be made up for by in-firm productivity gains, especially in countries which have opted for a service economy. The profitability revolution formerly experienced in agriculture and industry will never be on the same scale in the service sector: some of it is ideal for standardization (telecommunications), some is not (health care).

There is no need to dwell on the fact that since 2008, the ruling classes have treated the crisis by means that perpetuate it. Lowering labour income for the sake of reducing companies’ and governments’ deficit, and injecting more cash into banks, will not address the basic issue: insufficient value creation and investment, which no expanding trade can compensate, particularly an expansion souped-up by credit. The bourgeoisie is going the opposite way of what helped come out of the 30s Depression: demand support, public regulation, long-term investment.

So, if capitalism did make a fresh start at the fall of the 20th century, its victory was not what it seemed. The current crisis reveals that the 80s and 90s boom did not overcome the 1970s predicament: overcapacity, overproduction, overaccumulation, declining profitability. The worldwide growth of the last thirty years is undeniable and unsound. Its success is based on causes that contradict the system’s logic: capitalism cannot durably treat labour only as a cost to be reduced at all costs, prioritize the financial sector, live on debt, nor extend the American way of life on all continents. Each Earthling, or even a couple of billions, will not possess his own car, pool and watered lawn.

 

4 : Neo-Liberalism Fallacy

While each of us is personally encouraged to live on credit, States are increasingly supposed to be run on the « prudent man » principle of responsible management: “Let’s not spend more public money than we have”.

In fact, late 20th century neo-liberalism had little in common with 19th century liberalism, when the bourgeois used to cut down on public expenditure, arguing that those sums would deplete their own hard-earned money and decrease investment. The role of the State and its budget were to be kept to a minimum.

This is not at all what Thatcher and Reagan initiated. When they increased public spending by debt financing, it did not help resolve the fiscal crisis of the State, nor was it that policy’s goal : its dual purpose was to reduce the tax levy on companies, and to reduce labour ability to put pressure on profits. Privatizing and deregulating industry and banking (a process inaugurated in the US by J. Carter and continued by B. Clinton after 1993) aimed at shattering the institutional framework which provided labour with means to defend itself (the famous “Fordist compromise”). Neo-liberalism was doing away with mediations that gave a little individual and collective protection from market forces.

This had to occur at the core of the system: manufacturing, transport, energy, namely sectors which were (and still are) vital and where worker organization and unrest were the greatest. So the attack naturally targeted large factory and steel workers, miners, dockers, air traffic controllers… As those key sectors were defeated, finance took the opportunity to push for its own interest at the expense of industry: this was a side-effect of the evolution, not its cause.

The rise of Asia was another consequence of labour defeat. US, European and Japanese bourgeois started having products manufactured in Asia or Latin America, then opened their markets to Chinese imports, only after having crushed worker militancy in their own countries.

 

5 : Wages, Price & Profit

A Niagara of articles are being written to explain how the bourgeois (usually called the rich) have been stealing from the poor for the last decades. Quite true, but the relevant question is whetherafter 1980, the bourgeois counter-attack on labour was successful… or too much so. Systematic negation of the role of labour (i.e. systematic downsizing manpower and cutting down labour costs) brings profits in the short term, but proves detrimental in the long run. Global growth figures of world trade and production in the last thirty years obscure the essential: there are still not enough profits to go round. Faster capital circulation does not necessarily coincide with better profits. In 2004, a number of French companies increased their yearly profits by 55%, mainly because they freed themselves of their own less rewarding sectors. The question is how far insufficient profitability can be compensated by a strategy that benefits a minority entrenched in strategic niches (the expanding hi-tech business, companies with strong links to public spending, and last but not least finance). There is nothing new here. What was called the mixed economy or State monopoly capitalism in the 1950-80 period also relied on a constant transfer of money from business as a whole to a happy few companies. (9) But the running of such a system implied a modicum of dynamism: the most powerful firms would have been unable to take more than their share of profits if overall profitability had been lacking.

Capitalism is not simply an accumulation of money at one pole (capital) and an outright lowering of costs on the other (labour). And even less so an accumulation of speculative windfall profits made at the expense of the “real” economy, i.e. companies that make and sell items (be they mobile phones or on-line bought films). Capitalism cannot be just money sold for money.

From the mid-19th century onwards, capital has always had to take labour into account, even under Stalin and Hitler. (10) If there is one lesson to be learned from Keynes, it is that labour is both a cost and an investment.

There is a limit to what capitalism can exclude without reaching a highly critical stage: in a world where the economy and work reign, the continuity and stability of the existing social order depends on its ability to put at least a fair amount of proletarians to productive work.

Productive in more than one sense: productive of value for companies to accumulate and invest; productive of wealth for the ruling classes and of money for taxes; productive of what is needed for the upkeep and reproduction of the dispossessed as a distinct group and a pool of potential labour; productive of the necessary maintenance of what remains of other classes; and productive of “meaning”, of collective ideas, images and myths capable of getting classes together and taking them along towards some common goal: a society, and this applies to capitalist society as well, is not an addition of passive workers and atomized consumers.

The nexus here is how much capital’s treatment of labour affects the reproduction of society. The renewal of the labour force has to be global, both social and political.

On the contrary, re-engineering has been functioning since the 1980s as if labour was open to ruthless exploitation. Manpower looks inexhaustible (bosses can always hope replace insubordinate or aging proletarians by fresh ones), yet it is not.

In 19th century European factories (as in many factories in the emerging countries today), the bourgeois would exploit the worker until he wore out. This brought in lots of profits for years, but when the army called up millions of adult males in 1914, the military realized that the lower classes were plagued by malnutrition, morbidity, rickets and disability. It is fine for the individual boss to care only about the value produced in his company. Bosses as a class have to take into account the reproduction of the labouring class. Misery and profit do not always get on well:  labour is often more productive when he is better paid, housed, fed, kept in good health and even treated with a modicum of respect.

Socially, “rich” countries have abandoned their poorest 20% (the bottom fifth) to their dismal fate. The relative part of wage-labour in national income has gone down (sometimes by 10%) in the US and in most old industrial countries. Millions of young adults live in poverty, there are more and more working poor and new poor, blue collar and petty office workers (60% of the working population in France) are being levelled down, etc., yet upper class victory has its price. The drive to ultra-productivity causes work stress, loss of working hours and other expenses, the burden of which ultimately weighs on collective capital.  Likewise, cutting down the “social” wage is short-sighted policy: money spent on education, health and pension is an investment which benefits capital’s cycle. Too much cost-cutting has brought in quick profits, but the incidental expenses of globalization will have to be paid for.

The more and more unequal sharing of profits between capital and labour is one aspect of a lack of profitability, caused not by the greed of financiers (the bourgeois are no more or less greedy today than yesterday), but by the shortage of profits gained in industry and commerce. If one leaves the US aside, “the world economy proves incapable of sustaining a demand that would keep its productive (and particularly) industrial capacities busy”. This was the point made in 2005 by a French economist with no Marxist or leftist leanings, Jean-Luc Gréau. (11) He argued that the systematic worldwide lowering of labour costs is part of the problem, not the solution: “How do economists manage to publicly ignore the effects of wage deflation on the world situation ? [..] Wage deflation means deflation of value creation.”

As mass consumption is now a cornerstone of capitalism, systematic downsizing and outsourcing finally lower the purchasing power of wage-earners and unemployed. Far from being a mere fiction, money is substantified labour, and the relevance of money derives from the living labour that it represents. When labour is degraded, neither rich nor poor can endlessly buy on hire purchase, and sooner or later the debt economy meets its limits. Under-consumption is an effect, not a cause, but it intensifies the crisis.

Politically, the bourgeoisie needs workers who work and who keep quiet when they are out of work. As long as wage-labour exists, there will never be enough work for everyone. But there has to be enough of it for society to remain stable, or at least manageable.

Capitalism’s logic has never been to include everyone as a capitalist or wage-earner, nor to  turn the whole planet into middle class suburbia. Nevertheless, capital-labour relations necessitate some balance between development and underdevelopment, wealth and poverty, official and unofficial labour, job security and casual work, stability and flexibility. Otherwise, the privileged residents from suburbia will be afraid to go shopping downtown at the risk of being met by underclass gangs, muggers or looters. Too many gated communities coexisting with too many slums make a socially explosive cocktail. A society cannot be pacified only by police.

In order to reproduce itself, capitalism must not only feed and house the wage-worker, but reproduce what constitutes his life, his family, education, health, etc., therefore the whole of daily life. The supposedly normal course of capitalism is far from peaceful, and social tensions are different in Turino, 2000, from Manchester, 1850: food riots are rarely to be seen in “rich” countries now, though millions of US citizens have to eat on food stamps. Poverty and want change with the times. If contemporary daily life has been successfully turned into a succession of purchases (millions of people trade on eBay and similar sites), that does not prevent the repetition of riots in the old capitalist centres as in the new ones. Looting is not revolution, but when the poor take to the streets to go looting, as in London, 2011, it shows the market unleashes forces it cannot control.

When the bourgeois wonder how to bring back solvability not only to large masses, but to whole countries, it is because the wage relation runs the risk of not adequately providing conditions for social reproduction any more.

 

6 : The Impossibility of Reducing Everything to Time

When driven to extremes, the permanent search for time-saving becomes counter-productive. Shortening time results in everything being treated short-time. In 1960, the success of the American way of life was proved by its ability to convince the motorist to buy a new car model every two years: fifty years later, our home computer recommends we update our software every odd week. Built-in obsolescence conflicts with sustainable growth and renewable energy: the essence of time is that it can neither be stored nor renewed.

There comes a point where social pressures no longer drive the system forward, but strain it. What previously made it strong – to separate, quantify and circulate everything at maximum possible speed – turns against it.

Time is a contemporary obsession, at work, at home, in the street, everywhere. When companies try to produce and circulate everything in real time, what they are really aiming at is zero time. Modern man cannot bear to be doing only one thing at a time. A Martian visitor might think we manufacture and consume not so much objects as speed. Competition forces each firm to minimize labour costs, and each worker’s contribution is to be counted in time – however debatable the resulting figure will be. Computers and experts are there to economize time, to absorb it, eventually to nullify it: “Time & space don’t exist any more”, says your HP Photosmart printer CD. Yet this never goes fast enough to make time profitable enough.

Capitalism always proves at its best in the short term, but nowadays it lacks some vision of the future and some public regulation that only work in long time-frames.

 

7 : A Class Outof Joint

When he is left to himself, the bourgeois seeks his own maximum profit, and follows his natural inclination to combine technical prowess with money grabbing.

One of his recent favourite ways has been to promote the domination of interest-bearing capital over industrial and commercial capital.

Since the Industrial Revolution, hypertrophied finance has usually been a sign of capital overdrive. Low break-even point in manufacturing and trade spawns a tendency to seek higher capital efficiency in money circulation, which inevitably results in crude and sophisticated speculation. This works fine – as long as it lasts – for the happy few in Wall Street and the City, but results in an imbalance between the various bourgeois strata.

There is a connection between labour’s defeat at the end of the 1970s, and the shake-outs which have occurred in finance since. Financial freewheeling is one of capital’s preferred methods of negating what creates it: labour. Credit means spending the money one does not have but hopes to get, for instance by turning the (expected) rise of one’s house on the property market into an increased borrowing capacity. Money however is not endowed with an endless power of self-creation: it only makes the world go round in so far as it is crystallized labour. Financial crash is a reality-check: between labour and capital, the cause and effect relation is not what the bourgeois would like to think. Labour sets capital (and money) into motion, not the other way round.

Speculation is a natural, and indeed indispensable feature of capitalism: over-speculation heralds financial storms.

As class struggle turned in favour of the bourgeois after 1980, they took maximum advantage of the situation, of course at the expense of the proletarians, but also with a power shift within the ruling class, and the rise of financial capitalists exacting two-figure profits when industrial profit rarely exceeds 3-4% per year in the long run.  Rent, formerly surplus profits obtained by monopolising the access to resources or technologies, has tended to become the dominant form of bourgeois income: securitization (transforming debt into commodities), derivative markets (literally selling and buying the future: insurance, options, risks, derived from existing assets), speculation on commodities, speculative bubbles (particularly on the property market), stock options, etc. Hi-tech and cyber-economy revive a rentier class Keynes wished to see euthanized in the interest of the system as a whole. Financial escalation and unprecedented money creation by banks are too well known for us to go into any detail here.

Some synergy must be found between financier and engineer, shareholder and manager. Share prices are not the only yardstick for deciding the optimum cost/benefit ratio. Financial products are as “real” as ironmongery, but only in so far as they are developed in parallel to manufactured and sold objects and services which are more than mere money flows.

All bourgeois share a common position as a class. It is the would-be reformers (often repentant intellectuals familiar with the corridors of power, like J. Stiglitz, policy maker in the World Bank and the Clinton administration) who theorize the “real” economy and hope to enrol true entrepreneurs in opposition to money-makers. The bourgeois are divided but stand as one against labour to defend their interlaced interests. There was no cohesion in the German ruling class in the 1920s, until it rallied behind Hitler. A lot will depend on whether financial, industrial and commercial sectors will remain disunited, or converge on a policy of reform – not the case so far.

 

8 : The Money God that Fails

When the worker struggles of the 60s-70s were contained, unchecked capitalism acted as if it was free to capitalize everything, the air we breathe, the human genome or the Rialto bridge. Anything is liable to become an adjunct to value production or an object of commerce.

Though this trend to universal commoditization is more proof of capital’s omnipresence, capitalism cannot do with an entirely capitalized society: it needs institutions and norms that are subordinate to it, but it also needs them not to directly comply with the profit imperative. Schools are not supposed to add value to a capital. Civil servants are not business men. “Research & Development” requires basic research. Accounting requires trustworthy figures. The same company which fiddles its own book expects to be provided with honest government statistics. Public services have to submit to capitalist standards and yet retain a certain degree of autonomy.

If the limits of homo economicus are now being debated, if Karl Polanyi and his critique (The Great Transformation, published in 1944) of the illusion of a self-regulating market become fashionable, it shows that even the liberals have to admit the necessity of restraining the grip of profit-making over society. Polanyi contended that the human propensity towards the market was historical, not natural: capitalism had disembedded the production of the means of existence from both social life and nature. No Marxist and certainly not a communist, Polanyi was not opposed to the existence of a market: his remedy to the autonomization of the economy was to re-embed productive activity within mutual links.    Written in the aftermath of the Great Depression, this critique coincided with a capitalist effort to regulate market forces. In the last decades, there has been a renewed interest in Polanyi’s emphasis on “embeddedness”: reformers would like the economy to be brought under social control, in order to create a sustainable relationship with nature..

Polanyi had a point : individualist money exchange erodes the social fabric. He only failed to see that we cannot expect capitalism to limit itself: the market always tends to over-develop. As the liberals are right to point out, the advantages of capitalism come with its defects. In the colleges where The Great Transformation is taught, managers dream of tying teacher pay to students’ performance on standardized tests. Polanyi was a naïve believer in the self-critique of capitalism.

 9 : Quantifying the Qualitative (When the disease becomes the medicine)

How does a system based on universal measuring react to excess quantitativism ? By quantifying quality. You can now do a Ph.D. in Happiness Studies : Gross Domestic Product is fine when complemented by Gross National Happiness.

At a time when the West doubts its own values and looks to the East for soul food, it is not by chance that GNH originated in Bhutan, the first country where it was first officially used. The concept was not born out of pure tradition: it was invented by the local rulers when Bhutan was going through a modernization process – a code phrase for entering the capitalist age. GNH was to act as a bridge between mercantile pressures and the prevailing Buddhist mind-set, and to provide Bhutanese society with an ideology presenting wage-labour and a money economy as suited to the well-being of people. Similar surveys followed in “modern” countries, and opinion polls now collect data on wellbeing. (12)

It is a well-known sociological “law” that in a survey the questions determine the answers : the sophisticated indicators used in interviews to measure the population’s well-being served to hammer into Bhutanese heads the idea that Bhutan’s evolution was good for them.

GNH is as manipulative as GDP, but also equally deceptive for its users, be they experts or the rulers that pay the experts. While it claims to be a guide to proper planning for the future, and to be taking into account non-strictly economic factors, GNH works with the same logic as value: it puts everything together, from the water-table to girl school attendance, and synthesizes it (or pretends to) in order to reach figures and graphs that bring down reality to common features. Applying econometrics to daily life cannot compensate for the lack of a general vision that the present competing world of States and companies is by its nature incapable of achieving, as everybody actually knows. It is an open secret that GNH compilations scarcely help upgrade sustainable development, cultural integrity, ecosystem conservation, and good governance. But never mind. As GNH fails to quantify well-being and happiness, new constructs see the light of day, like the Genuine Progress Indicator. As mental health does not suffice, emotional health is now deemed metrically measurable. When factual data prove inadequate, specialists compile memories. Whenwellness falls short of required norms, a long list of various wellnesses is made up, and new papers are written.

The figure society is also a report society. In 2005, the United Nations sponsored a Millennium Environment Assessment project, to evaluate nature according to what it gives us, and to know the cost if we lost it: its contribution for 1982-2002 was estimated at $180,000 billion. The figure has been contested, which requires more MEA studies. Productivism may be discredited in manufacturing, not in research.

Happiness teachers are the contemporary lay preachers that patch up the inadequacies and monstrosities of present times. It is quite natural that Happiness research should obey the reductionist figure-obsessed logic that prevails in intellectual and political life, or in education, where school-kids are assessed by box-ticking: we are all benchmarked now. Tellingly, this is not what critics object to. They denounce the fact that governments define GNH as it suits them: isn’t that the case with all statistics ? They deplore the un-scientific criteria : how could well-being fit in with any objective standard ? Only a scientistic mind can regard happiness as an object of science, or emotion as an analog to economic progress. They bemoan the national bias, but it was inevitable Bhutan should find comfort in its own version of GNH. A 21st century US GNH would validate the American way of life as the US likes to picture itself now, a multi-cultural, eco-conscious, minority-friendly society, certainly not as it was in 1950.

GNH is a product of a time when a GDP-led world is in crisis, and deals ideologically with its crisis. Zen wisdom goes well with GNH.

 

10 : Forbidden Planet ?

A system bent on treating labour as an infinitely exploitable asset acts the same with nature. As early as the 50s and 60s, far-sighted observers warned about ecological risks. (13) Yet, as a whole, post-1980 growth has meant more production, more energy (including nuclear energy) consumption, and more planned obsolescence.

A capitalist contradiction has become more visible and more acute than a century ago: if this mode of production is bound to commoditize everything, this process includes its environment (“nature”), which can never be completely turned into commodities. It is economically sound for a fridge or a video-on-demand to be indefinitely interchangeable and renewable. The same logic does not apply to trees, fish, water or fossil fuels. It is going to be harder to do something about CO 2 than it was in the 1930s to remedy the damage done by the dust bowl. Even if the US benefits from shale oil and shale gas (which remains to be seen), for most countries the cost of fossil energy will continue to rise and become increasingly uneconomical, which does not mean that this will block the system: there is always a way out of a severe profitability dilemma, a calamitous way.

Capitalism must find some balance between itself and what it feeds on, with its social as well as natural environment: “nature” is one of those indispensable not-to-be-fully capitalized elements.

What is involved here is first the wage versus profit issue, but also everything it implies. Company, wage-labour and commodity are indeed the heart of the system, but that heart only beats by pumping what fuels it, mankind and first of all labour power, and also nature.

One does not have to be an ecological catastrophist to realize the contrast between the beginning of the 21st century and the situation in 1850 or 1920. A huge difference with the 1914-45 crisis is that accumulation now meets ecological limits as well as social ones: overexploitation of fossil fuels, overurbanization, overuse of water, climate risks… combine so that the mode of production uses up its natural capital, while the decline of Keynesianism deprives the State of its former regulating capacities.

When private market forces are no longer checked by public counter-power, capital’s inherent illimitation is given free rein. Deregulation, privatization and commercialization have contributed to deplete natural conditions which cannot be infinitely renewed. In 50 years, chemistry and agribusiness have multiplied by 4 or 5 the yield of wheat-growing land… providing the farmer inputs 10 calories to get an output of 1. The day capital has to factor in all the elements necessary to production, overexploitation will start becoming economically unprofitable.

Up to now, business could regard energy inputs, raw materials and environment as expendable sources of wealth which were taken for granted. As long as the cost of water pollution by the aluminium factory for the rest of society would not be paid for by either the producers or buyers, business could ignore it. Such a “negative externality” must now be integrated into production costs: this, capital finds difficult to do, and so far there has been less action than talk, with “systems thinking” and “systemic approach” becoming buzz words. “De-growth”, “un-growth” or “zero growth” are incompatible with a system that still relies on mass manufacturing and buying of big (cars) or small (e-readers) items, planned obsolescence, and huge coal-fired or nuclear power stations. Smartphone is as much productivist as the Cadillac car.

Ecology is now part of ruling class ideology. It has even given birth to a new popular genre: doomsaying, which in true religious fashion thrives on fear and guilt: the fault lies in human acquisitiveness, in our ingrained materialistic foolish hedonism.

Yet the world is not determined by the opposition between man and nature, between technique and nature, between a destructive megamachine and the continuation of life. The biosphere is indeed one of the limits against which capitalism collides, but the connection between the human species and the biosphere is mediated by social relations. The “nature” we are talking about is not exterior to the present mode of production: raw materials and energy are part of the framework whereby labour produces capital.

Electricity, for instance (a form and not a source of energy), perfectly suits capitalism: it exists as a mere flow that is not easy to store, and therefore must keep on circulating. If its production costs happen to exceed its benefit, what can business do except passing on the buck to the State, but where does public money come from ? We are faced with the paradox of an amazingly mobile and adaptable system that has gradually built itself on an increasingly non-reproducible material basis.

Human, social and natural ability to adapt, for better or worse, are certainly larger than we think. Soon we might have to get used to living in a highly dangerous environment. The Japanese start to wonder what is worse for a child : having to play in an irradiated playground environment, or be banned from outdoor playing ? Nuclear power creates a situation when capitalist investment could stop being profitable. For its own reproduction, a social system feeds on (human and natural) energy and raw materials. If a  system spends more resources ( = money) on preserving its environmental conditions than it is getting out of them, if the social input exceeds the social output, society breaks down.

As present society is unable to address the issue on anything like the scale necessary, two options combine: mild accommodation, and playing the sorcerer’s apprentice. Science,  business and government are currently cooking up imaginative and (allegedly) profitable geo-engineering solutions : removing carbon dioxide from the atmosphere and depositing it elsewhere (like “advanced” countries shipping their industrial toxic waste to Africa), managing solar radiation to cool the planet by reflecting radiation into space, fertilising oceans with iron, brightening clouds, etc. If climate goes wrong, let’s have weather control, and if industry puts the environment at risk, let’s change nature. (14)

Dodging the obstacle by the same means that create it : one wonders which is worse, the failure or success of such science-fictional projects.

11 : No Capitalist Self-Reform

There is no shortage of lucid perceptive minds in capitalism. Indeed, some of its early theoreticians suggested restraint (A. Smith) or reforms (Sismondi). (15) Nevertheless, such moderating influence fell on deaf ears, unless it was backed by mass action, strike, riot, Chartism, the Paris Commune, fear of revolution, or in the US the violence narrated by Louis Adamic’s Dynamite (1931). It always takes more than books and speeches for a class to realize where its long-term interest lies.

Only organized labour forced doses of regulation upon reluctant bourgeois: no New Deal without the sit-down strikes.

On the contrary, in the ebb of struggles, freewheeling capitalism acts as if it could make the most money out of anything.

Today, the more data are collected, the more sophisticated software and applied maths become (high frequency trading), the less self-control there seems to be. A case in point is the reluctance to separate investment from commercial banking, as compared to the scope of the Glass-Steagall Act in 1933. Instead, the rulers look for more control over work and over the people. Neo-liberalism never minds government when government deals with law and order, and it is quite compatible with bureaucracy. Laws, regulations, guidelines, protocols and codes of ethicshave proliferated with the computerized standardization of every domain from medical care to education or the stock exchange. The precautionary principle is hyped by the same society that keeps playing with fire (nuclear risk being just one example). Potentially unhealthy industrialized food is served by glove-wearing shop-assistants. The consensus is that the more information we read on packets or on the web, the safer we are. The “Knowing Is Doing” fallacy is typical of a world in disarray.

Self-control has never been capitalism’s strong point. The bourgeois excels in making use of human and natural resources to produce and accumulate but, despite thousands of think-tanks, he is unable to think of capitalism as a totality because it is not his business, literary. When a company invests in a factory or a mine, the managers make the most of manpower, raw materials and technology, and only take care of the rest (occupational accidents, toxic waste, water pollution, etc.) if and when they come under pressure from the work force, law, local authority or whistle blowers. Bourgeois priority is to increase the productivity of labour and capital: that is what they are bourgeois for and they prove good at it. Long-term and “holistic” thinking come second.

Paradoxically, the abundance of reform “road maps” is a sign of procrastination. Most schemes conform to the current tendency of increased individualization. Whenever the possibility of higher direct or social wage is raised, it is usually conditioned on the wage-labourer personally submitting to overtime, compulsory re-training, a private insurance policy, etc. This is neglecting the fact that a social compact is only viable if it is collectively entered into and respected: in other words, collective bargaining. Yet the bourgeoisie persists in treating society as an addition of single atoms free to associate or stay apart. Historical replies to social questions cannot be individual.

Capitalist challenge nowadays is to make labour more profitable, and also to restore a working balance between accumulation and natural conditions. The ruling classes are evading both issues.

European politics is a clear illustration of this. The rush to unity almost immediately followed the proletarian defeat of the 1970s. At the same time as China was busy accumulating dollars thanks to the US trade deficit, the euro was born. This single currency was groundless: it did not come out of any socio-economic, let alone political, coherence. What is sometimes called the biggest single world market is nothing more: the European Union is a 500 million-strong market devoid of common purpose and political leadership. Nation-building took centuries in Europe. State is now declared outmoded, whereas trade is regarded as a pacifier, equalizer and unifier. A single currency has been imposed upon unequal, rival and still national economies, as if Greece could quietly coexist with Germany (2/3 of German trade surplus comes from the euro-zone), while the European budget is a trifling amount  compared to the US federal budget. This is tantamount to diluting the social question by extending it over a larger and larger geographic area.

 

12 : Deadlock

The proletarians are not just victims of capitalist contradictions: their resistance deepens these contradictions. Chinese workers put forward wage claims. Thousands of miles away, Accor hotel cleaners fight for better working conditions. Even when defeated, and it often is, labour unrest aggravates the crisis, and contributes to a social stalemate in which up to now all classes take part, as between the two world wars.

Unlike the 30s, however, no New Deal is in sight. Far-reaching reform is impossible without a large deep social movement: deprived of mass pressure on the shopfloor and in the street, reformers remain powerless.

In the mid-20th century, in spite and because of proletarian defeats, the labour/capital confrontation finally entailed an adjustment of the exploitation of labour and began to regulate itself, with the “capital + labour + State” association.

Today, opposed classes counteract each other without any reformist nor (yet) revolutionary prospect. Up to now, capital disrupts and breaks apart labour far more than labour practically challenges its own reality. As we will see in the next chapter, few acts could qualify as anti-work or anti-proletarian.

Though the past is never re-enacted, the inter-war period offered a not too dissimilar picture, with the bourgeoisie proving unable to reform capitalism and the working class unable to overthrow it, until political and military violence unblocked the historical evolution.

As recalled in § 2, three forms of capitalism coexisted and fought in the 30s and 40s: a “market” type led by the US and Britain; a “State bureaucratic” type in the USSR; and a German very different but also State-managed type, where under Nazi rule the bourgeois kept their property and wealth but lost political leadership.

We now know what happened in 1945 and later in 1989, but in 1930 or 1950 very few (bourgeois or revolutionaries) were able to tell how it would all unfold. It is easy to explain today why the variant most adequate to the inner nature of capitalism would come out as the winner, but the other variants proved fairly resilient, to say the least. The vagaries of 20th century class struggle brought the unexpected: though they were indeed capitalist (and it was essential for radical critique to be clear on that issue, as it still is now), Stalinism and Nazism did not fit well with capitalism as communist theory was able to understand it at the time.

Because the State absorbs and concentrates society’s potential violence, intra- and inter-State contradictions, far from being neutralized, generate multiple tensions and conflicts, including those now called ethnic. Contemporary globalization inevitably comes with the prospects of war. The 1914-45 era reminds us that in the absence of revolution, disorder and cataclysm can throw a social system into turmoil without terminating it.

 

13 : No « Creative Destruction »… Yet

All the components of the crisis we have summed up refer to the degree of exploitation, to the relation between the two classes that structure the modern world.

When labour pressure is unable to moderate private capital and influence public policy, wages tend to go down, consumption to rely on hire-purchase, finance to dominate industry, privatization to develop at the expense of public services, money to colonize society, the market to evade regulation and short-termism to prevail over long term investment and planning. In Victorian days, later at the end of the 19th century, and then after the 1917-45 European civil war, each time worker unrest, in spite of its non-revolutionary character, threatened profits, until it forced the bourgeois into better adapted forms of exploitation.  Labour countervailing action periodically drives capital forward and both softens and worsens its domination: “taming” capital reinforces it.

The transition from Keynesian-Fordist national compromise to globalized unbridled bourgeois rule resulted from a shift in the social balance of power. After 1945, the business-union-State settlement depended on the ability of labour to impose some form of deal. The 1960s-70s struggles put an end to give-and-take. The ruling class won.

Today’s class struggle in the West combines labour resistance and bourgeois refusal to give up even a portion of its vested interests. The interlocking of the two forces results in a stalemate than cannot go on for ever.

Capital has acted as if it could disintegrate labour, or even obliterate it, as bluntly put by professor M. Hammer in 1990, whereas labour is the stuff capital is made of. It is sound capitalist strategy to lower the cost of labour in Denver by having local workers buy cheaper imported goods. This is what Britain did in 1846 with the repeal of Corn Laws that limited food imports : cheaper bread reduced labour’s cost of life, hence wages. But when US capital gives Denver labour the strictest minimum pay to buy mainly made in China goods, there is a flaw: what will be manufactured in Denver, and what to do with the local proles ? Not everyone has the chance to become a computer specialist, nor the ability to live on diminishing social benefits: will work in the future be (in the best of cases) casual, or (more likely) a succession of menial odd jobs and periods on the dole ? Bourgeois answer is yes : there will remain a lot of unemployed and working poor in Denver for quite a while, but it does not matter because they can still eat junk food and afford Asia-made cell phones. It is logical, but the logic is warped.

Prioritizing global over local, un-coupling the wage-worker income from the society and the market where he lives, would be feasible if labour was as flexible, fluid, separable and expandable as figures, indeed… as money, i.e. a substance that is transferable, interchangeable and dispensable with at will. And this precisely is the capitalist dream. The present condition of the world and the current crisis prove how strong this utopia is, and how wrong: virtuality is a fallacy. The “real” economy may not be as tangible as it seems, but it has a degree of reality which the financial universe is lacking. On can play with money, “liquefy” banks and launch credit lines at will for years. On the contrary, labour is neither virtual nor virtualizable.

Capitalism never overcomes its contradictions: it shifts them, adapts them to its logic while adapting itself to them.

“Capitalist production seeks continually to overcome these immanent barriers, but overcomes them only by means which again place these barriers in its way and on a more formidable scale.” (Capital, vol. III, chap. 15)

Capitalism is based on its ability to provide wage-labour with means of existence. It can keep going with billions of people starving, as long as the core – value production – perpetuates itself on a constantly enlarged scale (as required by competitive dynamics : today Shanghai is part of the centre of the system as much as Berlin). Manchester was prosperous while “the bones of cotton-weavers [were] bleaching the plains of India”, as the Governor General of India wrote in 1834. Utmost misery is no big news.

The bourgeois problem is twofold:

(a) The core itself is in deep trouble. A social system can make do with starving masses, as long as its heart provides sufficient pump action: capitalist “heart” is a value pump, and for forty years the pump has not been delivering enough, however much profit is made by a minority of firms, and whatever money is created and going round.

     (b)The heart of the matter is not the whole matter. US, European, Chinese, etc., capitalism cannot go on in an eruptive explosive world. Though eruption does not mean revolution (to give just one example, social violence in Bangladesh is as much related to religion as to class), but business needs a minimum of law and order as well as political stability.

We are not talking about countries or parts of the world (North/South, the West/Asia), but about “unequal development” within nearly every country. The ruling classes are not particularly worried about what goes on in a backwater Bolivian province, a miserable London estate, or a deprived Islamabad district, and just deal with it by appropriate doses of police beatings and public relief. A very different situation arises when Bolivian villagers, rebellious English youths or rioting urban Pakistanis create unmanageable political confusion, disturb the flow of national capital, disrupt world trade, and indirectly cause war and geopolitical chaos. Class struggle strictly speaking (viz. merely involving bourgeois v. proletarians) is not the only factor that sets capitalism off course.

Capitalism is based on conditions that must be reproduced as a whole : labour first, also everything that holds society together, not forgetting its natural bases. “Crisis of civilization” occurs when the social system only achieves this through violent tremors and shocks, which eventually drive it to a new threshold of contradiction management.

In our time, if capitalism finds a way out of the crisis, recovery will not be soft and irenic. Social earthquakes, political realignments, war, impoverishment will come together with consumer individualism in the shadow of a domineering State, in a mixture of modernity and archaism, permissiveness and religious fundamentalism, autonomy and surveillance, moral disorder and order, democracy and dictatorship. The nanny State and militarized police go hand in glove. In the emblematic capitalist country, New Orleans after Katrina in 2005 provided us with glimpses of a possible future : infrastructure breakdown, overburdened public services, effective but insufficient grassroots self-help, law and order restored by armoured vehicles.

Defining a crisis is not telling how it will be settled. No European or North American country is now approaching the point where class disunity, political confrontation, ruin of the State and loss of control on the part of the ruling class would prevent the fundamental social relation – capital/labour – from operating, but conditions are building up to create such a situation.

One thing is certain. The historical context calls for an even much deeper response than in the 1930s, and no solution is on the way, no “creative destruction”, to use a phrase coined by Schumpeter in the middle of a world war.

 

14 : Social Reproduction, So Far…

Unlike a bicycle that can be kept in its shed for a while, capitalism is never at rest : it only exists if it expands.

Social reproduction depends on the relation between the fundamental constituents of capitalist society. There’s no objective limit here. Labour may go on accepting its lot with 10% unemployed as with 1%, and the bourgeois can go on being bourgeois even if the “average” profit rate goes down to 1%, because global or average figures have meaning for the statistician, not for social groups. War brings fortunes to some, huge losses to others. There are times when the bourgeois will accept a 1% or 0% profit if he hopes thereby to continue being a bourgeois, and times when 10% is not enough, and he’ll risk his money and position to get an unsustainable 15%: then the break-even point becomes a breaking point. Capitalism is ruled by the law of profit, and its crises by “diminishing returns”, but this diminishing can hardly be quantified. This is why there have been very few figures in a study that wishes to assess the break in the social balance, viz. the contradictions able to shape and shake up a whole epoch.

(a) Which irreproducibility are we talking about ? Capitalism does not render its own production relationships null and void. No internal structural contradiction will be enough to do away with capitalism. To speak like Marx, its “immanent barriers” do not stop its course, they compel it to adjust: they rejuvenate it. The system’s social reproduction remains possible if bourgeois and proletarians let it go on.

(b) Only communist revolution can achieve capitalism’s non-reproducibility, if and when  proletarians (those with jobs and those without) abolish themselves as workers.

(c) So far nothing shows that present multiple proletarian actions (defensive and offensive) point or lead to a questioning and overthrow of the capital/labour relationship.

(d) Therefore, capitalism nowadays has the means to reproduce itself. But as its long-term profitability deficit combines with growing geopolitical destabilization aggravated by globalization, its reproduction can only occur through disruption, violence and more poverty. Stalemate creates an ever more explosive situation, and present austerity now imposed on countries like Greece is a mild indicator of troubled times to come.

 

 

***

 

“The workers’ movement has not to expect a final catastrophe, but many catastrophes, political — like wars -, and economic, like the crises which repeatedly break out, sometimes regularly, sometimes irregularly, but which on the whole, with the growing size of capitalism,become more and more devastating. And should the present crisis abate, new crises and new struggles will arise”, Anton Pannekoek wrote in 1934, before reaching his conclusion: “The self-emancipation of the proletariat is the collapse of capitalism.” Today, unless revolution does away with a system that reactivates itself by periodic self-mutilation, we are in for more extreme and devastating solutions. (16)

 

NOTES :

(1) This is the 4th chapter of a book to be published by PM Press, From Crisis to Communisation. Other chapters deal with “Legacy” (the 60s-70s), the “Birth of a Notion”, “Work Undone”, “Trouble in Class”, “Creative Insurrection”, and “A Veritable Split” (a critique of some exponents of communisation).

(2) Marshall Sahlins suggested the existence of a domestic mode of production, based on a peasant household-centred economy, with little exchange and hardly any money.

From a very different angle, Materialist Feminist Christine Delphy takes up Marx’s concept and duplicates it. Domestic labour (performed within the family by unpaid women for the benefit of men) is theorized as specific enough to be the basis of a domestic orpatriarchal mode of production, which according to Ch. Delphy coexists with the capitalist mode in capitalist societies.

(3) On historical progress/regress: Detlev J.K. Peukert, The Weimar Republic: The Crisis of Classical Modernity, 1992 (German edition, 1987).

(4) Conan Fisher, The Rise of the Nazis, 2002. For a good book on Hitler’s Germany: Adam Tooze, Wages of Destruction. The Making & Breaking of the Nazi Economy, 2006. On the 1917-37 period, G. Dauvé, When Insurrections Die (1999), on the troploin site.

(5) E. Nolte’s The European Civil War 1917-45 (published in Germany in 1987) has not been translated into English. It is more ideology than history.

(6) E. Hopkins, The Rise & Decline of the English Working Class 1918-90: A Social History, 1991.

(7)J. O’Connor, The Fiscal Crisis of the State, 1973.

(8) There appear to be two trends among critics of capitalism in its neo-liberal phase. One school of thought, by far the best known, insists on the predatory role of finance over the “real” economy. Another school, without denying the impact of finance capital, doubts the present reality of this real economy. Though we won’t pretend to settle a difficult question in a few lines, that second tendency has the merit of questioning not so much the share of the profits appropriated by a tiny minority, but the materiality of these profits. According to writers like G. Balakrishnan (Speculations on the Stationary State, in New Left Review, # 59, 2009), technological and social development has been considerable  – above all, in labour control – but has “failed to release a productivity revolution that would reduce costs and free up income for an all-round expansion” (Balakrishnan). See also W. Streeck, How Will Capitalism End ?, in New Left Review, # 87, 2014.

(9) Paul Mattick, Marx & Keynes. The Limits of the Mixed Economy, 1969.

(10)  Tim Mason, Nazism, Fascism & the Working Class, 1995.

(11)Jean-Luc Gréau, L’Avenir du capitalisme, 2005. He used to be an economic expert for the main French business confederation.

(12) In Bhutan and abroad, critics have raised the point that Bhutanese society is far from the exotic heaven of peace and harmony that its elite claims to be ruling. Labour exploitation is fierce, traditions oppressive and minorities discriminated against. Well, only the gullible thought Shangri-La was real. But even if Bhutan was a tolerant, non-sexist, worker-friendly place, or if Gross National Happiness had been invented, say, in Denmark or Iceland, GNH would still be as misleading as GDP.

(13) For instance, as early as 1956, Günther Anders was writing on The Obsolescence of the Human Species.

(14) Clive Hamilton, Earth Masters. The Dawn of the Age of Climate Engineering, 2013.

(15) Sismondi (1773-1842) was one of the first under-consumptionist theorists. Observing the early 19th century economic crises in England, he thought competition led to excessive cost-cutting, which lowered wages and prevented the workers from buying what they produced. Sismondi’s remedy was to pay them more so they would have enough purchasing power.

(16) Anton Pannekoek, The Theory of the Collapse of Capitalism, 1934.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Το Σάββατο 31.8.15 έγινε στο Δουβλίνο μια ακόμα μεγάλη διαδήλωση ενάντια στην αύξηση της τιμής του νερού. Εδώ μια σχετική ανταπόκριση, όπου επίσης μπορεί να βρεθεί ένα βίντεο μεγάλης διάρκειας για τη συγκεκριμένη διαδήλωση. Παράλληλα, επισυνάπτεται ένα pdf στα αγγλικά ,που αναφέρεται διεξοδικά στον εν λόγω κίνημα, με τίτλο:

The Irish water war, austerity and the “Risen people”

An analysis of participant opinions, social and political impacts and transformation potential

of the Irish anti-water charges movement

ministry of thirst

 

Η κρίση γενικεύεται, αλλά δεν αρκεί

Αναδημοσιεύουμε εδώ ένα παλιότερο κείμενο του Woland, αναρτημένο εδώ στο ίδιο blog πριν από περίπου δυο χρόνια, λόγω της επικαιρότητας των παρατηρήσεών του.

897998_8a27_625x1000

Στα κράτη της “αραβικής άνοιξης” η κρίση παίρνει ολοένα και περισσότερο τη μορφή της κρίσης του ίδιου του Kράτους. Πέρα από την αποσάθρωση της Αιγύπτου, η κατάσταση γίνεται ολοένα και χειρότερη στην Τυνησία, και ποτέ δε βελτιώθηκε από το χάος που προέκυψε μετά το 2011 στη Λιβύη.  Στο κράτος αυτό δεν σταθεροποιήθηκε σε καμία στιγμή μια νομιμοποιημένη κρατική εξουσία. Αυτή η γενικευμένη αποσταθεροποίηση είναι δεδομένη στις τέσσερις δεκαετίες του κύκλου του νεοφιλελεύθερου-χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού για την υποσαχάρια αφρική, και η Νότια Αφρική εντάσσεται τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο στην “εποχή των ταραχών” με συγκρούσεις κυρίως των βιομηχανικών εργατών στα ορυχεία και των φτωχών που διαμαρτύρονται για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης τους.

Η κρίση του Κράτους όμως δεν περιορίζεται μόνο στις χώρες του Μαγκρέμπ ή/και της Αφρικής γενικότερα. Στη λατινική αμερική, η κατάσταση επιδεινώνεται συνεχώς. Στη Βραζιλία τις τελευταίες μέρες έγιναν και πάλι βίαιες διαδηλώσεις σε αρκετές πόλεις. Η εισβολή σε τράπεζα, η καταστροφή εισόδου τηλεοπτικού σταθμού αποτελούν ενδείξεις του σημείου που βρίσκεται ακόμη η κοινωνική ένταση. Στη Χιλή εδώ και πολλούς μήνες συνεχίζονται οι συγκρούσεις για την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, στην Κολομβία οι συγκρούσεις των αγροτών, αρχικά, με την αστυνομία τείνουν να πάρουν τη μορφή εξέγερσης με τη συμμετοχή φοιτητών και άλλω προλετάριων σε αυτές, και εχθές, επίσης, έγιναν μεγάλες διαδηλώσεις στο Μεξικό ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της κρατικής εταιρείας πετρελαίου, η οποία για να συμβεί απαιτεί αναθέωρηση του συντάγματος του κράτους αυτού.

Στην νότια Ευρώπη η κρίση του Κράτους (αναδιάρθρωση με μοχλό τη συνεχή κρίση δημόσιου χρέους) εμφανίζεται ως κατάρρευση του πολιτικού σκηνικού και αδυναμία δημιουργίας ενός άλλου (κάτι που επηρεάζει έμμεσα και τις ανατολικές χώρες στις οποίες η πολιτική σύγκλιση με το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό ήταν ταχύτατη, τα αποτελέσματα είναι εμφανή σε Βουλγαρία, Σλοβενία αλλά και Ρωσία). Στη Σουδία μετά την Αγγλία, οι ταραχές των αποκλεισμένων όρισαν την κρίση του Κράτους ως κρίση ενσωμάτωσης/αποκλεισμού του προλεταριάτου στην διαδικασία παραγωγής αξίας. Στις ΗΠΑ και στη Βρετανία η αδυναμία του κράτους να δημιουργήσει συναίνεση γύρω από έναν ακόμη ιμπεριαλιστικό πόλεμο (έναν πόλεμο που εξάγει το κοινωνικό ζήτημα του κράτους που επιτίθεται) είναι επίσης μια μορφή εμφάνισης της κρίσης του Κράτους. Η αδυναμία συναίνεσης γύρω από αυτόν τον πόλεμο είναι σημαντική καθώς η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης αποτελεί μεταξύ άλλων και παραγόμενη διευθέτηση της κρίσης της ζωνοποίησης του κεφαλαίου. Η νέα περιφερειοποίηση που είναι αναγκαία πτυχή της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης (και επίλυση της κρίσης του Κράτους που κυοφορεί) δεν μπορεί να συμβεί χωρίς την εμπλοκή της ταξικής πάλης στα κράτη που προσπαθούν να την επιβάλλουν όπως φαίνεται (μια εξέλιξη που σχετίζεται με το γεγονός ότι η ζωνοποίηση αναπαράγεται και στο εσωτερικό των “ανεπτυγμένων” κρατών).

Στα κράτη της ανατολικής και νοτιοανατολικής ασίας στα οποία βασίζεται σε σημαντικό βαθμό η παγκόσμια συνδιασμένη συσσώρευση κεφαλαίου (και είναι πιθανό να βασιστεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον μετά από τη διαφαινόμενη κατάρρευση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας των BRIS και της Τουρκίας) η κρίση παίρνει επίσης τη μορφή της κρίσης του Κράτους, παρά τις επιμέρους διαφορές. Στο Μπαγκλαντές η σύγκρουση έχει και στοιχεία εργατικού κινήματος και στοιχεία που προσομοιάζουν στα κινήματα του Μαγκρέμπ και της Τουρκίας, στην Κίνα το εργατικό στοιχείο είναι εντονότερο και συνδιάζεται με σκληρές συγκρούσεις γύρω από την απαλλοτρίωση γης, οι οποίες μορφοποιούν την πολιτική κρίση στο κράτος αυτό.

Η κρίση του Κράτους είναι ο τρόπος που παράγεται η καπιταλιστική κρίση στο επίπεδο της αναπαραγωγής των τάξεων, είναι μια σημαντική μορφοποίηση της εποχής των ταραχών και της άνισης δυναμικής της. Στο Κράτος, στη δυσκολία του να αναδιαρθρωθεί,  να ενσωματώσει την ταξική πάλη στις δομές του, να επανορίσει τους όρους της κοινωνικής ειρήνης, να τιθασεύσει το υπεράριθμο προλεταριάτο, να κατανείμει την εργασιακή δύναμη ικανοποιητικά με βάση το φύλο, την ηλικία ή/και τη φυλή της και να διασφαλίσει την διαφοροποιημένη υποτίμηση της εργασιακής δύναμης συνολικά, να συνεχίσει την πορεία του μέσα σε ευρύτερα περιφερειακά υπερ-κρατικά σχήματα και πιθανόν να απο-εθνικοποιηθεί μέσα σε αυτά, σε όλα αυτά τα στοιχεία είναι που συναντιούνται προς το παρόν όλες οι ετερόκλητες αντιφάσεις, σε όλα αυτά τα στοιχεία και στη συνάρθρωση τους μορφοποιείται ο τρόπος σύνδεσης της εκμετάλλευσης με όλες τις αντιφάσεις της αναπαραγωγής των τάξεων (φύλο-οικογένεια, θρησκεία, φυλή, νεολαία-εκπαίδευση, ένταξη/αποκλεισμός) και τους παραγόμενους συνδυασμούς των αντιφάσεων αυτών.

Το τέλος του εργατικού κινήματος, δηλαδή το τέλος του ορίζοντα μιας κοινωνίας στην οποία όλοι θα είναι εργάτες, είναι επίσης στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Οι προλετάριοι και οι προλετάριες δεν έχουν ως ορίζοντα της δραστηριότητας τους την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα “τους”, άρα δεν έχουν ως σαφή ορίζοντα τους τη διαχείριση ενός “άλλου τύπου” Κράτους. Αυτή η απουσία είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί θέτει το πρόβλημα της επανάστασης με αρνητικούς όρους.  Όταν δεν υπάρχει ο ορίζοντας μιας κοινωνίας στην οποία όλοι θα είναι εργάτες, υπονομεύεται ταυτόχρονα και η επίλυση των αντιθέσεων τις οποίες “τακτοποιούσε” η ηγεμονία του κοινωνικού ρόλου του εργάτη. Οι πρώην δευτερεύουσες αντιθέσεις παράγονται στον κύκλο αυτό ως άλυτες αντιφάσεις, όλα είναι σε καθεστώς αμφισβήτησης όχι όμως ως προς την ιεραρχία τους, όπως συνέβαινε μέχρι τον προηγούμενο κύκλο, αλλά ως προς την ύπαρξη τους. Δεν τίθεται θέμα “ισότητας” πλέον, τίθεται θέμα κατάργησης των ρόλων και των ταυτοτήτων, δηλαδή, θέμα κατάργησης του προλεταριάτου. Αυτή η απουσία του ορίζοντα της κοινωνίας των εργατών και της κατάληψης της κρατικής εξουσίας, όμως, ενώ ορίζει το πρόβλημα (την κατάργηση όλων των κοινωνικών ρόλων) αρνητικά, και παράγει την ανάδυση των πρών δευτερουσών αντιφάσεων στην επιφάνεια της συγκυρίας, αδυνατεί να θέσει το ζήτημα της κατάργησης των κοινωνικών ρόλων με θετικό τρόπο. Ενώ απουσιάζει η κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τον ορίζοντα και τη δυναμική της συγκυρίας, δεν ηγεμονεύει η κατάργηση του ίδιου του Κράτους ως ορίζοντας, ένα στοιχείο αναγκαίο για την κατάργηση όλων των διαμεσολαβήσεων που συγκροτούν την ταξική κοινωνία.

Το αποτέλεσμα αυτής της αντιφατικής κατάστασης είναι η μεταβατική περίοδος, η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης που συντελείται από την αρχή του κύκλου του νεοφιλελεύθερου-χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού (από τη σκοπιά του κεφαλαίου), η μορφοποίηση της φάσης αυτής ως “εποχή των ταραχών” (από τη σκοπιά του προλεταριάτου). Ο ορίζοντας της κατάργησης του Κράτους, ως αναγκαίου κομμουνιστικού μέτρου, δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε επίπεδο πολιτικού προγράμματος και να διαδοθεί από μια “πεφωτισμένη ηγεσία” στις προλεταριακές μάζες (οι αναρχικές πολιτικές οργανώσεις που ευαγγελίζονται την κατάργηση του Κράτους ως πρόγραμμα επιβεβαιώνουν με αυτόν τον τρόπο την καθήλωση τους στον προηγούμενο κύκλο αγώνων). Κάθε πολιτικό πρόγραμμα, ακόμη και το πιο ριζοσπαστικό προυποθετει την ύπαρξη θεσμών διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων (ακόμη και “αμεσοδημοκρατικής” ή συμβουλιακής!) για την υλοποίηση του. Συνεπώς το Κράτος, μέσα σ’αυτό το θεωρητικό σύμπαν, για να καταργηθεί πρέπει πρώτα να κατακτηθεί, να υπάρξει μια μεταβατική περίοδος κατάργησης του (μια προοπτική που εξαντλείται στη συνεχή επίκληση της ανάστασης του νεκρού εργατικού κινήματος και της εργατικής δημοκρατίας που του αντιστοιχεί, εκεί είναι που συναντιούνται οι πολιτικές οργανώσεις όλου του “επαναστατικού” φάσματος).

Ο ορίζοντας της κατάργησης του Κράτους μπορεί να παραχθεί μόνο μέσα στη συνεχή ανανέωση των συνθηκών ύπαρξης των αγώνων που συναποτελούν την εποχή των ταραχών. Η ίδια η αναπαραγωγή του αγώνα, η ταύτιση της δραστηριότητας του αγώνα με το στόχο του, μόνο αυτή η δυναμική που έρχεται συνεχώς σε ρήξη με τον εαυτό της, που αμφισβητεί συνεχώς την καθήλωση στις όποιες “επιτυχίες” της, μπορεί στην ιστορική περίοδο που διανύουμε να είναι η παραγωγή της επανάστασης.

Global working class

Αναδημοσίευση ενός άρθρου από το τελευταίο τεύχος του γερμανικού περιοδικού Wildcat no.98 σχετικά με την εξέλιξη της ταξικής πάλης τα τελευταία χρόνια, το πρωτότυπο εδώ.


Global working class – Wildcat Germany

Indonesian workers' demonstration during national strike for higher wages, 2013.

 

Uprising or Class Struggle?

The concept of class has become popular again. After the most recent global economic crisis, even bourgeois newspapers started posing the question: “Wasn’t Marx right after all?” For the last two years Thomas Piketty’s ‘Capital in the Twenty-First Century’ has been on the bestseller list – a book which describes in a detailed way how historically, the capitalist process of accumulation resulted in a concentration of wealth into the hands of a tiny minority of capital owners. In western democracies too, significant inequalities have led to an increase in fear of social uprisings. This spectre has haunted the world in recent years – from riots in Athens, London, Baltimore, to the revolts in North Africa, which at times got rid of whole state governments. As usual during these times of unrest, while one faction of the rulers call for repression and weapons, the other raises the ‘social question’, which is supposed to be solved by reforms or redistribution policies.

Global crisis has de-legitimated capitalism; the politics of the rulers and governments to make the workers and poor pay for the crisis has fuelled anger and desperation. Who would still dispute that we live in a ‘class society’? But what does that mean?

‘Classes’ in the more narrow sense of the word only emerge with capitalism – but the disappropriation from the means of production on which the property-less state of the proletarian is based, has not been a singular historical process. Disappropriation is a daily reoccurrence within the production process itself: workers produce, but the product of their labour does not belong to them. They only get what they need for the reproduction of their labour power, or that according to the living standard that they have claimed through struggle.

In principle, class societies don’t recognise any privileges by birthright, rather the ownership of money determines one’s position in society. In principle capitalism makes it possible to have a career that starts from being a dishwasher to becoming a stock market speculator (or at least a small entrepreneur, which is the hope of many migrants). At the same time, members of the petty bourgeoisie or artisans can descend into the ranks of the proletarians. Climbing up the social ladder is rarely the result of one’s own labour, rather of the ability to become a capitalist and to appropriate other people’s labour. (The mafia, as well, possesses this ability.)

In actual fact, a process of class polarisation takes place, which Marx and Engels had already grasped as an explosive force and precondition for revolution. “The proletarian movement is the self-conscious, independent movement of the immense majority, in the interests of the immense majority.” (Manifesto) Immanuel Wallerstein declared Marx’s thesis of class polarisation to be his most radical one, which – once related to the world system – has been proven to be true. Polarisation means, on one hand, proletarianisation, on the other hand bourgeoisification.

Capital is not simply wealth accumulated in the hands of a few. Capital is the precondition and result of the capitalist process of production, in which living labour creates value, which is appropriated by others. For capitalism is not typically the ‘exploitation’ of a single worker by an artisan master, but the exploitation of a big mass of workers in a factory. It is a mode of production based on the fact that millions of people work together although they don’t know each other. They produce value together, but together they can also refuse this work and question the social division of labour. As labour power, workers are part of capital; as the working class, they are capital’s biggest enemy within.

Generations of ‘scientific management’ researchers have tried to expropriate workers’ knowledge of how to produce in order to become independent from them. They have established parallel production units in order to be able to continue production in case workers go on strike. They have closed down and relocated factories in order to be able to increase exploitation of, and control over, new groups of workers. But they were not able to exorcise the spectre. During the strike-waves of 2010, for the first time it haunted all parts of the globe simultaneously. These struggles are currently in the process of changing this world. Even academia has become aware of it and after a long time has turned the working class into an object of their research again – as numerous publications, new magazines and web-pages demonstrate, through which left-wing social scientists try to create links between workers in different continents. In Germany for the last 25 years, workers were left alone with their struggles – here, as well, social movements and intellectuals have started referring to them again.

Retrospective 1978 – the working class at the height of their power

Up to 1989, we were able to explain to ourselves what was happening in this world, or rather, the class struggles were able to explain it to us. The revolutionary awakening around 1968 led to a new surge of workers’ struggles in most countries, and brought forth a comprehensive critique of the factory system and culture of work backed by the trade unions in the metropolis. At the end of the 1970s the working class was at the height of their power. Wages and incomes were secured by collective bargaining and permanent and relatively secure employment was still the norm. In the industrial nations, the material conditions of workers within the framework of their total social wage were better than ever before in history. And their struggles in the industrial core sectors enforced better conditions for everyone.

As early as during the crisis of 1973/74, their productive power had started to be undermined through the relocation of labour intensive mass production to Southeast Asia and restructuring within the factories. Capital wanted to get rid of workers who had become combative and confident. The coup in Chile in 1973 and the ascent of the ‘Chicago Boys’ indicated the direction the counter-revolution of 1979/80 would take, which was identified with the names of Thatcher and Reagan, and which lead to secular defeats of what was, up until that point, central parts of the working class (defeat at FIAT in 1980; the military coup in Turkey; the 1979-81 counter-revolution in Iran after the workers’ council had been smashed; military rule in Poland at the end of 1981; the 1985 defeat of the miners in England…). Direct attacks in the form of mass redundancies and segmentation of the workforce followed. The working class on a national level [nationale Arbeiterklassen] barricaded themselves behind their workplaces and was able – though with big differences according to each country – to fight off direct deteriorations of conditions for a substantial period of time.

For people at the time, the 1980s in Western Europe were contradictory times: on the one hand massive attacks, on the other hand, radical social movements. But seen from today’s perspective it was a decade of dramatic defeats. Austerity politics lead to a dismantling of welfare entitlements and/or these were more tightly linked to actively seeking work. Images from the US showed long queues of unemployed people in front of recruitment agencies, portraying the new dimension of impoverishment of the US working class – a working class that used to be so powerful. In Germany during the mid 1980s, trade union mobilisation for working-time reductions (to combat unemployment!) in return for the flexibilisation and casualisation of ‘normal permanent work contracts’ marked a watershed. The 1980s are represented by military dictatorships and economic decline in large parts of Latin America, state bankruptcy in Mexico, the debt crisis and IMF dictates to enforce ‘structural adjustment programs’.

Since the mid-1980s, the high economic growth rates of the four young ‘tiger-states’, Hong Kong, Singapore, Taiwan and South Korea, turned old assumptions of dependence theory upside-down. The massive strike movements of 1984 focused everyone’s attention on South Korea. Under the ruling conditions of a western-oriented developmental dictatorship, which had massacred a workers’ uprising only seven years earlier, a working class had emerged that challenged South Korea capital and its’ factory regime with radical forms of struggle. Thanks to high wage increases, within the span of a few years, workers were able to catch up with their counterparts in the west. During the late 1980s in Europe, as well, a new class composition seemed to develop within a series of struggles (the nurses’ movement, nursery strikes, train drivers in Italy and France, truck drivers in France, the wildcat strike at VW…) – but then a crisis and war followed, and a massacre that changed the world…

Crisis and surge in proletarianisation in the 1990s

In June 1989 the army opened fire on Tiananmen Square mainly because masses of workers appeared in support of the students. Not students, but workers’ leaders were given the death penalty or long prison sentences. Unofficial unions were immediately declared illegal and their leaders thrown into jail.

This example did not repeat itself in Berlin or Leipzig. There the regime surrendered. When the wall fell in 1989, Wildcat approached the collapse of real existing socialism optimistically. In 1988/89 class struggles in West Germany had intensified and in the course of the regime-change in the east we witnessed mass debates in local workplaces and on the streets about a social future beyond capitalism and GDR socialism – which today has been long forgotten. The economic devastation of the former GDR initially triggered a broad movement of struggle against factory closures and the deterioration of social services.

Following the massacre of the Gulf War in 1991 and the onset of the economic crisis, which was delayed in Germany due to the post-reunification boom but then kicked in even harder in 1993, we saw a massive collapse of existing conditions in the metal industry in the former West Germany. Trade unions did their bit to rescue Germany as the ‘export-nation’, for example in 1994 the IG Metall (metal union) accepted an intensification of work and massive flexibilisation of working times in the ‘Agreement of Pforzheim’. In addition, welfare benefits were attacked across the board.

Struggles that were hoped for – mainly in the factories that were in the process of being dismantled in the former east of Germany – largely did not materialise. The migration of high-skilled workers from east to west worked as a safety valve for social pressure – and resulted in wages dropping for the first time in the west during the post-war period. Mass unemployment in the east was buffered through various means e.g. companies would send workers on training programs continuously because they wasn’t any work, hours of work were reduced, sometimes to zero-hours. At the same time, when we pointed out that the workmate next to us earned double as much as we did for the same work, we would suddenly start hearing comments on the shop-floor like, “The main thing is that we have a job”. The ‘industrial reserve army’ was back! From then on they were increasingly able to divide workers on the shop floor through the massive use of temp work and short-term contracts.

In West Germany in the 1970s, we had learned that, to a large extent, the function of the unemployed ‘reserve army’ to build pressure on employed workers had been undermined: as long as it was no problem to find a job, you could enjoy paid unemployment as a welcome break. Therefore, we were cautious of using terms like ‘reserve army’ and, above all, argued against a premature capitulation. We then also witnessed a rapid deterioration of conditions for unemployed workers. The Hartz laws (unemployment benefit reforms in 2004/2005) resulted in a much larger drop of income in cases of (longer term) unemployment.

The dissolution of the ‘Eastern Bloc’ was also a rupture in regards to triggering a new boost in proletarianisation of the global population. While in the Eastern European countries, a type of ‘primitive accumulation’ took place with former political officials robbing and amassing huge financial wealth through wild privatisations and the masses of workers losing their entitlements to land, accommodation and pensions, which had previously been mediated through the socialist state. On a global scale all regimes shifted towards ‘neoliberalism’, in addition to increased war scenarios – and for the first time since WWII, also in Europe itself.

Return of the proletarian condition

When the threatening image of ‘globalisation’ was manufactured in Germany during the early/mid-1990s (after ‘lean production’ and ‘Toyotism’ in previous years), Wildcat, on one side, tried to emphasise the trump card workers still possessed (“they need workers’ knowledge”, “they face high costs for transport and transactions”), and on the other side, to analyse the potentials that lay in the socialisation of production. If the whole world has become capitalist, then there are no non-capitalist sectors available anymore that could provide capital with a reserve of fresh labour power, which means that at some point, capital faces a global working class.

“Instead of consolidating the mirage of the over-bearing power of capital and subjugation of workers, we have to ask where the new dependencies of capital on the working class are situated… And does the fact that workers cooperate across continents bear new potentials of fighting capital on a global scale.” [1]

Similarly, we did not regard the formation of the EU immediately and automatically as a deterioration of the possibilities for struggles. These were thoughts, which, at the time, only few wanted to share. Our proposal of militant research on a European scale of various sectors – the automobile industry, hospital work, migration, casualisation – petered out. For most of the left, other questions had higher priority: the end of the ‘socialist bloc’, the new wave of nationalism and racism; migrants; the creation of alternative trade unions…

With his publication of, ‘The return of the proletarian condition’ in 1993, Karl-Heinz Roth called upon the left to engage with the question of ‘work’ again. Countering the propagandists of a postmodern society, he sketched out the “tendency towards ‘one’ new proletariat in ‘one’ capitalist world”. He saw a ” homogenisation of employment relations towards casualisation, contract work and ‘dependent’ self-employment “. His idea though that a left milieu, which was subjected to casualisation itself, should have a specific interest in the militant research of class relations, contained a basic flaw: On one side the dissolution of left-wing (infra-)structures and the tendency towards individualisation had already progressed considerably, and on the other side, left academics were still able to find some financial support from universities or research foundations. The traditional left criticised Roth in a rather harsh and dogmatic manner, because he had allegedly given up on central parts of the working class prematurely; his vision of ‘proletarian circles’ as nuclei for organisation were discarded as sectarian.

His prophecies made at the time are astonishingly accurate once they are related to today’s conditions. This is despite the fact that, at the time, the changes that he mentioned with regard to the “globalisation of production” were just about to become visible and access to the internet and electronic communication was barely available to the common user. Many hopes regarding an expansion of social revolts have since then been disillusioned and many of his preliminary proposals – mainly formulated in response to his critics – to form international associations were not taken up, or rather, are still waiting to be turned into practice. The main reason though why such proposals were not greeted with a broad-based agreement was the fact that the 1990s in Europe was a decade of defeats, internalised in preemptive obedience by the left through postmodern and poststructuralist theories and its search for the right kind of identities. All attempts of generalisation were destroyed from within.

Since its origin, Wildcat’s role has been to spread the word of worldwide class struggles in its local surroundings, but after the dissolution of the Eastern Bloc this did not work anymore. Many readers, as well, resigned, facing the declared victory of capitalism. Wildcat did not want to just continue as normal and to keep the flag raised high. In 1995 the editorial collective put the publication of the magazine on halt for several years and continued the debate in the form of the Wildcat-Zirkular.

Anti-Glob

The emergence of the EZLN in the Lacandon Jungle during the beginning of the NAFTA agreement in 1994 put revolution back on the agenda again and opened the way for completely new discourses and high hopes. Even more so when an ‘anti-globalisation movement‘ came together with the organised labour movement in response to the WTO conference in Seattle in 1999.

Radical struggles seemed to be taking place in the ‘global south’ and in the countryside, in the form of struggles against ‘enclosures’ and ‘valorisation’, rather than in the global factories. In the factories people were put under pressure, their jobs were cut back, they were supposed to work more etc. – and then read newspaper articles which explained to them why things were like they were: globalisation means increased competition and we are only able to stay afloat if we lower our wages. That sounds logical, right? Finally, these are all assumptions that confine you to the role of a victim of all-powerful developments. Therefore we made an effort to criticise the notion of globalisation and its propagandistic application: The debate about ‘globalisation’ tries to, “on an ideological level, sell a 30-year phase of capitalism’s global stagnation as a triumphal series of victories”. [2]

Instead of using the terms ‘globalisation’ or ‘neoliberalism’ we continued writing about capitalism and referred to the tumultuous developments in Asia.

Asia is where it’s at…

The term ‘global working class’ (“Weltarbeiterklasse”) appeared for the first time in Wildcat Zirkular no.25 (April 1996). The article ‘World in a Radical Change’ [3] described the process of proletarianisation from Bangladesh to Indonesia to China, which was accompanied by intense struggles and riots and the emergence of a new workforce migrating from the countryside to the urban world: young women, who prefer factory work to the patriarchal rule in the village. These young workers are declared as being a vanguard of the making of a new working class, which is a reason to give us hope again. The article assumes that an “explosion of needs/desires” is the material basis of ‘neoliberalism’, which dissolved workers’ rigidity in the old industrial nations and which now initiates a global transformation of class relations starting from Asia. The workers in the old industrial centres will soon lose their position of being the only workers able to manufacture cars. The article was a call for inquiry of these changes in Asia, Latin America, and Africa – and for a reconsideration of theoretical “ballast” e.g. in the form of theories about “the new enclosures” or the “end of development”.

What followed was an intense debate in Wildcat Zirkular about the validity of seemingly self-explanatory press releases about workers’ unrest and the significance of the working class in East Asia. Parts of the editorial collective denied the “crisis of capital” und relocated all revolutionary hope towards the “new” working class in Asia:

“What is it that we want to hint at: the global working class recomposes itself in an unprecedented scope and speed. This has two aspects and both improve the potentials for communism.

1. The proletariat has become the quantitative majority of the global population or put another way: the departure of the masses in search of their luck is a step towards the completion [4] of developed capitalism. Only now can what Marx and Engels postulated 150 years ago in the ‘Communist Manifesto’ become true.

2. The ‘old’ working class, which is synonymous with social-democracy, trade unions, communist parties, blue overalls, workers’ pride, company-based interests… loses significance worldwide and dissolves itself in equal measures through escape from the factories, being thrown out of the factories and in defensive struggles. In principle this process is the same here as it is, for example, in China. But in turn there emerges a new working class consisting of young workers, and above all, first generation female workers. And it is wholly unnecessary to explain why a seventeen-year old girl embodies more revolutionary hope than a 35-year old family man.” [5]

A different part of the editorial collective merely saw a repetition of the mass-workers’ history, but no new quality, and insisted on a theoretical grounding of the notion of ‘global working class’:

“The emergence of a ‘global working class’ is based on the question of whether a real socialisation through a global productive cooperation takes place, meaning, the question of to what extent the global production of capital opens the possibility of communism. […] To answer this question we first of all have to understand the inner connection between exploited people around the globe, namely, that they already produce this (inverted/upside-down) world – and that they are therefore able to change it.” [6]

” One of the main problems of revolutionary politics today lies in its inability to criticise theoretically and practically the global production process in such a radical demystifying way.” [7]

Worldwide proletarianisation and supply shock

In January 1998 Karl-Heinz Roth, too, claimed that 150 years after the Communist manifesto, the proletariat has constituted itself for the first time objectively worldwide – and that contrary to Rosa Luxemburg’s presumption, non-capitalist sectors have been completely integrated too. ” For the first time in history the property-less, who have to offer and sell their labour power in order to live, quantitatively constitutes the majority of the world population” . [8]

This assumption raises questions on at least two levels: Do we understand this process as a first step in the constitution of a class without the means of subsistence, followed by a second step in the form of the transition of landless proletarians into waged workers? Or does a universe of different relations of exploitation develop? What does this mean for the development of struggles? [9]

Throughout the 1980s the autonomous left in Germany related more to the subsistence economy (or to what one read into it) and riots by those who had been excluded from the capitalist production process than to ‘wage workers’. In 1983 Wallerstein had already pointed out that the large majority of the world population today works harder and longer and for less income than 400 years ago. This process of increasing dependency on wage income we could call, in Marx’s sense, ‘proletarianisation’. This means: an increase of real purchasing power; it is therefore in the long-term interests of capital, but against the interests of individual capitalists who are interested in low reproduction costs of their workers, meaning, they are interested in a ‘semi-proletarianisation’: a household economy based on income from different sources and the subsistence economy or in-house-work. [10]

In contrast, full proletarianisation (meaning: both wife and husband are free wage-labourers and buy all of their means of subsistence) is desired rather by the proletarians. Full proletarianisation requires a ‘welfare state’, which transfers income to those who don’t work. East Germany was a role-model case for ‘full-proletarianisation’ – which solved its labour shortage problems with migrants from Vietnam and Mozambique. Based on Luxemburg’s thesis that capitalism is not able to reproduce the workforce it exploits, Wallerstein demonstrates that large parts of the global population never achieves full-proletarianisation, but rather that households stay dependent on subsistence production and self-employed activities of all kind.

Forces of Labor

Wildcat pointed out the vulnerability of the new transport chains within the new global landscape, which were otherwise difficult to comprehend due to rapid changes and shifts. We focused our attention on the new locations of production – during the 1990s, automobile factories not only emerged in Asia, but also in Eastern Europe.

Helpful in this regard was the book ‘Forces of Labor’ by Beverly Silver, who, within the framework of world-systems analysis, positioned working class unrest at the centre of her research. She was able to point out that, historically, wherever capital goes, struggles follow: in reaction to the workers’ revolts in the 1970s capital built new car factories in South Africa and Brazil – and thereby triggered a new dynamic of powerful workers’ struggles. During the 1980s the car industry boomed in South Korea – which lead to similar persistent struggles by a new generation of workers.

What was important was that Silver looked at the entire globe and established the fact that ‘fixes’ were only temporary repair jobs of the system and that capital time and again had to confront resistance – because labor unrest is endemic to capitalism. Though her schematic categorisation into ‘Marxian’ struggles and ‘Polanyi-type’ struggles were less helpful.

Silver assumed that the weakening of workers’ ‘bargaining power’ in the countries of the global north would only be temporary. Her empirical data initially only reached up to 1990, but was then extended to 1996 – and up to 1990 her analysis does fit the picture. In Eastern Europe though, wages are still significantly lower than in the West. Automobile workers have ceased to be the best paid workers, at least this is not true for all places around the globe. Silver has a cyclical picture of the world, crisis is always cyclical, always followed by phases of development and boom. From her perspective a big crisis would mean that fundamental transformations, instability and a new hegemonic force in the world system would emerge. She does not pose the question of how workers’ struggle might lead to communism and she has ‘not noticed’ the long phase during which workers in Southeast Asia did not pose a revolutionary threat to capitalism. Today, Silver explains the deep crisis of the global labour movement by the fact that the ‘financial fix’ was combined with a ‘de-making’ of the established working classes. Capital has been removed from production, the destructive side was dominant. Nevertheless, she states that the financial fix was effective only temporarily and has also shifted the crisis geographically – and has finally lead to a new and deep crisis of legitimisation of capitalism. [11]

And it is true that there has hardly ever been as much organised resistance against infrastructure projects, dams, power plants etc. – particularly in the more recently industrialised countries like India, Indonesia or China. Whether we grasp them as struggles against ‘commodification’ – or simply as against the destruction of the basis of livelihood: by now a global experience has emerged that ‘technical progress’ does not automatically lead to ‘development’, but is going hand in hand with destruction – and that we can get organised against this.

This is contrasted by the fact that capital has never before, during a process of industrialisation, encountered so little resistance from workers as during the phase between 1990 and 2005. It was able to deteriorate workers conditions continuously without being seriously threatened by their collective resistance. The compensation of industrial jobs with high-quality service jobs that had been predicted vanished into thin air. During this period workers’ struggles globally – in China, too – had a largely defensive character, lead by the ‘old working classes’ against closures or outsourcing/re-locations. (That also explains why, during the same period, the left threw the notion of class overboard.)

The opening of the labour markets in India and China during the 1990s led to a ‘supply shock’: almost overnight the supply of labour power doubled. There were double as many workers employed in industry in China compared to the G7 states put together. China became the factory of the world and main export location for industrially produced consumer goods, in particular of those with high product volumes. The consequences for a part of the global working class were – as predicted – catastrophic: the garment industry left Mexico and shifted to Asia. China joining the WTO in 2002 and the Multi Fibre Agreement 2005 was supposed to be the peak of this development – but then things changed: in China workers in the new factories started to fight and their struggles expanded…

What has changed in the last 40 years

Since the ‘oil crisis’ in 1973 there have been changes with long-term impacts: today over seven billion people live on this planet. Between 1950 and 1970 the annual growth rate of the global population was 2 per cent, since then the growth rate has slowed down, in particular in those areas where proletarianisation takes place.

In the ‘developing countries’ the labour force has been increasing by 2 per cent, which means that the total labour force has doubled in 30 years, while in Europe this process took 90 years. Proletarianisation takes place at a much more rapid pace than the capitalist economy is able to absorb: many do not find wage labour that pays enough to live on. A huge number of proletarians end up in the informal sector. The share of women as part of the total the labour force increases. Unemployment rates are high, particularly amongst young people, even higher amongst migrants, or rather, minorities. (This aggravates the ruling class’ fear that was previously mentioned: there is a correlation between high levels of unemployment amongst young men and frequency of social unrest; ‘social unrest’ has hiked after 2009, with an increase of 10 per cent of recorded incidents – mainly in the Middle-East, North Africa, but also in Southern Europe, the former Eastern Bloc and a little less in South Asia.)

Employment in agriculture has shrunk dramatically; only in the poorest regions does more than half of the population still work on the fields. The concentration process in the agro-industry continues and peasants turn into agricultural labourers, some of who live in towns rather than the countryside. In East Asia the flight from the countryside leads, to a large extent, directly into industrial work, while in Latin America and Africa it is mainly the service sector that registers growth. Since 2007 (more than) half of the global population lives in urban areas. In the developing countries in particular the mega-cities grow, 80 per cent of the inhabitants live in slums. Slum cities are an expression of the fact that people want to become part of the global working class. They are starting-points and transit-stations for a better life – in the respective or a different country, wherever labour is needed.

In the worldwide process of proletarianisation ‘mobile labour’ (or ‘migrant labour’) has become the most general form of labour, as much in the form of migration to a different country (e.g. the EU) or as internal migration (e.g. in China, where the government estimates that there are 130 million migrant labourers, out of whom 80 million have migrated from the poorer inner regions towards the coastal towns). The number of international migrants today (2013) is higher than ever before: 232 million (in 2000 there were 175 million), out of which 20 to 30 million are without papers. Their share as part of the total population increased between 2000 and 2013 from 2.9 to 3.3 per cent. The large majority are labour migrants, not refugees or asylum seekers.

A noteworthy development is the increase of a proletariat of migrant workers, who – mediated through the international recruitment agencies – engage in ‘simple’ work in different countries for low pay, but who are not supposed to settle down there: construction workers from India, Pakistan, Bangladesh who work on the big construction sites in the gulf states, who live in camps and whose collective situation has frequently resulted in strikes and rebellion – confronted with draconian repression. Millions of domestic workers from the Philippines or Indonesia etc. who work in rich or better-off households in the gulf states, but also in Hong Kong. Care workers for elderly people, who move from Eastern Europe to the West, in order to work in households that cannot afford to hire a local carer. Increasingly industrial workers, as well, are recruited to work in faraway ‘free production zones’, in order to undermine the local working class.

Peoples’ living conditions are largely determined by where they live – but the working conditions of ‘simple’ workers in the global north and south are becoming structurally more similar. In the assembly plants for the production of complex mass-consumer goods in China and India, too, machinery of the most modern standard is used. Simple manual labour takes place at the fringe-parts of the supply-chain in the slums’ backyards, but also in the warehouses of the distribution centres in the heart of Europe or the US. Within the same value chain absolute and relative surplus value production are combined.

Up until the crisis of 1973/74, persistent economic growth had more than compensated for productivity increases and for successful ‘rationalisation’, meaning, the employment rate did not decrease and the welfare state was expanded. Since then, growth of industrial production has stagnated – currently it is around 3 per cent, in the near future around 1.5 per cent?

Employment in manufacturing (including construction) has increased globally, but rates of industrialisation like we saw 50 or 100 years ago are not reached anywhere anymore: capital leaves places much faster than in the past, relocates production to ‘cheaper’ areas or transforms it locally into a ‘service’ – or stops investing at all. In many of the newly industrialised countries the share of industrial workers has already reached its peak at 20 per cent of the total workforce.

In the old industrial nations a process of de-industrialisation takes place – though we can make out major differences: in the US 11 per cent work in industries, while Germany is at the top of the list in the EU with 22 per cent (2007). In 1970 industrial workers still accounted for 37 per cent (while today, work outsourced to ‘industry-related service providers’ does not count as industrial work anymore). [12]

Globalisation has resulted in a new polarisation between higher and lower qualified jobs. In the older industrial nations any jobs that require a medium level of qualification are reduced, new jobs tend to be temporary and less well paid. The ‘service sector’ grows globally – and here, as well, these two poles are replicated: both ‘simple work’ (cleaning, care-work) and ‘non-routine’ jobs of higher skill-levels increase, whereas routine jobs of medium level qualifications (accountant, office clerks) decrease: the introduction of computers has made many aspects of this work redundant or it was able to be relocated more easily. This is one of the reasons why the wage gap within the sector widens.

Unequal incomes

During the 19th and 20th century the differences in income levels between different countries were the most pronounced. Over the years these differences decreased due to the working class struggles within the countries. In the last 20 years this tendency towards equality has changed again: while conditions between different nations become more similar, income differences within countries have sharpened drastically.

In the newly industrialised countries the wage gap is similarly high as in Europe 100 years ago. In the US wage differences were the least stark during the period between 1950 and 1970 – during the 1960s they were less pronounced compared to France, where only after 1968 were the lower income levels able to catch up. Since the neoliberal counter-revolution the income disparity has exploded, which has been further aggravated since the global crisis – especially once we look at take-home wages after tax and transfer-incomes. Between 1970 and 2010 the average value of private assets in money-terms increased significantly, particularly in Japan and Europe. This increase of the ‘savings rate’ translated into a decrease in growth – companies stopped investing. Financial assets owned by the nation state decreased and state debt grew. (Not only) in the former state-capitalist countries, extreme plundering and amassing of assets into private hands took place during the process of privatisation. [13]

Different Sectors – different conditions for struggle

Mining: Formerly, mining workers and their families lived close to the pits, their villages were also communities of struggle. Here a major process of restructuring is taking place, particularly when it comes to open-cast mining: now, miners are often employed as temporary contract workers and they live in container settlements (or other forms of arranged accommodation) far away from their families.

Textiles/Garments/Shoes: These are the most important sectors in developing nations. Mainly young women are employed – similar to the situation in 19th century Europe. The ‘new international division of labour’ during the 1970s had its origins in these sectors. Factories can be relocated more easily, machinery is not particularly expensive. The sector is characterised by small and medium size companies, the profit margins are low. Companies largely depend on supply-contracts with big fashion brands or retail chains. Design and (sometimes) cutting is done separately from the more labour-intensive (outsourced) production department. In 2005 and 2008 global import barriers that were meant to protect local industries were abolished. Today, China (or rather ‘companies in China’) is the biggest manufacturer worldwide, employing 2.7 million people. Companies with headquarters in Taiwan run factories in Mexico and Nicaragua, companies from China open new plants in Africa.

Automobile: Are still the most complex consumption good. A few transnational automobile corporations dominate the sector with long-term planning for local production units and high demands concerning infrastructure. The sector depends massively on state subsidies. Modern factories make use of expensive machinery and increasingly only employ workers with technical qualifications. The workforce is segmented into permanents, people with temporary contracts, agency workers, contract workers, all divided by significant wage differences. This is a global phenomenon.

Consumer electronics: Partly skilled labour, but also a big share of workers trained on the job. The quality levels demanded of these products are high, because the products tend to be expensive. According to the machine equipment we mainly see longer-term investments, therefore also very minute planning of where to establish production. The sub-contracted production for various brands in mega-factories, most of all in China, has become common (Foxconn etc.): their production capacity is extensive enough to produce mobile phones for the whole globe.

Construction: During the last decades the sector has played an increasingly important role, due to the fact that real estate and gigantic construction projects were a means to inflate speculative bubbles. Mainly migrants from the countryside or from abroad are employed on construction sites. Largely male workers. Major construction projects are often developed outside urban areas, meaning that workers are placed in camps.

Logistics: Alongside the global relocation of production the amount of transport work has increased drastically, while there was a significant drop in transport costs. Besides a few highly paid professional groups, the sector consists mainly of simple manual labour, often done by migrants in semi-legal conditions. In distribution centres everywhere around the globe new concentrations of mass work are emerging.

Service work: Everything that is not agriculture, mining or direct manufacturing work. While formerly service work was done wherever the actual service was needed, today much of the office work, such as back-office, accountancy, call centre work etc. can be performed anywhere in the world, as long as it has internet connection.

The segmentation of workers through different employment relations is a big challenge for common struggles, the old habitual formulas have become ineffective. (After the strikes at the beginning of the 1970s the ‘guest workers’ (Gastarbeiter) have struggled their way into the trade unions and became the reliable foundation for all future mobilisations. In contrast, the new migrants are mostly contract or temp workers.)

But only in Stalinist or social-democratic storytelling did the working class used to be a homogeneous block. In reality it was very heterogeneous in the 19th century or in 1920, too – and not only in terms of the divisions between male and female workers or locals and migrants. We cannot equate working class with industrial workers! Even in England in the 19th century half of the workforce was employed outside the factory system. And we could also find wage differences of 300 per cent between factory workers with German passports. Historically the working class learnt time and again to struggle (together) under such circumstances.

The end of the peasant question

In autumn 2008 an article was published in Wildcat no.82, which engaged with the romantisation of the peasantry by the anti-globalisation movement. The main thesis was that today there is no separate ‘peasant question’ anymore and that it is rather about the recomposition of the global working class from below.

“In earlier phases of history humans used to produce their means of subsistence in small communities and they were dependent on the natural fluctuations of production. In contrast to that capitalism created the world market right from the start, and its main productive force (machinery) is itself a product of human labour. The general context of a global society becomes the basic condition of our existence and reproduction (“Second Nature”) and in this sense it is the real human community. Only since humans’ livelihood started to depend on social rather than on individual labour have we been able to raise the question of collective appropriation of the means of production at all – and nowadays actually on a global level!” [14]

Contrary to this Samir Amin [15], amongst others, continues to present a classic anti-imperialist position. He still divides the globe up into the triad (EU, Japan, US) and the periphery, in which 80 per cent of the world population live, half of them in the countryside. Without finding a solution for these people, no ‘other world’ would be possible. Amin reckons that the process which other people call globalisation is actually an ongoing implosion of the imperialist system. He discards the notion of the anti-glob movement to change the world without taking power as naive – as naive as the idea of an ecological compromise with capital. He alleges that the ‘imperialist rent’, from which the social middle-strata in the global north benefit, is a barrier to the path for common struggle. In order to establish socialism or communism, workers and peoples have to find offensive strategies on three levels, already pointed out by Mao: the people, the state, the nation. A return to the Keynesian post-war model is impossible – history doesn’t have a reverse gear. But according to Amin the peasant question is still central: access to land for all peasants and development of a more productive agriculture, opposed to peasant folklore. Building of industry and development of the forces of production.

These political proposals are as antiquated as the analysis stuck in the past: by now in China the third generation of migrant workers are working in the global factories. In the process of exodus of millions of uprooted peasants from the rural areas, an industrial working class has been formed in classical ways. The division between urban and rural dwellers has not been overcome, but the former villagers have largely dissolved their ties to the land and, above all, they don’t want to return to it!

More interesting though is Amin’s argument against the idea that the developing countries in the ’emerging markets’, e.g. the new Tiger states, Brazil, Turkey etc., could become the new centres of capitalism: according to him the necessary ‘security valves’ for that to happen are missing in these regions. Proletarianisation in Europe in the 18th century had migration to America as a security valve. Today it would need several Americas for similar processes of industrialisation to happen in the ’emerging market’ countries. Therefore they don’t have a chance to catch up. This argument has to be further sharpened towards the following question: What happens in the actual and current processes of industrialisation once struggles cannot be channeled into social democracy on one hand or mass migration on the other?

Proletarianisation translates into class struggle

Often, we only realise in hindsight if and when a qualitative shift took place. In 2004 the first ‘global traffic jam’ was reported. The strikes in the Chinese Pearl River delta in 2004 at the peak of the boom marked the first big cycle of struggles in the ‘new factories’. Through offensive struggles they gained significant wage increases and had an effect on the situation in factories in the whole of East Asia. In Vietnam, Cambodia, Bangladesh, Bahrain, workers’ strikes erupted and with the bus drivers’ dispute in Iran in 2006, the first important strike since 1979 took place! A worldwide groundswell of workers’ struggles can be retraced from 2006, meaning before the global economic crash. This groundswell transformed into a wave reaching its peak in 2010, when strikes took place in nearly every country in the world, and which opened the way for the political revolutions and protest movements on the streets to come. The latter attracted more media attention, but without the strikes in the phosphate industry in Tunisia and the mass strikes in the textile industry in Mahalla in Egypt between 2006 and 2008, the uprisings in these countries would not have taken place.

The waves of protests 2006 – 2013

The years 2006 to 2013 were characterised by a wave of mass protests on the streets, strikes and uprisings on an unprecedented scale. According to the Friedrich-Ebert-Stiftung New York [16] the wave is only comparable to the revolutionary upheavals of 1848, 1917 or 1968 – the think-tank analysed 843 protest movements in total between 2006 and 2013, in 87 countries, which cover 90 per cent of the world population. Protests of all kinds, against social injustice, against war, for real democracy, against corruption, riots against food price hikes, strikes against employers, general strikes against austerity. (Less positive were e.g. the clerical mobilisations against abortions in Poland).

Noteworthy is the large number of protests taking place in ‘high income’ countries and the fact that 48 per cent of violent protests take place in low-income countries; in most cases they target high food and energy prices. 49 protests demanded agrarian reform, 488 were targeted against austerity policy and demanded social justice, while 376 protests had ‘real democracy’ as their proclaimed aims. Many protests were expressions of the complete loss of trust in ‘Politics’. Nevertheless, in most cases the protestors aimed their demands at the state: the responsible politicians were supposed to act. Often the forms of struggles went beyond traditional demonstrating or striking and were act of ‘civil disobedience’, such as blockades and occupations. In particular the occupations of public squares and the common organisation of daily life as a form of struggle impacted on the entire Mediterranean region and the US.

The comparison with ‘1968’ disguises more than it is able to clarify: 1968 stands for a global revolutionary movement, but 1968 was not the peak year of strikes – on the contrary, these began in the early 1960s and only reached their peak in the mid-/end-1970s.

The wave of struggle since 2005 has very different facets:

Food Riots

Since the beginning of the global economic crisis speculative, capital has fled towards ‘secure’ assets, such as raw materials, staple food and agricultural land and thereby, within a short span of time, has triggered a massive hike of basic food prices; these reached historical highs first in December 2007 and then again in 2010. Between autumn 2007 and summer 2008 proletarians in large parts of Africa and China reacted with strikes and uprisings and forced their governments or employers to continue subsidising basic foodstuffs.

The movement of the squares

On the ‘squares’, revolutionary groupings and tendencies were active, but as a minority. Most of the participants were ‘active on the streets’ for the first time and demonstrated considerable ability to self-organise daily life and reproduction – but they were not ‘political’. The media picture of these movements were largely influenced by the social middle-strata, may be because journalists are best at communicating with people from their own social background. And a mass protest in the capital is more visible than a strike in the provinces. Due to this, the participation of proletarians was largely underestimated although many of them took part and fought the cops on the front lines. But these movements were, in most cases, aimed against the government, against corruption and for ‘real democracy’ and not for the ’cause of the workers’. [17] The movement seemed to have a global character but remained trapped within the framework of their respective nation states. Many of these movements had ‘two souls’: on one side, poorer proletarians and migrants who had become unemployed, on the other side, precarious academics who regarded a well-paid job as a human right. The middle-strata were particularly affected by interest policies, state debts and austerity measures – some became more radical and acted. At times they managed the leap into politics and into participation in power through elections – like the Podemos in Spain.

Global strike wave

In Wildcat no.90 Steven Colatrella in his text, ‘In Our Hands is Placed a Power‘, highlighted that the struggles formed themselves into a global strike wave during the last third of 2010. In 2010 strikes reached a geographical and quantitative scope unprecedented in history. He attributes this to the end of neoliberalism and the re-constitution of the working class. According to Colatrella the expansion of ‘traditional strikes’ can provide struggles with power and direction and help to overcome the weaknesses of the ‘IMF riots’.

“But the shifting of production globally did not produce new working classes, […] but rather this global shifting created new structural power for large sectors of workers that had rarely had such power except perhaps at the strictly national level.” [18]

Workers in the textile, shoe, automobile or other factories were now able to attack the world economy both on a national and global level. Closer integration into the world economy and the simultaneous attacks on their living standards through the capitalist crisis has increased both their structural and organisational power. The strike wave is part of class formation, it links up struggles and politicises the struggle against capitalist globalisation. Workers who defend their economic interests are directly confronted with political power. Their struggles are therefore political.

Colatrella conceptualises the global strike wave since 2007 as ‘strikes against global governance’, meaning, as a worldwide and simultaneous action of workers in many countries against the same enemy. But simultaneity does not create commonality as such and a common enemy does not necessarily create links amongst those in struggle.

BRICS, MINTS – the hotspots of the strike wave

Facing stagnating growth rates in the old core countries, capital’s hope focused on the so-called BRICS states (Brazil, Russia, India, China, South Africa – where 40 per cent of the world population resides; the abbreviation is an invention of the US investment bank Goldman-Sachs in 2001), which (apart from Russia) contain a young, ascending, industrial workforce who want to claim a better life. Brazil’s state president promised everyone a promotion into the ‘middle class’. Initially it seemed that the BRICS-states were not affected by the global crisis and state-controlled economies like China seemed ‘immune’ against it. Idle capital flew towards these regions, the growth rates at first continued to increase, though slower than in the preceding years. But particularly in these ‘championed’ countries of capitalism, workers managed to enforce considerable wage increases through hard struggles.

Their strikes have many things in common: they mostly happen in the central sectors of the respective economy, the affected companies operate on a multinational level, in their struggles workers get into confrontation with existing unions, they look for alternative unions or make use of their own forms of organisation. In many cases the state attacks the strikers violently, at the same time workers use violence against managers or strike-breakers. [19]

In 2014 these strikes continued, although in the case of India, against the background of a massive devaluation of the local currency and a decrease in sales in the automobile sector. Since 2013 a lot of capital has been withdrawn from the BRICS states and transferred to the so-called MINTS-states Mexico, Indonesia, Nigeria, Turkey and South Korea – these states, as well, have a large and very young population and at least some of them have been sites of huge protest movements during recent years. In June 2013 an uprising took place in Turkey (‘Gezi Park protests‘) and in May 2015 the entire automobile sector was shaken by a strike wave, in the course of which workers chased away their old trade unions.

In Iran, 2014 was the year with the highest amount of industrial disputes and workers’ protests. The peak moment was the strike of 5,000 workers in the iron ore mines of Bafgh where workers managed to stop privatisation. They walked out for nearly 40 days until the last arrested worker had been released – it was the longest dispute since the revolution in 1979.

In the newly industrialised countries, workers’ movements emerged that are noticeably similar, despite their culturally and politically very different respective surroundings – and these movements have enforced considerable wage gains within the span of a few years. [20] Workers made use of their position in the international production chains e.g. during the Honda strike in China. [21]

In many struggles egalitarian demands were put forward to act against the segmentation within the workforce, which employers nowadays try to enforce in all companies around the world with a higher share of skilled workers (Examples: car workers in India, mining workers in South Africa). [22]

Workers and state

How do workers’ struggles become revolutionary? Revolution evades derivation from objective conditions. If in a society characterised by patriarchal relations female workers fight collectively for the improvement of their living and working conditions, if they take risks in struggle, cross boundaries, discover new potentials and want to find out more about the world, then this process is probably ‘revolutionary’. What kind of notion of ‘communism’ do workers have in a country where the capitalists are organised within the CP? They will have to develop something new in struggle. This will surely not only start from the factories alone, it needs external impulses e.g. from youth movements that put any- and everything into question.

‘Global working class’ is a counter-thesis to the idea of a ‘national working class’. It assumes that the conditions for an integration of the working class into the state through a (social democratic) labour movement no longer exist. In 1848 workers did not yet have a ‘fatherland’, a proletarian artisan did not care whether he worked in Cologne, Paris or Brussels. Only state welfare policy and the orientation of the workers’ parties towards ‘fighting itself into the state’ have tied the workers to the nation. Since 1968 a broad and long-term re-orientation of proletarian movements away from the state – and from concepts of the state – has taken place. Since the 1980s the dismantling of welfare has caused a certain ‘alienation’ of large parts of society from the state, but for the ‘central working class’ the state still functions: just consider the massive state interventions since 2008 to rescue the automobile industry in Germany, the US and in France. For the traditional left the state is the political field within which the capitalist system can be changed, or rather, its worst consequences can be ‘reigned in’.

Historically capital was a global relation, mediated through the world market, right from its beginning. But without the state and the law (enforcement) and the national labour markets, capital would not have been able to survive and to develop. The welfare state guarantees certain social securities only for its own population and thereby turns proletarians into ‘citizens’. But capital was only able to develop by accessing an industrial reserve army in the form of agricultural labourers, peasants, under-employed proletarians in other countries. Today, in nearly all industrial nations there are multinational working classes without deeper ties to the state in which they live – while the ‘local’ and ‘naturalised’ workers and descending middle-strata cling to the state and want special protection.

During the last 20 years the class enemy has dismantled state structures wherever they were not able to cope with class struggle: private armies, mafia and civil war rule. This destruction of social security systems caused large-scale flight movements. In such threatening situations ‘strong states’ or ‘controlled democracies’ (Russia, China) become more attractive as islands of stability. Where does the working class use the absence of the state to build their own structures? What’s the score with a globalisation from below?

Global learning processes

Today it is possible for workers to establish direct contacts between themselves across, even far distances, without having to rely on mediators. Thanks to digital networks it has become much easier, even in remote areas, to know what is going on in the world compared to three, four decades ago. Struggles become contagious if workers in one company see that other workers take a risk and are successful – as for example the strike in the shoe factories of Yue Yuen in 2014 in which 40,000 workers took part. In 2015 around 90,000 workers of the same company walked out in Vietnam, while simultaneously 6,000 workers again went on strike in China. Since the 2014 dispute hardly a month has passed in China without at least one shoe factory being affected by workers’ industrial actions. Workers notice their respective struggles, also across national borders – even without visible organisational contacts. Workers of different factories report on conditions and discuss them e.g. on internet forums.

Migrants

The most obvious links between the proletarians of all countries are migrants. There were historical moments when masses of militant workers left their respective countries to avoid repression – like Spain and Greece in the 1970s or Turkey in the 1980s – and brought with them their experiences of struggle and of how to organise. In the struggles in the factories in Germany they often became the vanguard. Another example is the migrants from Mexico, who left to find work in agriculture in the US and who organised strikes there. (Not all labour migrants are or remain proletarians – self-employment is often the only way out of misery and the network of fellow country(wo)men the organisation of choice. Migrants often belong to those groups of people who want to progress and get on in life come what may and are able to mobilise a reservoir of badly paid labour from within their communities for this aim. Therefore such networks are hardly of use as an organisational foundation in class struggle.)

” The proletariat thus seems to disappear at the very moment when the proletarian condition becomes generalized.” (Samir Amin)

For four decades the speed of class movements was not able to match the speed with which capital roamed the globe in search for valorisable labour power. Now this situation has turned around. Workers in Egypt, China, Bangladesh, Mexico, South Africa etc. make use of the new technical possibilities for their own interests; their struggles quickly attract a global audience. For the first time a global working class emerges, which has the ability to organise global production and reproduction – and can therefore transform this world. In the global north this ‘new condition’ is more difficult to detect because since the 1980s capital has used the threat of relocation to blackmail people. (While at the same time a small part of the working class – ‘medium strata’ – was able to make money from financialisation and speculation at least temporarily, sometimes more than through work.)

The role of the left

What role can left activists or left-wing academics play? Since the big strike wave in 2010, left-leaning social science around the globe has rediscovered the working class and researches their movements. But even if sociologists interview individual workers they tend to become frustrated, because these people only think about themselves and their families. Are they ” a different type of human species ” once they are at work or when they struggle together? E.P. Thompson wrote in 1963 that if you stop social history at any given moment you will find only individuals. ‘Class’, in contrast, defines people who live their own history – therefore a sufficiently long period of history has to be analysed. ‘The Making of…’ is a development within political and cultural history at the same time as within economic history. ” The working class made itself as much as it was made.” [23]

And why should workers tell social scientists anything at all?

In ‘Junge Welt’, [24] the Hungarian philosopher Gaspar Miklos Tamas recently said that for the first time in history we face the grotesque situation of a Marxist intelligentsia without a Marxist movement. This brings with it two dangers: on one side, the danger of vanguardism that speaks in the name of a passive proletariat – a proletariat, however, that does not know it is being spoken for and which does not share the vanguard’s values that tell the proletariat what it is supposed to feel, think and do. Mainly small radical left groups face this danger. The other danger is that the radical left fuses with the general, democratic, anti-fascist and egalitarian movement – which would cause the Marxist critique to disappear.

Both these tendencies exist in relation to the new class struggles. Some want to found a ‘new International’ as early as now – while there are so many of them already! Others refuse to criticise the working class and only want to support workers in their struggles. They want to make use of decentralised networks organised by NGOs or they make a beeline for the unions. International conferences deal with the question of how workers can get in touch on a global level. In addition there is still the traditional ‘workers’ internationalism’ that is organised in centralistic and hierarchical ways with little open debate. At international conferences delegates pretend that everywhere, manual or office workers with life-long employment in one company still exist, whose trade union or workers’ party still obtain a share of the growing wealth for them. [25]

But there are also efforts by left activists who are critical of the trade unions to organise contacts between different locations of multinational corporations – though it is very difficult to go beyond mutual visits and to actually struggle together or organise solidarity strikes.

Over the last five years a different part of the radical left that wants to abolish the state placed their hope in uprisings. The ‘movement of squares’ in 2011 overtook the debate about the ‘coming insurrection’. But Greece in 2008, Indignados, Gezi Park, Stuttgart21, Hong Kong etc. were all movements with hundreds of thousands of participants – but which, in the end, were not able to enforce anything! These movements made visible the potentials that simultaneous uprisings on a global scale have – but also brutally demonstrated their limitations: from the commune of Tahrir to the military dictatorship. The many movements since Seattle, the mass uprisings in Argentina in 2001 and lastly Occupy Wall St. etc., have shown with the utmost clarity that an overturning of the existing social order is only possible once workers take part in the uprising as workers. It is not enough that they take part in demonstrations, but don’t go on strike. In capitalism, strike is the ultimate weapon, where real power develops and collective subjects form themselves.

Even the Invisible Committee, which up to now didn’t care much for workers, started to approach them (at least verbally) [26] – this is an interesting development: because whoever wants to abolish the state, whoever wants revolution won’t be able to do it without the workers! Proletarians are the vast majority of the population and their struggles push things forward. Nevertheless most leftists still don’t critically analyse the struggles that are actually taking place, but in an immediate reflex raise the question of ‘class consciousness’ instead. They imagine a proletariat organised in a party and union, which has not existed in such a way since the 1950s. “What else do we expect?” an article in Wildcat-Zirkular no.65 asked polemically. ” The emergence of proletarian world organisations? Solidarity strikes? Copycats? A worldwide political movement? The new and interesting phenomena regarding world revolution is the very fact that no one has got parameters, criteria or even answers to tackle that question. Criteria could be whether commonalities develop during different struggles – and up to now this does not seem to be the case. Workers struggle, but they don’t struggle together… Rather the opposite is true: they just fight for themselves and only rely on their own strength. They don’t even wait for their colleagues in the neighbouring company.” [27]

Workers ignore old organisations and parties; new ones are not yet visible. There isn’t any idea of a new society yet, which takes hold of the masses. In the struggles themselves we can see some new developments though. In Asia and beyond workers have proven extraordinary capabilities to organise their struggles and coordinate them beyond the boundaries of their respective regions. They have understood that they can only win collectively. They raise egalitarian demands against the divisions that capital introduced. They don’t let unions hold them back, who want to control them. They don’t shy away from hard confrontations. They address and create problems for which the system has no solutions.

In their struggles they get into conflict with a social system, which hasn’t got anything to offer the large majority apart from austerity politics – a system, which is no longer able to transform the struggles into ‘development’. A social system that steers towards its next crash, under the leadership of its ‘last superpower’, which fights against its economic and political demise by all means necessary. The strongest military power in the world is no longer able to win wars, not to mention to create new stable states, but can only destroy. By doing this it will further undermine the legitimacy of this world order and mobilise more and more people against itself.

Who will shape the coming social confrontations? The global middle classes who follow nationalist mobilisations out of fear of losing their social acquis? Or the global proletariat, on whose labour their wealth and power depends? The collective intelligence of the rebellious proletariat is superior to the narrow-minded experts of the institutions; their ability to organise production and to self-organise can guarantee the supply of necessary goods and services for the people – the various movements of the squares and against big infrastructure projects have proven this. They are the only force that can oppose the destructive potency of capital.

In Wildcat we have often voiced the hope of an ‘encounter of the workers’ movement and social movement’ – in order to define the role of the social-revolutionary left. As if it was just about an addition of forces, which does not have to hurt anyone. A ‘side-by-side’ on the ‘squares’, under conditions of mutual indifference. This won’t cut it in future – if we want to get things moving.

A new revolutionary subject won’t just be an outcome of ‘homogenisation’ (even less of an ‘alliance!’), but rather of processes of polarisation – and divisions within the working class. The political discussion and practice of the left will have to come to terms with this.

Footenotes

[1] “Vom Klassenkampf zur ‘sozialen Frage'” [“From class struggle to the ‘social question'”], Wildcat Zirkular 40/41

[2] “Vom schwierigen Versuch, die kapitalistische Krise zu bemeistern” [“On the difficult effort to deal with the capitalist crisis”], Wildcat Zirkular no.56/57, May 2000

[3] “Note: There is no simple translation for the German word “Umwälzung”. It means transition, transformation, turning upside down, in some circumstances circulation – in fact: radical change.”

[4] “Voll-Endung”: insinuates ‘completion’ and ‘end’

[5] “Globalize it!”, preface to Wildcat-Zirkular 38, July 1997

[6] “Asien und wir” [Asia and us”], Wildcat-Zirkular no. 39, August 1997

[7] “Open letter to John Holloway”, Wildcat-Zirkular no.39, August 1997
http://www.wildcat-www.de/en/zirkular/39/z39e_hol.htm

[8] “Die neuen Arbeitsverhaeltnisse und die Perspektive der Linken” [“The new work relations and the perspective of the left”], Wildcat-Zirkular 42/43, March 1998

[9] “Chiapas und die globale Proletarisierung” [“Chiapas and the global proletarianisation”], Wildcat-Zirkular no.45, June 1998

[10] “Historical Capitalism”, Immanuel Wallerstein, 1983

[11] “Forces of Labor – Workers’ movements and globalization since 1870”, Beverly Silver, 2003
https://libcom.org/files/Beverly_J._Silver-Forces_of_Labor__Workers’_Movements_and_Globalization_Since_1870_(Cambridge_Studies_in_Comparative_Politics)__-Cambridge_University_Press(2003).pdf

[12] Peter Dicken, ‘Global Shift, Mapping the changing contours of the world economy’. 6th edition. 2011

[13] Goeran Therborn, ‘Class in the 21st Century’, NLR 78, 2012

[14] ‘Beyond the peasant international’, Wildcat no.82, Autumn 2008
http://www.wildcat-www.de/en/wildcat/82/w82_bauern_en.html

[15] Samir Amin, ‘The implosion of contemporary capitalism’, New York 2013

[16] Isabel Ortiz, Sara Burke, Mohamed Berrada, Hernan Cortes, ‘World Protests 2006 – 2013’, FES New York Office 2013

[17] Compare the article on Hong Kong by Mouvement Communiste:
http://mouvement-communiste.com/documents/MC/Letters/LTMC1439%20ENvG.pdf

[18] Wildcat no.90, summer 2011
http://www.wildcat-www.de/en/wildcat/90/w90_in_our_hands_en.htm

[19] Joerg Nowak, ‘Fruehling der globalen Arbeiterklasse. Neue Streikwelle in den BRICS-Staaten, 2014
‘Massenstreiks und Strassenproteste in Indien und Brasilien’, Peripherie 137, 2015
‘Massenstreiks in der globalen Krise’, Standpunkte 10/2015, online auf rosalux.de
Torsten Bewernitz, ‘Globale Krise – globale Streikwelle? Zwischen den oekonomischen und demokratischen politischen Protesten herrscht keine zufaellige Gleichzeitigkeit’. Prokla 177, 12/2014
Dorothea Schmidt, ‘Mythen und Erfahrungengrinie Einheit der deutschen Arbeiterklasse um 1900. Prokla 175, 6/2014

[20] Beverly Silver sees her thesis verified by the struggle waves in 2010: the relocation of capital towards China has created a new and growing combative working class. She still thinks in categories of pendulum movements: Making – unmaking – remaking of the working class, and currently the pendulum is swinging back. According to Silver this time in history it is neither possible, nor desirable, to respond to these struggles in form of Keynesian social partnership.
Beverly Silver, ‘Theorising the working class in twenty-first-century global capitalism’, in: Workers and labour in a globalised capitalism (Palgrave Macmillan); edited by Maurizio Atzeni (2014)
http://krieger.jhu.edu/arrighi/research/socialprotest/

[21] See article on China in this issue of Wildcat [no English translation available]

[22] In Germany only workers at Daimler in Bremen have tried to respond to management plans of outsourcing work to ‘service providers’ by going on wildcat strike, but they were not able to put a halt to the scheme

[23] E.P. Thompson, The making of the English working-class, 1963

[24] ‘Die zwei grossen Gefahren’ [The two big dangers’], conversation with Gaspar Miklos Tamas, 4th of June 2015

[25] Global Labour Journal
www.escarpmentpress.org/globallabour
Global Labour Institute
www.globallabour.info
Global Dialogue
www.isa-global-dialogue.net/volume-4-issue1/

[26] Invisible Committee, ‘To our friends’
“To say that plainly: so long as we can’t do without nuclear power plants and dismantling them remains a business for people who want them to last forever, aspiring to abolish the state will continue to draw smiles; so long as the prospect of a popular uprising will signify a guaranteed fall into scarcity, of health care, food, or energy, there will be no strong mass movement…
What defines the worker is not his exploitation by a boss, which he shares with all other employees. What distinguishes him in a positive sense is his embodied technical mastery of a particular world of production. There is a competence in this that is scientific and popular at the same time, a passionate knowledge that constituted the particular wealth of the working world before capital, realizing the danger contained there and having first extracted all that knowledge, decided to turn workers into operators, monitors, and custodians of machines. But even there, the workers’ power remains: someone who knows how to make a system operate also knows how to sabotage it in an effective way. But no one can individually master the set of techniques that enable the current system to reproduce itself. Only a collective force can do that.
…In other words: we need to resume a meticulous effort of investigation. We need to go look in every sector, in all the territories we inhabit, for those who possess strategic technical knowledge. Only on this basis will movements truly dare to “block everything.””

[27] ‘Das Ende der Entwicklungsdiktaturen’ [‘The end of the developmental dictatorships’, Wildcat-Zirkular no.65, February 2003]

First we take Brussels

Δημοσιεύουμε ένα, ημερολογιακά περσινό αλλά καθ’ όλα επίκαιρο, κείμενο του συντρόφου lenorman (το οποίο έχει διακινηθεί ευρέως μέσω mail) σχετικά με την αντι-ΕΕ στάση της άκρας αριστεράς αλλά και κομματιών του αντιεξουσιαστικού χώρου.


 

 

First we take Brussels:

Η υποκατάσταση της κριτικής των εκμεταλλευτικών σχέσεων από την κριτική των διακρατικών κατανομών ισχύος

 

 

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, και κυρίως κατά τη διάρκεια των σφοδρών κοινωνικών αγώνων που συνόδευσαν τις κορυφώσεις της κρίσης, στη ρητορική αυτού του πολιτικού χώρου που σήμερα οριοθετείται ως «Αριστερά» στην ελλάδα απωθήθηκε κατά τρόπο συστηματικό ο ταξικός ανταγωνισμός ως καθοριστικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής γενικά, αλλά και της συγκυρίας ειδικότερα. Στον ΣΥΡΙΖΑ, και στον πολιτικό του περίγυρο, αυτή η απώθηση έγινε μέσα από μια πληθώρα πολιτικών και θεωρητικών καινοτομιών, η πιο δημοφιλής εκ των οποίων ήταν η αναδιατύπωση των θεωριών περί νεοφιλελευθερισμού στη βάση των εθνο-κρατικών ιδιαιτεροτήτων και των διαπεριφερειακών συνεργασιών ή αντιθέσεων, ώστε να τεκμηριωθεί η άποψη ότι το βασικό πρόβλημα σήμερα στην Ευρώπη είναι η κυριαρχία του «μερκελισμού», μιας εθνικά ιδιαίτερης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας η οποία αντανακλά και νομιμοποιεί την κυριαρχία της πανίσχυρης Γερμανίας και των συμμάχων ή δορυφόρων της επί των χωρών του Νότου. Πέραν του ΣΥΡΙΖΑ, μια ανάλογη επίπτωση είχε η χρήση, στην προμετωπίδα ενός πολιτικού προγράμματος διεξόδου από την κρίση, της παρότρυνσης (προς τον «λαό» ή προς το «εργατικό-λαϊκό κίνημα») να έρθει σε ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα σύνθημα το οποίο αναδείχθηκε σε μόνιμη επωδό όχι μόνο από το ΚΚΕ και τις σταλινογενείς ή πρώην μαοϊκές πολιτικές ομάδες, αλλά και από όλες σχεδόν τις τροτσκιστικές οργανώσεις, ενώ κατά το διάστημα της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ υπήρξε και μια σχετική πρωτοβουλία από συντρόφους και συντρόφισσες του αναρχικού χώρου.

Κάθε αρνητικό σύνθημα έχει ένα περιεχόμενο που προκύπτει αφενός από αυτό που λέει ότι αρνείται, και αφετέρου από αυτό που συνάγεται ως πρόταση του, από το αντίθετο στοιχείο εκείνου που αρνείται. Για παράδειγμα, όταν λέει κανείς ότι είναι «ενάντια στο κεφάλαιο», εννοεί ότι τάσσεται «υπέρ του κομμουνισμού», όπως κι αν τον εννοεί τον κομμουνισμό του. Το σύνθημα «ενάντια στη σχέση κεφάλαιο», όσο απογειωμένο κι αν μοιάζει, θέτει το ζήτημα όχι μόνο της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, αλλά και των διϋποκειμενικών σχέσεων που συνάπτονται κατά την κοινωνική παραγωγή της ζωής, κι αυτό γίνεται λίγο-πολύ σαφές σε όποιον/α το ακούει, ακόμα κι αν δεν είναι εξοικειωμένος/η με την ιδιόλεκτο του μαρξισμού. Όταν λέει κανείς ότι είναι ενάντια στο «τοκογλυφικό κεφάλαιο», στους «τραπεζίτες», τους «δανειστές», τους «κερδοσκόπους», και όχι ενάντια στο κεφάλαιο γενικά ως κοινωνική σχέση, τότε μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι είναι στην καλύτερη περίπτωση υπέρ μιας πιο κοινωνικά ευαίσθητης διαχείρισης του καπιταλισμού, και στη χειρότερη ότι είναι αντισημίτης φασίστας (γιατί πάντα στο συλλογικό φαντασιακό, ιδίως στην ελλάδα, η σκοτεινή φιγούρα του τοκογλύφου παραπέμπει σε εκείνη του Εβραίου με τη γαμψή μύτη). Όταν λέει, όμως, κανείς ότι πρέπει να ταχθούμε «ενάντια στην ΕΕ», τι εννοεί; Η ΕΕ είναι μια ένωση κρατών που αρχικά ήταν μόνο εμπορική και σήμερα είναι νομισματική και μέσα από την εξέλιξη της κρίσης δημόσιου χρέους μετατρέπεται σε δημοσιονομική ένωση. Συνεπώς το σύνθημα ενάντια στην ΕΕ, δεν μπορεί παρά να εννοεί ότι αυτοί που το εκφωνούν είναι υπέρ της διάλυσης της ΕΕ. Ωραία μέχρι εδώ. Να διαλυθεί η ΕΕ, ο ΠΟΕ, το ΔΝΤ, ο ΟΗΕ, η UNICEF (…) και όλοι οι οργανισμοί συντονισμού του διεθνοποιημένου πλέον κεφαλαίου, στάχτη και μπούλμπερη. Από εκεί και πέρα; Ευτυχώς, δεν είναι απαραίτητο να κάνουμε ούτε τολμηρές εικασίες ούτε περίτεχνες σημασιολογικές αναλύσεις, γιατί οι πολιτικές δυνάμεις που προσβλέπουν στη σύγκρουση με την ΕΕ δεν αφήνουν μόνο να εννοηθεί, αλλά συνήθως λένε και καθαρά ποιο είναι το θετικό στοιχείο που προκύπτει από αυτή τη διάλυση. Ο πραγματικός «τακτικός στόχος» περιγράφεται, αρκετά συχνά, χωρίς διφορούμενα: το θετικό στοιχείο γι’ αυτές τις δυνάμεις, συνήθως τουλάχιστον, είναι η συνέχιση της ύπαρξης του ελληνικού κράτους, ενός ελληνικού κράτους «ανεξάρτητου από τα δεσμά της ΕΕ», «εθνικά κυρίαρχου», με «δική του νομισματική πολιτική», και πάει λέγοντας.

Το ΚΚΕ συμπληρώνει την πρόταση για έξοδο από την ΕΕ με ένα κάλεσμα «για λαϊκή εξουσία», επαναλαμβάνοντας τη σταλινική φόρμουλα του σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα και με ένα μόνο κόμμα να οδηγεί την εργατική τάξη, τραβώντας την απ’ το μανίκι στον παράδεισο της εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στον πολιτικό της λόγο συνοδεύει το σύνθημα για «έξοδο από τη φυλακή του ευρώ και της ΕΕ» με μια σειρά από πολύ πιο αόριστες ευχές: «έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για ριζικές κοινωνικές αλλαγές», «θα μπει η εργατική τάξη στο τιμόνι», «θα σπάσει ο πιο αδύναμος κρίκος του ευρωπαϊκού καπιταλισμού» και ο κατάλογος χωράει πάρα πολλές κούφιες φράσεις ακόμα, γιατί ως γνωστόν οι ευχές είναι πάντοτε ανέξοδες, και οι πηχτές σάλτσες κάνουν το στυφό φαγητό της «εθνικής κυριαρχίας» κάπως νοστιμότερο για τα στομάχια που δεν είχαν συνηθίσει στη μεταπολιτευτική σταλινο-μαοϊκή δίαιτα. Πρέπει βέβαια να πούμε ότι αυτά τα στομάχια στην ελληνική αριστερά ήταν λίγα, και σήμερα είναι ακόμα λιγότερα. Η εγχώρια αριστερά στη συντριπτική της πλειοψηφία ήταν αντι-ιμπεριαλιστική, και διαπαιδαγωγήθηκε με τις περίφημες ταξινομήσεις περί κύριας και δευτερεύουσας αντίθεσης του Μάο, ή με τη θεωρία της «εξω-ελληνικής επέμβασης» του Ζαχαριάδη. Ο κύριος εχθρός για το προλεταριάτο εμφανιζόταν πάντα, και εμφανίζεται και σήμερα να είναι ο ιμπεριαλισμός, ως πολιτικό-στρατιωτικός μηχανισμός έξωθεν επιβολής, και όχι ο καπιταλισμός ως καθεστώς ταξικής εκμετάλλευσης. Τώρα πια, που όλες οι παλιές γραμμές πολιτικού διαχωρισμού τείνουν να εξαλειφθούν ολοσχερώς μέσα στο μεγάλο χωνευτήρι των αριστερών συνασπισμών ή συμπορεύσεων, η αριστερά[1] (χωρίς επιπλέον ουσιώδεις προσδιορισμούς αλλά με το άλφα κεφαλαίο) καλεί τον «λαό» να την ακολουθήσει στο φωτεινό μονοπάτι που οδηγεί στη μεταρρύθμιση του ελληνικού καπιταλισμού, με εθνικοποιήσεις μέσων παραγωγής ή έστω ακύρωση των δρομολογημένων ιδιωτικοποιήσεων ή τελικά μάλλον επιλεκτική αξιοποιήση της κρατικής περιουσίας, ανασυγκρότηση της εθνικής παραγωγής χωρίς αλλαγή των ίδιων των σχέσεων παραγωγής, κτλ., και σε μια κάποια φιλολαϊκή διαχείριση του κράτους, είτε άμεσα, μετά από την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας (ΣΥΡΙΖΑ) είτε έμμεσα, ασκώντας πίεση «από τα κάτω» σε μια κυβέρνηση της αριστεράς (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή τουλάχιστον, ένα σημαντικό της τμήμα).

Ακόμα και οι πιο τολμηροί από τους πανελίστες της αριστεράς δε μιλάνε, έτσι κι αλλιώς, για κατάργηση του κράτους, παρά μόνο με έναν πολύ θολό τρόπο, και την τοποθετούν πολύ «αργότερα», «προοπτικά», μετά από κάποιους αιώνες ίσως, και ούτε θέλουν να ακούσουν βέβαια για κατάργηση του χρήματος (άρα ακόμα κι όταν μιλάνε περί ρήξης με τον καπιταλισμό δεν το πολυ-εννοούν). Το ΚΚΕ, από τη δική του μεριά, ταυτίζει τη γη της επαγγελίας με το όραμα ενός ολοκληρωτικού κράτους-κόμματος. Η Συνέλευση Κομμουνιστών-Αναρχικών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην ΕΕ, αντίθετα, διευκρινίζει ότι ο στόχος της ρήξης με την ΕΕ είναι ένα τακτικό βήμα προς το στρατηγικό στόχο της κοινωνικής επανάστασης που θα ανοίξει τον δρόμο για την κατάργηση του κεφαλαίου και του κράτους. Πρόκειται αναμφίβολα για την πιο ριζοσπαστική εκδοχή του συνθήματος «ενάντια στην ΕΕ», αλλά κάτι τέτοιο θα είχε νόημα μονάχα υπό δύο όρους: α) αν η ΕΕ ήταν, όχι μια ένωση κρατών, αλλά ένα διευθυντήριο, ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός αυτονομημένος από τις εθνικές αστικές τάξεις, ο οποίος καθόριζε τις τύχες της ελληνικής κοινωνίας απέξω και αφ’ υψηλού, λεηλατώντας τους πόρους της, και β) αν υιοθετούσαμε υπόρρητα μια θεωρία σταδίων για την επανάσταση, και μάλιστα μια παραδοσιακή (λενινιστική) τέτοιου είδους θεωρία, η οποία εμφανίζει την επανάσταση όχι ως διαδικασία με τη δική της ιδιαίτερη ιστορική δυναμική, αλλά ως καρπό σχεδιασμού από πολιτικά επιτελεία, ικανά να εποπτεύουν το κοινωνικό τοπίο, όπως οι στρατηγοί τα παρατεταγμένα στρατεύματα στο πεδίο της μάχης, να προβλέπουν τις εξελίξεις, να προεξοφλούν μια ακολουθία απαιτούμενων βημάτων, και να διαπλάθουν σιγά-σιγά τη συνείδηση των αγωνιζόμενων «μαζών», πατώντας πάνω στις «αυταπάτες» τους. Τότε θα μπορούσαμε να καταφύγουμε σε μια συνταγή που χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές στο παρελθόν από τα κομμουνιστικά κόμματα: να ισχυριστούμε, δηλαδή, ότι η εγχώρια ταξική πάλη μεσολαβείται και παραμορφώνεται τόσο έντονα από την αντίθεση ανάμεσα στο εθνικό κράτος και το υπερεθνικό διευθυντήριο ώστε απαιτείται πρώτα ένας κάποιος εθνικο-απελευθερωτικός αγώνας ώστε μετά να τεθεί η ταξική πάλη στις πραγματικές της διαστάσεις. Μόνο έτσι, μόνο υπό τέτοιες αφετηριακές παραδοχές, ο στόχος της ρήξης με την ΕΕ θα μπορούσε να νοηθεί ως ένα τακτικό βήμα προς το στρατηγικό στόχο της επανάστασης

Είναι, όμως, σήμερα η ελλάδα μια κατεχόμενη χώρα, όπως ισχυρίζονται διάφοροι δημαγωγοί πολιτευτές της ψεκασμένης Δεξιάς, ή μια χώρα που ξεζουμίζεται από τους μερκελιστές των Βρυξελλών, όπως ωρύεται ενίοτε ο Τσίπρας; Μπορεί κανείς στα σοβαρά να ισχυριστεί ότι ο Σαμαράς, ο Δένδιας, ο Βενιζέλος, και όλο αυτό το σινάφι από πεπειραμένους εγχώριους τεχνικούς της εξουσίας είναι απλά μαριονέτες; Μπορεί κανείς να πάρει τοις μετρητοίς τις οιμωγές των συριζαίων βουλευτών περί κοινοβουλευτικών πραξικοπημάτων, ανά μήνα, ή ενίοτε ανά εβδομάδα; Μπορεί να γίνει, υπό αυτούς τους όρους, οποιαδήποτε σοβαρή κουβέντα για τις μεταβολές που υφίσταται το ίδιο το κράτος; Δεν συσκοτίζεται έτσι εντελώς η κρίση του κράτους; Δεν αποσοβείται κάθε διερώτηση για το πώς επιχειρείται να ξεπεραστεί η κρίση του, μέσα από την εμφάνιση στο προσκήνιο των ολοκληρωτικών χαρακτηριστικών του, των τάσεων ολοκληρωτικής κυριαρχίας που ενυπάρχουν στο ίδιο το «κανονικό» δημοκρατικό καπιταλιστικό κράτος; Ήταν μήπως κάποια απαίτηση εκείνων των εξωτικών τεράτων, που αποκαλούνται από τα ελληνικά ΜΜΕ και τους αριστερούς δημοσιολόγους «τροϊκανοί», η δημιουργία φυλακών «υψίστης ασφαλείας» ή οι αλλεπάλληλες επιστρατεύσεις απεργών; Εμμέσως, σε αυτές τις πιθανές ενστάσεις έρχεται να απαντήσει η ανάλυση περί περιφερειακών ανισοτήτων που διχάζουν τα κράτη της ΕΕ σε ισχυρά και ανίσχυρα, ηγετικά και χρεωκοπημένα, με όπλο το δημόσιο χρέος. Η ελλάδα δεν είναι ακριβώς υπό κατοχή, αλλά τέλος πάντων τελεί υπό ασφυκτικό υπερεθνικό έλεγχο.

Πράγματι, ο Γιαννάκης δεν είναι ακριβώς Γιάννης, αλλά και ο ένας και ο άλλος έχουν βαφτιστεί από τον ίδιο παπά. Γιατί είτε στην πιο ισχυρή εκδοχή της κατεχόμενης χώρας είτε στην πιο ασθενή της ελεγχόμενης, οι διακρατικές, και όχι οι κοινωνικές, αντιθέσεις είναι εκείνες που εκλαμβάνονται ως καθοριστικές για το νόημα της επαναστατικής δράσης. Ο αγώνας ενάντια στο υπάρχον περιορίζεται εντός του εύρους νοητών δυνατοτήτων που το κράτος ως μορφή οργάνωσης της κοινωνίας έχει θέσει. Είναι αγώνας μέσα στο υπάρχον. Αφήνει άθικτες τις διαστάσεις του και αναδέχεται τους διαχωρισμούς του. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, το «εμείς» που αγωνίζεται, ή καλείται να αγωνιστεί, είναι δεδομένο. Πρέπει απλά να αφυπνιστεί, όχι να επινοηθεί ή να αναδυθεί μέσα από την ίδια την εμπειρία του αγώνα. Είναι ο «λαός», η εργατική τάξη ως «λαός»: ένα υποκείμενο που δεν προκύπτει από τον πραγματικό ανταγωνισμό ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις, αλλά ενεργοποιείται υπό τη μορφή με την οποία έχει εγγραφεί στην ισχύουσα πολιτική διάταξη, ως σύνολο πολιτών ενός κράτους, άθροισμα αφηρημένων ανθρώπων που τους ενώνει η φαντασιακή ταύτιση ενάντια σε έναν εξωτερικό εχθρό, ενάντια σε δυνάμεις που πηγάζουν από εστίες πέραν ή υπεράνω των εθνικών συνόρων. Πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που μιλάμε για μια χώρα που ποτέ δεν ήταν αποικία, αλλά ανήκει αντίθετα στις λεγόμενες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες: ο αγώνας ενάντια στην κατοχή ή στον έλεγχό της από ξένες ή υπερεθνικές δυνάμεις δεν είναι αγώνας αποτίναξης ενός πολιτικού ζυγού, αλλά επιλογής ανάμεσα σε παραλλαγές του ίδιου πολιτικού ζυγού, επιλογής ανάμεσα σε διαφορετικές ενσαρκώσεις της μορφής-κράτος. Αν όντως είχαμε να κάνουμε με κατοχή, τότε μπορεί να ήταν αναγκαίο να επιλέξουμε ανάμεσα στις αντιτιθέμενες κρατικές οντότητες. Θα έπρεπε, όμως, να έχουμε καθαρή επίγνωση της αντίφασης ανάμεσα στην τακτική της απελευθέρωσης από τις δυνάμεις κατοχής και τη στρατηγική της κοινωνικής επανάστασης. Αν όντως έχουμε να κάνουμε με «έλεγχο» ή λεηλασία της χώρας, τότε η επιλογή ανάμεσα στο κράτος που τελεί υπό έλεγχο και το κράτος (εν προκειμένω: την ένωση κρατών) που ασκεί έλεγχο συνοδεύεται από ακόμα μεγαλύτερο κόστος. Η σχέση του τακτικού στόχου με το στρατηγικό στόχο τότε γίνεται αθεράπευτα αντιφατική: οι αντιτιθέμενοι όροι όχι μόνο δεν υπερβαίνονται σε μια νέα σύνθεση, όπως κάποτε επέμεναν οι κομματο-κρατικοί ταχυδακτυλουργοί του διαλεκτικού υλισμού, αλλά αποσυνδέονται τόσο πολύ που στο τέλος ο ένας γίνεται εμμονή και ο άλλος πρόσχημα.

Αν πρέπει πρώτα να αποδεσμευτεί το ελληνικό κράτος από την ΕΕ, χωρίς να αμφισβητηθεί το ίδιο ως τρόπος να σχετίζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους κατά τη διαχείριση των κοινών τους υποθέσεων, και ως άρθρωση μηχανισμών η οποία εγγυάται της αναπαραγωγή των εκμεταλλευτικών σχέσεων, τότε πώς είναι δυνατόν μετά να τεθεί το ίδιο υπό ριζική έμπρακτη κριτική; Αν χρειάζεται να οικοδομηθεί πρώτα ένα κίνημα, αρκετά πλατύ ώστε να περιλαμβάνει όλους όσοι συμφωνούν με τον τακτικό στόχο της ρήξης με την ΕΕ, ακόμα και αν κατά τα λοιπά εννοούν την κοινωνική επανάσταση ως ένα γραφειοκρατικό κομματικό έργο ή ως μια εικόνα ενός πολύ μακρινού μέλλοντος, με κοινό στόχο την αποκατάσταση του ελέγχου της κοινωνικής ζωής έτσι όπως αυτή οριοθετείται σε επίπεδο εθνικό, δηλαδή την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του έθνους-κράτους, τότε πώς είναι δυνατόν μετά αυτό το κίνημα να στραφεί ενάντια σε ό,τι το ίδιο πέτυχε, και να το εκθεμελιώσει; Ξέρουμε πια πολύ καλά πώς ακόμα και στη Βόρειο Ιρλανδία ή στη Χώρα των Βάσκων (εδάφη στα οποία ζουν πολιτισμικές κοινότητες που αυτοπροσδιορίζονται ως καταπιεσμένα έθνη χωρίς δικό τους κράτος) η σχέση ανάμεσα στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα και τον αγώνα για την κοινωνική επανάσταση εξελίχθηκε, μετά από μια ολόκληρη ιστορική πορεία εσωτερικών συγκρούσεων, σε μια σχέση υπαγωγής του δεύτερου στον πρώτο, έτσι που τελικά η σύγκρουση ανάμεσα σε τάξεις να γίνεται αφηρημένη επίκληση και ο αστικός εθνικισμός να κατοχυρώνεται στην πράξη ως μια αδιαφιλονίκητα κυρίαρχη ιδεολογία. Ξέρουμε, επίσης, πόσο ακριβά, την περίοδο όπου πράγματι η ελλάδα ήταν μια κατεχόμενη χώρα, πλήρωσε το κίνημα το οποίο συσπειρώθηκε κάτω από τη σημαία του ΕΑΜ αυτόν το διαχωρισμό τακτικών και στρατηγικών στόχων, όπου το «αποφασιστικό τακτικό βήμα», η «απελευθέρωση της ελλάδας» σήμαινε την ανασυγκρότηση του πολιτικού και στρατιωτικού μηχανισμού που τελικά κατέστειλε, με εκτελεστικά αποσπάσματα, την «ανταρσία». Αντί το προλεταριάτο να γίνει «ηγεμονική δύναμη» του έθνους, το τελευταίο ξαναστήθηκε στα πόδια του, ως έθνος-κράτος, και συνέτριψε το προλεταριάτο. Στην περίπτωση της σύγχρονης ελλάδας δε χρειάζεται καν να περιμένουμε να πέσει η αυλαία της ήττας για να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας: ο αγώνας ενάντια στην ΕΕ, όταν ιεραρχείται ως «αποφασιστικός τακτικός στόχος», ακυρώνει εκ των προτέρων κάθε αντικαπιταλιστικό και αντικρατικό πρόταγμα, το μετατρέπει σε δευτερεύον, του στερεί κάθε επικαιρότητα, κάθε πραγματική σημασία.

Μιλάμε, όμως, υποθετικά. Γιατί η αλήθεια είναι ότι σήμερα δεν τίθεται ούτε ζήτημα «κατοχής» ούτε ζήτημα «υπερεθνικού ελέγχου». Αυτό δείχνει η ίδια η δυναμική και η μορφολογία της ταξικής πάλης. Αν απόδειξαν κάτι οι αγώνες των τελευταίων χρόνων είναι ότι «η Ελλάδα» δεν είναι μια μονοιασμένη κοινότητα όπως θα ήθελαν οι φασίστες, αλλά ένας καπιταλιστικός σχηματισμός με μια ανειρήνευτη σύγκρουση στο εσωτερικό του, τη σύγκρουση ανάμεσα στα αφεντικά και τους προλετάριους και τις προλετάριες. «Η Ελλάδα» ως κοινωνική πραγματικότητα διαρθρώνεται γύρω από τη σχέση κεφάλαιο και την αντίφαση που χαρακτηρίζει αυτήν τη σχέση. «Η Ελλάδα» ως πολιτική επικράτεια δεν ανήκει στους έλληνες όπως διατείνεται η αρχαιοπρεπής πινακίδα έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αβγής ή όπως συχνά-πυκνά μας πληροφορούν, από τα τηλεοπτικά πάνελ, τα στελέχη της «κυβερνώσας αριστεράς». Όπως κάθε «χώρα», ανήκει στο κράτος και τους καπιταλιστές. Κανένα ευρωπαϊκό διευθυντήριο δεν υπαγόρευσε στις ελληνικές κυβερνήσεις τη στρατηγική της αντι-εξέγερσης μετά το Δεκέμβρη του 08. Κανένας γραφειοκράτης των Βρυξελλών δεν επέβαλε τα κρατικά πογκρόμ, υπό τον ευφημισμό «Ξένιος Δίας», κατά του τμήματος εκείνου της εργατικής τάξης που προορίζεται για την παραγωγή απόλυτης υπεραξίας, των μεταναστών. Κανένας Σόϊμπλε και καμιά Μέρκελ δεν ανάγκασε τα αφεντικά στην ελλάδα να κρατάνε απλήρωτους τους υπαλλήλους τους για μήνες. Καμιά ΕΕ δεν έσκαγε λεφτά στους εγχώριους Ναζί για να οργανώσουν έναν στρατό από μαντρόσκυλα του κεφαλαίου. Κάποιοι έλληνες εφοπλιστές το έκαναν αυτό. Αυτή ήταν και αυτή είναι «η Ελλάδα», ως θεσμική οντότητα: ένα στρατηγείο, με τα δικά του ιδιαίτερα λάβαρα, τη δική του ιδιαίτερη επικράτεια, τη δική του ιδιαίτερη διαδρομή στο χρόνο, για την οργάνωση του κεφαλαίου και την αποδιοργάνωση και καθυπόταξη του προλεταριάτου. Είτε ως κοινωνική πραγματικότητα, είτε ως πολιτική επικράτεια, είτε ως θεσμική οντότητα, «η Ελλάδα» είναι αναπόσπαστο τμήμα του κόσμου των αφεντικών. Γι’ αυτό, ως προλετάριες/οι, είμαστε ήδη εδώ, σε αυτήν τη χώρα, ξένες/οι, ακόμα και αν εμείς, σε αντίθεση με πολλά ταξικά μας αδέλφια, διαθέτουμε επίσημα έγγραφα που πιστοποιούν την ιθαγένειά μας.

Μήπως, όμως, ορίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την «Ελλάδα» γίνεται κατάχρηση της έννοιας της ταξικής πάλης, και επιδεικνύεται μια υπέρμετρη αδιαφορία για τη βαρύτητα των πολιτισμικών ή γεωπολιτικών παραμέτρων; Αν το θέμα μας δεν ήταν η κοινωνική επανάσταση ως «στρατηγικός στόχος» τότε θα ομολογούσαμε ότι, ναι, μάλλον μόλις διαπράξαμε αυτό το αμάρτημα. Επειδή, όμως, το θέμα μας είναι αυτό, και όχι κάτι άλλο, νομίζουμε ότι το ερώτημα πρέπει να αντιστραφεί, και να απευθυνθεί στους πρόμαχους της αντι-ΕΕ πολιτικής γραμμής: αυτή η γραμμή είναι που κατατείνει στην αδιαφορία για τη βαρύτητα της ταξικής πάλης, στην απώθηση του ταξικού ανταγωνισμού ως παραμέτρου που επίκαιρα διαμορφώνει την κοινωνική πραγματικότητα, καθώς και ως ενός πεδίου εμπειρίας επί του οποίου συγκροτούνται μορφές κοινωνικής συνείδησης, δοκιμάζονται συλλογικά εγχειρήματα, και νοηματοδοτούνται, σε πραγματικό χρόνο, οι προτεινόμενες κάθε φορά πολιτικές στρατηγικές, ακόμα και παρά τη θέληση ή τις ιδεολογικές καταβολές, προτιμήσεις και διακηρύξεις των υποκειμένων που εμπλέκονται στη χάραξή τους.

Στους υποθετικούς συλλογισμούς που χρησιμοποιήθηκαν παραπάνω, κατά την κριτική της πρώτης (πραγματολογικής) προϋπόθεσης, ώστε να έχει νόημα η σύνδεση του «τακτικού στόχου» της ρήξης με την ΕΕ με το «στρατηγικό στόχο» της ρήξης με το κεφάλαιο και το κράτος, προεικονίζεται ήδη και η κριτική της δεύτερης (θεωρητικής) προϋπόθεσης, ήτοι της υιοθέτησης υπόρρητα μιας θεωρίας σταδίων για την επανάσταση. Κάθε τέτοια θεωρία, ακριβώς επειδή παραβλέπει τη δυναμική της επανάστασης ως συμβάντος ή ως διαδικασίας συλλογικού πειραματισμού, αλλά και τη δυναμική της ταξικής πάλης ως πεδίου όπου η δυνατότητα της επανάστασης αποκτά την πραγματικότητά της, είναι μια θεωρία αναβολής της επανάστασης ή αποτροπής της εμβάθυνσής της. Ακυρώνει τη σημασία της ίδιας της εμπειρίας της εξέγερσης ενάντια στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις και της οικοδόμησης άλλων διϋποκειμενικών σχέσεων, ενώ αντίθετα εξιδανικεύει τον εξ αποστάσεως σχεδιασμό τακτικών βημάτων, ο οποίος είναι καταδικασμένος να εκλαμβάνει αφετηριακά τις ισχύουσες κοινωνικές σχέσεις ως πολύ πιο ανθεκτικές απ’ ό,τι πράγματι είναι (γιατί ένας καλός τακτικιστής αυτές τις σχέσεις οφείλει πάντοτε να θέτει ως δεδομένες αρχικές του συνθήκες) και τις ισχύουσες μορφές κοινωνικής συνείδησης ως πολύ πιο εύπλαστες απ’ ό,τι πράγματι είναι (γιατί αυτές τις μορφές πάντοτε οφείλει να θέτει ως πρώτη ύλη για τα πολιτικά «ζυμώματά» του). Οι σοσιαλδημοκρατικές θεωρίες σταδίων, είτε στην παλιά, τύπου SPD, είτε στη τωρινή τους εκδοχή, τύπου ΣΥΡΙΖΑ, δίνουν κάπως παραπάνω έμφαση στη σταθερότητα των κοινωνικών σχέσεων: οι κοινωνικές αλλαγές γίνονται μέσα από διαδοχικές επιμέρους τροποποιήσεις που δε θίγουν την κοινωνική κανονικότητα. Οι λενινιστικές αντίστοιχες θεωρίες, στην πλαστικότητα των μορφών συνείδησης: οι κοινωνικές αλλαγές γίνονται από επιτελεία που κατορθώνουν να ασκήσουν την ηγεμονία τους στα μυαλά του αγωνιζόμενου πλήθους. Αμφότερες, όμως, βασίζονται στην παραδοχή ότι οι αγώνες ενάντια στο υπάρχον δεν είναι καθ’ εαυτοί ιστορικά παραγωγικοί, ότι η ιστορία, σε τελευταία ανάλυση, παράγεται μέσα από τη δράση πολιτικών οντοτήτων εξωτερικών προς, ή αποσπάσιμων από, την εμπειρία της ταξικής σύγκρουσης, οντοτήτων που βρίσκονται στα παρασκήνια ως υποκινητές ή σε υπέργειες καθέδρες ως μαέστροι, αποδέκτες μηνυμάτων, εκφραστές των διαθέσεων της βάσης, εγγυητές της ταυτότητας και της συνοχής των υποκειμένων που αγωνίζονται – μέσα από τη δράση, για να το διατυπώσουμε πιο συγκεκριμένα, κομμάτων και κρατών.

Με την υιοθέτηση του συνθήματος «ενάντια στην ΕΕ» αυτό που επί της ουσίας προτείνεται είναι να δράσουμε συντεταγμένα και από τα κάτω ώστε να ακολουθήσει το ελληνικό κράτος μια άλλη πολιτική από αυτήν που ακολουθεί σήμερα. Τον μόνο δρώντα παράγοντα της ταξικής πάλης που ευνοεί ο «τακτικός στόχος» ενάντια στην ΕΕ είναι το ελληνικό κράτος. Η τακτική αυτή στόχευση, προσωποποιώντας τη σχέση κεφάλαιο σε μια εξω-ελληνική οντότητα, η οποία μάλιστα υποτίθεται πως βρίσκεται και μέσα (χάρη στους ντόπιους τοποτηρητές της) και έξω από «τη χώρα», μακράν από το να διανοίγει χώρο για τον πολλαπλασιασμό και τη ριζοσπαστικοποίηση των μορφών ανεξάρτητης προλεταριακής δράσης ενάντια στην αναδιάρθρωση, απαιτεί πολιτικές και κοινωνικές «συμπορεύσεις» που αποδίδουν στην προλεταριακή αντίσταση το ίδιο κοινωνικό περιεχόμενο με αυτό της αντίστασης των μικροαστών και τη διοχετεύουν πολιτικά μέσα στο εύκολα χειραγωγήσιμο από το κράτος κανάλι της (δεξιάς ή αριστερής) «εθνικής αντίστασης». Από αυτήν τη σκοπιά, μπορούμε ήδη να αναγνωρίσουμε πόσο οξυδερκής είναι ο συλλογικός νους του κεφαλαίου, και πόσο έμπειρο το συλλογικό του σώμα, βλέποντας τι μεσοπρόθεσμες συνέπειες είχε το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος, το οποίο είχε απόλυτη πρωτοβουλία κινήσεων, επέλεξε να ξεκινήσει τη δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης, που απαιτούσε η ανατιμολόγηση κινδύνου του δημόσιου χρέους του από το διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, σε ανοιχτή συνεργασία με τον διεθνή παράγοντα, ενώ τα ελεγχόμενα από το ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο ΜΜΕ διόγκωναν συνεχώς το ρόλο των δανειστών, εικονογραφώντας τους ως εμμονικούς και παράλογους ενορχηστρωτές μιας εκδικητικής επίθεσης ενάντια στον «ελληνικό λαό». Το ελληνικό κράτος ξεπέρασε την κρίση στην οποία βρέθηκε κατά την περίοδο 2010-2012 ενσωματώνοντας την «εθνική αντίσταση» στους Ευρωπαίους εταίρους, επωμιζόμενο το καθήκον της σκληρής «εθνικής διαπραγμάτευσης» μαζί τους, ως εκφραστής της λαϊκής δυσαρέσκειας: μια «κυβέρνηση της αριστεράς» θα συνεχίσει αυτό ακριβώς το έργο, που και σήμερα παίζεται με πρωταγωνιστές τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο. Το ελληνικό κεφάλαιο, όμως, έχει ήδη καταφέρει να εφαρμόσει, σχεδόν στο σύνολό της, την ατζέντα «μεταρρυθμίσεων» που ο ΣΕΒ ζητούσε εδώ και χρόνια.

Παρά τις αντιγερμανικές ιαχές του Τράγκα, ή ακόμα και τα οργίλα ξεσπάσματα του Πρετεντέρη ενάντια στους ξεροκέφαλους γραφειοκράτες των Βρυξελλών και της Ουάσινγκτον, είναι βέβαια κάπως δύσκολο να αιτιολογηθεί γιατί ο Τόμσεν και ο Φούχτελ δεν άγγιξαν ορισμένες από τις πιο χτυπητές ιδιαιτερότητες του ελληνικού καπιταλισμού. Το ότι οι εφοπλιστές ακόμα πρακτικά απαλλάσσονται από κάθε φορολογία, το ότι το ελληνικό κράτος ακόμα καταβάλλει τους μισθούς των παπάδων, ή το ότι συντηρεί ακόμα μια τεράστια, συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, στρατιωτική γραφειοκρατία, όλα αυτά μοιάζουν ανεξήγητα αν καταπιούμε αμάσητη τη θεωρία περί φανατικών νεοφιλελεύθερων τεχνοκρατών που έρχονται έξωθεν να επιβάλλουν τις συνταγές τους ανεξάρτητα από τις εγχώριες τοπικές συνθήκες. Αντίθετα, μοιάζουν πολύ λογικά αν σκεφτούμε ότι τα μνημόνια όντως συντάχθηκαν με βάση τις τοπικές ιδιαιτερότητες, κατά τρόπο ώστε να μπορούν οι συγκεκριμένες διακρατικές συμφωνίες να αποβούν αποτελεσματικά πολιτικά μέσα δρομολόγησης μιας ελεγχόμενης εκκαθάρισης και καταστροφής κεφαλαίου, με τους λιγότερους δυνατούς τριγμούς για την αστική ταξική πολιτική κυριαρχία και με τις καλύτερες προϋποθέσεις ώστε να ξαναστηθεί ένα λειτουργικό μακροπρόθεσμα ταξικό μπλοκ εξουσίας υπό την ηγεμονία του ελληνικού μεγάλου κεφαλαίου. Η Μέρκελ μαζί με τον Παπανδρέου, τον Παπαδήμο, τον Βενιζέλο και τον Σαμαρά έσωσαν τον ελληνικό καπιταλισμό, κι έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, υπό τις διαθέσιμες επιλογές, για να αποκατασταθεί η κερδοφορία των καπιταλιστών. Έπρεπε, όμως, το «έθνος» (που ενοποιεί τις πληττόμενες κοινωνικές κατηγορίες) να αναπαρασταθεί ως αντιστεκόμενο στην «τρόικα» (που προσωποποιεί τον εχθρό ως ξένο) ακριβώς για να μην πάρει η αντίσταση στην αναδιάρθρωση μια πιο ανεξέλεγκτη μορφή σύγκρουσης των τάξεων μέσα στην ελλάδα από αυτήν που έλαβε χώρα.

Ο διάχυτος μικροαστικός ευρωσκεπτικισμός, του στυλ «οι Γερμανοί, μαζί με τα ντόπια λαμόγια, μας παίρνουν την πατρίδα μας», αποτέλεσε ένα πρώτης τάξεως συμπλήρωμα, και κατά κανέναν τρόπο μια αντίρροπη δύναμη, στον ευρωπαϊσμό των μεγαλοαστών. Δεν ήταν προϊόν μιας κάποιας ραδιουργίας από πλευράς της ελληνικής αστικής τάξης και του πολιτικού προσωπικού της, αν και αξιοποιήθηκε αρκούντως ως βολικός εχθρός και κατά βάθος φίλος. Το σκιάχτρο που στήθηκε στη θέση του πραγματικού ταξικού αντιπάλου έχει τις δικές του ρίζες στα «μικρομεσαία» και πληβειακά διαζώματα της κοινωνίας. Η δυναμική του εξηγείται από την αποσταθεροποίηση, ή και εξάλειψη, πολλών απ’ τις μορφές αναπαραγωγής των μικροαστικών στρωμάτων. Η διεισδυτικότητά του, όμως, δεν οφείλεται μόνο σε κάποιες ιδιαιτερότητες του ελληνικού καπιταλισμού, όπως η μεγάλη διάδοση της μικρής ιδιοκτησίας, η ευρύτητα και η εσωτερική πολυμορφία της μικροαστικής τάξης, αλλά και η εμπέδωση μιας ποικιλίας μικροαστικών κοινωνικών χαρακτηριστικών σε ένα ευρύ τμήμα της εγχώριας εργατικής τάξης, κάτι που ασφαλώς συνεπάγεται και αντίστοιχα ιδεολογικά αντανακλαστικά. Ενισχύθηκε πολύ, επίσης, και από την αποσύνθεση της εργατικής ταυτότητας, ως αποτέλεσμα της προηγούμενης αναδιάρθρωσης των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Αυτή η τελευταία, που συνήθως περιγράφεται ως «νεοφιλελευθερισμός», στην ελλάδα συντελέστηκε με ιδιαίτερη ένταση από τη δεκαετία του ’90 και μετά, περίοδο κατά την οποία άλλαξε η τεχνική και πολιτική σύνθεση του προλεταριάτου, άρχισαν να εξατομικεύονται οι όροι πώλησης της εργασιακής δύναμης, εξαπλώθηκε η αίσθηση του κατακερματισμού, της προσωρινότητας, της επισφάλειας, και η ίδια η προλεταριακή συνθήκη μετατράπηκε σε ταμπού, σε μια απαξιωτική υποκειμενική κατάσταση, που σε αντίθεση με το παρελθόν δε σήμαινε πια μια αφόρητη αντίφαση ανάμεσα στη δημιουργικότητα της ζωντανής εργασίας και την καθυπόταξή της από το κεφάλαιο, αλλά μια κατάπτωση ή καθήλωση στον αόρατο πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας, εκεί όπου συνωστίζονται οι losers της ιστορίας. Η αντικατάσταση της φιγούρας του εκμεταλλευτή από εκείνη του «προδότη πολιτικού» έχει ένα κοινωνικό βάθος αρκετά σοβαρό για να τη θεωρήσουμε μια ασήμαντη, πρόσκαιρη εκδήλωση της ακατέργαστης «λαϊκής οργής».

Δεν υπήρξε, ούτε μπορεί να υπάρξει, άλλου είδους ευρωσκεπτικισμός με μαζική απήχηση πέρα από αυτήν την ανανεωμένη παραλλαγή εκδικητικού εθνικισμού που εξέφρασαν οι αγχόνες και οι μούντζες το 2011 στην πλατεία Συντάγματος. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για την ελλάδα. Πουθενά στην Ευρώπη, σήμερα, δεν εμφανίζεται μια εκδοχή ευρωσκεπτικισμού γειωμένη σε κάποια εμπειρία εργατικών κινητοποιήσεων, όπως ως έναν βαθμό είχε συμβεί μια δεκαετία πριν στην περίπτωση του γαλλικού δημοψηφίσματος για το ευρωσύνταγμα. Πουθενά, η κριτική στους στρυφνούς γραφειοκράτες των Βρυξελλών δεν διευκολύνει, ούτε βέβαια πυροδοτεί, καμιά συνάντηση στο δρόμο τμημάτων του προλεταριάτου. Μεσούσης της κρίσης, η εναντίωση στην ΕΕ, όποτε αρθρώνεται με μαζικούς όρους, αρθρώνεται εις βάρος της δυναμικής της ταξικής αντιπαράθεσης, μετατοπίζοντας την έμφαση από την ανταγωνιστική εμπειρία των δρόμων στην ταξικά συμφιλιωτική εμπειρία της συζήτησης εναλλακτικών λύσεων ενώπιον ενός εθνικού ακροατηρίου, και προσλαμβάνει το χαρακτήρα μιας επιθετικής υπεράσπισης του έθνους-κράτους και των παραδόσεων που συνδέονται με αυτό. Η θορυβώδης δημόσια διερώτηση περί των διακρατικών σχέσεων εντός της ΕΕ, και περί της δικαιοδοσίας των τεχνοκρατών της ΕΕ, είναι σήμερα αποκλειστική υπόθεση των μικροαστικών τάξεων της Ευρώπης που θίγονται από την αναδιάρθρωση, ή σύμπτωμα της ηγεμονίας αυτών των τάξεων σε εξατομικευμένα τμήματα του προλεταριάτου. Και δικαιολογημένα: κανονικά δε θα έπρεπε καν να μπαίνει κανείς στον κόπο να εξηγεί ότι η αξίωση για «ανεξαρτησία από τις Βρυξέλλες», δηλαδή για την επιστροφή σε ένα εθνικό κράτος επιδιαιτητή των ταξικών διαφορών και προστάτη του μεσαίου κεφαλαίου, των μικροϊδιοκτητών, άντε και της εργατικής αριστοκρατίας, από τους κλυδωνισμούς της καπιταλιστικής αγοράς, επιφυλάσσει για το προλεταριάτο, εν μέσω μιας τέτοιας εκτεταμένης και επιθετικής αναδόμησης των κοινωνικών σχέσεων από το κεφάλαιο, κάτι έστω και ελάχιστα καλύτερο από τη σημερινή κόλαση. Η ίδια η ιδέα ότι η αλλαγή νομίσματος ή η αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων μιας χώρας μπορεί να ανοίξει το δρόμο σε μια επάνοδο στην «κοινωνική ευημερία» ή να πυροδοτήσει κοινωνικές αλλαγές είναι τυπικά μικροαστική, και μάλιστα ανήκει σε εκείνο το υποσύνολο της μικροαστικής ιδεολογίας που απαρτίζεται από τις περισσότερο αφελείς και λιγότερο επεξεργασμένες προσαρμογές της αστικής ιδεολογίας στις προσδοκίες της μικροαστικής τάξης.

Για να υπάρξει «αριστερός ευρωσκεπτικισμός», και για να οριοθετηθεί ξεκάθαρα από τον εθνικισμό, θα έπρεπε να συνοδευτεί από μια τόσο ριζική κριτική στις ιδεολογικές προϋποθέσεις του διάχυτου μικροαστικού ευρωσκεπτικισμού, που στο τέλος δε θα είχε νόημα να αποκαλείται καν «ευρωσκεπτικισμός», γιατί θα ήταν μια κριτική στην ευρωπαϊκή (δηλαδή και την ελληνική) κοινωνική πραγματικότητα, η οποία βρίσκεται σήμερα σε κρίση, και όχι σε έναν διακρατικό μηχανισμό, που διαχειρίζεται αυτήν την κρίση. Η αντι-ΕΕ ρητορική της αριστεράς, ακόμα και στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές της, επισκιάζεται αντικειμενικά από τη μόνη σήμερα δυνατή και διαθέσιμη, με μαζικούς όρους, μορφή ευρωσκεπτικισμού, και χρωματίζεται από τους δικούς του ιδιαίτερους τόνους, όσες συμπληρωματικές δόσεις αφηρημένου αντικαπιταλισμού κι αν επιστρατεύει. Δε θέλουμε με αυτό να πούμε ότι όσοι την υιοθετούν αποβλέπουν συνειδητά σε συμμαχίες με τους μικροαστούς. Αν και κάποιοι, όπως λ.χ. η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πότε-πότε το κάνουν αυτό και το λένε και ανοιχτά[2], σίγουρα θα ήταν συκοφαντικό να ισχυριζόμασταν κάτι τέτοιο για όλες τις συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, καθώς και για τους συντρόφους και τις συντρόφισσες της Συνέλευσης Κομμουνιστών-Αναρχικών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην ΕΕ. Θέλουμε, όμως, να επιμείνουμε στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη ρητορική, στο πραγματικό έδαφος του ταξικού ανταγωνισμού, και παρά τους διαφορετικούς ιδεολογικούς επιτονισμούς που προσλαμβάνει στις χρήσεις της από διαφορετικές πολιτικές ομάδες, μέτωπα ή κόμματα, μεγεθύνοντας τη σημασία των κατανομών ισχύος μεταξύ κρατών και βάζοντας εντός παρενθέσεως τις κοινωνικές αντιθέσεις καταλήγει να διασταυρώνεται με τον μικροαστικό ευρωσκεπτικισμό, να βρίσκει το επίκαιρο νόημά της σε συνάφεια με αυτόν, και να λειτουργεί μάλλον νομιμοποιητικά προς την αστική ταξική κυριαρχία, αντί να την προβληματοποιεί.

Εδώ φτάνουμε και σε έναν άλλο, ίσως τον πιο κρίσιμο, κόμπο του νήματος. Μία επιπλέον συνέπεια της πολιτικής λογικής που εστιάζει στην κυριαρχία της γραφειοκρατίας της ΕΕ και αφήνει σε δεύτερο πλάνο την κυριαρχία των ελλήνων καπιταλιστών είναι ότι συσκοτίζει τις πραγματικές αντιθέσεις όχι μόνο στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και στο εσωτερικό του ίδιου του προλεταριάτου, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται ως κοινωνική δύναμη μέσα στην εμπειρία των αγώνων της συγκυρίας. Η αντίθεση λ.χ. ανάμεσα στο επισφαλές τμήμα του προλεταριάτου και στο τμήμα του εκείνο που μέχρι πρότινος μπορούσε να πουλήσει την εργασιακή του δύναμη υπό σχετικά ευνοϊκούς, σταθερούς και θεσμικά κατοχυρωμένους, όρους διαπραγμάτευσης φάνηκε να είναι πολύ πιο σοβαρή απ’ ό,τι μια αντίθεση ανάμεσα σε δύο τμήματα του ίδιου σώματος τα οποία διαφέρουν μονάχα από την άποψη του βαθμού οργάνωσής τους (και άρα, το ένα, το πιο οργανωμένο, αρκεί να πάρει υπό τη δική του σκέπη το άλλο). Οι κατακτήσεις του ελληνικού οργανωμένου εργατικού κινήματος, κατά την προηγούμενη περίοδο, είχαν αναγνωριστεί από το κράτος ως δικαιώματα των ελλήνων εργαζομένων με τίμημα όχι μόνο την κοινωνική ειρήνη, αλλά και τη σιωπή τόσο για τις κερδοφόρες βαλκανικές εξορμήσεις του ελληνικού κεφαλαίου όσο και για τον αχανή ωκεανό από «μαύρους» και «αόρατους» ευέλικτους εξατομικευμένους προλετάριους, μετανάστες και έλληνες, οι οποίοι πούλαγαν σχεδόν αδιαπραγμάτευτα το τομάρι τους, στις παρυφές ή τις σκοτεινές ενδότερες ζώνες της επίσημης αγοράς εργασίας, για να διατηρεί η ελληνική οικονομία ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους επί δεκατέσσερα συναπτά έτη (από το 1994 ως το 2007). Αυτό δε συνιστά μονάχα μια αντικειμενική συνθήκη που διευκόλυνε την επίθεση των αφεντικών, ενισχύοντας τη δραστικότητα της προπαγάνδας περί «ρετιρέ» και «συντεχνιών». Αποτελεί επίσης και ένα σημαντικό στοιχείο στην ίδια τη δυναμική της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, αφού χάρη σε αυτόν τον διχασμό παράχθηκε, ραγδαία και απρόσκοπτα, μια μάζα αναλώσιμου πλεονάζοντος ανθρώπινου δυναμικού, αυτήν τη φορά εντός, και όχι εκτός, του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Καταδεικνύει πώς και γιατί στην ελληνική κοινωνία η κρίση του κεφαλαίου εμφανίζεται και ως κρίση της εργασίας, πώς και γιατί σήμερα το προλεταριάτο προσκρούει στα όρια του ίδιου του εαυτού του, της υπόστασής του ως ενός πόλου του κεφαλαίου.

Ένα από αυτά τα όρια, και ίσως το σημαντικότερο, προκύπτει από το ότι για να αποτελεί μια δεξαμενή διαθέσιμης προς εκμετάλλευση εργασιακής δύναμης, το προλεταριάτο πρέπει να συγκροτείται ως ελέγξιμος από το κράτος πληθυσμός, και πιο συγκεκριμένα, ως ένα εθνικοποιημένο, ομογενοποιημένο και οριοθετημένο στη βάση μιας φαντασιακής κοινής καταγωγής και κοινού προορισμού, κοινωνικό σώμα. Η τωρινή κρίση του έθνους-κράτους, έτσι όπως εκφράζεται, ακόμα και εδαφικά, μέσα από την εκ νέου διευθέτηση των κρατικών λειτουργιών και μηχανισμών ώστε να μπορεί να χαραχθεί, και να υλοποιηθεί αποτελεσματικά, πολιτικός σχεδιασμός είτε σε υπερεθνική κλίμακα είτε σε επίπεδο υπο-εθνικό και δια-τοπικό, δεν αναιρεί αυτήν την προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης. Τη μετατρέπει μεν σε μια εκρηκτική αντίφαση, αλλά το κεφάλαιο, όταν πια έχει συντελεστεί η πραγματική υπαγωγή της ζωντανής εργασίας σε αυτό, τρέφεται από εκρηκτικές αντιφάσεις και μεταστοιχειώνει τα δικά του όρια σε φραγμούς που μπορούν να ξεπεραστούν. Η παρανομοποίηση των μεταναστών, μέσα από έναν πόλεμο των συνόρων που καταλήγει να εγκαθιδρύει συνοριακούς ελέγχους παντού, σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό, και η ελεγχόμενη εθνικοποίησή τους, μέσα από επιλεκτικές νομιμοποιήσεις, μας παρέχει ένα αρκετά καλό παράδειγμα για το πώς μια εκρηκτική συνθήκη μπορεί να βρει τη θέση της στην κοινωνική κανονικότητα: το μη-εθνικοποιημένο ή και απο-εθνικοποιημένο προλεταριάτο γίνεται εκμεταλλεύσιμο στο μέτρο που παραμένει πολιτικά αόρατο και λειτουργεί ως σκοτεινός, βουβός πυθμένας του εθνικοποιημένου προλεταριάτου ή ως η μη-ακόμα-εθνικοποιημένη σκιά του. Ακόμα κι αν σήμερα είναι ίσως δύσκολο να το φανταστούμε αυτό ως μια κατάσταση μακροπρόθεσμα βιώσιμη, δεν παύει να είναι κάτι το διαχειρίσιμο μέρα με την ημέρα, να παράγει ένα πλήθος από καθημερινές πρακτικές, να διαπλάθει υποκειμενικότητες, και να σημαδεύει άλλες τόσες, να εντάσσεται στο φόντο της κοινής ζωής, ως μια από τις ανομολόγητες, αλλά δεδομένες, λεπτομέρειές της. Όσο τίποτα δεν διακόπτει την κανονική ροή των πραγμάτων, όσο δεν μεσολαβεί κάποια άρνηση ή εναντίωση, ακόμα και η πιο κατάφωρη βαρβαρότητα, άπαξ και ενσωματωθεί ως ένα στοιχείο της καθημερινής κοινωνικής αναπαραγωγής, μοιάζει φυσιολογική.

Στον κύκλο αγώνων της συγκυρίας που τώρα φαίνεται να κλείνει, αυτή η εθνικοποιημένη προλεταριακή υπόσταση ήταν που αποδείχθηκε περισσότερο ευάλωτη στην επίθεση του κεφαλαίου, αλλά και ένα από τα ισχυρότερα προσκόμματα στον πολλαπλασιασμό και στην εμβάθυνση των συναντήσεων στο δρόμο των αγωνιζόμενων τμημάτων του προλεταριάτου. Το πρόβλημα όντως δεν ήταν ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε». Ήταν όμως ότι υπήρχε για πολλά χρόνια ένα «όλοι μαζί», ελληνικά αφεντικά και ένα διόλου αμελητέο τμήμα ελλήνων εργατών, μια σχέση ομαλής κοινωνικής συμβίωσης που είχε ως αναγκαίο συμπλήρωμά της τη μη αναπαραστήσιμη, ή οριακά μόνο αναπαραστήσιμη, πολιτικά αθλιότητα των επισφαλών ελλήνων και μη-ελλήνων εργατών. Γι’ αυτόν το λόγο, ο αγώνας που διεξάγεται έξω από την ΑΣΟΕΕ είναι πολύ πιο κρίσιμος, για μια εξέλιξη της ταξικής πάλης πέρα από το διαφαινόμενο σήμερα τέλμα, απ’ ό,τι τα εθνικά μέτωπα σωτηρίας της ΔΕΗ που επιχείρησε πριν κάποιο καιρό να οργανώσει ο Τσίπρας, καλώντας εθνικιστές αστούς πολιτικούς να βαδίσουν μαζί με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία.

Η δέσμη επίκαιρων πολιτικών ερωτημάτων που τώρα χρειάζεται να θέσουμε, αντί να κολακεύει τη διάχυτη νοσταλγία για την απολεσθείσα κοινωνική ισορροπία της δεκαετίας του ’80 και του ’90, ή τις τάσεις εντός του προλεταριάτου προς μια καθήλωση στην εθνικοποιημένη υπόστασή του, και μια απεγνωσμένη υπεράσπισή της ενάντια σε «εξω-ελληνικές επεμβάσεις» (τάσεις που στην ακραία εκδοχή τους εκβάλλουν στον φασισμό), οφείλει να θεματοποιήσει τη δυνατότητα αυτό-αναίρεσης του προλεταριάτου ως μια πραγματική δυνατότητα, η οποία αναδείχθηκε ως τέτοια στις εξεγέρσεις της περιόδου (στην ελλάδα, τον Δεκέμβρη του 08), και εξακολουθεί να διακυβεύεται στις εσωτερικές τριβές, συγκρούσεις και διχασμούς που χαρακτηρίζουν τους τωρινούς, οσοδήποτε σποραδικούς, εργατικούς αγώνες. Είναι εκεί, σε αυτές τις γκρίζες μεθοριακές ζώνες, που ένα άλλο «όλοι μαζί», η ενοποίηση του προλεταριάτου ως ανθρωπότητα και η αναίρεσή του μέσα σε μια αναδυόμενη κοινότητα των ανθρώπινων όντων, μπορεί να αναφανεί ως βάθος στον ορίζοντα, μέσα απ’ τις ρωγμές του παρόντος.

Από το 2007 και μετά, άνοιξαν πολλές τέτοιες ρωγμές. Στη σημερινή συγκυρία, αυτό που κυρίως τίθεται είναι αν θα κλείσουν εντελώς, καθώς προχωράει η αναδιάρθρωση, ή αν θα κρατήσουμε μια κάποια σχέση συνέχειας, στον άξονα του χρόνου, ανάμεσα στις εμπειρίες αμφισβήτησης του υπάρχοντος, αν θα διατηρήσουμε ζωντανή και ανοιχτή μια μη-κρατική δημόσια σφαίρα, εντός της οποίας η θεωρητική επαναστατική κριτική τροφοδοτείται από και δοκιμάζεται σε έμπρακτες αρνήσεις του κόσμου του κεφαλαίου που βυθίζεται στη βαρβαρότητα τραβώντας μας μαζί του: άλλες, όχι «εναλλακτικές», άλλες διϋποκειμενικές σχέσεις, πολυεθνικές προλεταριακές κοινότητες αγώνα, αντιδομές, μαχητικές διεκδικήσεις, συλλογικές πρακτικές ανυπακοής και εναντίωσης. Πρόκειται για μια πολιτική και οργανωτική δουλειά πολύ πιο πειραματική, συντηρητική (με την τεχνική έννοια της λέξης), αναστοχαστική και υπομονετική από αυτήν που πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες πιστεύουν ακόμα ότι αναλογεί στον επαναστατικό/ανταγωνιστικό χώρο. Δεν περιλαμβάνει, ούτε υπόσχεται, μεγαλεπήβολες πολιτικές συμπορεύσεις, αρραγή κοινωνικά μέτωπα, επαναστατικά κόμματα, πειθαρχημένους στρατούς, επινοητικούς στρατηλάτες μυημένους στα μυστικά της ηγεμονίας και των έξυπνων τακτικών συμμαχιών, ηρωικά υποκείμενα-στρατιώτες που ανεμίζουν περήφανα σημαίες και δεν κάνουν ούτε βήμα πίσω. Όλες αυτές οι κάπως φαρσικές εκδραματίσεις και παλινδρομήσεις στα μεσουρανήματα του ιστορικού εργατικού κινήματος ανήκουν σε έναν κόσμο που χάθηκε, και από πολλές απόψεις άξιζε να χαθεί.

Η αντι-ΕΕ ρητορική, ακόμα και στην καλύτερη εκδοχή της, παραπέμπει σε κάποιες από τις χειρότερες, περισσότερο κρατικιστικές, πλευρές αυτού του παρελθόντος. Αν παλιότερα ήταν απαραίτητο αξεσουάρ μιας πολιτικής προσανατολισμένης στην προώθηση των γεωστρατηγικών κρατικών συμφερόντων της ΕΣΣΔ (όπως ήταν η πολιτική του ΚΚΕ), σήμερα είναι μάλλον ένα σύμπτωμα προσαρμογής στην πραγματικότητα του εθνικοποιημένου προλεταριάτου που, έχοντας χάσει τη δική του ιστορική ταυτότητα ως προλεταριάτο, δανείζεται τη φωνή των δεξιών γειτόνων του, του ελληνικού μικροαστισμού, για να ζητήσει από το κράτος να το σώσει. Μολονότι δεν έχουμε να αντιπαραβάλλουμε σε αυτήν την τάση προσαρμογής τίποτα παραπάνω από μια πολιτική κριτική που δεν μπορεί να υπερβεί, ούτε καν να λειάνει, μια έντονη αίσθηση αμηχανίας, εκείνη η οποία προκύπτει από τη γνώση ότι καμιά επίκληση σε μια εργατική πολιτική σήμερα δεν αποτελεί λύση, γιατί η ίδια η εργατική πολιτική, όπως υπήρξε ιστορικά, ανήκει στη γενεαλογία του προβλήματος, μολονότι, λοιπόν, βρισκόμαστε σε μια τέτοια, δύσκολα υπερασπίσιμη και ασταθή θέση, όπου κανείς επιχειρεί να μιλήσει για τον κομμουνισμό ενώ μοιάζει να έχει χαθεί απ’ το ιστορικό προσκήνιο ακόμα και το φάντασμά του, έχουμε αρκετούς λόγους να πιστεύουμε τουλάχιστον ότι το να σηκώνει κανείς/καμιά τους ώμους, επειδή δεν ξέρει πώς να προχωρήσει, ενώ ταυτόχρονα ξέρει ότι οι γέφυρες πίσω έχουν κοπεί, είναι προτιμότερο από το να οπισθοχωρεί τρέχοντας ενώ νομίζει ότι κάνει άλματα προς τα μπρος.

 

lenorman

(το κείμενο αυτό χρωστάει πολλά σε ορισμένες συζητήσεις με την Hiccup Jane και τον Α., ενώ είχε ως αφετηρία του ένα σύντομο σχετικό κείμενο του Woland, πριν o χρήστης αυτού του τελευταίου ψευδωνύμου αποφασίσει να περάσει στην απέναντι όχθη, και να σιωπήσει έτσι οριστικά ως Woland)

 

 

ΥΓ:

Όταν μπήκε τελεία σε όσα γράφονται παραπάνω, ο κ. Τσίπρας και το αριστερό-ακροδεξιό επιτελείο εθνοσωτήρων που σήμερα στοιχίζεται πίσω του στους κυβερνητικούς θώκους ήταν ακόμα στη θέση της αντιπολίτευσης. Τότε μπορούσε να βροντοφωνάζει «Go back, κυρία Μέρκελ! Go back, κύριε Σόιμπλε! Go back, κυρίες και κύριοι της συντηρητικής νομενκλατούρας της Ευρώπης». Τώρα, τόσο ο ίδιος όσο και ο κυβερνητικός εταίρος του, κ. Καμμένος αναζητούν μια «ανάσα αξιοπρέπειας» σε έναν «αμοιβαία επωφελή» συμβιβασμό με εκείνους που πριν από λίγο καιρό σκυλόβριζαν ως «κατοχικές δυνάμεις», «νομενκλατούρα», ή σκέτα «Γερμανούς». Η πολιτική επιστρέφει, στα χειρότερά της: με λευκά περιστέρια, δάκρυα, πατρίδες που αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους, και ανοιχτόκαρδες «ευρωπαϊκές οικογένειες». Το πιο σοβαρό, όμως, είναι ότι στις σχετικές συγκεντρώσεις συμπαράστασης στην εθνική διαπραγματευτική αντιπροσωπεία, που βαφτίστηκαν συγκεντρώσεις «κατά της λιτότητας» και αυτήν τη φορά οργανώθηκαν, εμμέσως πλην σαφώς, από το ίδιο το κράτος, συμμετείχαν όχι μόνο οι γνωστές πρώην ακρο-αριστερές τυχοδιωκτικές ομάδες που έχουν διαχυθεί μέσα στους ευρύχωρους κομματικούς διαδρόμους της «κυβερνώσας αριστεράς», αλλά ακόμα και τροτσκιστικές οργανώσεις, οι οποίες δεν ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ, κι ορισμένες εξ αυτών ούτε και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ (η οποία γενικά φαίνεται να τηρεί μια στάση ντροπαλού, προσωρινά επιφυλακτικού, και τυπικά μονάχα εξωτερικού, συνεργάτη στο εξελισσόμενο αριστερό project σωτηρίας και αναγέννησης της πατρίδας). Ένα μεγάλο τμήμα του α/α χώρου, επιπλέον, αδυνατεί να τραβήξει ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές από την νέα κυβέρνηση και να αντιταχθεί στον αριστερό πατριωτισμό που εξαπλώνεται όπως ένα ανακουφιστικό ηρεμιστικό σε κάθε γωνιά της χώρας, ικανοποιώντας την ανάγκη επιστροφής στην κανονικότητα που μοιράζονται τόσο οι νικητές όσο και οι ηττημένοι των ταξικών αγώνων της προηγούμενης περιόδου.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εμφανίζεται ως ένα αναγκαίο στάδιο ώστε να προχωρήσει η ιστορία. Σύμφωνα με ένα παραμύθι που δεν το παίρνουν στα σοβαρά ούτε κι εκείνοι που το λένε, η κυβέρνηση αυτή είναι μια στρεβλή έκφραση της ριζοσπαστικοποίησης της κοινωνίας, και όχι ένα πολιτικό προϊόν των σοβαρών ηττών που έχουν ήδη επισωρευτεί. Είναι σύμπτωμα ορμής, όχι εξουθένωσης και ταξικής υποταγής: θα δοκιμαστεί, θα αποτύχει, θα σπάσουν οι αυταπάτες των μαζών, θα ανοίξει ο δρόμος για τις «μεγάλες ανατροπές που απαιτούν οι καιροί μας». Άπαξ και υιοθετήσει κανείς τη λογική των σταδίων το να προσθέσει κι ένα παραπάνω, σε όσα έχει ήδη αποδεχθεί, δεν είναι μια σπουδαία υπόθεση. Άπαξ και συνδυάσει αυτήν τη λογική με την ιδέα ότι η ελλάδα είναι μια χώρα που οι τύχες της παίζονται στις Βρυξέλλες, τότε ούτε το ανέμισμα της εθνικής σημαίας λίγο πιο δίπλα (ή για να είμαστε ακριβείς: μπροστά-μπροστά) είναι τελικά μια σπουδαία υπόθεση. Η γαλανόλευκη μπορεί να ιδωθεί ως μια κατά βάθος κόκκινη ή κοκκινόμαυρη σημαία που φαίνεται προς το παρόν μονάχα γαλανόλευκη γιατί δεν έχουν ακόμα διαλυθεί οι ψευδαισθήσεις του πόπολου. Ο Κουϊκ, η Ραχήλ Μακρή, ο Καμμένος και ο Χαϊκάλης μπορεί να μοιάζουν με γραφικούς, αλλά αρχικά τουλάχιστον απαραίτητους, συμμάχους, εκπροσώπους των αφελών δεξιών γειτόνων του μέσου έλληνα εργάτη, των μαγαζατόρων-βιοπαλαιστών χωρίς τη συστράτευση των οποίων καμιά πολιτική ηγεμονία «έτσι όπως έχουν σήμερα τα πράγματα» δεν επιτυγχάνεται. Η «πραγματική διαπραγμάτευση», η επαναφορά, σε ορίζοντα διετίας και αφού «αρχίσει πάλι να κινείται η αγορά», του κατώτατου μισθού στα 751€, το σταδιακό κλείσιμο των στρατοπέδων συγκέντρωσης των χωρίς χαρτιά εργατών χωρίς καμιά ρήξη με την ευρωπαϊκή πολιτική στρατιωτικοποίησης και εσωτερίκευσης των συνόρων που παρήγαγε τα κολαστήρια της Αμυγδαλέζας ή της Πάτρας, όλα αυτά μπορούν να λάμπουν κάτω από τον μεσογειακό ουρανό όπως έλαμπαν άλλοτε στα χιονισμένα τοπία του ευρωπαϊκού Βορρά οι εθνικοποιήσεις και η μείωση του χρόνου εργασίας: μικρές νίκες που ξαναδίνουν ελπίδα … ενώ βέβαια όλοι το ξέρουν σήμερα καλά, και συμπεριφέρονται αναλόγως, ότι η ελπίδα για μιαν άλλη, καλύτερη ζωή, πέρα από το κεφάλαιο, δοκιμάστηκε ήδη, την προηγούμενη πενταετία, και διαψεύστηκε. Τώρα, η έλευση εκ νέου της ελπίδας μετριέται με έδρες στο κοινοβούλιο, ποσοστά μετεκλογικών δημοσκοπήσεων και φιλόδοξα σχέδια οκονομικής ανάκαμψης, άσχετα αν η βάση επί της οποίας, και όχι ενάντια στην οποία, όλα αυτά έγιναν εφικτά είναι ο συσχετισμός ταξικών δυνάμεων που κατοχύρωσαν, ως νέο καθεστώς σχέσεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, με τιτάνιες προσπάθειες οι κυβερνήσεις του Παπανδρέου, του Παπαδήμου και του Σαμαρά.

Κάπως έτσι φτάνουμε στον πάτο του βαρελιού της υποκατάστασης της εναντίωσης στο κεφάλαιο από την εναντίωση στην ΕΕ, ή στα γερμανικής (τάχα) έμπνευσης μνημόνια. Και ανακαλύπτουμε ότι αυτός ο πάτος είναι εύκολο να μετατοπιστεί ακόμα πιο κάτω, χωρίς φραγμό. Η κατάντια των τροτσκιστικών, κατά παράδοση διεθνιστικών, οργανώσεων που για πρώτη φορά στην ιστορία τους συμμετείχαν σε κρατικές συγκεντρώσεις υπέρ της εθνικής ενότητας, χωρίς καν να αντιλαμβάνονται ότι συμμετείχαν σε κάτι τέτοιο, δείχνει πόσο βαθιά μέσα στο βούρκο μπορεί κανείς να μπει, πιστεύοντας μάλιστα ότι μόλις βούτηξε στα παρθένα νερά της ιστορίας, αν ακολουθήσει με συνέπεια αυτόν τον δρόμο που παρακάμπτει την πραγματικότητα του ταξικού ανταγωνισμού στο όνομα του ενός ή του άλλου σχεδίου πολιτικής ηγεμονίας επί του εθνικού ακροατηρίου, δηλαδή διαταξικής ενότητας μέσω της οικειοποίησης των μεθόδων της πολιτικής όπως την ξέρουμε, ως τέχνης του εφικτού ή τεχνολογίας διαχείρισης των μαζικών διαθέσεων υπό τις δεδομένες, εκμεταλλευτικές συνθήκες.

[1] Το ΚΚΕ, απέχοντας από κάθε πολιτική συμμαχία, μοιάζει να αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Στην πραγματικότητα, όμως, η απομόνωσή του, όσο κι αν αντανακλά τη διάθεση της εργατικής του βάσης να αποτραπεί μια επανάληψη του «βρώμικου ’89», δεν συνεπάγεται και μια ουσιώδη διαφορά προσανατολισμού. Στο νέο πολιτικό σκηνικό που σήμερα έχει διαμορφωθεί, το ΚΚΕ χρειάζεται να αναδιαπραγματευτεί το ρόλο του: είναι ένα καθεστωτικό κόμμα, του οποίου όμως η κυρίαρχη θέση στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, δηλαδή στα αριστερά του κράτους, αποσταθεροποιήθηκε, και πρέπει να διεκδικηθεί εκ νέου.

[2] Για να μην πει κανείς ότι εδώ υπερβάλλουμε, αντιγράφουμε από την απόφαση του Π.Σ.Ο. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με ημερομηνία 16/02/14 (http://www.antarsya.gr/node/1987): « … Η ανάγκη της συμπόρευσης αυτής προέκυψε από την κοινή μας πεποίθηση ότι σήμερα, μέσα στη συνθήκη μιας οξύτατης καπιταλιστικής κρίσης, τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας, οι δυνάμεις του κεφαλαίου φορτώνουν τα βάρη της κρίσης και τα αδιέξοδα της ευρωζώνης και της ΕΕ στην εργαζόμενη πλειοψηφία, οδηγώντας την στην φτώχεια, την μαζική ανεργία και την μετανάστευση, και καταλύοντας κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας και δημοκρατίας. Πολιτική έκφραση αυτών των δυνάμεων αποτελούν η δικομματική κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, η ΔΗΜΑΡ, ο υπό διαμόρφωση ευρύτερος ‘κεντροαριστερός’ χώρος που καταστατικό του πλαίσιο έχει την αμετάκλητη παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη/ΕΕ, καθώς και τα εθνικιστικά δεξιά ‘νέα’ μορφώματα που προετοιμάζονται. Έχει επιπλέον σαν ακροδεξιό δήθεν αντισυστημικό συμπλήρωμα και φόβητρο την ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, οι εργάτες, οι υπάλληλοι, τα αυτοασπαχολούμενα και τα μικροαστικά στρώματα, η μικρή και μεσαία αγροτιά, η νεολαία και οι άνεργοι, που έχουν αντισταθεί σε αυτές τις πολιτικές με τους μεγάλους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες της τελευταίας περιόδου, τις απεργιακές κινητοποιήσεις, τις καταλήψεις, τις διαδηλώσεις και τα συλλαλητήρια, προκαλώντας μεγάλο κλονισμό και ανακατατάξεις στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, βάζοντάς το σε μια διαρκή κρίση εκπροσώπησης … ». Αυτές οι διατυπώσεις ανήκουν σε ένα κείμενο που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρότεινε στο κόμμα του Αλαβάνου ως βάση για μια κοινή εκλογική κάθοδο. Τα italics είναι δικά μας. Αξίζει κανείς να σταθεί τόσο στην αναφορά περί «κατάλυσης της λαϊκής κυριαρχίας» όσο και σε εκείνην περί «αυτοαπασχολούμενων και μικροαστικών στρωμάτων» και «μικρής και μεσαίας αγροτιάς». Ας το επαναλάβουμε: και αυτοαπασχολούμενων και μικροαστικών στρωμάτων, και μικρής και μεσαίας αγροτιάς, για να μη μένει έξω κανένα κομμάτι του ελληνικού μικροαστισμού, ενώ αντίθετα, εδώ, που περιγράφεται το «πλατύ κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο που θα μπορέσει να οδηγήσει στην ανατροπή της επίθεσης της κυβέρνησης, της ΕΕ και του ΔΝΤ» δεν υπάρχει ο παραμικρός υπαινιγμός για τους μετανάστες, οι οποίοι μπορούν να μνημονεύονται μονάχα στη λίστα των αιτημάτων, όχι ως ένας ενεργός κοινωνικός παράγοντας, αλλά ως θύματα για τα δικαιώματα των οποίων μια φιλολαϊκή κυβέρνηση πρέπει να μεριμνήσει (και πάλι καλά βέβαια … γιατί για το κόμμα του Αλαβάνου οι μετανάστες είναι ένα εθνικό πρόβλημα από τα πολλά που θα λύσει η επανεισαγωγή της δραχμής). Είναι νομίζουμε αρκετά φανερό το πραγματικό ταξικό πρόσημο του «άλλου δρόμου χωρίς ευρώ, ΕΕ, ΔΝΤ», αλλά και πόσο διακοσμητικοί και απατηλοί είναι οι βερμπαλισμοί που συνήθως συνοδεύουν τα κείμενα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ περί κομμουνισμού.

About financialization

Απόσπασμα από το βιβλίο Α Political Economy of Contemporary Capitalism: Demystifying finance, των Σωτηρόπουλου-Μηλιού-Λαπατσιώρα, σελ. 110-111. Το αρχείο σε pdf μπορεί να βρεθεί εδώ.


 

The theoretical sketch that we have tried to put forward does not solely approach the study of financial mechanisms (financialization) from the view point of their “productive” or “counter-productive” effects (finance as a process of funding) – but situates the phenomenon of financialization in a whole series of “positive” effects in the organization of capitalist reality, even if these effects seem marginal at first sight. We believe that this second category of effects, that remain to some extent latent in the whole process, is the most decisive precondition for the circuit of capital and the reproduction of social power relations in general. In this regard, financialization is grasped a complex technology for the organization of capitalist power, the main aspect of which is not income redistribution and economic instability, but the organization of capitalist power relations in line with a particular prototype. This process in motion encompasses different institutions, social procedures, analyses and reflections, calculations, tactics, and embedding patterns that allow for the exercise of this specific, albeit very complex, function that organizes the efficiency of capitalist power relations through the workings of financial markets…

Derivatives are the epicenter of contemporary finance… In the derivatives statistical data (as they are collected by the Bank for International Settlements: BIS), the size of derivatives markets is measured by the gross nominal or notional value of all deals concluded and not yet settled on the reporting date for several types of products (not all the products of the so-called structured finance). This is the notional amount outstanding. Figure 6.1 depicts the trend of this variable after 1998 for OTC and organized transactions (as it is quite clear, the first type of market overwhelms in the derivatives dealing). It is straightforward to realize that the expansion of the derivatives market is considerable and remarkably stable. The total size of both markets exceeds the 1,000 percent of world GDP or alternatively the 1,500 percent of the GDP of advanced capitalist economies.

Looking at Figure 6.1, one cannot escape from the following question: how can the above trend be explained and what are its consequences for the organization of capitalist power and social life in general? This question is closely related to another: Why hasn’t economic and social research highlighted the importance of this trend? The majority of the researchers who embark upon the study of contemporary financial engineering, resort to speculation as the ultimate basis of their explanation. But then, how many times should the size of these markets overstep world GDP in order for us to realize that something else is going on?

 

Untitled-1

 

 

EARLY STATE

Αναδημοσίευση από το blog Ταξικές Μηχανές:

Η.J.M Claessen-P.Skalnik, Early State (δομικά χαρακτηριστικά και καταγωγή του Κράτους)

Από το IX Διεθνές Συνέδριο Ανθρωπολογικών και Εθνολογικών Επιστημών, που έγινε στο Σικάγο το Σεπτέμβριο του 1973, προέκυψε η ιδέα του βιβλίου Early State. Ακολούθησαν ετήσια συνέδρια και παρουσιάσεις, μέχρι να καταλήξουν οι εκδότες και επιμελητές στο εξής σχέδιο: το βιβλίο διαρθρώνεται σε τρία μέρη, τη Θέση, την Αντίθεση, και τη Σύνθεση. Στη Θέση, οι συντάκτες και μερικοί συγγραφείς επισκοπούν σύντομα θεωρίες για το Κράτος, και δίνουν ένα γενικό περίγραμμα της σύλληψης των χαρακτηριστικών και της καταγωγής του. Στην Αντίθεση, παρουσιάζονται 21 εμπειρικές περιπτώσεις πρώιμων Κρατών από 21 διαφορετικούς “ειδικούς” στην ιστορία του κάθε Κράτους. Στη Σύνθεση, διατυπώνονται Συμπεράσματα, μερικά από τα οποία παραθέτω εδώ.

The Early State, Η.J.M Claessen-P.Skalnik, New Babylon-Studies in Social Sciences, Mouton Publishers, 1978.  

Some Conclusions Concerning the Structural Characteristics of the Early State (p.537)
In the preceding sections we brought together the results of a great many comparisons based on the data furnished by the case essays.Incidentally, where necessary or useful, we added data from other sources. We grouped the relevant data together in nineteen tables, andwere able to distinguish fifty-one structural characteristics. With theaid of these data we will now try to test, within the limits of the above structural analysis, some of the hypotheses put forward in the first chapter.
The Seven Criteria. In the first chapter we evolved sevencriteria for the early state. As these are supposedly generally valid, wewill test them only by reference to the structural characteristics.
(1) A sufficient population to make possible social categorization,stratification and specialization. This appeared to be too vague acriterion. We replaced it with that of population density. Our analysisof this aspect (Table I) showed that a high population density (in theabsolute sense) was found in nine cases. There is reason to supposethat states will have a higher population density than non-states undercomparable geographical or ecological conditions. However, this statementis still too vague. Birdsell’s study on the ‘basic demographic unit’makes it clear that face-to-face relations are possible only in groups ofmaximally 500 people (1973). As soon as there is a growth of population,fission or the development of a complex social organization seemto be the only two alternatives. In view of the rather complex social structures of the states studied by us, their populations must certainlyhave exceeded 500, though even this still remains rather vague.
(2) Citizenship of the state is determined by residence or birth in the territory. We found that all those permanently living in the territory of a state, as marked by certain boundaries, were considered as citizens orsubjects of that state (S.C. 1). This usually found expression in certainobligations and duties toward the state.
(3) The government is centralized and has the necessary power for the maintenance of law and order through the use of both authority and force, or the threat of force. In all of the cases studied we found a center of government (S.C. 3) where the sovereign resided for the greater part of the year and where the court was located (S.C. 34). From this center, laws and regulations were issued by the sovereign (S.C. 25),upon which activity a number of groups or individuals exercised an influence, formal or informal (S.C. 27, 48, 49, 50). The sovereign wasthe head of a complex three-tier administrative apparatus, to which certain duties and powers were delegated (S.C. 44, 45) and which always comprised regional and mostly also national- and local-levelfunctionaries (S.C. 46). Top-level specialists were always found in thecenter (S.C. 47). Though controlling agencies were found everywhere,this aspect was too diversified for us to formulate more than one structural characteristic in connection with it (S.C. 51).Codified laws were found in only eight cases. Less coherent systems were found in twelve states (Table IX). The maintenance of law andorder seems to have been based for the greater part on authority, and much less on force. In only eight cases was some form of police force found (Table IX), while the controlling apparatus as was mentionedabove, was not well-developed. The administration of justice was inthe hands of formal judges in only nine cases. Elsewhere it was aside-function of certain other functionaries.
(4) The state is independent, at least de facto, and the government has sufficient power to prevent separation, as well as the capacity to defend its external threats. The independence of the state is a generalcharacteristic (S.C. 2). The fact that all of our states had existed for a considerable length of time testifies sufficiently that their defensivemechanisms were adequate. Military aspects, however, did not figure very prominently in the list of general characteristics. Of these we would mention: the sovereign is supreme commander (S.C. 28), there exists a bodyguard (S.C. 29), and commoners are obliged to performmilitary service (S.C. 41). Military groups with explicitly institutionalizedinfluence on state policy were not found as a structural
characteristic. Military functions were often side-functions (Table XV)of general functionaries or of members of the aristocracy. In a numberof cases special functionaries were in charge of military affairs (TableXVI). In only a few cases did military leaders, as a group, play anopenly recognized role (Table IV). A standing army was found infifteen cases (Table X). Some informal influence on government was found in sixteen cases (Table XVIII). The question of separation orfission will be dealt with in the next chapters.
(5) The population shows a sufficient degree of stratification foremergent social classes (rulers and ruled) to be distinguishable. Our data show that social stratification in early states was a fairly complex matter. Several social categories with differential access to material andother resources were generally to be found. We distinguished betweentwo basic social strata, an upper and a lower one, and moreoverdiscovered that in the majority of cases a middle stratum also existed(Table IV). The upper stratum we took to comprise the sovereign, the aristocracy (S.C. 11) to which belonged a.o. the sovereign’s kin (S.C.35), holders of high offices (S.C. 36) and clan and lineage heads (S.C.37)), and the priesthood. The middle stratum was composed of suchcategories as ministeriales and gentry (Table IV). To the lower stratumbelonged a.o. smallholders (S.C. 12) and tenants (S.C. 13), and less frequently such categories as artisans, traders, servants and slaves. Themembers of the upper stratum had only indirect connections with foodproduction (S.C. 15). In the lower level only smallholders and tenants were mentioned as having a direct connection with food production(S.C. 20). To avoid misunderstanding it should be noted that we havenot included the categories of slaves and servants in the comparisonsconcerned. The income of the sovereign and aristocracy was based on tribute, in whatever form (S.C. 19). The commoners were obliged topay taxes — which appeared, in fact, to be obligatory for mostcategories (cf. S.C. 17) — and to perform menial services (S.C. 42).The obligation to render services was also found to apply to all social categories (S.C. 16). Our data showed that the term aristocracy referredto a category that was not composed of equals. On the contrary,large differences in status and position were found everywhere (S.C.38). Whether or not the strata distinguished by us should be labeled’social classes’ depends on the definition of ‘class’. The upper and lower social strata can be equated with emergent social classes. However,no classes based on the control of the means of production —supposed to be a typical feature for societies with a mature state organization — were found. A class struggle, or overt class antagonism,was not found to be characteristic of early states.
(6) Productivity is so high that there is a regular surplus, which isused for the maintenance of the state organization. In all cases a surpluswas found (S.C. 10), which reached the ruling groups in the form of taxes, tribute or tributary gifts (S.C. 17, 19). This surplus was spent forthe greater part on the maintenance of the administrative apparatus:the sovereign gave gifts (S.C. 30), remunerations (S.C. 31) and offerings(S.C. 32), while this kind of expenditure was also found on thelower levels (S.C. 33).
(7) A common ideology exists, on which the legitimacy of the rulingstratum is based. This characteristic appeared to be highly elaborated in all of our cases. Here, invariably, a mythical charter was found (S.C. 21) and the ruler legitimized his position by his divine descent (S.C. 22,23), with which most of his activities were connected: he performed rites (S.C. 24), established law and order (S.C. 25, 26), as supreme commander was the protector of his people (S.C. 28), and gave gifts,remunerated his ‘servants’ (S.C. 30, 31), and made offerings to thesupernatural forces (S.C. 32). Hence the early state had a basic ideology of reciprocity (cf. Section 2.10.5). In conformity with this mode of legitimation, social status was correlated with distance from the ruler’s lineage (Section 2.11, cf. S.C. 35, 43) and the kind of office occupied. The state ideology was found to be upheld by the priesthood everywhere (S.C. 39, 50).
 
FACTORS RESPONSIBLE FOR THE ORIGIN OF THE EARLY STATE (p.622)
In chapter 1 we discussed at length, a number of theories on the origin of the state. Now, after considering the origins of the early state inbroad generalization, we will be more specific about this. To give ourdiscussion a factual basis, we will outline here the ‘case-histories’ of those states of our sample on whose formation details are given in the essays.With regard to Angkor new ideas and techniques coming from Indiaprovided the impetus for the introduction of more developed modes ofagricultural production and methods of trading, warfare and conductingraids. These in turn stimulated a more intensive and effective organization of government, which was given a more effective legislationby Jayavarman II.
In Ankole groups of pastoral Hima settled a specific region ofmarshlands in the fifteenth century. This area was mostly devoid ofpopulation. Only a few scattered agriculturalists lived here. There were virtually no contacts between the two groups. In the eighteenth centurydroughts and famines set off a chain of battles and wars. Defeat in warand the fear of new wars led to the organization of a defensiveapparatus. Marriage with foreign women set the ruler apart from thearistocracy. The cult of the drum was imported. Famines and wars continued to mould Ankole society, in which relations between theHima and the agricultural Bairu gradually became more developed.
The Aztecs tried to find a solution to the problem of growingpopulation pressure by levying tribute in kind from the surrounding population groups. This led to war and conquest which in turn gave rise to the necessity of greater organization, increased taxation, andmore effective legitimation.
In France as well a growing population pressure seems to havetriggered off numerous developments, such as agricultural expansion, changes in land tenure practices, the necessity to produce a greater aristocracy’s higher incomes from taxes and tribute. War also strengthened the need for more and better organization. In additionreminiscences of former state structures played a role in the formationof the state under discussion here.
The Hawaiian states could only come into being after the conclusion of some kind of treaty between the various paramount chiefs, which curbed the endless wars for a sufficiently long time to enable some chiefs to evolve a more stable organization, which in turn was stimulatedto expand after the recommencements of hostilities. A series ofconquests and reconquests characterizes the period of the early statehere.
The Iberian (Georgian) states seem to have developed as a result ofthe need to defend themselves against foreign invaders. Alliances wereformed, and leaders rose to greater power. Furthermore, populationgrowth required a more complex organization.
The Incas for a long time ruled only one of the many Andeanchiefdoms. However, a victory in a war with their most important rival opened up the way to statehood. Annexation, and increased production stimulated by the pressure exerted by the governmental apparatus,made possible the more extensive and complex form of organizationcalled into existence by war and conquest.
In the case of Jimma, a number of Galla groups, having apparentlylargely displaced earlier inhabitants, settled in their new homeland asmixed agriculturalists. Surrounded by previously existing states, theywarred against these as well as among themselves, and competed for
the control of land, trade routes and markets. The state arose as theresult of a succession of local conquests, as one Galla group defeatedand began to impose its rule over the others (Lewis: personal information).
The Kachari state originated in the hill districts of the northeasternpart of the Indian subcontinent. Even before the state came into being,a disintegration of the clan system had occurred. The genealogicalgroup gradually made way for a socioprofessional type of group,which initiated growing social inequality. As the population grew thenumber of these groups also grew. Incessant warfare consolidated theposition of the notables. The influence of military leaders was considerable.Technical as well as socio-political concepts were borrowedfrom surrounding states; these had a substantial impact upon theformation of the Kachari state.
The Kuba state shows how the production of a surplus, stimulatedby the pressure exerted by chiefs, made possible a more complex governmental apparatus. This additionally made possible the productionof luxury articles which were used to reward faithful servants.
Vansina points to the dialectical character of the process: bureaucracyand production mutually stimulated each other’s development, and both fostered the development of a more complex ideology.The same applies to Maurya: the production of a surplus made possible the development of the state organization, which in its turnboosted the production of the surplus, with, as a consequence, the development of trade and markets. This gave rise to the need for lawand order, and led to the emergence of new social categories.
Developments in Norway seem to have been triggered off by thedisintegration of the extended family. This may have been a result ofthe scarcity of resources in this country (cf. Wolf 1966: 72). This disintegration led to a lessening of the influence of the bonder, whichmade possible the gradual rise to power of a particular ruling family,who in the course of time succeeded in subduing several regions.
In Scythia the relationship between the nomadic Scythians and a number of the agricultural tribes formed the point of departure forstate formation. The dominance of the nomads over the agriculturalistsmade some form of organization necessary, and gradually the statesystem developed (cf. also Khazanov 1975: 340). In point of fact, Scythia is a classical illustration of Oppenheimer’s Conquest theory.
Tahiti shows how population growth made for an increasing socialdistance between the members of senior and those of junior descentlines. A distance that became so great that both groups became endogamous. Ownership of land and social status were dependent onposition in the descent system, the division of the population into agroup of rulers and a group of ruled being the consequence of the resultant configuration.
In the Voltaic area the presence of permanent threats of assault andpillage seems to have induced people to look for more effectiveprotection and leadership. The increase in the political unity created bythese circumstances was accompanied by the growth of a supra-villageideology. In the course of time this led to the stabilization of internalrelations, greatly influenced by continuing external (political) pressures.These condensed case histories of our states facilitate the search for certain patterns or regularities. The principal general characteristic, inour view, is the fact that the development into statehood, in all cases, was triggered off by some action or event which took place a long timebefore, and was not directed especially towards this goal. The otherobvious characteristic of the development to statehood is that it always shows something of a snowball effect: once it comes into motion, itgrows faster and faster. This is a consequence of mutual reinforcement in all of the developmental processes studied between the phenomenaand their effects. Thus we can speak of a positive feedback. This seems to confirmSahlins’suggestion that economy and politics grow together(1972: 140). Likewise, our data seem to corroborate Cohen’s observation(chapter 2, p. 32) that:
Each set of factors, or any particular factor, once it develops, stimulates and feeds back onto others which are then made to change in the general direction of statehood. Although its roots may be multiple, once a society orgroup of them start developing toward early statehood, the end is remarkablysimilar, no matter where it occurs.Aside from historical progression a set of mutually correspondingfactors appeared to play a role in several cases. It is possible to isolate these factors and consider the relative importance of each. In so doing,we must emphasize that in the actual historical process their order wasseen to vary, while not all factors necessarily always occurred.
These factors are:
(1) Population growth and population pressure;
(2) War, the threat of war or conquest, raids;
(3) Conquest;
(4) Progress in production and the promotion of a surplus, tribute,
affluence;
(5) Ideology and legitimation;
(6) The influence of already existing states.
(1) Population Pressure — occasioned by population growth, maystimulate raids to obtain food, or to effect the payment of tribute bysome population group living outside the territory to supplement production shortages within it (Ankole, Aztecs). This involves war, orthe threat of war, which in turn stimulates the emergence of strongerleaders and a better organization, which in its turn makes conquest possible (Incas, Scythia). Alternatively, it may stimulate production,which (as in the case of France or Kuba) may in the end bring aboutaffluence, which makes possible the development of a complex state apparatus — which, in its turn again, will stimulate increased production.Population pressure may bring about the disintegration of theinstitution of the extended family (Norway) which may enable the ruler
to form a central government (cf. Wolf 1966: 70 ff.). Conversely,population growth may stimulate the growth of such families, in whichthe social distance between senior and junior lineages may then become unbridgeable (Kachari, Tahiti). Population growth is an internal development, which has repercussionsnot only for the home community, but also for surroundingpeoples. Our data appear to corroborate Carneiro’s ideas on theinfluence of environmental or social circumscription (1970a). Webster’s hypothesis (1975) that war, or the threat of war, calls into beingstronger leaders and a better organization also finds confirmation in Kottak (1972) on the role of population growth or population pressure
are supported by our findings.How are we to square these results with the findings of Wright and Johnson on the basis of their analysis of Iranian data (1975), however?These show ‘that there was a period of population decline prior to state formation’. (1975: 276). A possible explanation for this may bethat the existing balance between the socio-economic structure of thesociety and the potentials of the territory and/or the cultural setting was upset (cf. Van Bakel 1976: 22 ff.). A new form of social organizationwas needed to create new conditions of life. As long as such a newform of organization remains ineffective the population will show atendency to migrate, or be subject to conflicts, food shortages, etc.These latter factors may cause a decline in population. The socialforces stimulating the development of a new organizational patternmay continue to be active at the same time. Once the new structurecrystallizes, the population receives a renewed stimulus to grow. Thishypothesis seems to find some corroboration in Polgar’s assertion thatsocio-political changes occur before population growth starts (1975:40).
(2) War, or the Threat of War, and Raids — or the need to conductraids and collect tribute — their reasons or causes aside, all have thesame consequences, viz. the emergence of stronger leaders and a better
or stronger organization, be it for purposes of defense or attack(Ankole, Aztecs, Hawaii, Iberia, Incas, Jimma, Kachari, Volta). Suchforms of organization create a permanent need for regular supplies offood and other commodities for the maintenance of the armed forces,the remuneration of warriors, and the establishment of communicationsby means of roads, boats, spies, messengers, etc. The payment of tribute as well as the exertion of pressure on the producers of a surplusare invariably found here. Here again, the condensed histories set outabove corroborate Webster’s hypothesis. State formation is not caused by war, but is greatly promoted by war, or by the threat of war and bysocial stress (cf. Nettleship 1975: 82 ff.; Corning 1975: 375 ff.). Thisfurther endorses Service’s view (1975: 299) that ‘the benefit of being part of the society (which) obviously outweighed the alternative’. The need for protection under these circumstances is obvious; as a result ofthis it was better to be a member of the state than not to be one. We,moreover, believe that Lowie’s idea that the voluntary association wasone of the roots of state formation is confirmed by some of the data ofour case studies.
(3) Influence of Conquest — The origin of many of our states demonstrated
the decided influence of conquest. However, only the Mongol, the Scythian, and possibly the Voltaic states and Zande appeared to owe the formation of their state organization to conquest in the sense of Oppenheimer. Only in Scythia and Mongolia was thedomination of agricultural peoples by pastoral nomads found. Ankolewas not originally based upon the subjection of the group of agriculturalists.
This took place in only a much later period, and even then to arather limited extent. Relations between pastoralists and agriculturalists,living in the same area as they did, remained marginal there tillthe very end. Data furnished by Cohen (in the present volume, but also1974, 1977) show that there are other cases in which the dominationof pastoralists over agriculturalists led to state formation, however.In the other cases in which conquest was mentioned as a factor inthe formation of the early state (Angkor, Aztecs, Hawaii, Incas,Jimma, Maurya), such conquest appeared to be of peoples possessingthe same mode of subsistence. It is not very clear whether conquest leads to the formation of theearly state, or, conversely, the formation of the early state leads toconquest. If conquest is interpreted as the occupation of territory andthe integration of peoples into a given (foreign) political organization,then, in our view, the necessary institutions to make this possible willbe found only at the state level. If, however, conquest is taken to refer to a situation in which two groups, each possessing different (or sometimes the same) modes of subsistence, are merged, with in the endthe development of a political structure that stimulates the dominationof one of the two by the other, then plainly it will be possible forconquest to have already started at a much earlier stage. At any rate,only few of the cases in our sample seem to corroborate the ‘Ueberlagerungs’theories of Gumplowicz and Oppenheimer.
(4) The Production of a Surplus — seems to be a rather complicated matter. Without any doubt it is a necessary condition for the existence of the state. However, the production of a surplus is found already in the chiefdom, and possibly even before that. Nevertheless, the production of a surplus and the development of a more complex form of socio-political organization are closely correlated. This is clearly demonstrated by all of the above ‘case histories’. An expanding government apparatus, the need for some kind of military force (for offensiveas well as defensive purposes), a developing state religion — all these developments demand increased production, and increased production in its turn makes possible the further development of these institutions.This is also a most favorable situation for the stimulation and the promotion of the growth of (already existing) trade and markets (Axum, Aztecs, France, Kuba, Maurya, Yoruba). On the one hand, a growing surplus makes for opulence and conspicuous consumption, with a growing number of people (fromaristocrats to artisans) having only an indirect relation to food production.On the other hand, it causes an increasing number of people tobecome exclusively committed to food production, with the obligationto hand over an ever increasing proportion of their produce. Socialstatuses become more and more rigidly structured. Economic inequalitygradually becomes a permanent feature of the institutions of thesocial organization. The consequence of these developments in theearly state is a clear-cut division of the population into a category ofrulers and ruled, linked together in practice mainly by the taxation system. In the formation of the early state, the production of a surplusconstitutes the pre-eminent factor enabling the development of agovernmental apparatus as well as the institutionalization of social inequality: a dialectical process (cf. Sahlins 1958, 1972: 140).The discussion so far would lead one to conclude that social inequalityalready existed in some form or other before the formation of the state (cf. Maretina, in this volume), and moreover its elaboration israther a consequence than a cause of state formation. Social inequality,indeed, is one of the characteristics of the (early) state, but for itsorigin was probably of only minor importance.Kottak’s hypothetical frame (1972) can easily be brought into agreement with this view. Our results do seem to be rather far removedfrom the theories of Fried (1967), however, who made social inequalitythe cornerstone of his argumentation. It seems to us that Fried, in fact,investigated, in the first place, the origin of social inequality, and onlyin the second place the evolution of political organization.
(5) The Role of an Ideology — or myth of the society in question, orof legitimation — all of them closely related concepts — is mentionedin almost all our ‘case histories’. Everywhere a basic myth of the society concerned (cf. S.C. 21), which legitimized the position of itsleader, chief or sovereign, was found. At the point where the developmenttowards the early state was triggered off, this myth may have been in need of adaptation to account for, or justify, the growing socialinequality, the increasing power of the sovereign, the necessity todefend the home territory, or the exalted duty to raid the territory ofneighboring peoples. This seems to suggest that, generally speaking,the role of the state ideology is one of legitimizing, explaining orjustifying. This sort of activity may lead to the elaboration of existinginstitutions, or the making explicit of existing tendencies. We areinclined to believe, however, that ideological activities have no morethan a secondary influence upon the formation of the early state —though its further development could not have been effected withoutit.
(6) The Influence of Already Existing State Systems — is mentionedin the case of Angkor, Jimma, Kachari and Maurya. In France therewere not only other state systems surrounding the country, but there also existed an extensive knowledge of earlier periods of state formation.This was probably also the case in Iberia, and possibly alsoScythia. The degree of influence of such earlier existing states variesper state. It provided at least some kind of framework for the developments to come in all cases, however. This would have been the position in most of the secondary states.
Summarizing the above, the existence of an ideology, as well as of a surplus, appears to have been a necessary condition for state formation.The elaboration of social inequality was found to be a consequence rather than a cause of such formation. This leaves us with the factors of population growth or pressure, war or the threat of war andraids, tribute, conquest and borrowed ideas as those which seem to have exercised a primary influence on the formation of the state. How these factors operated, influenced one another, and were interlinked with those of the existence of an ideology, a surplus, trade and social inequality in each individual case it is impossible to express in mere generalizations. Whatever the specific order of their appearance may have been, in each case, the result was the same in all of our cases, namely, the emergence of the early state.
With this conclusion we find ourselves in basic agreement with the ideas of Cohen and Khazanov as expressed in the theoretical part of this volume (cf. also Cohen 1977). There are some substantial differences between our and Krader’s views, however. The reason for this, to our mind, is mainly that Krader concentrates more on the characteristics of the mature state than on the specific conditions of the early state.

Φως, νερό, τηλέφωνο, ταξική πάλη σε δόσεις

Αναδημοσιεύουμε εδώ το ενδιαφέρον κείμενο του συντρόφου από τη ΣΚΥΑ σχετικά με το παρόν και το μέλλον των τοπικών συνελεύσεων γειτονιάς. Το πρωτότυπο μπορεί να βρεθεί εδώ, francais and english here.

«’δω σ’ αυτή τη γειτονιά, στην παρακάτω ρούγα

τη φωλιά της έχτισε μια πέρδικα μικρούλα»

παραδοσιακό απ’ την κέρκυρα

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του ’08 κι έπειτα το “κίνημα των πλατειών” του καλοκαιριού του ’11 άνοιξαν διάπλατα τον δρόμο για τις μορφές οργάνωσης και αγώνα που κωδικοποιήθηκαν ως συνελεύσεις γειτονιάς. Μιλάμε για ανοιχτές συλλογικές διαδικασίες με αυτοοργανωμένο χαρακτήρα που προσπάθησαν να εδαφικοποιήσουν την πολιτική τους παρέμβαση σε επίπεδο γειτονιάς με τρόπο δημόσιο και σταθερό. Εδώ, βέβαια, δεν θα προσπαθήσουμε να συντάξουμε την ιστορία ή να εκθέσουμε τη γενεαλογία των συνελεύσεων γειτονιάς στην Αθήνα, ούτε και να παρουσιάσουμε όλα τους τα πολιτικά περιεχόμενα μέσα σε 4000 λέξεις. Ο σκοπός μας είναι να αναλύσουμε τη θέση των συνελεύσεων γειτονιάς μέσα στον κύκλο αγώνων ενάντια στην υποτίμηση της εργασίας και της ζωής μας την εποχή της καπιταλιστικής κρίσης και αναδιάρθρωσης. Με λίγα λόγια, προσπαθούμε να δούμε πώς τοποθετούνται τα τελευταία χρόνια οι συνελεύσεις γειτονιάς απέναντι στα ζητήματα που έχουν θέσει οι άμεσες συνέπειες της κρίσης/αναδιάρθρωσης στα πεδία της κοινωνικής αναπαραγωγής και της εκμεταλλευτικής σχέσης.

Εδώ πρέπει να τονιστεί η σκοπιά απ” την οποία γράφω αυτό το κείμενο. Καταρχήν, από τη σκοπιά της προσωπικής συμμετοχής και δέσμευσης σε εγχειρήματα γειτονιάς εδώ και 6 περίπου χρόνια. Δεύτερον, με μια διάθεση αναστοχασμού πάνω στον κύκλο αγώνων που ενεπλάκησαν οι συνελεύσεις γειτονιάς. Και τρίτον, επιθυμώντας τη συνεισφορά στην χάραξη μιας στρατηγικής για τους αγώνες που έρχονται. Όλα αυτά συνεπάγονται δύο βασικά πράγματα. Ότι κάθε κριτική που γίνεται μέσα στο κείμενο είναι σε ένα δεδομένο βαθμό και αυτοκριτική. Κι έπειτα ότι το κείμενο αυτό γράφεται, εν τέλει, από τη σκοπιά της πραγματικής υπεράσπισης των συνελεύσεων και της απόπειρας διερεύνησης των ορίων και των δυνατοτήτων τους ως εδαφικοποιημένες μορφές οργάνωσης και αγώνα.

Ας δούμε, καταρχήν, τι εννοούμε λέγοντας πεδία κοινωνικής αναπαραγωγής και εκμετάλλευσης. Όπως είναι γνωστό και άμεσα βιωμένο από όλες και όλους, η τάξη των εκμεταλλευόμενων δεν αναπαράγει τον εαυτό της αποκλειστικά μέσω του μισθού ως αμοιβή για την εργασία της. Η κοινωνική μας αναπαραγωγή, δηλαδή χοντρικά το να μπορούμε να επιβιώνουμε καθημερινά ως κοινωνικά υποκείμενα, έχει ένα κόστος που εξαρτάται τόσο από τον άμεσο μισθό (δηλαδή τα λεφτά στο χέρι που πληρώνουν για ενοίκιο, τροφή, διασκέδαση κλπ.) όσο και από τον έμμεσο μισθό που λαμβάνουμε από το κράτος με τη μορφή παροχών και υπηρεσιών (όπως περίθαλψη, εκπαίδευση, επιδόματα, άδειες, συγκοινωνίες κλπ.). Το επίπεδο της κοινωνικής μας αναπαραγωγής συνίσταται στο ερώτημα “πώς τη βγάζουμε”, ποιές είναι οι ανάγκες μας και πώς τις καλύπτουμε. Το ερώτημα αυτό απαντάται κάθε φορά ιστορικά από το τι διεκδικούμε και τι κατακτούμε στα πεδία του άμεσου και του έμμεσου μισθού. Η διαδικασία της κρίσης έφερε από νωρίς πολύ σημαντικές συνέπειες στην καθημερινή μας αναπαραγωγή. Συνοπτικά, το κεφάλαιο μας αναγκάζει να ζήσουμε με λιγότερα (σε λεφτά και σε παροχές) απ” ό,τι είχαμε μάθει να ζούμε. Σ” αυτό το πεδίο λοιπόν, οι συνελεύσεις γειτονιάς έδωσαν αγώνες που άγγιζαν με άμεσο τρόπο το πώς καλύπτουμε συλλογικά τις ανάγκες μας μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον της κρίσης, τους οποίους θα δούμε και αναλυτικότερα στη συνέχεια.

Αν δίναμε έναν συνολικό και αφαιρετικό ορισμό στις συνελεύσεις γειτονιάς, θα λέγαμε ότι αποτελούν μορφές οργανωμένης κι εδαφικοποιημένης προλεταριακής δραστηριότητας. Σ” ένα δεύτερο επίπεδο, αποτελούν επίσης μικρούς αλλά σημαντικούς σταθμούς ταξικής ανασύνθεσης με όρους αγώνα. Ας εξηγηθούμε. Υποστηρίζουμε ότι, πέρα από τα επί μέρους πολιτικά τους περιεχόμενα, οι συνελεύσεις είναι μορφές οργάνωσης και αγώνα των εκμεταλλευόμενων/καταπιεζόμενων για να καλύψουν συλλογικά τις ανάγκες τους σε τοπικό επίπεδο μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Αυτό σημαίνει, συνοπτικά, ότι σήκωσαν αγώνες πάνω σε άμεσα και πιεστικά επίδικα για τους από κάτω αυτά τα τελευταία 5-6 χρόνια, από τα χαράτσια της ΔΕΗ, τα εισιτήρια στα νοσοκομεία και το κόστος μεταφοράς μέχρι την ανάκληση απολύσεων και τη διεκδίκηση δεδουλευμένων, το ζήτημα της τροφής και το μπλοκάρισμα της καπιταλιστικής αξιοποίησης δημόσιων χώρων. Επιπλέον, οι συνελεύσεις έφτιαξαν έναν καινούριο χώρο και χρόνο μέσα στις γειτονιές όπου συναντήθηκαν και κοινωνικοποιήθηκαν με όρους μοιράσματος και αγώνα υποκείμενα που ήταν λίγο-πολύ διαχωρισμένα μεταξύ τους –ή τουλάχιστον δεν βρίσκονταν μέχρι τότε μαζί σε κοινές συλλογικές διαδικασίες (εργαζόμενες, άνεργοι, φοιτήτριες, μαθητές, νοικοκυρές, συνταξιούχοι).

Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι αυτές οι διαδικασίες αυτοπροσδιορίζονταν ρητά ως τέτοιες, δηλαδή ως μορφές προλεταριακής δραστηριότητας και ταξικής ανασύνθεσης. Απ” όσο γνωρίζω, κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί σε καμία συνέλευση γειτονιάς. Εδώ λοιπόν ανακύπτει ένα ζήτημα του πώς αναλύουμε τα πράγματα στα οποία συμμετέχουμε. Ο Μαρξ είχε γράψει ότι όπως δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από τη γνώμη που έχει το ίδιο για τον εαυτό του, έτσι δεν μπορούμε να κρίνουμε μια τέτοια εποχή ανατροπής από τη συνείδηση που έχει για τον εαυτό της. Εμείς θα προσθέταμε επίσης ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από αυτά που λέει, αλλά (κυρίως) από αυτά που κάνει. Από εκεί ξεκινάμε λοιπόν, από την ίδια την πράξη. Τα παραπάνω συμπεράσματα τα βγάζουμε μέσα από την εμπειρία και τη συμμετοχή μας στους αγώνες (τι κάνουμε και πώς το κάνουμε), αλλά και μέσα από την κοινωνική και ταξική τους σύνθεση (ποιοι και ποιες το κάνουμε). Άρα, πρόκειται για μια ερμηνεία πολιτική κι όχι περιγραφική, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και μια πολιτική πρόταση ανάλυσης και δράσης. Εν ολίγοις, δεν βλέπουμε τις κινητοποιήσεις των συνελεύσεων απλώς ως “πολιτικές παρεμβάσεις” αλλά ως ταξικούς αγώνες με τα δικά τους περιεχόμενα, αντιφάσεις, δυνατότητες και όρια. Επίσης, δεν βλέπουμε τους συμμετέχοντες απλά ως “κατοίκους” (έστω και πολιτικοποιημένους), αλλά ως ζωντανές κοινότητες αγώνα εκμεταλλευόμενων που δημιουργούν μεταξύ τους κοινωνικές σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να κοιτάμε τι λένε οι άνθρωποι για τον εαυτό τους; Σε καμία περίπτωση. Πρέπει όμως να έχουμε κατά νου ότι αυτό που λένε, παρότι σημαντικό, δεν είναι και κανένας τελειωτικός ορισμός, ούτε απαραίτητα αντικατοπτρίζει το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Για να είμαστε πιο ακριβείς, το πώς μιλάς γι” αυτά που κάνεις δεν είναι παρά μια στιγμή στα πλαίσια μιας διαδικασίας (αυτό-)μετασχηματισμού. Είναι δηλαδή ένα συνεχές πολιτικό διακύβευμα που δείχνει πόσο βαθαίνει στην πραγματικότητα η συλλογική πράξη κι ο συλλογικός λόγος.

Θεωρούμε ότι αυτή είναι μια παγίδα που πέφτουν αρκετά κομμάτια του κινήματος, γενικά όταν καταπιάνονται με τη σχέση πολιτικού και κοινωνικού, αλλά και ειδικά όταν συζητάνε για τις συνελεύσεις γειτονιάς. Οι τελευταίες έχουν συχνά δεχθεί κριτική ως μικροαστικές ή διαταξικές, ότι δεν έχουν πραγματικά πολιτικά περιεχόμενα ή ότι δεν έχουν πραγματική “ταξική συνείδηση”. Δεν θα απαντήσουμε εδώ αναλυτικά, θα αρκεστούμε όμως σε λίγες συνοπτικές παρατηρήσεις. Καταρχήν, δεν μπορείς να κρίνεις με αφηρημένους ιδεολογικούς όρους ανοιχτές κοινωνικές διαδικασίες που περιλαμβάνουν τόσο πολιτικοποιημένους αγωνιστές, όσο και ευρύτερα κομμάτια της τάξης που πολιτικοποιούνται για πρώτη φορά. Δεύτερον, ακόμα κι αν οι όροι συγκρότησης των συνελεύσεων θεωρητικά επιτρέπουν (δηλαδή δεν απαγορεύουν ρητά) τη συμμετοχή μικρο-αφεντικών, στην πράξη βλέπουμε ότι κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Δηλαδή, υπάρχει κάτι που αποτρέπει ή αποθαρρύνει έμπρακτα τη συμμετοχή τους. Κι αυτό είναι ότι, τρίτον, αν δούμε τον κύκλο ταξικών αγώνων των τελευταίων χρόνων στην εργασία και την αναπαραγωγή, θα διαπιστώσουμε ότι οι συνελεύσεις γειτονιάς έχουν εμπλακεί σε αυτόν πολύ περισσότερο από την συντριπτική πλειοψηφία των συλλογικών πολιτικών υποκειμένων (πολλά εκ των οποίων, παρότι έχουν σημαία τους την “ταξική συνείδηση”, έχουν συνηθίσει να βλέπουν τους αγώνες από ασφαλή απόσταση και με “προλεταριακά” κυάλια). Και τέλος, αν περιμένουμε από τα υποκείμενα του αγώνα να μιλήσουν την ιδεολογική ή θεωρητική γλώσσα της ταξικής πάλης, θα καταλήξουμε να θεωρούμε “προλετάριους” και “κατόχους” ταξικής συνείδησης μόνο όσους συμφωνούν με τις πολιτικές μας απόψεις, κι όχι όσους αναπτύσσουν στην πράξη ανταγωνιστική δραστηριότητα προς το κεφάλαιο και τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.

Οι συνελεύσεις γειτονιάς τοποθετήθηκαν μέσα στον κύκλο αγώνων ενάντια στην πολιτική της υποτίμησης με αρκετά κοινό και συνεκτικό τρόπο, συχνά ως αποτέλεσμα και των μεταξύ τους πολιτικών σχέσεων. Αυτό το έκαναν σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις, ειδικά την περίοδο ’10-’13, αλλά και πιο πρόσφατα σε ένα βαθμό. Η πρώτη κατεύθυνση ήταν η δημιουργία σχέσεων αγώνα και αλληλεγγύης σε τοπικό επίπεδο, κυρίως μέσα από διεκδικήσεις και δομές γύρω από το κόστος ζωής. Αυτή η κατεύθυνση περιελάμβανε διεκδικητικούς αγώνες γύρω από το ρεύμα, τις συγκοινωνίες και την περίθαλψη, αλλά και στήσιμο δομών αλληλοβοήθειας όπως οι συλλογικές κουζίνες, τα χαριστικά-ανταλλακτικά παζάρια, τα μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας σε μαθητές και τα κοινωνικά ιατρεία. Η δεύτερη κατεύθυνση ήταν η οργανωμένη και πολύ συχνά συγκρουσιακή παρουσία στο δρόμο ως ορατά συλλογικά υποκείμενα, ειδικά στις μαζικές απεργιακές διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και σε απεργιακές κινητοποιήσεις σε τοπικό επίπεδο, όπως πορείες μέσα στη γειτονιά και μετά κάθοδος στο κέντρο μαζί με άλλες συνελεύσεις, ή απεργιακά μπλοκαρίσματα εργασιακών χώρων. Συνολικά, θα λέγαμε ότι τα κεντρικότερα πολιτικά περιεχόμενα των συνελεύσεων σ” αυτήν την περίοδο ήταν απ” τη μία η στάση πληρωμών από τα κάτω και η προώθηση της αλληλεγγύης στην καθημερινότητα, και απ” την άλλη η έμπρακτη σύγκρουση με τις προσταγές του κεφαλαίου σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο.

Αυτή η μορφή δραστηριότητας των συνελεύσεων βρίσκεται εδώ και αρκετό καιρό σε κρίση. Η κρίση των συνελεύσεων γειτονιάς, η οποία αφορά τόσο τη μορφή και το περιεχόμενό τους, μας δείχνει ότι έχουν κάνει έναν πολιτικό κύκλο, χωρίς να σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι έχουν χρεοκοπήσει πολιτικά ή ότι έχουν σταματήσει να δίνουν αγώνες. Η κρίση τους αυτή αφορά τόσο αντικειμενικούς, όσο και υποκειμενικούς παράγοντας. Πρώτα απ” όλα, το βάθεμα της ίδια της καπιταλιστικής κρίσης και η απουσία σημαντικών πρακτικών αποτελεσμάτων από την σκοπιά των αγώνων (παρόλη την ένταση και τη συγκρουσιακότητά τους), οδήγησε πολύ κόσμο στην απογοήτευση από τις συλλογικές διαδικασίες και συχνά στη στροφή προς την προσδοκία εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ. Η σταδιακή και γενικότερη ύφεση του κοινωνικού ανταγωνισμού από το ’12 κι έπειτα, παρήγαγε επίσης και μια απομάκρυνση ενός κομματιού του κινήματος από τις ανοιχτές συλλογικές διαδικασίες. Η απομάκρυνση αυτή, ως επιστροφή στις άκαμπτες πολιτικές ταυτότητες, πήρε δύο κυρίως μορφές: αφενός την αναζήτηση πολιτικών απαντήσεων σε κλειστές διαδικασίες ιδεολογικού τύπου και αφετέρου την ιδεολογική περιχαράκωση και κλείσιμο των ίδιων των συνελεύσεων, ακόμα κι αν τυπικά διατηρούν την ανοιχτή λειτουργία τους. Για να το πούμε με πιο απλά λόγια, αρκετές συνελεύσεις έχουν διαλυθεί ή υπολειτουργούν και στις περισσότερες έχει μείνει αυτήν τη στιγμή λιγότερος και κυρίως πολιτικοποιημένος κόσμος.

Θα προσπαθήσουμε εδώ να δούμε αυτήν την κρίση των συνελεύσεων από τη σκοπιά των αγώνων που έχουν σηκώσει αυτά τα χρόνια στην αναπαραγωγή και την εργασία. Θα προσπαθήσουμε δηλαδή να αναλύσουμε την κρίση τους ως προϊόν των ορίων που συναντούν μέσα στους αγώνες, και να διερευνήσουμε το ξεπέρασμά της ως πραγματική δυνατότητα μέσα στους αγώνες.

Ας ξεκινήσουμε κοιτώντας πρώτα το περιεχόμενο των αγώνων που έδωσαν οι συνελεύσεις γύρω από την κοινωνική αναπαραγωγή μας ως εκμεταλλευόμενοι κι εκμεταλλευόμενες. Όπως είπαμε και νωρίτερα, η διαδικασία της κρίσης/αναδιάρθρωσης έφερε γρήγορα άμεσες συνέπειες στο κόστος της καθημερινής μας ζωής. Οι συνελεύσεις γειτονιάς άνοιξαν αρκετά γρήγορα πεδία αγώνα γύρω από αυτό το κόστος με τρόπο αρκετά διαφορετικό απ” ό,τι είχαν συνηθίσει να κάνουν οι παραδοσιακές πολιτικές μορφές. Αντί να ξεκινήσουν αφηρημένες πολιτικές καμπάνιες ξερά καταγγελτικού ή στενά ιδεολογικού περιεχομένου, επέλεξαν αφενός να δεσμευτούν (με όσες δυνάμεις είχαν) σε διεκδικητικούς αγώνες και να προωθήσουν έμπρακτα την κοινωνική στάση πληρωμών προς το κράτος και το κεφάλαιο, κι αφετέρου να δημιουργήσουν αυτόνομες δομές κάλυψης άμεσων κοινωνικών αναγκών.

Όσον αφορά τη στάση πληρωμών από τα κάτω, τα τρία κυριότερα πεδία αγώνα που ανοίχτηκαν ήταν η άρνηση πληρωμής του χαρατσιού στους λογαριασμούς της ΔΕΗ και οι επανασυνδέσεις κομμένου ρεύματος, η προσπάθεια μπλοκαρίσματος του 5ευρου εισιτηρίου στα νοσοκομεία και η διεκδίκηση ελεύθερων μετακινήσεων, η οποία πήρε τη μορφή της εναντίωσης στις αυξήσεις των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς και του έμπρακτου σαμποτάζ των ελέγχων. Έχει μεγάλη σημασία να σημειώσουμε σ” αυτό το σημείο ότι οι συνελεύσεις κατάφεραν να “πέσουν μέσα” ιστορικά όσον αφορά κάποια από τα κεντρικά ταξικά επίδικα της συγκυρίας σε επίπεδο καθημερινότητας. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αρετή του να κάνεις ανταγωνιστική πολιτική εκκινώντας από κοινωνικές ανάγκες. Από τη μία το να προσπαθείς να μπλοκάρεις την αναδιάρθρωση εδαφικοποιημένα σε πραγματικό χώρο και χρόνο, κι απ” την άλλη να προσπαθείς να συνδεθείς και να χτίσεις σχέσεις αγώνα με κοινωνικά υποκείμενα πάνω σε άμεσα επίδικα με συγκεκριμένους στόχους. Τέτοια ήταν και τα επίδικα διεκδίκησης που απασχόλησαν τις συνελεύσεις στο επίπεδο της κοινωνικής αναπαραγωγής, καθώς η επιβολή έκτακτων φόρων, συνδεόμενη με ένα βασικό κοινωνικό αγαθό όπως το ρεύμα, η διάλυση της δημόσιας υγείας και το κόστος μετακίνησης στην πόλη αφορούν το επίπεδο ζωής των εκμεταλλευόμενων με εξαιρετικά άμεσο και πιεστικό τρόπο. Απ” την άλλη πλευρά, οι περισσότερες συνελεύσεις προσπάθησαν να στήσουν σταθερές δομές κάλυψης αντίστοιχων αναγκών με όρους αυτοοργάνωσης της καθημερινότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των από κάτω. Τέτοια παραδείγματα, αρκετά εκ των οποίων αναφέραμε και παραπάνω, άνοιγαν ζητήματα τροφής, περίθαλψης και ειδών πρώτης ανάγκης.

Αυτή η διττή δραστηριότητα ήταν και είναι βασικό κομμάτι της ζωής των περισσότερων συνελεύσεων γειτονιάς. Παρόλα αυτά, παρήγαγε μια σειρά από αντιφάσεις και όρια που θεωρούμε ότι δεν έχουν συζητηθεί επαρκώς, κάτι στο οποίο συμβάλει και η γενικότερη απροθυμία αναστοχασμού και αυτοκριτικής από αρκετά τμήματα του ανταγωνιστικού κινήματος. Παρότι επιφανειακά οι διεκδικητικοί αγώνες και οι αυτόνομες δομές φαίνεται να αλληλοσυμπληρώνονται, αυτό συμβαίνει, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, σε ένα διαχωρισμένο ή αφηρημένο επίπεδο. Κι εδώ διαφαίνεται ένα έλλειμμα ουσιαστικής συζήτησης πάνω στο τι ανάγκες θέλουμε να καλύψουμε και με ποιον τρόπο. Δεν έχουμε αυτή τη στιγμή το χώρο να αναλύσουμε εις βάθος κάθε ξεχωριστό αγώνα και δομή, οπότε θα προσπαθήσουμε να δούμε κάποια από τα όρια που διατρέχουν τις περισσότερες από αυτές τις διαδικασίες, προσπαθώντας να εξηγούμαστε όσον το δυνατόν περισσότερο μέσα από παραδείγματα.

Οι διεκδικητικοί αγώνες όπως το χαράτσι, τα μέσα μεταφοράς και τα νοσοκομεία αναγκάστηκαν να πατήσουν πάνω σε δύο βάρκες. Από τη μία πλευρά αναπτυσσόταν η λογική της άμεσης δράσης και της (σχεδόν) καθημερινής κινητοποίησης εκ μέρους των συνελεύσεων, κι από την άλλη αναδυόταν μια ιδιότυπη λογική ανάθεσης που πατούσε σε επίδικα αγώνα. Με άλλα λόγια, ενώ οι συνελεύσεις έτρεχαν καθημερινά αυτούς τους αγώνες και τους καλούσαν συνήθως με ανοιχτό και δημόσιο τρόπο, πολύς κόσμος τις έβλεπε σαν «ρομπέν των δασών» που ήρθε για να τους λύσει το πρόβλημα, ακόμα κι αν είναι με άμεσο και αγωνιστικό τρόπο. Αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση των χαρατσιών, όπου ενώ τα τηλέφωνα επανασύνδεσης έπαιρναν φωτιά, οι συνελεύσεις στελεχώνονταν από πολύ λιγότερο κόσμο. Θα ήταν όμως επιφανειακό αν δεν βλέπαμε πώς συνδυάζονται μεταξύ τους αυτές οι δύο δυναμικές. Όπως θα ήταν επιφανειακό αν απλώς μέναμε στο ότι “έτσι είναι ο κόσμος, τα θέλει όλα έτοιμα”. Θεωρούμε ότι υπήρχε κάτι μέσα στον τρόπο δράσης μας που δεν δημιουργούσε, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις ενέτεινε την ανάθεση. Από την πλευρά των συνελεύσεων φάνηκε να υπερισχύει συχνά ο ακτιβισμός και η προπαγάνδα δια της πράξης, παρά η συζήτηση πάνω σε μια συγκεκριμένη τακτική και στρατηγική που θα μας οδηγούσε στη νίκη. Τις περισσότερες φορές καλούσαμε τον κόσμο σε πολιτική ανυπακοή και στάση πληρωμών, χωρίς να κοιτάμε πώς θα συγκρουστούμε αποτελεσματικά με το ίδιο το κράτος ώστε να κερδίσουν αυτοί οι αγώνες και χωρίς να ψάχνουμε εκείνες τις διεργασίες που θα μας επιτρέψουν να δημιουργήσουμε πραγματικές σχέσεις αγώνα με τους υπόλοιπους εκμεταλλευόμενους. Πώς φτιάχνουμε κοινότητες αγώνα που να περιέχουν κι άλλο κόσμο πέρα από εμάς τους ίδιους; Αυτό το ερώτημα παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό υπόρρητο –ή απαντιόταν απλώς με το “ε, ας έρθουν στη συνέλευση”. Κι υπάρχει επίσης εδώ ένα ζήτημα σχετικά με το πόσο ανοιχτές είναι πραγματικά οι διαδικασίες μας ώστε να μαζικοποιηθούν από κόσμο που έρχεται για να καλύψει τις ανάγκες του με συλλογικό τρόπο. Επιπλέον, μιας και οι αγώνες αυτοί περιστρέφονταν γύρω από κρατικές υπηρεσίες, δεν διερευνήθηκε ποτέ σοβαρά το πώς μπορούμε να συνδεθούμε με τους εργαζόμενους στις υπηρεσίες αυτές πέρα από τις συνδικαλιστικές τους γραφειοκρατίες και συντεχνίες, ώστε το μπλοκάρισμα της αναδιάρθρωσης να επιχειρηθεί ταυτόχρονα από τους εργαζόμενους και τους χρήστες των υπηρεσιών. Ένα τέτοιο στοίχημα ήταν η σύνδεση με εργαζόμενους στις μεταφορές την περίοδο του χειμώνα ’10-’11, όταν κι οι ίδιοι βρίσκονταν σε κινητοποιήσεις, η οποία όμως δεν περπάτησε πέρα από κάποιες ήδη υπάρχουσες πολιτικές σχέσεις.

Όσον αφορά τις δομές αλληλεγγύης (κουζίνες, παζάρια, ιατρεία κλπ), τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα, μιας και η απουσία ουσιαστικής συζήτησης πάνω στο περιεχόμενό τους τις οδήγησε σε σημαντική κρίση ή απομαζικοποίηση και, σε αρκετά περιπτώσεις, σε διάλυση ή ενσωμάτωση. Παρότι αποτέλεσαν και αποτελούν σημαντικό χώρο μοιράσματος και κοινωνικοποίησης για την καθημερινότητα των συνελεύσεων, τις περισσότερες φορές δεν ξεκινούσαν από τις ανάγκες των συμμετεχόντων σε πρώτο πρόσωπο. Αντ” αυτού, προσπαθούσαν να καλύψουν τα κενά που άφηνε πίσω του το καταρρέον κράτος πρόνοιας, είτε το έβαζαν σαν στόχο είτε όχι. Με λίγα λόγια, αντί να προσανατολιστούν στην κάλυψη των αναγκών (υλικής αναπαραγωγής και κοινωνικοποίησης) της κοινότητας αγώνα, επιχειρούσαν να απευθυνθούν με γενικό και αφηρημένο τρόπο συνολικά “στην κοινωνία”. Αυτό δημιουργεί μια σειρά από ζητήματα. Πρώτον, ότι οι συνελεύσεις μας δεν μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό κοινωνικής αναπαραγωγής, ακόμα και να το θέλουν. Δεύτερον, “η κοινωνία” πάντα επιλέγει, εν τέλει, αυτούς που το κάνουν καλύτερα (δηλαδή έχουν υποδομές, φράγκα και πλάτες για να το κάνουν), όπως οι δήμοι, η εκκλησία, οι ΜΚΟ, ή σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και οι φασίστες (μόνο για έλληνες βέβαια…). Τρίτον, καταλήγουμε έτσι συχνά να προσφέρουμε τζάμπα εργασία για τομείς της κοινωνικής παραγωγής από τους οποίους αποσύρεται το κράτος αντί να διεκδικούμε τη διεύρυνση του κοινωνικού μισθού με αγωνιστικό τρόπο και ταξικό περιεχόμενο. Δηλαδή, αντί να διεκδικούμε συνεχώς εδάφη από το κράτος στη βάση της ικανοποίησης των συλλογικών μας αναγκών και της αλλαγής του συσχετισμού δύναμης απέναντι στις κατεστημένες εκμεταλλευτικές σχέσεις, δεν είναι λίγες οι φορές που καταλήγουμε να αναπαράγουμε λογικές «εθελοντισμού με ανθρωπιστικούς όρους», έστω κι αν αυτό δεν αποτελεί πρόθεσή μας. Θεωρούμε ότι αυτές οι αντιφάσεις των δομών αλληλεγγύης είναι που σε ένα βαθμό τις κάνουν μορφές αυτοδιαχείρισης της φτώχειας σε μικρή κλίμακα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι όσες από αυτές τις δομές δεν συνδέονταν με συνελεύσεις που είχαν πιο ξεκάθαρα αντιθεσμικά ή αντιεξουσιαστικά χαρακτηριστικά, προσδέθηκαν γρήγορα στο πολιτικό άρμα του ΣΥΡΙΖΑ (με μορφές όπως η “αλληλεγγύη για όλους”), αναζητώντας πολιτική νομιμοποίηση και έμμεση κυβερνητική (πλέον) χρηματοδότηση.

Περνώντας τώρα στο πεδίο των αγώνων στους εργασιακούς χώρους, θα δούμε ότι τα τοπικά εγχειρήματα έχουν συσσωρεύσει αρκετά σημαντική εμπειρία σύγκρουσης με το κεφάλαιο πάνω σε συγκεκριμένα ταξικά επίδικα σε αρκετούς τομείς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Αυτό συνιστά με έναν τρόπο ποιοτικό ξεπέρασμα του τρόπου που παραδοσιακά ασχολούνται οι πολιτικές μορφές της αντιεξουσίας με την ταξική πάλη, δηλαδή της γενικής κι αφηρημένης ιδεολογικής καταδίκης της μισθωτής σκλαβιάς χωρίς εδαφικοποίηση σε συγκεκριμένους αγώνες και χωρίς σύνδεση με ευρύτερα κομμάτια της τάξης. Οι συνελεύσεις γειτονιάς από την άλλη πλευρά, συνήθως σε συνεργασία με εργατικά σωματεία και συλλογικότητες, σε πολλές περιπτώσεις δεσμεύτηκαν με όρους καθημερινού αγώνα σε άμεσες εργατικές διεκδικήσεις. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Στον ιδιωτικό τομέα ενεπλάκησαν κυρίως σε αγώνες για διεκδίκηση δεδουλευμένων ή ανάκληση απολύσεων, όπως στα φροντιστήρια Ανέλιξη στην Ηλιούπολη, στην ACS του Αλίμου, στο φαστφουντάδικο Gamato στου Ζωγράφου, στο βιβλιοπωλείο Ευριπίδης στο Χαλάνδρι, στο καφέ Scherzo στο Μαρούσι, στις απεργιακές περιφρουρήσεις στα καταστήματα Wind, στα σουπερμάρκετ ΑΒ στο Χολαργό και σε αρκετές ακόμα περιπτώσεις που μας διαφεύγουν ή δεν τις γνωρίζουμε καν. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι οι συνελεύσεις γειτονιάς σήκωσαν, μαζί με τα σωματεία βάσης, ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της αλληλεγγύης στην απεργία της Χαλυβουργίας αλλά και του αγώνα ενάντια στην κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, τόσο με συμμετοχή στα κεντρικά απεργιακά καλέσματα αλλά και με πραγματοποίηση αποκλεισμών σε τοπικό επίπεδο. Στον δημόσιο τομέα, απ” την άλλη πλευρά, υπήρξε έντονη συμμετοχή των τοπικών εγχειρημάτων από τα ανατολικά της Αθήνας στην απεργία των διοικητικών υπαλλήλων του Πανεπιστημίου Αθηνών ενάντια στη διαθεσιμότητα και στην απεργιακή περιφρούρηση της πανεπιστημιούπολης, όπως και στις κινητοποιήσεις που έγιναν την ίδια περίοδο από κοινού με εργαζόμενους στις εργολαβίες σίτισης της Φοιτητικής Εστίας. Επιπλέον, αρκετές συνελεύσεις ενεπλάκησαν στις κινητοποιήσεις ενάντια στην «κοινωφελή» εργασία, όπως στην περίπτωση του δήμου Καισαριανής και τις συγκεντρώσεις στα κεντρικά γραφεία του ΟΑΕΔ στον Άλιμο.

Στους αγώνες αυτούς, παρότι υπήρξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, οι συνελεύσεις γειτονιάς εμφανίζονταν συνήθως ως αλληλέγγυοι και αλληλέγγυες, με τον πρώτο λόγο να έχουν τα σωματεία ή οι εργατικές συλλογικότητες. Εδώ ανοίγει ένα σημαντικό ζήτημα. Η γνώμη μου είναι ότι αφενός η εντύπωση αυτή είναι επιφανειακή όσον αφορά την πραγματικότητα των ίδιων των αγώνων, κι ότι αφετέρου η ίδια η ταυτότητα του “αλληλέγγυου” μυστικοποιεί το περιεχόμενο της συμμετοχής των συνελεύσεων σ” αυτούς τους αγώνες. Υποστηρίζουμε ότι πολλοί απ” αυτούς τους αγώνες δεν θα είχαν καταφέρει να δοθούν (ή να νικήσουν) χωρίς την άμεση εμπλοκή των συνελεύσεων κι ότι η ταυτότητα της αλληλεγγύης σε αρκετές περιπτώσεις δεν επέτρεψε στις συνελεύσεις να συνδεθούν σε άμεσο κι αποτελεσματικό επίπεδο με εργαζόμενους ως ταξικές κοινότητες αγώνα. Ας το πάρουμε από την αρχή. Στους περισσότερους απ” αυτούς τους αγώνες, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα και σε όσους είχε άμεση εμπλοκή κι ο γραφών, σχηματίστηκαν συνελεύσεις αλληλεγγύης που απαρτίζονταν συνήθως από τον εκάστοτε εργαζόμενο ή εργαζόμενους, το αντίστοιχο κλαδικό σωματείο ή εργατική συλλογικότητα και μία ή περισσότερες συνελεύσεις γειτονιάς. Κάθε φορά που δίνεται ένα εργατικός αγώνας, το άμεσο επίδικο είναι το ποίοι και ποιές είναι αυτοί που βάζουν πλάτη, δηλαδή δεσμεύονται σε καθημερινό επίπεδο. Αυτό δεν είναι ζήτημα τεχνικό, δηλαδή ποσότητας ατόμων, αλλά ζήτημα πολιτικό. Σε πολλές περιπτώσεις οι συνελεύσεις εμφανίζονταν σαν “τοπικός εφεδρικός στρατός αλληλεγγύης”, ενώ στην πραγματικότητα έπαιρναν την καθημερινότητα του αγώνα στις πλάτες τους –το χτίσιμο σχέσεων με τους εργαζόμενους σε επίπεδο γειτονιάς, την κοινωνικοποίηση και το άνοιγμα του αγώνα στην περιοχή, τη μαζική συμμετοχή στις τοπικές κινητοποιήσεις. Εδώ είναι που βλέπουμε και κάποιες από τις αντικειμενικές και υποκειμενικές αδυναμίες της παραδοσιακής συνδικαλιστικής εκπροσώπησης της τάξης, ακόμα και της αυτοοργανωμένης εκδοχής της. Παρά τη μαχητική και χρήσιμη εμπειρία των σωματείων βάσης σε εργατικές κινητοποιήσεις, χρειάζεται να απαντήσουμε με ειλικρίνεια στο ερώτημα του τι είναι που κάνει τελικά έναν αγώνα να κερδίζει ή έστω να δίνεται με πραγματικούς όρους. Ποιες διαδικασίες είναι σε θέση να παρέμβουν αποτελεσματικά στους χώρους εργασίας; Μπορεί αυτή η παρέμβαση να έχει αποκλειστικά κλαδικό χαρακτήρα ή χρειάζεται ευρύτερα ταξικά και κοινωνικά περιεχόμενα; Την πραγματική πίεση στην επιθεώρηση εργασίας ή στους αποκλεισμούς μαγαζιών την ασκεί, εν τέλει, η επίσημη μορφή του σωματείου ή η μαζικότητα, η αποφασιστικότητα και η σύνδεση με ευρύτερα κομμάτια της τάξης που κατοικούν ή εργάζονται στην περιοχή; Αυτά τα ερωτήματα δεν υπονοούν μια απάντηση που λέει ότι οι συνελεύσεις γειτονιάς μπορούν να υποκαταστήσουν την παρέμβαση εντός των εργασιακών χώρων –χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τα σωματεία είναι απαραίτητα σε θέση να κάνουν κάτι τέτοιο τα ίδια.

Αντίθετα, προσπαθούμε εδώ να θέσουμε ένα ζήτημα που στην πραγματικότητα αφορά τις ίδιες τις συνελεύσεις. Το να βλέπουν συχνά τον εαυτό τους ως “απλώς” αλληλέγγυους/αλληλέγγυες και όχι ως ισότιμους πρωταγωνιστές αυτών των αγώνων, δηλαδή ως ταξικές κοινότητες αγώνα που χτίζουν σχέσεις σε τοπικό επίπεδο, παράγει μια σειρά από όρια κι αντιφάσεις που περιορίζουν το ίδιο το περιεχόμενο της συμμετοχής τους στους εργατικούς αγώνες. Βλέπουμε ότι παρόλο που ο κόσμος των συνελεύσεων γειτονιάς είναι εξαιρετικά πρόθυμος να εμπλακεί με πραγματικούς όρους σε εργατικούς αγώνες ως αλληλέγγυος, απ” την άλλη πλευρά δε φαίνεται έτοιμος να δώσει τέτοιους αγώνες ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο. Με λίγα λόγια, δε φαίνεται να έχουν αναπτυχθεί αυτές οι συλλογικές σχέσεις κι αυτά τα συλλογικά περιεχόμενα στο εσωτερικό των συνελεύσεων ώστε να ξεκινήσουν από το τι ανάγκες και τι προβλήματα έχουν οι ίδιες και οι ίδιοι που συμμετέχουν σ” αυτές. Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στις συνελεύσεις κινείται συνήθως στα γκρίζα όρια μεταξύ επισφάλειας και ανεργίας, άλλος κόσμος είναι απλήρωτος μήνες ή είναι ανασφάλιστος, αλλά δεν έχουμε δει να ξεπηδούν αγώνες που να δίνονται από τις συνελεύσεις για την κάλυψη καταρχήν των αναγκών των μελών τους. Εμφανίζεται λοιπόν εδώ η αντίφαση να ψάχνουμε την ταξική πάλη κάπου έξω από τους ίδιους μας τους εαυτούς ως εκμεταλλευόμενα υποκείμενα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσουμε αυτήν την αντίφαση, αλλά θα αρκεστούμε εδώ σε δύο πράγματα. Πρώτον, ότι υπάρχει πάντα η πρόκληση να ξεπεράσουμε την παραδοσιακή λογική των πολιτικών χώρων που επιλέγουν να ανοίγουν ζητήματα με όρους πολιτικής καμπάνιας και όχι άμεσης προσωπικής/συλλογικής εμπλοκής ως κοινωνικά και ταξικά υποκείμενα. Δεύτερον, ότι χρειάζεται να χτίσουμε τέτοιες συλλογικές σχέσεις κοινότητας και μοιράσματος που να μας δώσουν την απαραίτητη αυτοπεποίθηση να αγωνιστούμε σε άμεσο επίπεδο ξέροντας ότι οι σύντροφοι κι οι συντρόφισσές μας θα δώσουν μαζί μας αυτόν τον αγώνα μέχρι το τέλος. Όπως και να “χει, το πώς δίνεις αγώνες από την δική σου θέση, επηρεάζει και το πως στέκεσαι δίπλα σε αγώνες άλλων. Για να το πούμε και αλλιώς, παρότι οι αγώνες αυτοί είχαν άμεσο ταξικό περιεχόμενο, τις περισσότερες φορές οι συνελεύσεις ενεπλάκησαν σ” αυτούς τους αγώνες με την ταυτότητα των πολιτικοποιημένων υποκειμένων της γειτονιάς, κι όχι ως εργαζόμενες/άνεργοι που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα και αναζητούν τρόπους να συνδεθούν μεταξύ τους ως κοινότητα αγώνα.

Συνοψίζοντας τα ζητήματα που έχουμε ανοίξει, θα λέγαμε ότι για μας οι συνελεύσεις γειτονιάς αποτελούν κοινότητες αγώνα που βρίσκονται σε ύφεση, συνεχίζοντας όμως να δίνουν αγώνες στα πεδία της κοινωνικής αναπαραγωγής και της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αν έχουν καταφέρει κάτι σημαντικό κατά τον τελευταίο κύκλο αγώνων, αυτό ήταν κατά τη γνώμη μας η κοινωνικοποίηση της ταξικής πάλης σε εδαφικοποιημένο επίπεδο και η ανασύνθεση κομματιών της τάξης με όρους αγώνα. Και τα δύο αυτά βέβαια, τα έχουν καταφέρει με τρόπο μερικό και αντιφατικό, δηλαδή δε συνιστούν παρά ένα σχετικό ξεπέρασμα των ορίων που έχουν οι παραδοσιακές πολιτικές ή συνδικαλιστικές μορφές, παραμένοντας σε έναν (σημαντικό) βαθμό δέσμιες παραδοσιακών λογικών πολιτικής παρέμβασης. Αν δεν αναστοχαστούμε συλλογικά πάνω σε όσα έχουμε κάνει μέχρι τώρα και δεν προσπαθήσουμε να μάθουμε από τα λάθη και τις ελλείψεις μας, δεν θα καταφέρουμε ούτε να αναλύσουμε τα όριά μας, ούτε να πραγματοποιήσουμε τις δυνατότητές μας. Δεν θα καταφέρουμε, εν τέλει, να κρατήσουμε ζωντανές και να διευρύνουμε τις σχέσεις αλληλεγγύης και αγώνα που έχουμε δημιουργήσει όλα αυτά τα χρόνια, ούτε να τις υπερασπιστούμε απέναντι στην απογοήτευση, την απόσυρση, την περιχαράκωση και την ενσωμάτωση.

peter poor

ζωγράφου, ιούνης ’15

 

css.php