Η Χρυσή Αυγή ως “μηχανισμός του κράτους” (με αφορμή τα γεγονότα στην Πάτρα)

7585430

απόσπασμα από το Για την τρέχουσα κρίση, την Ευρωζώνη και τους ταξικούς αγώνες στην Ελλάδα, κείμενο του blaumachen #6

[…] Η Χρυσή Αυγή δεν αναδύθηκε ξαφνικά από το περιθώριο. Μέχρι τις εκλογές του 2012 ήταν μια μεν μια περιθωριακή πολιτικά νεοναζιστική οργάνωση με λίγες εκατοντάδες οργανωμένα μέλη, αλλά από την εποχή της ίδρυσης της έχει στενές σχέσεις με τον σκληρό πυρήνα του κράτους, τον κατασταλτικό μηχανισμό. Αρκετοί από τα στελέχη της ήταν και είναι αστυνομικοί των ΜΑΤ. Ο αρχηγός της έχει κατηγορηθεί για βομβιστικές επιθέσεις σε κινηματογράφους το 1978 στο πλαίσιο της στρατηγικής έντασης του ελληνικού κράτους εκείνη την περίοδο, και έχει δημοσιευθεί έγγραφο μισθοδοσίας της ΚΥΠ για το έτος 1981 το οποίο περιλαμβάνει το όνομα του (είχε ιδρύσει ήδη τη Χρυσή Αυγή το 1980). Είναι λοιπόν σαφές ότι πρόκειται για μια (παρα-)κρατική οργάνωση ήδη από την ίδρυση της. Ο λόγος που το σημερινό σύστημα εξουσίας στην Ελλάδα την έβγαλε από το περιθώριο και την μετέτρεψε, χάρη στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που διαθέτει, σε οιονεί σημαντική δύναμη της κεντρικής πολιτικής σκηνής είναι αναμφίβολα η άνοδος του κινήματος ενάντια στα μνημόνια, ενάντια στην αναδιάρθρωση. Ήδη μερικά χρόνια πριν το ξέσπασμα της κρίσης το σύστημα εξουσίας είχε δημιουργήσει από το μηδέν ένα άλλο κόμμα το ΛΑΟΣ, το οποίο έπαιξε ένα ρυθμιστικό ρόλο σε μια κρίσιμη στιγμή, στήριξε την κυβέρνηση Παπαδήμου, η οποία ψήφισε τους πιο σημαντικούς έως τώρα νόμους της τελευταίας τριετίας, για παράδειγμα μείωσε τον κατώτατο μισθό της επίσημης αγοράς εργασίας στα 480 € περίπου (καθαρά).  Η Χρυσή Αυγή αναδύθηκε ως αντίβαρο στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ αφενός αλλά και ως αντίβαρο στην μαζικοποίηση των βίαιων πρακτικών αγώνα. Πρόκειται για μια συνταγή από το παρελθόν, κλασσική, σχεδόν μπανάλ: Οι νέο-ναζιστές πουλιούνται από τους  ίδιους τους συστημικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς ως αντι-συστημική δύναμη και ως «σύστημα», ή «συντήρηση» παρουσιάζονται όλα τα στοιχεία της κοινωνίας που προσπαθούν να μπλοκάρουν την αναδιάρθρωση. Οι νεοναζιστές επεξηγούν επίσης την αναδιάρθρωση ως μια μη-ταξική, αλλά εθνική πολιτική. Στη δική τους αφήγηση οι εχθροί είναι: ο συνδικαλισμός, οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, οι «τοκογλύφοι δανειστές», οι «εχθροί της Ελλάδας» κτλ. Ο ρόλος της Χρυσής Αυγής είναι να νομιμοποιεί κατασταλτικές πρακτικές που στη συνέχεια τις χρησιμοποιεί το κράτος, πρόκειται για το «μακρύ χέρι» του κατασταλτικού μηχανισμού.

Η ερώτηση για την ταξική σύνθεση της οργάνωσης δεν έχει ιδιαίτερο νόημα καθώς ακόμη και σήμερα είναι λίγες εκατοντάδες τα οργανωμένα μέλη της. Η ταξική σύνθεση εκείνων που την ψήφισαν τον Ιούνιο του 2012 (περίπου 400.000) είναι η εξής: «το μεγαλύτερο ποσοστό της το συγκεντρώνει μεταξύ των ανέργων. Συγκεκριμένα, στον ενεργό πληθυσμό καταλαμβάνει το 9,6%, στους ανέργους το 10,7% και στους μη ενεργούς το 3,3%. Ειδικότερα, καταλαμβάνει το 19,2% στους επαγγελματίες βιοτέχνες, το 9,4% στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, το 8,2% στους ελεύθερους επαγγελματίες, το 7,4% στους φοιτητές, το 6,2% στους αγρότες, το 5,2% στις νοικοκυρές, το 4,7% στους μισθωτούς του δημοσίου τομέα και, το χαμηλότερο, το 2,4% στους συνταξιούχους»[1]. Η Χρυσή Αυγή κάνει προσπάθεια να συνδεθεί με το προλεταριάτο, τα μεσαία στρώματα μισθωτών και τους μικροαστούς που υποφέρουν από την κρίση, ανοίγει παντού γραφεία, ανοίγει κοινωνικά παντοπωλεία, πουλάει προστασία σε μικροεπιχειρηματίες, επιτίθεται σε μετανάστες (άτομα σχετιζόμενα με τη Χρυσή Αυγή έχουν ήδη δολοφονήσει μετανάστες) και υπόσχεται ότι θα τους διώξει. Πρόκειται για μια προσπάθεια που γίνεται οργανωμένα, πιθανότατα με κρυφή κρατική χρηματοδότηση και χρηματοδότηση από γνωστούς μεγαλο-καπιταλιστές που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και συνδέονται με ποικίλους τρόπους με το κράτος.

Μέχρι σήμερα η προσπάθεια να μετατραπεί το ναζιστικό κόμμα σε πολιτική δύναμη με αληθινές κοινωνικές ρίζες έχει αποτύχει και το τελευταίο διάστημα το επίσημο κράτος ενσωματώνει πλέον ανοικτά και με χαρακτηριστική άνεση τις πρακτικές του. Ο κίνδυνος όμως ενδυνάμωσης ενός εθνικισμού νέου τύπου προκύπτει από μια διαδικασία αντανάκλασης. Αν διαβάσει κανείς μαζί δηλώσεις χρυσαυγιτών και εθνικιστών αριστεριστών του ΣΥΡΙΖΑ ή άλλων κομμάτων της αριστεράς θα διαπιστώσει ότι υπάρχει μια κοινή ιδεολογική βάση που αφορά την «υποδούλωση της πατρίδας στους ξένους τραπεζίτες τοκογλύφους». Παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ τους αυτή η ιδεολογική κοινότητα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να γίνει προσπάθεια να καναλιζαριστεί το κίνημα προς την κατεύθυνση της «σωτηρίας της πατρίδας» από το «παρασιτικό κεφάλαιο» και από δεξιά και από αριστερά. Αν τελικά αυτή η τάση επικρατήσει στο κίνημα, κάτι που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς εξελίξεις, ο δρόμος για τους ναζιστές, τους καλύτερους εκφραστές της καπιταλιστικής ιδεολογίας του εθνικισμού θα γίνει πιο βατός. Υπάρχει όμως ένα στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο που πρέπει να προσέξουμε εδώ: Ο εθνικισμός που παράγεται δεν είναι ο κλασσικός εθνικισμός της προηγούμενης περιόδου. Καθώς η ενοποίηση της Ευρωπαικής Ένωσης προχωράει ο νέος εθνικισμός παράγεται στη σκιά αυτού του πολιτικού ενδεχομένου εντάσσοντας στοιχεία φυλετισμού που θα ήταν συμβατά με μια ενδεχόμενη κατασκευή ευρωπαικής «εθνικής» ταυτότητας (αν ο όρος φαίνεται αντιφατικός ας σκεφτούμε ξανά τον όρο αμερικάνικη εθνική ταυτότητα), της οποίας υλικό επίδικο θα μπορούσε να είναι ο αποκλεισμός μεταναστών από χώρες έξω από την Ευρωπαική Ένωση. Αυτός είναι και ο λόγος που ο νέος εθνικισμός έχει περισσότερο ναζιστικά χαρακτηριστικά παρά φασιστικά και που η δεξιά του έκφανση στην Ελλάδα φαντάζει περισσότερο σύγχρονη από την αριστερή.

Πέρα όμως από αυτά τα πολιτικά στοιχεία αξίζει να εξετάσουμε και από μια άλλη οπτική γωνία την άνοδο της Χρυσής Αυγής. Η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης όπως έχουμε εξηγήσει και αλλού[2] ευνοεί την επέλαση της «μαύρης εργασίας». Αν η επισφαλής εργασία και η επακόλουθη δημιουργία μιας δυαδικής αγοράς εργασίας, η δομή της οποίας θα ευνοούσε τη γενική συμπίεση των μισθών και τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζόμενων, ήταν το επίδικο της πρώτης φάσης της αναδιάρθρωσης, τώρα, στα πλαίσια της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης (καθώς η επισφαλής εργασία γίνεται πλέον η μόνη «νόμιμη» για το κεφάλαιο μορφή εργασίας), το επίδικο είναι η ενδυνάμωση της μαύρης εργασίας, η σταδιακή μετατροπή της σε κυρίαρχη μορφή της μισθωτής σχέσης κατ’αρχήν στους κλάδους έντασης εργασίας. Η «μαύρη εργασία» ως παραγωγική σχέση είναι μια σχέση άμεσης εξάρτησης του προλετάριου από το αφεντικό του, μια σχέση η οποία δε διαμεσολαβείται πλέον από το κράτος, δε ρυθμίζεται. Οι «μαύροι» εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν τα αφεντικά ως τη μόνη κοινωνική δύναμη απέναντι στην οποία πρέπει να είναι νομοταγείς. Οι «μαύροι» εργαζόμενοι είναι αντικειμενικά αδιάφοροι απέναντι στο ασφαλιστικό σύστημα καθώς ο έμμεσος μισθός τους, αν υπάρχει καθόλου, δίνεται με μορφή διευκολύνσεων απευθείας από τα αφεντικά. Αλλά και οι διεκδικήσεις των «μαύρων» εργαζόμενων είτε είναι ανοιχτές, είτε υπόγειες πρέπει πλέον να διευθετούνται με έναν άμεσο, ιδιωτικοποιημένο τρόπο. Οι σχέσεις των καπιταλιστών με τους εργαζόμενους παίρνουν μια μορφή σχέσεων μαφίας, ανεξάρτητα από το αν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες έχουν σχέση με το έγκλημα ή όχι. Η διατήρηση μιας τέτοιας δομής δημιουργεί χώρο αλλά και ανάγκη για την ύπαρξη ενός μηχανισμού που θα οργανώνει, θα επιμελείται, θα κατανέμει και θα διαμεσολαβεί την ρευστή, ευέλικτη αλλά πιθανόν και επικίνδυνη, στο βαθμό που δεν είναι οργανωμένη με δομημένο και εγγυημένο από το κράτος τρόπο, εργασιακή δύναμη. Ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει σε συνθήκες κρίσης και υψηλότατης ανεργίας καταρχήν να επιλέγει ποιοι θα έχουν πρόσβαση στην εργασία, να επιμελείται την ευταξία σε χώρους εργασίας στους οποίους δεν έχει πρόσβαση το κράτος και να επεμβαίνει άμεσα σε περιπτωση μιας άγριας ή έστω απροσδόκητης απεργίας ή σε περιπτώσεις βίαιων περιστατικών. Αρχίζει και διαφαίνεται σιγά σιγά η δυνατότητα το ρόλο αυτού του μηχανισμού να τον παίξουν οργανώσεις τύπου Χρυσής Αυγής. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το μηχανισμό ιδιωτικοποιημένη αστυνομία, η οποία όμως έχει και στοιχεία «κοινωνικής πρόνοιας» για τους υπάκουους ή για να διαχειρίζεται πιο αποδοτικά τη νέου τύπου «πειθαρχία» που απαιτείται. Αυτή η ιδιωτικοποιημένη αστυνομία θα μπορούσε να αποτελεί και διαμεσολαβητικό παράγοντα για τις αναπόφευκτες υπόγειες σχέσεις ανάμεσα σε μηχανισμούς του επίσημου κράτους με τους καπιταλιστές που δραστηριοποιούνται σε μεγάλο βαθμό στη «μαύρη» οικονομία. Ίσως να είναι αυτή η μορφή που θα πάρει στο μεσοπρόθεσμο μέλλον «η ολοένα και μεγαλύτερη σημασία της καταστολής στην κοινωνική αναπαραγωγή», στην οποία έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν[…]


[1]
                                     http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=688374