Daily Archives: September 29, 2015

Η ιστορία και η Σφίγγα: Περί ταραχών και εξεγέρσεων

Αναδημοσιεύουμε ένα από τα κείμενα που περιλαμβάνονται στην εξαιρετική έκδοση “ΒΑΛΤΙΜΟΡΗ” από τη Σχολή Κακών Παιδιών, το οποίο μέσω της κριτικής που ασκεί στον Badiou επιδιώκει να αναδείξει τα όρια της παραδοσιακής πολιτικής (με Π κεφαλαίο, θα λέγαμε εμείς, που εσχάτως έγινε πολύ της μόδας σε εκείνους τους κύκλους οι οποίοι συστηματικά αποφεύγουν να συνδέσουν τα όποια επαναστατικά -τους- προτάγματα με τους πραγματικούς σύγχρονους αγώνες του προλεταριάτου παντού στον πλανήτη) απέναντι στις ταραχές. Η εν λόγω μετάφραση δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ.

eksofullo-e1434723608750

Η ιστορία και η Σφίγγα: Περί ταραχών και εξεγέρσεων

Ο Jasper Bernes και ο Joshua Clover για το «Η αναγέννηση της ιστορίας: Εποχές ταραχών και εξεγέρσεων» του Alain Badiou

1.

Οι ταραχές είναι η Σφίγγα της αριστεράς. Κάθε δήθεν ριζοσπάστης διανοούμενος αισθάνεται υποχρεωμένος, απ’ ό,τι φαίνεται, να απαντήσει στο αίνιγμα που ακούει να τίθεται από τις ταραχές του σήμερα, στο Μπαχρέιν ή τις Αστούριες, τη Χιλή ή τη Βρετανία: Γιατί τώρα; Γιατί εδώ; Γιατί στασιάζουν; Και οι απαντήσεις γενικά ανήκουν σε λίγες απλές κατηγορίες. Πρώτον, αν η εξέγερση φαίνεται να στερείται εστίασης ή να μην παρουσιάζει ξεκάθαρα αιτήματα – αν δηλαδή, δεν μπορεί να διαβαστεί ως «διαμαρτυρία», όπως στην περίπτωση των ταραχών του Λονδίνου το καλοκαίρι του 2011 – ο διανοούμενος θα τις ζωγραφίσει ως «άνευ νοήματος ξεσπάσματα» (Slavoj Žižek), που τα κάνουν «άμυαλοι ταραξίες» (David Harvey). Πάντα, οι αποδόσεις της απουσίας νοήματος πρέπει να βρουν στήριξη σε μια απολογητική κοινωνιολογία, καθιστώντας έτσι τους στασιαστές απλές παρενέργειες μιας άνισης κοινωνίας, συμπτώματα του νεοφιλελευθερισμού, της καπιταλιστικής κρίσης και της επακόλουθης λιτότητας. Συχνά, τέτοιου τύπου σχολιασμός εμμένει στην υποχωρητική ρητορική δομή του «ναι μεν, αλλά…» Με τα λόγια του Tariq Ali από το London Review of Books:

Ναι, ξέρουμε ότι η βία στους δρόμους του Λονδίνου είναι κακή. Ναι, ξέρουμε ότι το πλιάτσικο στα μαγαζιά είναι λάθος.
Αλλά γιατί συμβαίνει τώρα; Γιατί δε συνέβη πέρσι;
Γιατί οι αδικίες συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου, γιατί όταν το σύστημα επιθυμεί το θάνατο ενός νεαρού μαύρου πολίτη από μια υποβαθμισμένη κοινότητα τότε, ταυτόχρονα αν και υποσυνείδητα, θέλει την απάντηση.

Πολύ χειρότερος από τέτοιες χλιαρές και απρόθυμες απολογίες είναι ο ισχυρισμός που επαναλαμβάνεται με ανησυχητική συχνότητα από ανθρώπους που θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα, ότι οι ταραξίες στο Λονδίνο δρούσαν ως αποτέλεσμα των αντιφατικών επιταγών της νεοφιλελεύθερης κοινωνίας. Τέτοιος σχολιασμός είναι παρομοίως μια συμπτωματική αναφορά. Για τον Harvey, οι εξεγερμένοι δεν είναι τίποτε άλλο από απλές αντανακλάσεις της απληστίας και της πλεονεξίας του μετα-θατσερικού καπιταλισμού. Για τον Πολωνό κοινωνιολόγο Zygmunt Bauman, το πλιάτσικο είναι απλά μια βίαιη και ριψοκίνδυνη εκδοχή του να κάνεις ψώνια, μια έκφραση της υλιστικής κοινωνίας των καταναλωτών.

Έπειτα, υπάρχουν και οι σχολιαστές που βλέπουνε τις ταραχές ως απλώς παραπλανημένες, και όχι ως αντανακλάσεις της καπιταλιστικής ιδεολογίας. Τέτοιοι συγγραφείς αντιλαμβάνονται τις ταραχές ως μια μηχανή που στερείται τις σωστές ράγες. Η αποτυχία ακολούθως ανήκει στην εξαθλιωμένη/ ξεχαρβαλωμένη αριστερά γενικά, που απέτυχε να παρέχει μια «εναλλακτική» ή ένα «πολιτικό πρόγραμμα» το οποίο να μπορέσει να τιθασεύσει, να σχηματοποιήσει και να κατευθύνει την οργή των ταραχοποιών. Ρωτά ο Žižek: «Ποιος θα καταφέρει να κατευθύνει την οργή των φτωχών;» Ξεχάστε την πιθανότητα οι φτωχοί να είναι ικανοί να κατευθύνουν μόνοι τους την οργή τους.

Μπορεί κανείς να δει τις θεμελιωδώς πατροναριστικές γραμμές που είναι κοινές σε όλες τις απαντήσεις. Σε κάθε μία, ο διανοούμενος καταλογίζει ένα είδος ψευδούς συνείδησης στους ταραξίες, προκείμενου να καταστεί αυτός (και συνήθως είναι αυτός) όλο και πιο αναγκαίος ως η φωνή της απούσας εξουσίας. Αυτοί οι διανοούμενοι ακούνε στις εξεγέρσεις μια ερώτηση στην οποία πρέπει να απαντήσουν. Δεν αντιλαμβάνονται ότι οι ταραχές είναι μάλλον, μια απάντηση στην ερώτηση που αρνούνται να διατυπώσουν.

2.

Ο Alain Badiou δεν είναι κάποιος που κρύβεται από τη Σφίγγα. Παρόλα αυτά, είναι ένας παράδοξος υποψήφιος για να αφιερώσει ένα ολόκληρο βιβλίο στην εκτυλισσόμενη εποχή των ταραχών. Από τη μία πλευρά είναι απολύτως λογικό: Ο Badiou έχει διατηρήσει μια σύνδεση με τη μαχητικότητα από τις μέρες του ως νεαρός μαοϊκός Γάλλος ως την τρέχουσα θέση του ως δεσπόζων αρχι-μαέστρος της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας: Πράγματι πρόκειται να εκδώσει ένα κάποιου είδους εγχειρίδιο που μεταφράζεται ως Φιλοσοφία για Αγωνιστές. Από την άλλη υπάρχει μια περίεργη αναντιστοιχία μεταξύ του στοχαστή και του θέματος – υποκειμένου εδώ, που προκαλείται εν μέρει από τους δυσανάλογους ρυθμούς και τονικότητες της θέσης των διανοούμενων και της παγκόσμιας κρίσης. Ο συλλογιστική του Badiou όσο στρατευμένη κι αν είναι, διατηρεί πάντα ένα σημαντικό βαθμό αφαίρεσης (ως φιλόσοφος, είναι ιδιαίτερα γνωστός για την προαγωγή του τομέα της οντολογίας διαμέσου της αυστηρής εφαρμογής της θεωρίας των συνόλων).

Όσον αφορά την πολιτισμική ιστορία, όμως, η μεγαλύτερη σημασία του Badiou έγκειται στη δια βίου πίστη του σε αυτό που ονόμασε «η κομμουνιστική υπόθεση1». Στα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ όπου ο κομμουνισμός – ως όντως υπαρκτή πολιτική, θεωρητικό σχήμα, και κοινωνική επιθυμία – έπεσε παγκοσμίως σε αχρηστία, ο Badiou και ελάχιστοι ακόμα διαχειρίστηκαν με σύνεση οιαδήποτε σπίθα παρέμενε εντός των πνευματικών κύκλων. Με αυτή την έννοια είναι κατά πολύ μια κατοπτρική εκδοχή αυτού που ο ο Hugh Kenner, ο μεγάλος βιογράφος του Pound, έλεγε «ο άνθρωπος της δίνης», στο κέντρο μιας ιστορίας που συσπάται και μεταλλάσσεται με την ώρα. Ο Badiou είναι ένας άνθρωπος της ερήμου: μια φιγούρα του μεσοδιαστήματος άνευ ορίζοντα, όπου οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές με τον περίφημο δυναμισμό τους, παρήγαγαν ένα μονόχρωμο πολιτικό τοπίο στο οποίο κάθε σοβαρός ανταγωνισμός είχε κατά βάση εξουδετερωθεί (καίτοι υπήρξαν κάποιες συγκεκριμένες εξελίξεις στη Νότια Αμερική.) Αν η ιστορία δεν είχε ακριβώς πεθάνει, πάντως φαινόταν κάτωχρη.

Όταν πια τα ενδιαφερόμενα μέρη συναντήθηκαν για το συνέδριο «The Idea of Communism» το 2009 στο Birkbeck Institute, αυτή η σαν έρημος μικρο-εποχή είχε περάσει. Σχεδόν παντού, αν και άνισα, είχαν ξεσπάσει μαχητικοί αγώνες ενάντια στα συσπειρωμένα καθεστώτα του κεφαλαίου και του κράτους. Έλαμψαν φωτεινά, αργόσβησαν, καταστάλθηκαν βίαια ή έφαγαν τις ουρές τους2, αλλά ως γενική τάση, εξαπλώθηκαν. Η πίεση για τους φιλοσόφους να «αναθρέψουν» μια θεωρία «αντίστασης/αντίθεσης» με την ελπίδα των μελλοντικών ανταγωνισμών δε σταμάτησε, παρά σε ένα άλλο χωροχρόνο. Αναπόφευκτα (όπως χιλιάδες συνελεύσεις του Occupy μαρτυρούν), διανοούμενοι στρέφονταν στο να εμπλακούν με αυτές τις αλλαγμένες συνθήκες, εκστρατεύοντας από την έρημο για να εξετάσουν τη δράση στους δρόμους «εν τω γεννάσθαι» – ανάμεσα τους σε εξέχουσα θέση και ο Badiou.

Το συνέδριο του 2009 στο Birkbeck γέννησε πολλά βιβλία, που όλα τους ποντάρουν πολλά στο στοίχημα ότι η παρούσα περίοδος μπορεί να παρουσιάσει μια ανανέωση της «κομμουνιστικής υπόθεσης» και να κλείσει τη μακρά περίοδο νεοφιλελεύθερης αντίδρασης που κρατά από τη δεκαετία του ’70. Αλλά οι αξιώσεις για μια τέτοια ανανέωση βασίζονται μόνο σε επιλεγμένες περιπτώσεις από παρατηρημένες ιστορικές εξελίξεις, από νέες μορφές κομμουνιστικής πρακτικής ή αγώνα. Ακόμα συχνότερα, φαίνεται να ποντάρουν με βάση την αλλαγή στις κουβέντες καφενείου μεταξύ φιλοσόφων – περισσότερο μάλλον στην ιδέα του κομμουνισμού, παρά στην πολιτική πρακτική του. Αυτό έρχεται σε αξιοσημείωτη αντίθεση με την εκπόνηση του κομμουνισμού που βρίσκει κανείς για παράδειγμα, σε ένα βιβλίο όπως το «η Εξέγερση που Έρχεται», του οποίου οι συγγραφείς βασίζουν τη θεωρητική εκπόνηση ενός νέου κομμουνισμού στην κριτική εξέταση των πρακτικών, των αγώνων και των κοινωνικών κινημάτων της τελευταίας δεκαετίας. Αλλά όσοι είναι εξοικειωμένοι με τη φιλοσοφία του Badiou και το πόσο βασίζεται σε λογικές αποδείξεις, αξιώματα, και στοιχειώδη επιχειρηματολογία, δε θα εκπλαγούν που, για αυτόν, η κομμουνιστική πρακτική ακολουθεί την κομμουνιστική ιδέα. Η πρωτοκαθεδρία της ιδέας είναι ολοφάνερη στον Badiou, αν μη τι άλλο επειδή εμφανίζεται κεφαλαιογράμματη: «Ιδέα», όχι «ιδέα». Γυαλίζοντας την πλακέτα με τον τίτλο του από νωρίς, ισχυρίζεται ότι «Η μόνη πιθανότητα αφύπνισης είναι η λαϊκή πρωτοβουλία στην οποία θα ριζώσει η δύναμη μιας Ιδέας.

Έτσι και το «The Rebirth of History» χρησιμοποιεί την Αραβική Άνοιξη και άλλες εξεγέρσεις των τελευταίων ετών ως εμπειρική επικύρωση του πιο αφηρημένου πλαισίου που αναπτύσσεται στο βιβλίο «Η Κομμουνιστική Υπόθεση». Πρώτα η Ιδέα, έπειτα η ανάδυσή της στον κόσμο. Σίγουρα η σχέση μεταξύ της ιστορίας και της Ιδέας είναι πιο περίπλοκη από ότι η παραπάνω περιγραφή μπορεί να την κάνει να φαίνεται, μιας και οι «οι πολιτικές αλήθειες» που σχηματίζουν τη βάση για την «Ιδέα» παράγονται από την ιστορία κατά το ξεδίπλωμά της. Κι όμως, την ίδια στιγμή, όσο η Ιδέα είναι προϊόν της ιστορίας άλλο τόσο, παραδόξως, προηγείται αυτής: «η Ιδέα αναφέρεται σε ένα είδος ιστορικής προβολής του ιστορικού τι μέλει γενέσθαι μιας πολιτικής – ένα γίγνεσθαι που αρχικά επικύρωσε η εξέγερση». Αυτή η κυκλική χρονικότητα επιτρέπει στον Badiou να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο να εισηγείται ότι η Αραβική Άνοιξη απέτυχε εξαιτίας της έλλειψης μιας ανθεκτικής Ιδέας, και ότι ταυτόχρονα διευκόλυνε την αφύπνιση της Ιδέας στην παρούσα περίοδο.

Ανάμεσα σε αυτό που ο Badiou αποκαλεί «ενδιάμεση περίοδο» καπιταλιστικής παλινόρθωσης που ξεκινά στη δεκαετία του 1980 και σε μια νέα ακολουθία επαναστατικής πολιτικής δράσης κινούμενη από την Ιδέα, βρίσκεται η εξέγερση. Το «The Rebirth of History» είναι ουσιαστικά μια γραμματική των ταραχών, που χρησιμοποιεί τα πρόσφατα γεγονότα για να διακρίνει τις ταραχές σε αυτές που παράγουν «πολιτική αλήθεια» και εκείνες που δεν το κάνουν. Ο Badiou – ακούραστος κατασκευαστής κατηγοριών, σχημάτων και διαγραμμάτων – ταξινομεί τις ταραχές σε τρεις κατηγορίες, τις οποίες πραγματεύεται κατά σειρά αυξάνουσας πολιτικής σημασίας: οι «άμεσες», οι «λανθάνουσες» και οι «ιστορικές». Δοθέντος ότι, οι «άμεσες», αντιμπατσικές εξεγέρσεις των φτωχών όπως αυτές που έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο το καλοκαίρι του 2011 ή στα γαλλικά προάστια το 2005 ταξινομούνται ως αντανακλαστικά ξεσπάσματα μη στοχευμένης βίας, «αναρχικής και εν τέλει χωρίς μια ανθεκτική αλήθεια», ενώ αντίθετα οι ιστορικές ταραχές που παρακολουθήσαμε με τις Αραβικές εξεγέρσεις έδειξαν την ικανότητα να αντέχουν και να γενικεύουν.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους σύγχρονούς του, ο Badiou έχει τουλάχιστον το προτέρημα ότι τουλάχιστον εξετάζει τις ταραχές από μια στρατηγική κι όχι ηθική σκοπιά, και διακρίνει μέσα τους κάτι άλλο από μια μανιασμένη αναπαράσταση της καπιταλιστικής κατανάλωσης. Δηλαδή, σε αντίθεση με τους Harvey, Žižek, Ali, και Bauman, αντιλαμβάνεται την εξέγερση ως κάτι περισσότερο από μια εκδήλωση της «κουλτούρας», κάτι περισσότερο από την έκφραση μιας υποκείμενης κοινωνικής αλήθειας που δε μπορεί παρά να επιβεβαιώνεται με τα καμένα αμάξια και τα λεηλατημένα καταστήματα. Οι ερωτήσεις που ο Badiou ακούει να εκστομίζει η Σφίγγα είναι οι σωστές: Πώς γενικεύουμε και επεκτείνουμε την επιθετική ικανότητα της εξέγερσης; Πώς και γιατί οι ταραχές εξαπλώνονται και γίνονται μια ανοιχτή εξέγερση – επανάσταση;

Αν και έχουμε ενδοιασμούς για τη διάκριση που κάνει ο Badiou ανάμεσα στις άμεσες και τις ιστορικές ταραχές, αξίζει να εμπιστευτούμε τον τρόπο με τον οποίο μετρά την επέκταση των ταραχών από την άποψη αφενός της διάδοσης στο φυσικό χώρο και αφετέρου δια μέσου των κοινωνικών κατηγοριών. Κατά την εκτίμηση του Badiou, ενώ οι άμεσες ταραχές εκτείνονται από τα προάστια του Παρισιού ως αυτά της Marseille, ή από τα council houses3 του Λονδίνου ως αυτά του Manchester, αυτό το κάνουν διαμέσου μιας μοναδικής κοινωνικής κατηγορίας: νέοι προλετάριοι άνδρες. Οι ιστορικές ταραχές, όμως παρουσιάζουν μια επέκταση σε διάφορες κατηγορίες, εξαπλωνόμενες σε άνδρες και γυναίκες, νέους και γέρους.

Ο Badiou κάνει λάθος όταν υποστηρίζει ότι οι «άμεσες» ταραχές απαρτίζονται αποκλειστικά από νέους άνδρες – άλλο δείχνουν τα αρχεία των συλλήψεων από τις ταραχές στη Βρετανία, και ακόμα, σε πολυάριθμες ταραχές της τελευταίας δεκαετίας που ορίζονται ως τέτοιες εμπλέκονταν γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά, αν και μάλλον όχι αναλογικά όσον αφορά τον αριθμό τους. Παρόλα αυτά, είναι απολύτως απαραίτητο να κατανοήσουμε το πώς οι ταραχές και οι εξεγέρσεις φτάνουν στο να περιλαμβάνουν (ή να παραμένουν περιορισμένες σε) διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Ένα πράγμα που διαχωρίζει σαφώς την Αιγυπτιακή εξέγερση από τις ταραχές του Ηνωμένου Βασιλείου ας πούμε, είναι ότι ως αποτέλεσμα κατά μεγάλο βαθμό της εδαφικοποίησης – στρατοπέδευσης στην πλατεία Tahrir, υπήρχαν πολυάριθμοι τρόποι να συμμετέχεις στον ξεσηκωμό που δεν εμπεριείχαν την άμεση μάχη με την αστυνομία και τα τσιράκια της. Αυτό δε συνεισέφερε μόνο στην επέκταση της εξέγερσης αλλά και στηn ανθεκτικότητα & διάρκεια της. Παρόλα αυτά, δε φτάνει μια εξέγερση να συντίθεται κι από άλλο κόσμο πέρα από νεαρούς προλετάριους άνδρες αν οι σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων εξακολουθούν να ακολουθούν τον καθιερωμένο καταμερισμό της εργασίας στην καπιταλιστική κοινωνία – με τους άνδρες να συγκρούονται με την αστυνομία και τις γυναίκες να αναλαμβάνουν τις δουλειές φροντίδας, για παράδειγμα, ή τους προλετάριους να συγκρούονται και τη μεσαία τάξη να παρακολουθεί τις συνελεύσεις και να παίρνει τις σημαντικές αποφάσεις. Πρέπει να εξετάζουμε όχι μόνο το πώς μια εξέγερση εξαπλώνεται ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες αλλά και το πώς καταργεί (ή διαιωνίζει) τη βία τέτοιων κατηγοριών.

Επιπλέον, ο ίδιος ο διαχωρισμός που κάνει ο Badiou – ανάμεσα σε άμεσες ταραχές που δυναμώνουν και πεθαίνουν σα μια κραυγή, και ιστορικές ταραχές που ριζώνουν στο έδαφος του χρόνου – δεν περιλαμβάνει συνταρακτικά γεγονότα που κάθε σοβαρή μελέτη των ταραχών θα έπρεπε να λογαριάζει. Έτσι, για παράδειγμα, η διακεκομμένη σειρά ταραχών που συγκλόνισαν τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα δεν αναφέρεται καν. Είναι μια σκανδαλώδης παράλειψη. Αυτές οι ταραχές είναι ομολογουμένως δύσκολο να σχηματοποιηθούν. Είναι, σύμφωνα με την ταξινόμηση του Badiou, απλά μια ασύνδετη ακολουθία άμεσων ταραχών; Ίσως κάθε περιστατικό είναι στην κατηγορία του «άμεσου»: τα επεισόδια σπάνια διαρκούν τόσο όσο, για παράδειγμα, οι ταραχές στο Los Angeles που ακολούθησαν την ετυμηγορία της υπόθεσης του Rodney King το 1992 (οι οποίες επίσης δεν αναφέρονται). Βέβαια, στην ελληνική περίπτωση, το γενεσιουργό γεγονός ήταν, όπως είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των άμεσων ταραχών του Badiou, η δολοφονία ενός νεαρού άνδρα από την αστυνομία. Αλλά είναι αδύνατο να μιλήσουμε για «τις ταραχές των Εξαρχείων του 2008» με άλλον τρόπο πέρα από αυτόν με τον οποίο κάποιος μιλά για το πρώτο βιβλίο της ιστορίας του πελοποννησιακού πολέμου του Θουκυδίδη: ήταν αναμφισβήτητα μια αρχή, και ως εκ τούτου κομμάτι μιας ευρύτερης ενότητας. Η ελληνική εξέγερση συνεχίζει να εκτυλίσσεται, ανομοιόμορφα αλλά διαρκώς ενώ οι μήνες γίνονται χρόνια, πότε στρεφόμενη ενάντια στους μπάτσους, πότε ενάντια στις τράπεζες, τα σούπερ μαρκετ, τη βουλή. Οι πρωταγωνιστές της, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι συχνά νέοι άνδρες αναρχικοί και/ ή φοιτητές. Την ίδια στιγμή, ξεπέρασε αυτήν ακριβώς τη δημογραφική σύνθεση, γεμίζοντας την πλατεία Συντάγματος με μεγάλα κομμάτια του σώματος των πολιτών, που συχνά γεύονταν για πρώτη φορά δακρυγόνο.

Αυτή δεν είναι η μοναδική παράλειψη του Badiou, αλλά λέει πολλά. Όπως ακριβώς το θέμα της διάρκειάς της διαφεύγει από την ταξινόμηση του Badiou, έτσι και η ελληνική εξέγερση δε φαίνεται να αποκαλύπτει αν κατέχει ή όχι την Ιδέα. Τι είναι αυτό που έχει τροφοδοτήσει την οδοντωτή επιμονή της, τη μισο-εκφρασμένη ικανότητά της για γενίκευση η οποία, παρ’ όλες τις παλιρροιακές της μεταβολές της και την ελλιπή της φύση, δεν είναι ένα ασήμαντο γεγονός; Αν η κατάσταση έχει μια σταθερά, αυτή δε βρίσκεται στο βασίλειο του αφηρημένου: σίγουρα είναι η βία των πολιτικών λιτότητας, που διαπερνά τις κοινωνικές κατηγορίες. Ή για να στραφούμε πίσω στα θεωρητικά μας μητρώα, φαίνεται ότι όλες οι ταραχές που συμβαίνουν στην ιστορία, υπόκεινται σε υλικές δυνάμεις. Αντί να επιμένουμε να ρωτάμε σαν τη μάγισσα Γκλίντα4 «είσαι καλή εξέγερση ή κακή εξέγερση;» θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία για να κατανοήσουμε τους τρόπους με τους οποίους η ελληνική περίπτωση είναι καταφανώς διαφορετική από αυτή της Αιγύπτου ή του Ηνωμένου Βασιλείου – και συγκεκριμένα το πώς βρίσκουν τους εαυτούς τους μέσα στη διάρθρωση της παγκόσμιας κρίσης, αναμιγμένη η κάθε μία με τις αποκλίνουσες πορείες της τοπικής πολιτικής διαχείρισης.

3.

Τούτου λεχθέντος, οφείλουμε να καταπιαστούμε με αυτά που ο Badiou έχει γράψει, όχι με ό,τι δεν έχει. Σωτήρια στην αφήγησή του είναι η ευθεία αποκήρυξη του πολιτικού κόμματος και της σύνδεσής του με το κράτος, που είναι πλέον οριστικά παρωχημένο ως μηχανισμός για ένα επαναστατικό πρόγραμμα: «Η μορφή-κόμμα είχε τη μέρα της, που εξαντλήθηκε σε ένα σύντομο αιώνα από τα κρατικά της είδωλα». Αυτή ήταν η (μη-)κομματική γραμμή του φιλοσόφου για κάποιο διάστημα, και ασφαλώς σκοπεύει να αφήνει ένα παράθυρο για να αρπαχτεί από οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι προσωρινά καινούριο όσον αφορά την πολιτική αστάθεια του παρόντος. Αλλά είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που ο Badiou και το βιβλίο αποτυγχάνουν. Γιατί, όντας ακόμα σκλάβος της Ιδέας που δείχνει το δρόμο, συνεχίζει να θεωρεί δεδομένη και να απαιτεί από εμάς την ίδια τη δραστηριότητα που είναι πιο στενά ταυτισμένη με τη μορφή – κόμμα: την οργάνωση. «Εν πάση περιπτώσει, εξακολουθεί να ισχύει,» γράφει, «ότι συγκεκριμενοποιώντας & μορφοποιώντας τα στοιχεία που συνθέτουν το γεγονός, η οργάνωση καταφέρνει να διατηρηθεί η εξουσία της… Η οργάνωση μετατρέπεται στον πολιτικό νόμο της δικτατορίας του αληθινού από τον οποίο η πραγματικότητα της ιστορικής εξέγερσης άντλησε το καθολικό της κύρος.

Έτσι: για τον Badiou, η Ιδέα έχει υπό μία έννοια αντικαταστήσει το κόμμα. Ή υπάρχει ένα τρίγωνο ταραχών/ κόμματος/ Ιδέας, και τώρα θα πρέπει η Ιδέα αντί για το κόμμα να καθοδηγεί τις ταραχές από άμεσες σε ιστορικές, στον κομμουνισμό. Ωστόσο, όντας η ίδια μη υλική, η Ιδέα θα απαιτεί κάποιου είδους πρακτική για να πραγματοποιηθεί στο εδώ και στο τώρα – και αυτή η πρακτική δράση μοιάζει πολύ με αυτό που έκανε κάποτε το κόμμα. «Υποστηρίζω ότι ο χρόνος της οργάνωσης,» γράφει σε μια ανακεφαλαίωση, «το χρονικό διάστημα της κατασκευής μιας εμπειρικής διάρκειας της Ιδέας στη μετά τις ταραχές περίοδο, είναι κρίσιμο.» Ιδού η Δικτατορία της Ιδέας.

Αυτή η προτροπή για οργάνωση ακούστηκε πολλές φορές κατά τη διάλυση των διαφόρων Occupy εδώ στις ΗΠΑ, από μια τόσο ευρεία γκάμα αριστερών στοχαστών που περιλαμβάνει από τον Noam Chomsky, τον Doug Henwood, ως και τη Jodi Dean. Και το «να οργανωθούμε», από μια άποψη, είναι αυτό που πρέπει να κάνουμε, στο μέτρο που ως έκφραση απηχεί την κοινή λογική και χωράει άπειρες ερμηνείες μέσα στην ασάφειά της. Κινδυνεύει να γίνει αυτό που ο Fredric Jameson αποκαλεί «ψευδής έννοια»: η αναγκαιότητα «να οργανωθούμε» καταλήγει στο να κάνεις αυτό που σε κάνει περισσότερο αντί για λιγότερο αποτελεσματικό. Αλλά ελλείψει οποιασδήποτε περαιτέρω στρατηγικής διαύγειας, καταλήγει να επιστρέφει σε αυτό που σήμαινε την τελευταία φορά που ήταν εδώ γύρω ως έννοια, με μια μυρωδιά θλιβερών ακτιβιστών που προσπαθούν να σου πουλήσουν Ριζοσπάστη5. Ενώπιον αυτής της τεράστιας και ασταθούς έκρηξης που το βιβλίο του Badiou επιθυμεί να καταγράψει, το κάλεσμα για «οργάνωση» λειτουργεί προς το παρόν όπως το ρεφραίν σε ένα παράδοξο τραγούδι: αυτή η νέα πολιτική είναι φανταστική, αλλά μοιάζει να έχει αγγίξει τα όριά της, χρειαζόμαστε… την παλιά πολιτική!

Τοιουτοτρόπως ο κομμουνισμός του Badiou οδηγεί τον εαυτό του αυτοστιγμεί στο χαντάκι που χωρίζει το νέο από το παλιό: «σε μια απόσταση από το κράτος», αλλά ακόμα ουσιαστικά προσανατολισμένος προς απαρχαιωμένες ιδέες σχετικά με το μαρασμό του κράτους. Αν και πλέον οργάνωση δε σημαίνει ένα κόμμα ικανό να καταλάβει την κρατική εξουσία και να στρέψει τη στρατιωτική και γραφειοκρατική του δύναμη προς συγκεκριμένους προγραμματικούς σκοπούς, σημαίνει όμως ότι «αποφασίζεις τι πρέπει να κάνει το κράτος και βρίσκεις τα μέσα να το εξαναγκάσεις να το κάνει, κρατώντας πάντα την απόστασή σου από το κράτος…» Παρά ταύτα, αυτός ο προσανατολισμός προς το κράτος – άσχετα από το ότι στηρίζεται στην τηλεκίνηση αντί στην άμεση επαφή – αναπαράγει τη βασική αδυναμία των ταραχών και των εξεγέρσεων του παρόντος, ακριβώς αυτό που προσπαθεί να ξεπεράσει. Είτε διαθέτουν είτε όχι συγκεκριμένες απαιτήσεις, αυτές οι ταραχές ακούγονται πάντα από το κράτος και τις υπάρχουσες εξουσίες ως πρακτικές εκκλήσεις για μεταρρυθμίσεις: «Να φύγει ο Mubarak!» και «Όχι άλλα μέτρα λιτότητας!». Κάπως έτσι ακούγονται παραφρασμένες οι εξεγέρσεις στην Αίγυπτο και την Ελλάδα. Αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με τις πραγματικές ιδέες των συμμετεχόντων, που μπορεί να έχουν αντικαπιταλιστικές και αντικρατικές φιλοδοξίες, όσο έχει να κάνει με τις συγκεκριμένες τους επιλογές στρατηγικής και τακτικής: για παράδειγμα το ότι συγκεντρώνονταν αμυντικά στην πλατεία, ή το ότι επιτίθονταν στο κτίριο της βουλής τη βραδιά της ψήφισης νέων μέτρων λιτότητας. Ακόμα και η δήθεν «άνευ νοήματος» βία των ταραχών του Λονδίνου ακούγεται ως έκκληση για μεταρρυθμίσεις, για τη βελτίωση της φτώχειας, του κοινωνικού αποκλεισμού, και των ρατσιστικών οχλήσεων της αστυνομίας.

Είναι ασαφές λοιπόν, ποια είναι η λύση που μπορεί να παρέχει το κάλεσμα του Badiou για «οργάνωση» στα όρια των ιστορικών ταραχών, που ο ίδιος πολύ σωστά επισημαίνει «δεν παρέχουν από μόνες τους καμία εναλλακτική στην εξουσία που αποσκοπούν να ανατρέψουν». Με την παρέκκλιση της αμφίβολης γενικά περίπτωσης του «σοσιαλισμού της Λατινικής Αμερικής» και της συνθηματοποίησης του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης, καμία τέτοια εναλλακτική δεν έχει αναδυθεί στον 21ο αιώνα. Μπορούμε να αναρωτηθούμε, αντ’ αυτού αν η ίδια η έννοια της εναλλακτικής ανήκει στις πλέον ξεπερασμένες πολιτικές του κόμματος, του κράτους και του προγράμματος.

4.

Ίσως, τότε η ίδια η αμεσότητα των άμεσων ταραχών να έχει να μας διδάξει πιο πολλά από ό,τι φαίνεται. Ο Badiou προσεγγίζει για μια στιγμή την αλήθεια της αμεσότητας όταν αναφέρεται στη «συναρπαστική αίσθηση μιας απότομης μεταβολής στη σχέση μεταξύ του πιθανού και του απίθανου», η οποία θα μοιάζει οικεία σε κάθε θιασώτη της εξέγερσης. Αλλά, όπως θα μπορούσε κανείς πλέον να περιμένει, υποχωρεί άμεσα πίσω στην πολιτική αφαίρεση ρεμβάζοντας σχετικά με την «από-κρατικοποίηση του θέματος του τι είναι δυνατόν». Εδώ υπερπηδά την πραγματική εμπειρία των ταραχών, και κάνοντάς το, χάνει κι αυτό που θα μπορούσε να μάθει από αυτές: Το πρώτο είναι η συνειδητοποίηση ότι υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένα και η αστυνομία δεν αρκεί για να σας ελέγξει, και στη συνέχεια το άμεσο άλμα να υποψιαστείς ότι επίσης μπορεί και να είσαι ελεύθερος από την πειθαρχία της αγοράς, του μισθού και του εμπορεύματος, και του κόσμου που οργανώνεται από αυτές τις αλλότριες δυνάμεις. Αντί για μια μορφή ακραίου καταναλωτισμού υψηλού κινδύνου, η λεηλασία των καταστημάτων κατά τη διάρκεια των ταραχών είναι ίσως ένα από τα καθαρότερα παραδείγματα κομμουνιστικής πρακτικής που έχουμε την παρούσα στιγμή. Και χωρίς την πρακτική η κομμουνιστική Ιδέα δε μπορεί να σημαίνει τίποτα. Πράγματι, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι σε αυτό το σημείο που βρισκόμαστε, ο κομμουνισμός μπορεί να σημαίνει μόνο την ανάπτυξη πρακτικών που αφαιρούν τα πράγματα που χρειαζόμαστε και θέλουμε, τα πράγματα που φτιάχνουμε, από τον κλοιό της ιδιοκτησίας – ένας κλοιός για την υπεράσπιση του οποίου εκατομμύρια άνθρωποι καθημερινά καταδικάζονται σε λιμοκτονία, ασθένειες, φυλάκιση και χιλιάδες ακόμα μορφές βασάνων επιπλέον.

Αν και θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, ας θυμηθούμε ότι o καταναλωτισμός εξαρτάται από το να πληρώνεις για πράγματα, με χρήματα που κερδήθηκαν με την εργασία. Το να κάνεις πλιάτσικο ένα ζευγάρι παπούτσια βασίζεται στο μίσος για τη μορφή-εμπόρευμα και τη σχέση της με την κοινωνική τάξη, κι όχι από μια σαγήνευση από το εμπόρευμα. Αυτός είναι ο λόγος που κατά τη διάρκεια των ταραχών, τα εμπορεύματα καταστρέφονται αναίτια και παιγνιδιάρικα τόσο συχνά όσο τα βουτάνε για κατανάλωση. Όπως έγραψε ο Guy Debord για την άμεση εξέγερση του Watts το 1965:

τη στιγμή που η περιβόητη αφθονία λαμβάνεται στην ονομαστική της αξία και άμεσα καταλαμβάνεται… αληθινές επιθυμίες αρχίζουν να εκφράζονται μέσα στη γιορτή, στην παιχνιδιάρικη αυτοεπιβεβαίωση, στο potlatch6 της καταστροφής. Ο άνθρωπος, που καταστρέφει εμπορεύματα, φανερώνει την ανωτερότητα του ανθρώπου πάνω στα εμπορεύματα…Από τη στιγμή που δεν αγοράζεται πλέον, το εμπόρευμα είναι ανοιχτό στην κριτική και τη μετατροπή.7

Αυτή είναι η «ανθεκτική αλήθεια» που επιβιώνει και πέρα από τις άμεσες ταραχές.

Αντί να ηθικολογούμε αντικρίζοντας περιστατικά αντικοινωνικής βίας που, αν και θλιβερά, προκύπτουν εξίσου σε καιρούς ταραχών όσο και σε καιρούς κοινωνικής ειρήνης, θα μπορούσαμε να εξετάσουμε τις άμεσες ταραχές από μια στρατηγική σκοπιά: Πώς θα μπορούσαν τέτοιες πράξεις απαλλοτριώσεων και το να παίρνεις πράγματα χωρίς αντίτιμο να αναπτυχθούν και να ενταθούν, και ποιες άλλες πρακτικές θα μπορούσαν να τις συνοδεύσουν και να βοηθήσουν στην επέκτασή των απαλλοτριώσεων; Πώς γίνεται όλο και περισσότερα άτομα να αναμιγνύονται στο ξεδίπλωμα της εξέγερσης, και τι μέτρα θα ήταν απαραίτητα για να την υπερασπιστούμε απέναντι στην επακόλουθη βία του κράτους; Η οργάνωση, υπό αυτήν την έννοια, σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που έχει στο νου του ο Badiou. Αντί για ένας μηχανισμός αναπαραγωγής της Ιδέας, γίνεται ένα μέσο για την ανάπτυξη, τη διάχυση και το συντονισμό των πρακτικών που περιέχουν μέσα τους τις ιδέες, και από τις οποίες θα ανθίσουν άλλες, άγνωστες ως σήμερα ιδέες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Badiou δεν έχει τίποτα να πει για τη δημιουργία κουζινών και ιατρείων, αυτοσχέδιων σταθμών φόρτισης κινητών τηλεφώνων και εκθέσεων τέχνης σε μέρη όπως η πλατεία Tahrir. Αυτά είναι όντως τα είδη της οργάνωσης – μορφές αλληλοβοήθειας και προσφοράς χωρίς αντίτιμο – που μπορεί να βοηθήσουν να επεκταθεί το «να παίρνεις πράγματα χωρίς αντίτιμο» στις ταραχές, και να διευκολύνει το πέρασμα από τις ταραχές στην ανοιχτή εξέγερση, στην επανάσταση. Αυτό με τη σειρά του θα μπορούσε να μας κάνει να ξανασκεφτούμε την ουσία του κινήματος Occupy τώρα που έχει φτάσει στην πρώτη του επέτειο: δεν είναι η εισαγωγή νέων όρων στον εθνικό διάλογο, ούτε το κάλεσμα για έναν λιγότερο δηλητηριασμένο πολιτικό μηχανισμό, ούτε καν η καταγραφή των διαστάσεων της τρέχουσας καταστροφής, αλλά τα ανιχνευτικά και μερικά και παρόλα αυτά ισχυρά πειράματα αυτοοργανωμένης μέριμνας, άμυνας και πρόνοιας.

Αυτό που διαπραγματεύεται η προηγούμενη κριτική δεν είναι μόνο οι ιδέες πάνω στο πώς προκύπτει η κοινωνική αλλαγή, αλλά και οι ιδέες σχετικά με τον ρόλο των ιδεών, καθώς και οι διάφοροι διανοούμενοι που θα μπορούσαν να τις ποιμάνουν μέσα στους αγώνες που αναδύονται. Αναποδογυρίζοντας τη δήλωση του Μαρξ ότι «η ανθρωπότητα δεν θέτει στον εαυτό της παρά μόνο προβλήματα που είναι ικανή να επιλύσει», ο Badiou γράφει ότι «η Ιστορία δεν περιέχει μέσα της λύση στα προβλήματα που θέτει στην ημερήσια διάταξη». Η λύση που φαντάζεται αναδύεται πέρα από την ιστορία, από τη λογική επεξεργασία της Ιδέας και τους πιστούς υποστηρικτές της, που μεταφράζουν την αλήθεια των αγώνων του σήμερα σε οργανωτικές δομές και αρχές που νικούν. Αν και βρίσκουμε καλούς λόγους να αποφεύγουμε την αισιοδοξία του Μαρξ, ωστόσο, δεν μπορούμε να δούμε κανένα άλλο μέρος από το οποίο μπορεί να προκύψουν λύσεις αν όχι από τις πρακτικές των ταραχών, των εξεγέρσεων και των αγώνων του σήμερα. Αντί να βλέπουμε τη θεωρία ως ένα μάθημα το οποίο πρέπει να διδαχθεί στους συμμετέχοντες των εξεγέρσεων του σήμερα, μπορούμε να τη δούμε ως κάτι που ενυπάρχει μέσα σε αυτά που κάνουν. Θα μπορούσαμε να αφουγκραστούμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Η απάντηση στο γρίφο της Σφίγγας είναι πάντα μια άλλη ερώτηση.

Σημειώσεις/ σχόλια της μετάφρασης:

  1. Aντιγράφοντας από το οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του: ο Αλαίν Μπαντιού πρότεινε να ονομάσουμε «κομμουνιστική υπόθεση» αυτό που εμψύχωνε -από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά- τις επαναστατικές πολιτικές ή πολιτικές χειραφέτησης. Η ετυμηγορία που επιχειρεί να επιβάλει η επίσημη ιστορία είναι ότι όλες οι προσπάθειες για την πραγμάτωση αυτής της υπόθεσης κατέληξαν σε τραγικές αποτυχίες, ενώ η ίδια η υπόθεση ακυρώθηκε από την Ιστορία. Το ανά χείρας βιβλίο θέλει να εξετάσει άμεσα την περίφημη ιστορική απόδειξη αυτής της «αποτυχίας» διαμέσου τριών θεμελιακών παραδειγμάτων: της Παρισινής Κομμούνας, της Πολιτιστικής Επανάστασης και του Μάη του ’68. Διατυπώνει τη θέση ότι, όπως συμβαίνει εξίσου σε θέματα πολιτικής και επιστήμης, η τοπική αποτυχία μιας προσπάθειας δεν μας δίνει το δικαίωμα να αποφύγουμε το πρόβλημα του οποίου αυτή η αποτυχία πρότεινε μια λύση· ότι σήμερα πρέπει να φανταστούμε νέες λύσεις για τα προβλήματα στα οποία προσέκρουσε αυτός ο πειραματισμός. Αυτό ακριβώς κάνει το τελευταίο κείμενο του ανά χείρας τόμου, το οποίο εκφωνήθηκε στο Λονδίνο, τον Μάρτιο του 2009, σε ένα σημαντικό συνέδριο που είχε ακριβώς τον τίτλο «Η ιδέα του κομμουνισμού». Και μεταφράζοντας από το αγγλικό αντίστοιχο: Ξέρουμε ότι ο κομμουνισμός είναι η σωστή υπόθεση. Όσοι εγκαταλείπουν αυτήν την υπόθεση αυτομάτως εγγράφουν εαυτούς στην οικονομία της αγοράς, την κοινοβουλευτική δημοκρατία – τη μορφή του κράτους που ταιριάζει στον καπιταλισμό – και τον αναπόφευκτο και «φυσικό» χαρακτήρα των πιο τερατωδών ανισοτήτων.
  2. Kατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για μια αναφορά στον ουροβόρο όφη: αρχαίο σύμβολο της αιωνιότητας και της συνέχειας του κυκλικού χρόνου.
  1. Tα councilhouses είναι σύστημα ενοικίασης (φτηνής) οικίας στην Αγγλία. Για μια γενική εικόνα του πώς λειτουργεί το σύστημα (λίστα αναμονής – πλειοδοσία κτλ) αξίζει να επισκεφτείτε το https://www.gov.uk/council-housing
  1. Glinda: Η κατά την επίσημη ανάγνωση του «Μάγου του Οζ» καλή μάγισσα του Νότου. Για όσους δεν αρέσκονται σε επίσημες αναγνώσεις και απεχθάνονται την εξίσωση όμορφος = καλός & άσχημος = κακός, για όσους φαίνεται περίεργο να κλέβεις – τηλεμεταφέρεις τα παπούτσια μιας νεκρής στα πόδια μιας άσχετης χωρίς καν την άδεια της δεύτερης, πράγμα που οδηγεί σε ένα κυνηγητό από την αδερφή της νεκρής, και τέλος πάντων θέλουν να δουν όλους τους λόγους για του οποίους η Glindaείναι ο πιο αχρείος, φαύλος και κακοήθης χαρακτήρας που έχει γραφτεί ποτέ, μπορεί να ανατρέξει στο http://www.cracked.com/article_18881_5-reasons-greatest-movie-villain-ever-good-witch_p2.html
  1. socialistworker στο πρωτότυπο
  2. potlatch: Το πότλατς –ή όπως το ονομάζει ο Μαρσέλ Μώς «ολική παροχή αγωνιστικού τύπου»-είναι ένα έθιμο ανταγωνιστικών πλουσιοπάροχων προσφορών και σπατάλης, ομαδικής κατανάλωσης ή και καταστροφής αγαθών που προασπίζει γόητρο και δύναμη στους δωρητές. Στο πότλατς ο ανταγωνισμός φτάνει μέχρι την επιδεικτική καταστροφή του συσσωρευμένου πλούτου για να επισκιαστεί ο αντίπαλος αρχηγός και εντέλει δε πρόκειται για μια απλή τελετουργία προσφορών και δωρεών από ένα κλάν ή μια φυλή αλλά από υπερβολικές, επιδεικτικές και ανταγωνιστικές παροχές προς τα μέλη των παραληπτών. πηγή: Κατερίνα Βαλασίδη anthropologia.gr

Στις κοινωνίες του δώρου, οι έννοιες της υποχρέωσης και της ευγνωμοσύνης είναι αδιαχώριστες. Στα πότλατς της Μελανησίας και του Βορειοδυτικού Ειρηνικού, η προσφορά δώρων μπορεί να αποτελεί πράξη επίδειξης κοινωνικής δύναμης, ίσως και εχθρικότητας. Αλλά ακόμα και πέρα από αυτή την ακραία περίπτωση, σε γενικές γραμμές είναι γεγονός ότι, όπως λέει και η ανθρωπολόγος Mary Douglas, “σε ολόκληρη τη γη από την απαρχή της ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού, η μεγαλύτερη διακίνηση προϊόντων γινόταν στα πλαίσια της υποχρεωτικής ανταπόδοσης των δώρων”  πηγή http://sacred-economics.com

Το δώρο σε τελική ανάλυση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η παύση της λειτουργίας της αξίας και η κατάργηση της τιμής για κάποιο χρονικό διάστημα ή σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο/τόπο. Ο κομμουνισμός ικανοποιεί ανάγκες, οποιουδήποτε είδους με έναν τρόπο που δεν είναι ούτε δωρεάν ούτε επί πληρωμή. […]το   πρόβλημα με την έννοια του δώρου είναι ότι μας οδηγεί στη σφαίρα της διανομής. Ότι διατηρεί το διαχωρισμό ανάμεσα στην ανάγκη και τα μέσα ικανοποίησης της. Εκτός από το ότι δε χρειάζεται πληρωμή. Bruno Astarian, (2011) Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση μετάφραση πρακτορείο Rioters & Blaumachen

  1. Και για να συνεχίσουμε το απόσπασμα: Η κοινωνία της αφθονίας βρίσκει τη φυσική απάντηση της στη λεηλασία. Η αφθονία της δεν είναι με κανένα τρόπο φυσική κι ανθρώπινη αφθονία, είναι αφθονία εμπορευμάτων. Και η λεηλασία, γκρεμίζοντας προς στιγμήν το εμπόρευμα ως εμπόρευμα, φανερώνει το ultima ratio (ύστατο επιχείρημα) του εμπορεύματος: τη δύναμη, την αστυνομία και τα’ άλλα ειδικευμένα αποσπάσματα που μέσα στο Κράτος κατέχουν το μονοπώλιο της ένοπλης βίας. Τι είναι ο αστυνομικός; Είναι ο ενεργός υπηρέτης του εμπορεύματος, ο άνθρωπος που έχει ολοκληρωτικά υποταχθεί στο εμπόρευμα και χάρη στη δράση του το τάδε προϊόν της ανθρώπινης εργασίας παραμένει εμπόρευμα. Η μαγική θέληση του εμπορεύματος είναι να πληρώνεται και όχι απλοϊκά ένα ψυγείο ή ένα τουφέκι, δηλαδή ένα τυφλό, παθητικό κι αναίσθητο πράγμα που υποτάσσεται σ’ οποιονδήποτε το χρησιμοποιεί. Απορρίπτοντας την ταπείνωση της εξάρτησης του ανθρώπου από τον αστυνομικό, οι Μαύροι απορρίπτουν την ταπείνωση της εξάρτησης του ανθρώπου από τα εμπορεύματα. πηγή: internationale situationniste (1999) Το ξεπέρασμα της τέχνης – ανθολογία κειμένων της καταστασιακής διεθνούς, Αθήνα: ύψιλον/βιβλία