Συνελεύσεις γειτονιάς: όρια και αντιφάσεις

afisa ekdilosi syneleuseis

Ζητήσαμε και πήραμε την ακόλουθη εισήγηση από συζήτηση που έγινε εχθές 8/6 στον Αυτοδιαχειριζόμενο κοινωνικό χώρο της Αγίας Παρασκευής:

Από την πλευρά μου, θα ήθελα μόνο να εντοπίσω ορισμένα σημεία σε σχέση με τις προηγούμενες εισηγήσεις που πιστεύω ότι αξίζουν της προσοχής μας και θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφορμές για συζήτηση ακόμα και μετά το τέλος της σημερινής εκδήλωσης.

Το πρώτο σημείο είναι η ιστορική ιδιαιτερότητα των τοπικών συνελεύσεων γειτονιάς, όπως αυτές προέκυψαν μετά το κίνημα των πλατειών, από το καλοκαίρι του 2011 και μετά. Ενώ υπάρχουν παραδείγματα τοπικών κινητοποιήσεων σε αστικό περιβάλλον από τη μεταπολίτευση και μετά (θα μπορούσαμε εδώ να θυμηθούμε π.χ. τις αντιδράσεις των κατοίκων του κοντινού Αμαρουσίου στην εγκατάσταση της “χαβούζας” το 1980), αυτές πάντοτε λάμβαναν χώρα με κάποια συγκεκριμένη αφορμή που αφορούσε συνήθως την ποιότητα ζωής στη συνοικία και στο προάστιο: περιβαλλοντική ρύπανση ή/και υποβάθμιση, αξιοποίηση ελεύθερων χώρων από τους κατοίκους κ.α. Η ίδια επισήμανση ισχύει σε γενικές γραμμές και για τις τοπικές κινητοποιήσεις σε μη αστικό περιβάλλον: Ακόμα και λίγο πριν τη μεταπολίτευση, υπάρχουν παραδείγματα σκληρών συγκρούσεων με τα σώματα ασφαλείας εξαιτίας ενός αναπτυξιακού πρότζεκτ μεγαλύτερης κλίμακας που επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή ας θυμηθούμε το παράδειγμα της κινητοποίησης στην Πάχη Μεγάρων ήδη από τον Νοέμβριο του 1973, η οποία θεωρείται και η πρώτη κινητοποίηση με περιβαλλοντικό χαρακτήρα στην Ελλάδα. Στην περίπτωση των τοπικών συνελεύσεων που προέκυψαν από την πλατεία Συντάγματος, έχουμε συνελεύσεις γειτονιάς που βάζουν σαν στόχο την κατάργηση των μνημονιακών μέτρων και απαιτούν από το κράτος να τα αποσύρει. Είναι προφανές πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε ένα άλλο επίπεδο διεκδίκησης πιο γενικό και γι’ αυτό πιο άμεσα πολιτικό από ό,τι τα συγκεκριμένα αιτήματα γύρω από την ποιότητα ζωής.

Είναι γνωστό ότι το πρώτο αίτημα που μπήκε μπροστά από τις συνελεύσεις γειτονιάς, και το μαζικότερο από πλευράς ανταπόκρισης κόσμου, ήταν η απόσυρση του χαρατσιού. Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, θα μπορούσε κάποιος να διαφωνήσει με το επιχείρημα της αλλαγής του επιπέδου διεκδίκησης και να ισχυριστεί ότι όπως και στην περίπτωση των κινητοποιήσεων ενάντια στην υποβάθμιση της ποιότητας ζωής που αναφέρθηκαν προηγουμένως, έτσι και στην περίπτωση του χαρατσιούπαραμένουμε διαρκώς στον αστερισμό της γαιοπροσόδου· με άλλα λόγια ότι η προοπτική μείωσης της αξίας της ακίνητης περιουσίας, παραμένει στο επίκεντρο των συμφερόντων όσων κινητοποιούνται και ως εκ τούτου υπάρχει μια αντικειμενική συνέχεια μεταξύ των κινημάτων του παρελθόντος και του παρόντος. Μια τέτοια τοποθέτηση έχει μεν βάση, με την έννοια ότι αναδεικνύει τη ζωτική σημασία αν όχι την ιερότητα που έχει για την ελληνική οικογένεια η κατοχή ακίνητης περιουσίας, χάνει όμως κατά τη γνώμη μου τη διαφοροποίηση της δομής διεκδίκησης. Στην περίπτωση του χαρατσιού, η αντιπαράθεση γίνεται απευθείας με το κράτος και όχι μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης· δηλαδή του συμπλέγματος τοπικών συμφερόντων που συνιστούν η δημοτική αρχή και οι εργολάβοι. Σε συνδυασμό με την καθολικότητα της εφαρμογής του μέτρου σε όλη την ελληνική επικράτεια μπορούμε, πιστεύω, να μιλήσουμε για τον άμεσα πολιτικό χαρακτήρα του αιτήματος και κατά συ-νέπεια για την άμεση πολιτικοποίηση των τοπικών συνελεύσεων.

Πώς όμως προέκυψε αυτή η μετατόπιση στο επίπεδο διεκδίκησης και, κατά συνέπεια, στη μορφή και στο περιεχόμενο της λεγόμενης τοπικής δράσης; Εδώ αγγίζουμε, κατά τη γνώμη μου, το δεύτερο ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης των τοπικών συνελεύσεων γειτονιάς, μιας και πιστεύω ότι η εμφάνιση μιας πράγματι νέας μορφής οργάνωσης η λίγο πολύ μόνιμη συνεύρεση κατοίκων μιας ευρύτερης περιοχής με τη μορφή της συνέλευσης δεν αρκεί για να εξηγήσει το πώς έφτασε μια τοπική συνέλευση να φτάσει να διεκδικεί απευθείας από το κράτος προσπερνώντας τις υπάρχουσες διαμεσολαβήσεις. Για να φτάσει μια συνέλευση κατοίκων π.χ. να συνομιλεί (ή και να απειλεί) απευθείας τη διευθύντρια περιφερειακής διεύθυνσης της ΔΕΗ για τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος σημαίνει ότι κανένα κόμμα, κανένα συνδικάτο κοντολογής: κανένας από τους υπάρχοντες μηχανισμούς του κράτους δεν μπόρεσε εξαρχής να μπει ενδιάμεσα και να διαμεσολαβήσει.

Αυτή η αποδυνάμωση των παραδοσιακών διαμεσολαβήσεων δεν υπήρχε πάντα. Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό ότι κάποιες χρήσιμες παρατηρήσεις πάνω στις συνθήκες ανάπτυξης των κινημάτων πόλης στην Αθήνα, οι οποίες δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές μέχρι πρόσφατα. Με τα λόγια του Καβουλάκου:

Οι συνθήκες που επικράτησαν ευρύτερα στην ελληνική κοινωνία και συγκεκριμένα στην πόλη της Αθήνας κατέστησαν δυσχερή την ανάπτυξη κινημάτων της πόλης. Η υπερτροφία του πολιτικού, η κυριαρχία των κομμάτων στην πολιτική ζωή και τη δημόσια σφαίρα, το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας των πολιτών και η ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων και δικτύων συνιστούσαν και σε κάποιο βαθμό εξακολουθούν να συνιστούν ένα αρνητικό πλαίσιο για την ανάπτυξη κινημάτων. Παράλληλα, η μορφή της ανάπτυξης της Αθήνας ευνόησε τις ατομικές οικογενειακές στρατηγικές και περιόρισε τις δυνατότητες ανάπτυξης συλλογικής συνείδησης και δράσης. Οι αγώνες στην πόλη που κατά καιρούς αναπτύχθηκαν δεν απέκτησαν κεντρικό χαρακτήρα και δεν βρήκαν σημαντική υποστήριξη από τους κυρίαρχους πολιτικούς φορείς της χώρας. Σε κάποιες περιπτώσεις «δικαιώθηκαν» μέσα από αποσπασματικές ρυθμίσεις ή ανεκτικές πολιτικές του κράτους με αποτέλεσμα την ενίσχυση του πατερναλιστικού ρόλου του κράτους και της εξάρτησης των πολιτών από πελατειακά δίκτυα. (Κάρολος Ιωσήφ Καβουλάκος- Προστασία και διεκδίκηση δημοσίων χώρων: Ένα κίνημα της πόλης στην Αθήνα του 21ου αιώνα) 

Αν ισχύουν όσα ισχυρίζεται ο Καβουλάκος, τότε η εμφάνιση και ανάπτυξη των τοπικών συνελεύσεων γειτονιάς δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξηγηθεί ως συνέχεια της προηγούμενης φάσης των κινημάτων πόλης, για τον απλό λόγο ότι η ατροφία των κινημάτων πόλης του παρελθόντος δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει αιτία της ενισχυμένης παρουσίας στα τελευταία χρόνια. Η ασυνέχεια στα κινήματα πόλης εμφανίζεται αρχικά μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη και στη συνέχεια μετά το κίνημα των αγανακτισμένων στην πλατεία Συντάγματος. Εμφανίζεται, με άλλα λόγια, εντός ενός συγκρουσιακού περιβάλλοντος κρίσης.

Η αλλαγή στη δομή διεκδίκησης, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, είναι προϊόν της κρίσης και της παραγόμενης ασυνέχειας εντός αυτής και μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο αν αντιληφθούμε ορισμένες από τις βασικές αντιστροφές που έχουν συντελεστεί από τότε που γράφει και Καβουλάκος:

• Η κυριαρχία των κομμάτων και των συνδικάτων στην πολιτική ζωή και τη δημόσια σφαίρα διέρχεται από βαθιά κρίση.

• Τα κοινωνικά δίκτυα και το διαδίκτυο έχουν ωθήσει στην ανάπτυξη μιας ιδιότυπης κοινωνίας πολιτών.

• Η ύφεση και η κρίση που τη συνοδεύει έχουν κλονίσει σε κάποιο βαθμό τις προϋπάρχουσες ατομικές και οικογενειακές στρατηγικές, σε σημαντικά κομμάτια του πληθυσμού.

• Το κράτος έχει πάψει προ πολλού να είναι ένα πατερναλιστικό κράτος και κάθε διεκδίκηση γύρω από την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης έχει πλέον απονομιμοποιηθεί.

• Και φυσικά η τεράστια επιρροή των κινημάτων σε Βόρεια Αφρική και Ισπανία.

 

Αυτές οι αντιστροφές σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, οι οποίες συνιστούν επί της ουσίας αντιφάσεις που εξελίσσονται με μη γραμμικό τρόπο, διοχετεύονται στον επιταχυνόμενο ιστορικό χρόνο και συμπυκνώνονται κατεξοχήν σε τοπικό επίπεδο. Ή, αν προτιμάτε μια πιο «επίσημη» γλώσσα, η τοπική αυτοδιοίκηση γίνεται ο αδύναμος κρίκος των διαμεσολαβήσεων και διόλου τυχαία αποτελεί έναν από τους κρατικούς τομείς που υφίσταται ραγδαία αναδιάρθρωση. Δείτε ενδεικτικά και το μανιφέστο των πέντε δημάρχων που βγήκε πρόσφατα στη δημοσιότητα.

Αν υπάρχουν στοιχεία συνέχειας με το πρόσφατο παρελθόν, αυτά σίγουρα εντοπίζονται και στη λεγόμενη «υπερτροφία του πολιτικού», δηλαδή του καπιταλιστικού κράτους ως μόνου δυνατού εκφραστή και εγγυητή των συλλογικών συμφερόντων και ως εκ τούτου της δημοκρατίας (ακόμα και της άμεσης) ως μόνου δυνατού ορίζοντα της συλλογικής δράσης. Σίγουρα εδώ «η παράδοση των νεκρών γενεών βαραίνει σαν εφιάλτης στα μυαλά των ζωντανών» και η ιστορία αυτού του τόπου με την πολιτικοποίηση της ταξικής πάλης ως αντίθεση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς θα είχε να πει πολλά πάνω σε αυτό. Πέρα από αυτό, όμως, είναι διαφορετικό να διεκδικείς από το κράτος να επιλύσει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα που έχεις και διαφορετικό να απαιτείς από το κράτος να αποσύρει το μνημόνιο ή ακόμα και το χαράτσι. Στη δεύτερη περίπτωση, είναι η ευρεία ταξική σύνθεση των συνελεύσεων γειτονιάς που γίνεται αντανάκλαση του ευρύτερου πολιτικού προβλήματος υποβάθμισης του επιπέδου ζωής της μεσαίας τάξης ως τέτοιας, το οποίο μπορεί να λυθεί μόνο σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο· στην πρώτη, το κυρίαρχο είναι οι

άμεσες σχέσεις των κατοίκων ενός προαστίου μεταξύ τους και με τον τοπικό δήμαρχο. Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αρχικά οι συνελεύσεις γειτονιάς σχηματίστηκαν μετά από κάλεσμα της πλατείας Συντάγματος, δηλαδή μετά από κάλεσμα ενός εκτελεστικού κέντρου λήψης αποφάσεων. Και φυσικά ότι, παρά τις πολυάριθμες πρωτο-βουλίες που πάρθηκαν από τις συνελεύσεις γειτονιάς και τις σημαντικές απόπειρες συντονισμού της δράσης, τα βήματα προς τα πίσω κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου Μαΐου-Ιουνίου 2012 είναι πολλά για να σβήνονται από την κινηματική μνήμη.

Πέρα όμως από την (αυτό)κριτική, έχει σημασία να αναδεικνύουμε και τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι κοινωνικοί αγώνες εντελώς διαταξικοί στην περίπτωση των τοπικών αγώνων είτε σε αστικό είτε σε μη αστικό περιβάλλονσυμβάλλουν με τη σειρά τους στην αποδυνάμωση και στο προσπέρασμα των διαμεσολαβήσεων. Ήδη, αναφέρθηκε και στην εισήγηση της Π. προηγουμένως, έχουμε έντονες κινητοποιήσεις μέσα στην Αθήνα ενάντια σε ορισμένα από τα ολυμπιακά έργα. Επιπλέον, ήδη και πριν το 2008, ξεσπάνε βίαιες συγκρούσεις σε ορισμένες περιοχές της χώρας με αφορμή το ζήτημα της αποκομιδής των σκουπιδιών και της κατασκευής ΧΥΤΑ· ας θυμηθούμε εδώ την πε-ρίπτωση της Λευκίμμης στην Κέρκυρα, όπου οι μπάτσοι αφήνουν πίσω τους νεκρή και μια έγκυο. Και είναι αρκετοί αυτοί που στον ευρύτερο α/α/α χώρο στρέφουν την προσοχή τους σε αυτούς τους αγώνες θεωρώντας τους σημαντικούς· ας θυμηθούμε πάλι ότι το πρωί του Σαββάτου 6 Δεκεμβρίου 2008 βρίσκει αρκετό κόσμο να διαδηλώνει στο κέντρο της Αθήνας ακριβώς για τα ζητήματα αυτά χωρίς βέβαια κανένας μας να γνωρίζει τι θα επακολουθούσε. Η εξέγερση του Δεκέμβρη, βάζοντας στο στόχαστρο την κρατική καταστολή ως βασική διαμεσολάβηση των κοινωνικών συγκρούσεων, θα ανοίξει τον ζωτικό χώρο πέρα από τις διαμεσολαβήσεις για την «άμεση» αντιπαράθεση με το κράτος. Ή και τη διεκδίκηση σε νέο επίπεδο. Η φύση και η σημασία αυτού του ανοίγματος ζωτικού χώρου μένει, κατά την άποψή μου, ακόμα να διερευνηθεί από τη σκοπιά των προλεταριακών συμφερόντων και από τη σκοπιά της σημασίας που έχει για πολλούς από τους σύγχρονους αγώνες (από το Μεξικό μέχρι την Αλγερία και από το Όκλαντ μέχρι το Κάιρο) η ύπαρξη συνελευσιακών διαδικασιών· ή μικρών κομμουνών, αν προτιμάτε.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, το κράτος και οι μηχανισμοί του ένιωσαν καταρχήν αυτή τη πίεση των κινητοποιήσεων ενάντια στο χαράτσι και έσπευσαν με διάφορες τακτικές κινήσεις και χειρισμούς να απορροφήσουν τους διαταξικούς κραδασμούς νομοθετώντας και απειλώντας με διακοπές ρεύματος και πρόστιμα. Θα μπορούσαμε όμως να ταυτίσουμε την αναδιάρθρωση του κράτους εν μέσω κρίσης, αυτού που συμπυκνωμένα έχει χαρακτηριστεί ως κράτος έκτακτης ανάγκης, ως «απαντήσεις» στη δράση διαταξικών κινημάτων; Εδώ ερχόμαστε σε ένα τρίτο σημείο, που για πολλούς ίσως έχει ειδικό ενδιαφέρον, και έχει να κάνει με το πώς και το γιατί το κράτος εμφανίζεται στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με κάθε λογής κοινωνικά υποκείμενα και ομάδες τα τελευταία χρόνια. Αν κανείς αγνοήσει το επίπεδο της βίας στην Κερατέα και στις Σκουριές, όπου ένα ενιαίο τοπικό μπλοκ από όλες σχεδόν τις κοινωνικές τάξεις επέλεξε την αντιπαράθεση με την αστυνομία του κεφαλαίου, τότε κινδυνεύει να χάσει από τα μάτια του την ανάγκη του κεφαλαίου να αναδιατάξει και να αξιολογήσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις που θα αποτελέσουν το νέο καθεστώς συσσώρευσης σε αυτόν τον τόπο. Από την άλλη, όμως, αν δε δοθεί το πρέπον βάρος στην εννόηση του κράτους έκτακτης ανάγκης σε σχέση με τη διαχείριση των μεταναστών εργατών (και γενικότερα του προλεταριακού πληθυσμού είτε εργαζόμενου είτε άνεργου), τότε σβήνεται από την ανάλυσή μας η ιστορική ταξική διάσταση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και προφανώς μπαίνει ζήτημα ποιων τα συμφέροντα υποστηρίζουμε, πέρα από τα στενά ατομικά μας.

Έχω την αίσθηση πώς αυτή η αντίφαση ανάμεσα στη διαταξική σύνθεσή τους και την ανάγκη για έναν ταξικό προσανατολισμό εξελίχθηκε στο εσωτερικό των τοπικών συνελεύσεων γειτονιάς με περισσότερο ή λιγότερο τεταμένους όρους. Ακριβώς επειδή ρίζωσαν εντός του αθηναϊκού μητροπολιτικού περιβάλλοντος, και όχι στο εντελώς δι-αφορετικό περιβάλλον της ελληνικής επαρχίας όπου οι δεσμοί με βάση το χώμα και το αίμα είναι ισχυρότεροι, όπου οι κοινωνικές ιεραρχίες είναι πολύ εντονότερες και η παράδοση οριζόντιων διαδικασιών μάλλον ανύπαρκτηκαι ακριβώς επειδή αποτέλεσαν μορφές οργάνωσης με πόρους ανοιχτούς στις κοινωνικές συγκρούσεις και αντιφάσεις, οι τοπικές συνελεύσεις γειτονιάς αναγκάστηκαν να διευρύνουν τα ενδιαφέροντά τους και τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκαν. Η δικτύωση αλληλεγγύης για να μην κοπεί καμία παροχή ηλεκτρικού ρεύματος λόγω του χαρατσιού μπόρεσε γρήγορα να επεκταθεί και στα χαριστικά και ανταλλακτικά παζάρια, τις τράπεζες χρόνου και την ανταλλαγή υπηρεσιών, τις συλλογικές κουζίνες.

Αυτή η διεύρυνση όμως των θεματικών θέτει ευθέως θέμα προλεταριακών αναγκών, ακόμα κι αν οι ενδιαφερόμενοι δεν το λένε, μιας και οι «από κάτω» αποτέλεσαν και αποτελούν τα κατεξοχήν θύματα της ύφεσης. Και είναι, πιστεύω, ακριβώς σε αυτά τα ζητήματα που ο διεμβολισμός από το κράτος, την εκκλησία, την οργανωμένη φιλαν-θρωπία των αφεντικών, τα μήντια και τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία υπήρξε πιο έντονος. Ακριβώς γιατί το κράτος, πέρα από το μονοπώλιο της βίας, επιδιώκει να έχει και το μονοπώλιο της εξάρτησης των υπηκόων του, η σχέση του με τους οποίους δεν πρέπει να διαταράσσεται. Ας ρίξει κανείς μια ματιά όχι μόνο στο πόσο έχουν πλαισιώσει οργανωμένοι του ΣΥΡΙΖΑ (και όχι μόνο) τις «γειτονιές αλληλεγγύης», τα κοινωνικά παντοπωλεία και την πώληση προϊόντων χωρίς μεσάζοντες αλλά και στο ακριβές περιεχόμενο του ψηφισμένου νόμου 4019/2011 για την κοινωνική οικονομία και επιχειρηματικότητα συνεργατική οικονομία, ο οποίος παρέχει ένα αρκετά περιεκτικό πλαίσιο για τη λειτουργία επιχειρήσεων υπό καθεστώς αυτοδιαχείρισης και από όσο μπορώ να γνωρίζω με κάποιες ομοιότητες με τον αντίστοιχο της Αργεντινής. Παρόλο, όμως, που η Αργεντινή έχει εμπνεύσει το εδώ ανταγωνιστικό κίνημα και ειδικά όσες μπλέχτηκαν με τις τοπικές συνελεύσεις γειτονιάς, πόσοι και γιατί θεώρησαν αυτή τη νομοθεσία ως «νίκη του κινήματος»;

Τη στιγμή που έχουν ήδη οργανωθεί ολόκληρα εναλλακτικά φεστιβάλ υπέρ της «αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας» και που η αριστερά συνδέει ανοιχτά την προοπτική της εξουσίας της με αυτή την ίδια την αλληλέγγυα οικονομία χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στο πώς αυτή βοηθάει τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό να ξεπεράσει την κρίση του, είναι καιρός να αποτιμηθεί το κίνημα των τοπικών συνελεύσεων γειτονιάς και η όποια μελλοντική προοπτική του με την επαναφορά στο προσκήνιο της συζήτησης για τα όρια της αυτοδιαχείρισης και για το περιεχόμενο της κριτικής στην αξία.

Α.